Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη:
Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω μη καταβολής αποζημίωσης. Σύμβαση μερικής απασχόλησης που υποκρύπτει σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Ισχυρισμός του εργοδότη ότι ο εργαζόμενος υπέγραφε αποδείξεις καταβολής των αποδοχών του χωρίς επιφύλαξη. Απορρίπτεται επειδή συνιστά ένσταση (έχουσα την έννοια της εξόφλησης) που δεν καταχωρίστηκε στα πρακτικά και επειδή δεν νοείται παραίτηση του μισθωτού να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του ακόμη και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της άφεσης χρέους. Μη χορήγηση της νόμιμης άδειας αναψυχής μέσα στο ημερολογιακό έτος στο οποίο αντιστοιχεί. Η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Αν ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως αλλά ο εργοδότης δεν την χορήγησε, αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Πιστοποιητικό εργασίας. Θεωρείται ότι εκδόθηκε με την τελεσιδικία της απόφασης που διέταξε τη χορήγησή του. Υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου. Δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το ποσό των 14.157,35 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης
2475/2013
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Νικόλαο Πολυζωγόπουλο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου του έτους 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …. …. του …., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευάγγελου Καραδήμα.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 23.8.2012 αγωγή της, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης …/2012 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/2012, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 19-11-2012 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές και στα πρακτικά.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρ. 678 εδ. α’ ΑΚ, ο εργαζόμενος μπορεί κατά τη λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του, να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του. Αν ο εργοδότης αρνείται να εκπληρώσει την παραπάνω υποχρέωσή του, ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει να υποχρεωθεί αυτός, με αγωγή του η οποία στρέφεται κατά του εργοδότη και εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών (άρ. 663 – 676 ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, τόμ. VI, άρθρο 678, αριθμ. 34). Περαιτέρω, το άρθρ. 946 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από την βούληση του οφειλέτη, το Δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει, τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση. Ο δικαιούχος της απαιτήσεως, υπέρ της οποίας διετάχθη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 946 § 1 ΚΠολΔ (ως μέσο εξαναγκασμού), η χρηματική ποινή, αφότου η απόφαση καταστεί τίτλος εκτελεστός, βάσει απογράφου, θα κοινοποιήσει επιταγή προς εκτέλεση. Ο καθ’ ού η εκτέλεση υποχρεούται, εντός της προθεσμίας του άρθρ. 926 § 1 ΚΠολΔ, να προβεί στην επιχείρηση της πράξης. Μετά ταύτα θα τεθούν σε εφαρμογή τα προβλεπόμενα από το άρθρ. 946 § 1 ΚΠολΔ μέσα εκτελέσεως. Αντιρρήσεις κατά της εκτελέσεως θα κριθούν κατά τα άρθρ. 933 επ. ΚΠολΔ. Στην παραπάνω περίπτωση δεν απαιτείται (όπως αντιθέτως προβλέπεται στις περιπτώσεις που ρυθμίζονται από το άρθρ. 947 ΚΠολΔ) βεβαίωση της παράβασης της αποφάσεώς με νέα καταδίκη στη χρηματική ποινή, διότι η καταδίκη στη χρηματική ποινή έχει χωρήσει με την αρχική απόφαση, διά της οποίας ο οφειλέτης υποχρεώθηκε σε εκτέλεση της πράξης. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστική η διαφορά διατυπώσεως των δύο διατάξεων, του άρθρου 946 ΚΠολΔ, που ομιλεί για καταδίκη σε χρηματική ποινή και δεν αναφέρει τίποτα για βεβαίωση της παραβάσεως, και του άρθρ. 947 ΚΠολΔ, που ομιλεί για απειλή χρηματικής ποινής και προβλέπει βεβαίωση, καθώς και καταδίκη στη χρηματική ποινή με νέα δικαστική απόφαση [βλ. για τα παραπάνω ΟλΑΠ 2/1995 ΕλλΔνη 36(1995).583, ΕφΑθ 5554/1987 ΕλλΔνη 30(1989).798]. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ’ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά, τα οποία πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυση του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στη περίπτωση αυτή, η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με την συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων (ΟλΑΠ 9/2011 ΝοΒ 2011/1877). Τέλος, από τα άρθρα 62, 64 παρ. 2α, 118, 216, 866, 946, 947 και 1047 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν ζητείται η καταδίκη του εκπροσώπου του νομικού προσώπου σε προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή για την εκπλήρωση παροχής που οφείλει το νομικό πρόσωπο, πρέπει να στρέφεται η αγωγή και κατά του εκπροσώπου ονομαστικώς. Η αοριστία της αγωγής κατά τούτο δημιουργεί απαράδεκτο (Α.Π. 127/1987 ΝοΒ 29, 670, Εφετ. Ναυπλ. 545/1989 ΕΕργΔ 1990, 123). Στη προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα ιστορεί ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη, την 24η-5-2011, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την ειδικότητα της καμαριέρας, προκειμένου να εργαστεί σε πενθήμερη βάση με πλήρες ωράριο, σε ξενοδοχειακή επιχείρηση της τελευταίας στην Αθήνα, υπό τα ειδικότερα καθήκοντα και έναντι των αποδοχών που εκθέτει στην αγωγή της. Ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της, ήτοι έως την 27η-5_2012, οπότε απολύθηκε από την εναγομένη, παρείχε τις υπηρεσίες της στη τελευταία επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, ήτοι τέσσερις καθημερινές και την Κυριακή. Ότι περαιτέρω, η εναγομένη, την 1η-10-2011, προέβη μονομερώς στη τροποποίηση της εργασιακής σύμβασης, θέτοντας την ενάγουσα υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, ήτοι σε πενθήμερη βάση με μειωμένο ωράριο εργασίας 35 ωρών και ότι η εναγομένη δεν της κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές της, βάσει της οικογενειακής της κατάστασης και του πραγματικού ωραρίου απασχόλησης της, καθώς και ότι, την 27η-5-2012, η εναγομένη κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, όπως νομίμως περιόρισε το καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής της σε έντοκο αναγνωριστικό [ΟλΑΠ 30/2007 ΝοΒ 55(2007).2388=ΕλΔ 48(2007).1637] ως προς το κονδύλιο της ηθικής βλάβης μέχρι του ποσού των 5.000,00 ευρώ με δήλωσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, που εξειδίκευσε περαιτέρω με τις προτάσεις της (άρθρα 223 και 295 ΚΠολΔ), ζητεί: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 27-5-2012 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 22.971,88 ευρώ για οφειλόμενες διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών της, για αποδοχές υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της, για επίδομα και αποζημίωση αδείας και για αμοιβή παράνομης υπερωριακής εργασίας, άλλως και επικουρικώς, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του, το συνολικό ποσό των 3.087,28 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή του, γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα επιμέρους αγωγικά κονδύλια νομιμοτόκως, από τότε που έκαστο αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (δήλη ημέρα, άρθρο 341 ΑΚ), άλλως και επικουρικώς από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής της, και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες της, με την απειλή χρηματικής ποινής 500,00 ευρώ, άλλως, σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της έχει λυθεί να της χορηγήσει κατ’ άρθρον 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται η θέση εργασίας στην οποία απασχολήθηκε και ο χρόνος απασχόλησής της με την απειλή χρηματικής ποινής 500,00 ευρώ. Τέλος, ζητεί να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδά της. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή, η οποία, όσον αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης και την καταβολή μισθών υπερημερίας έχει ασκηθεί εντός της τρίμηνης [ΑΠ 1409/2005 ΕλΔ 47(2006).148] και εξάμηνης, αντιστοίχως, αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 §§ 1 και 2 ν. 3198/1955 [ΑΠ 1938/2007 ΕΕργΔ 67(2008).1064=ΝοΒ 56(2008).865], όσον αφορά στα αγωγικά κονδύλια περί καταβολής μισθών υπερημερίας και καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης της ενάγουσας, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρ. 7, 9, 14 παρ. 2, 16 αριθμ. 2, 25 παρ. 2 του και 663 τουΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. του ΚΠολΔ). Είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και σ’ αυτές των άρθρων 648 επ., 653, 655, 656, 669, 361, 281, 174, 180, 341, 345, 346, 914 επ., 932, 57, 59, και 70 του ΑΚ, 678 ΑΚ και άρθρο ν.2112/20 ως προς το πιστοποιητικό εργασίας και 69, 946, 907, 908 και 176 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία της, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ναι μεν από το άρθρο 23§2 του ν. 1264/1982 δημιουργείται υποχρέωση του εργοδότη να απασχολεί πραγματικά ή να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, στην περίπτωση που η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης κρίθηκε άκυρη, αλλά η υποχρέωση αυτή δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας. Οπότε η ενάγουσα, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκ νέου πραγματική απασχόληση αυτής εκ μέρους της εναγομένης, δεν αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει τα περιστατικά επί των οποίων ερείδεται η ακυρότητα αλλά απαιτείται να προσθέσει περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ή αδικοπραξία σε βάρος της ή παράνομο αποκλεισμό από την οικονομική ζωή και που καθιστούν ταυτόχρονα παράνομη την άρνηση για πραγματική απασχόληση, γεγονότα, τα οποία, ωστόσο, δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής. Δεν είναι, επίσης, νόμιμο το αίτημα για την απειλή χρηματικής ποινής κατά της εναγομένης για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση της να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, διότι η ενάγουσα δεν απευθύνει την αγωγή της ονομαστικά κατά του εκπροσώπου αυτής σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στις πρώτες σκέψεις της παρούσας (ΚΠολΔ 62, 64 παρ. 2α, 216, 946 – 947, ΑΠ 127/87 Δ 18,695, ΕφΑθ 4375/90 ΑρχΝ 1991 124), ενώ το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστής είναι νόμιμο μόνο ως προς τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής και όχι για το αίτημα της αναγνώρισης της καταγγελίας ως άκυρης και της αναγνώρισης οφειλής του ποσού των 5.000 ευρώ ως ηθική βλάβη, αφού οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν κηρύσσονται προσωρινά εκτελεστές, ενώ το πιστοποιητικό (όπως σε κάθε περίπτωση καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως) θεωρείται ότι εκδόθηκε με την τελεσιδικία της απόφασης που διέταξε τη χορήγησή του, το δε περιεχόμενό του ταυτίζεται με το διατακτικό της (βλ. Ντάσιο, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, εκδ. 1995, τ. ΑΙ, σελ.157, ΕφΠειρ 987/1995 ΔΕΝ 53.1197). Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη και ορισμένη η υπό κρίση αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, λαμβανομένης υπόψη της υπ’ αριθμόν …/9-4-2013 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της ενάγουσας, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, …. …. …., που ελήφθησαν νομίμως, ήτοι προ 24ώρου γνωστοποίησης στην εναγομένη, όπως προκύπτει από την δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της ενάγουσας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 24-5-2011 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στην εναγομένη εταιρεία, η οποία διατηρεί επιχείρηση εκμετάλλευσης ξενοδοχείου στην Αθήνα. Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο φέρει και την υπογραφή της εναγομένης, η τελευταία φέρεται να προσλήφθηκε υπό καθεστώς μερικούς απασχόλησης, γεγονός το οποίο γνωστοποιήθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Στη πραγματικότητα, συμφωνήθηκε να παρέχει η ενάγουσα την εργασία της ως εργαζομένη μερικούς απασχόλησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης, παρείχε την εργασία της από Δευτέρα έως Παρασκευή, πλην μιας εβδομάδας το μήνα, κατά τη διάρκεια της οποίας η πέμπτη ημέρα εργασίας ήταν Κυριακή. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι παρείχε την εργασία της κάθε Κυριακή, κρίνεται έωλος, δεδομένου ότι η εναγομένη εταιρεία, απασχολούσε, πέραν της αντιδίκου της, τρείς ακόμη εργαζομένους με την ίδια ιδιότητα και κατά συνέπεια, αναλογούσε εργασία μιας Κυριακή το μήνα σε έκαστο εξ αυτών. Η δήλωση που περιέχεται στο έγγραφο αναγγελίας πρόσληψης της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας, στην οποία αναγράφεται ότι προσλήφθηκε προκειμένου να παρέχει την εργασία της δύο ημέρες την εβδομάδα και επί τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως, κρίνεται αναληθής, δεδομένου ότι έρχεται σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, αλλά και τη φύση της εργασιακής σχέσης των υπολοίπου προσωπικού. Ειδικότερα, προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από την εναγομένη οι συμβάσεις εργασίας των …. …., …. …. και …. …., οι οποίες προσλήφθηκαν με την ειδικότητα της καμαριέρας σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, γεγονός που καταδεικνύει ότι εφόσον υπήρξαν ανάγκες για περαιτέρω απασχόληση επί τέσσερις ώρες την εβδομάδα, τις ώρες αυτές θα κάλυπτε το προσωπικό που απασχολούνταν με πλήρες ωράριο, χωρίς να απαιτείται να προβεί στη πρόσληψη της ενάγουσας. Η πρόσληψη της ενάγουσας πραγματοποιήθηκε λόγων των αυξημένων αναγκών, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας της εναγομένης, ο οποίος ενόρκως κατέθεσε ότι υπήρχαν αυξημένες ανάγκες Δευτέρα και Τετάρτη λόγω συνεδρίων που πραγματοποιούνταν, ενώ τα Σαββατοκύριακα υπήρχαν σταθεροί πελάτες. Επίσης, από την προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση, επιβεβαιώνεται ότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία επί επτά ώρες ημερησίως έναντι μηνιαίων αποδοχών ύψους 600 ευρώ. Το αντικείμενο απασχόλησης της ενάγουσας περιελάμβανε το καθαρισμό και τη περιποίηση των δωματίων και των λοιπών χώρων του ξενοδοχείου. Ο αγωγικός ισχυρισμός περί τροποποίησης των όρων εργασίας με αποτέλεσμα τη μερική της απασχόληση δεν αποδεικνύεται βάσιμος, διότι η μερική απασχόληση ως σύστημα εργασίας χαρακτηρίζεται, από το γεγονός ότι οι ώρες εργασίας κατά τις οποίες ο εργαζόμενος υποχρεούται, αλλά και δικαιούται να παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη σε ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση, στο πλαίσιο μιας σταθερής και ενιαίας σύμβασης εργασίας, είναι λιγότερες από τις κανονικές, δηλαδή από αυτόν της πλήρους απασχόλησης με βασικές χρονικές μονάδες – σημεία αναφοράς την ημέρα, την εβδομάδα, το δεκαπενθήμερο, το μήνα. Συνεπώς, στη προκείμενη περίπτωση, εφόσον η ενάγουσα προσλήφθηκε υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, προκειμένου να παρέχει την εργασίας της επί επτά ώρες ημερησίως, δεν νοείται τροποποίηση της σύμβασης εργασίας. Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται ότι με την έγγραφη συμφωνία μεταξύ της εργοδότριας και της μισθωτής, συμφωνήθηκε η μερική απασχόληση της τελευταίας και προσδιορίσθηκε ο αριθμός των ωρών, που κατά τη συμφωνία, είχε την υποχρέωση να εργάζεται ημερησίως, κρίνεται απορριπτέο ως αναπόδεικτο το σχετικό κονδύλιο. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα υπέγραψε την ως άνω σύμβαση μερικής απασχόλησης, αλλά και τις αποδείξεις καταβολής των αποδοχών της, με καθεστώς μερικής απασχόλησης, διότι είχε ανάγκη τα χρήματα που λάμβανε. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα υπέγραφε τις αποδείξεις καταβολής των αποδοχών της, χωρίς επιφύλαξη [και πέραν του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός που συνιστά ένσταση και έχει την έννοια της εξοφλήσεως, δεν καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, βλ. ΟλΑΠ 2/2005 ΕλΔ 46(2005).689=ΕΕργΔ 65(2006).610], διατυπώνεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, δεν νοείται παραίτηση του μισθωτού να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του (ή διαφορά των αποδοχών του) [βλ. ΑΠ 1694/2006 ΧρΙΔ 2007.211, ΑΠ 843/2002 ΕλΔ 43(2002).1659, ΑΠ 1159/1999 ΕλΔ 41(2000).393, ΑΠ 994/1996 ΔΕΝ 53(1997).1268, ΕφΑθ 3364/2005 ΕλΔ 49(2008).260], ακόμη και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους [βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1402/2006 ΕΕργΔ 66(2008).546], Περαιτέρω, για τον υπολογισμό των αποδοχών της εναγομένης που απασχολήθηκε κατά το σύστημα της μερικής απασχόλησης, λαμβάνονται ως βάση υπολογισμού οι νόμιμες αποδοχές των απασχολουμένων στην ίδια εργασία κατά πλήρες ωράριο. Επομένως, οι νόμιμες αποδοχές του εργαζομένου με την ειδικότητα της καμαριέρας με πλήρες ωράριο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχονταν στο ποσό των 1.056,47 ευρώ (918,67 ευρώ βασικός μισθός + 45,93 για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 91,87 για επίδομα γάμου). Εξάλλου, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δικαιούνται, σε περίπτωση απασχόλησής τους κατά την Κυριακή, να λάβουν τη νόμιμη για το λόγο αυτό προσαύξηση που ορίζεται στις κείμενες διατάξεις. Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούνταν για τη παροχή εργασίας επί επτά ώρες ημερησίως, συμπεριλαμβανομένης της παροχής εργασίας μια Κυριακή κάθε εβδομάδα, μηνιαίες αποδοχές ύψους 951,72 ευρώ (5.28 ευρώ ωρομίσθιο (1056,47/25/7) X 7 ώρες ημερησίως X 24 ημέρες=887,04 + 5.28 ευρώ X 75% = 9.24 ευρώ ωρομίσθιο X 7 ώρες= 64.68 ευρώ). Με βάση όσα εκτέθηκαν η εναγομένη οφείλει να καταβάλει για διαφορά νομίμων αποδοχών μηνός Μαϊου 2011 το ποσό των 108,72 ευρώ (258,72-150), για τους μήνες Ιούνιο 2011 έως και Απρίλιο 2012 έλαβε το ποσό των 6.600 ευρώ (600 X 11), ενώ έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 10.468,92 ευρώ (951,72 X 11) και της οφείλεται η διαφορά ύψους 3.868,92 ευρώ, ενώ το μήνα Μάιο του έτους 2012 δεν της καταβλήθηκε το ποσό των 877,8 ευρώ [813,12=22 ημερομίσθια (5.28 ωρομίσθιο X 7 ώρες) + 64,68 ευρώ= μια Κυριακή] και συνολικά για τη παραπάνω αιτία της οφείλει το ποσό των 4.855,44 ευρώ. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η εναγομένη δεν χορήγησε τις ημέρες της ετήσιας κανονικής άδειας αναψυχής της ενάγουσας για το έτος 2011, παρ’ ότι πληρούντο οι σχετικές προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις του α.ν 539/1945. Ως εκ της μη χορηγήσεως της νόμιμης άδειας αναψυχής, η τελευταία υποχρεούται να της καταβάλει αποδοχές αδείας. Δεδομένου ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών δικαιούται 20 ημέρες άδεια αναψυχής και κατά συνέπεια, εφόσον της ζητήθηκε και δεν τη χορήγησε, οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 952 ευρώ (37 ευρώ ημερομίσθιο X 2 X 7 + 100%). Περαιτέρω, η ενάγουσα δεν έλαβε επίδομα άδειας το οποίο ανέρχεται στο ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών της, ήτοι στο ποσό των 475,86 ευρώ. Συνεπώς, η εναγομένη της οφείλει 952 ευρώ ως αποζημίωση για την άδεια την οποία δεν έλαβε, καθώς και το ποσό των 475,86 ευρώ ως επίδομα άδειας. Περαιτέρω, η εναγομένη δεν κατέβαλε τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2011 και Πάσχα του έτους 2012 ύψους 917,63 ευρώ και 495,31 ευρώ αντίστοιχα. Στις 27 Μαϊου του έτους 2012, η εναγομένη προέβη στη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, χωρίς να της καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης και τις αποδοχές μηνός Μαϊου, με αποτέλεσμα η καταγγελία της εργασιακής σχέσης να είναι άκυρη. Ενόψει του ότι δεν καταβλήθηκε στην απολυθείσα ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης της νομίμως αιτείται την αναγνώριση από το Δικαστήριο της ακυρότητας της γενομένης εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της και την αναγνώριση της υποχρεώσεως της τελευταίας να της καταβάλει τις οφειλόμενες, για την αιτία αυτή, αποδοχές υπερημερίας, δεδομένου ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δεν λύθηκε νομίμως και ο εναγόμενος αρνείτο να αποδεχτεί τις πραγματικές και προσήκουσες υπηρεσίες της ενάγουσας, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία εργοδότη (άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ), έχοντας, συνεπώς, την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές, τις οποίες εκείνη θα ελάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εναγομένου να αποδεχτεί τις υπηρεσίες της [ΑΠ 1165/2007 ΕΕργΔ 67(2008).626] και εφόσον οι αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας [ΑΠ 752/2007 ΕλΔ 48(2007).807]. Επομένως, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τη καταγγελία (27-5-2012) της σύμβασης εργασίας έως 27-11-2012, συνολικού ύψους 5.710,32 ευρώ, καθώς και επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2012 ύψους 750,79 ευρώ. Όσον αφορά το κονδύλιο της αγωγής περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο αφού δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας από την συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης. Ούτε η κατάθεση του μάρτυρος εισέφερε στην κρίση του Δικαστηρίου κάποιο περιστατικό που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας ούτε και από τα έγγραφα συνάγονται πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι η καταγγελία της σύμβασης έγινε υπό συνθήκες και περιστάσεις που να μπορούσαν να προσβάλλουν την προσωπικότητα της ενάγουσας σε σχέση με την επαγγελματική της αξίας και υπόληψη ή και πράγματι να την εξέθεσε μεταξύ των συναδέλφων της ή το κοινωνικό της περιβάλλον. Συνεπώς, κατόπιν όσων εκτέθηκαν πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 27-5-2012 καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 14.157,35 ευρώ. Τα ποσά αυτά πρέπει να καταβληθούν νομιμοτόκως ως εξής: το ποσό που αφορά διαφορά νομίμων αποδοχών από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές, η αποζημίωση άδειας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων νομιμοτόκως από την 1.01.2012 και το επίδομα εορτών Πάσχα από την 1 Μαϊου, δεδομένου ότι το επίδομα Χριστουγέννων πρέπει να καταβάλλεται το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, το δε επίδομα Πάσχα μέχρι την 30η Απριλίου του έτους που αφορά (άρθρο 1 του Ν 1082/1980 – για την εκ του νόμου δήλη ημέρα που τάσσεται για την καταβολή των επιδομάτων εορτών που είναι η 30 Απριλίου για το επίδομα Πάσχα και η 31 Δεκεμβρίου για το επίδομα Χριστουγέννων βλ. ΑΠ 1682/2000 ΕΕργΔ 2001,456). Το Δικαστήριο κρίνει ότι επειδή αποδείχτηκαν εξαιρετικοί λόγοι, δεδομένου ότι η ενάγουσα είναι μισθοσυντήρητη και εξαρτώμενη αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της παρεχόμενης εργασίας της, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί μερικώς προσωρινά εκτελεστή, κατ’ αποδοχήν του σχετικού παρεπομένου αιτήματος ως και ουσιαστικά βάσιμου, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων [άρθρο 908 παρ. 1 εδ. α’ και περ. ε’· βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ II, εκδ. 2000, άρθρα 908, 910], σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν αιτήματός της, σε βάρος της εναγομένης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτής (άρθρο 178 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 27-5-2012 γενομένης εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν πενήντα επτά ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (14.157,35) με το νόμιμο τόκο από τους χρόνους και κατά τα ποσά που αναφέρονται στο σκεπτικό και μέχρι την εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι πέντε (425,00) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 27 ΣΕΠ 2013
