Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Ένσταση εξόφλησης. Στοιχεία για το ορισμένο αυτής. Πρέπει να αναφέρεται το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Απορρίπτει ισχυρισμό εργοδότη περί εξόφλησης γιατί υποβλήθηκε απαραδέκτως, χωρίς προφορική ανάπτυξη και γραπτή αποτύπωσή του στα πρακτικά και λόγω αοριστίας. Πιστοποιητικό υγείας εργαζόμενης σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Πότε η άκυρη σύμβαση εργασίας καθίσταται έγκυρη εξ υπαρχής κατά το άρθρο 183 ΑΚ. Καταγγελία σύμβασης εργασίας χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Μη καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας. Εργασία κατά την Κυριακή, τις αργίες και τη νύχτα. Αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Αμοιβή νυχτερινής εργασίας. Μη χορήγηση της νόμιμης άδειας αναψυχής μέσα στο ημερολογιακό έτος στο οποίο αντιστοιχεί. Εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας επί πενθημέρου. Υποχρεώνει τον εργοδότη να χορηγήσει στην εργαζόμενη πιστοποιητικό εργασίας. Απορρίπτει την έφεση του εργοδότη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 256/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

3° Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελένη Καρρά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………………………» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……………………….. αρ. …., νομίμως εκπροσωπούμενης, με ΑΦΜ ……………………….., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεώργιου Κόκκαλη (ΔΣΑ)

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ……………………….. ……………………….. του ……………………….., κατοίκου Αθηνών, οδός ………………………..αρ. …., με ΑΦΜ ……………………….., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημήτριου Βλαχόπουλου (ΔΣΑ).

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ……………………….. ……………………….. του ……………………….., με την από 7 Οκτωβρίου 2015 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που έχει κατατεθεί με αριθμό …………./…………../2015 ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 17/2019 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……………………….. Ο.Ε.», με την 21 Φεβρουαρίου 2019 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο που έχει κατατεθεί με αριθμό …………./…………../2019.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 21.2.2019 (αριθμός εκθ. κατάθ, ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …………./…………../2019 και αριθμ. πρωτ. προσδ. δικογρ. ενώπιον της Γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου …………./…………../2019) έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως εναγομένης κατά της υπ’ αριθμ. 17/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ, ως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, λόγω του χρόνου κατάθεσης της αγωγής, ήτοι στις 7.10.2015), έχει ασκηθεί νόμιμα με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από την εναγόμενη εταιρεία, που ηττήθηκε πρωτοδίκως (άρθρα 495 παρ.1, 511, 513 παρ. 1, 516 και 517 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης η οποία έλαβε χώρα στις 23-1-2019, όπως προκύπτει από την σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Λεράκη επί του αντιγράφου της απόφασης και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις …-…-2019 (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1, 517, 518 παρ.1 ΚΠολΔ όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ενόψει του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1-1-2016). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρα 533 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου, επιπρόσθετα ότι δεν απαιτείται για το παραδεκτό της υπό κρίση έφεσης, η κατάθεση παράβολου εκ μέρους της εκκαλούσας (άρθρο 495 παρ.3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ).

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την από 7.10.2015 (…………./…………../8.10.2015) αγωγή της ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι την 24η Οκτωβρίου 2011 προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία εκμεταλλεύεται εστιατόριο (ψητοπωλείο – πιτσαρία – ταχυφαγείο) επί της οδού ………….., αριθμός …., στην Αθήνα, με έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου όπως παρέχει τις υπηρεσίες της ως σερβιτόρα, απασχολούμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών, ποσού 867,25 ευρώ. Ότι, παρά τους προαναφερόμενους όρους της σύμβασής της η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής της σε αυτή, της επέβαλε να εργάζεται και τις επτά ημέρες την εβδομάδας (πλην της Κυριακής του Πάσχα) από τις 17:00 μμ έως τις 02:00 πμ, χωρίς να της καταβάλει αμοιβή και επ’ αυτής προσαύξηση για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, χωρίς να της χορηγεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και χωρίς να της καταβάλλει αμοιβή και επ’ αυτής προσαύξηση για την εργασία της κατά την ημέρα του Σαββάτου και της Κυριακής αλλά και για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ότι, πέραν των ανωτέρω, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ουδέποτε κατέβαλε σε αυτή επιδόματα εορτών και αδείας, δεν της χορήγησε την ετήσια άδεια αναψυχής της, παρά την υποβολή εκ μέρους της σχετικής αίτησης, αλλά ούτε και της κατέβαλλε αποζημίωση για τη μη ληφθείσα εκ μέρους της άδεια, επιπρόσθετα δε, την απασχόλησε και σε ημέρες αργίας, χωρίς την καταβολή προσαύξησης για την εργασία της αυτή, ενώ, παράλληλα, δεν της κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές της του μήνα Αυγούστου του έτους 2012. Ότι την 11η Σεπτεμβρίου 2013 λύθηκε η σύμβαση εργασίας της με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, ακολούθως δε, η τελευταία, τη 18η Οκτωβρίου 2013 την επαναπροσέλαβε και συνέχισε να την απασχολεί με το ίδιο εργασιακό καθεστώς, έως την 08η Απριλίου 2015, οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, δίχως την ταυτόχρονη καταβολή της εκ του νόμου προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσής της, εξαναγκάζοντάς τη να υπογράψει ανεπιφύλακτα το έγγραφο της καταγγελίας της, με την απειλή ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα της χορηγούσε αντίγραφο για την εγγραφή της στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού. Ότι, ειδικότερα, εκ των ανωτέρω αιτιών, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα της οφείλει το ποσό των 2.023,58 ευρώ που αντιστοιχεί στη μη καταβληθείσα σε αυτή αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 867,25 ευρώ που αντιστοιχεί στις μη καταβληθείσες σε αυτή δεδουλευμένες αποδοχές για τον μήνα Αύγουστο του έτους 2012, το ποσό των 8.013,41 ευρώ για αποδοχές αδείας, αποζημίωση λόγω μη χορήγησης ετήσιας άδειας αναψυχής και επίδομα αδείας των ετών 201, 2012, 2013, 2014 και 2015, το ποσό των 4.661,80 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, το ποσό των 5.460 ευρώ ως αμοιβή και επ’ αυτής προσαύξηση για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 11.09.2013 και από έως 08.04.2015, το ποσό των 10.257,98 ευρώ ως αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση για την παροχή εργασίας 8 ωρών επί 175 Σάββατα καθώς και ως αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση για παροχή μίας ώρας παράνομης υπερωρίας κατά την ημέρα του Σαββάτου και επί 175 Σάββατα, το ποσό των 11.790,52 ευρώ ως προσαύξηση για την απασχόλησή της κατά την ημέρα της Κυριακής, ως αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ως προσαύξηση για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή της επί μία ώρα κατά την ως άνω ημέρα, το ποσό των 379,11 ευρώ ως προσαύξηση για την εκ μέρους της παροχή εργασίας σε 21, συνολικά, ημέρες αργίας και το ποσό των 4.430,91 ευρώ ως προσαύξηση για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας, ως τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά προσδιορίστηκαν ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι, επικουρικά, και για την περίπτωση που η σύμβαση εργασίας της ήθελε τυχόν κριθεί άκυρη, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα της οφείλει τα ανωτέρω ποσά, με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά θα κατέβαλε σε έτερο μισθωτό που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει εξοικονομήσει την αντίστοιχη δαπάνη, καθιστάμενη, τοιουτοτρόπως, πλουσιότερη, αδικαιολόγητα. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε μέρος του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, κυρίως, με βάση τη σύμβαση εργασίας και τον νόμο και επικουρικά, σύμφωνα με τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις: Α]. να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 5.460 ευρώ που αντιστοιχεί στην αμοιβή της για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, το ποσό των 10.257,98 που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της κατά την ημέρα του Σαββάτου, το ποσό των 11.790,52 ευρώ που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της κατά την ημέρα της Κυριακής και το ποσό των 379,11 ευρώ ως προσαύξηση για την απασχόλησή της σε ημέρες αργίας, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά, με τον νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα έκαστου μήνα εντός του οποίου παρείχε την εργασία αυτή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, Β]. να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να της καταβάλει το ποσό των 2.023,58 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας της σύμβασής της, δηλαδή από την 08η Απριλίου 2015, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 867,25 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, με τον νόμιμο τόκο από την 31η Αυγούστου 2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 8.013,41 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και επίδομα αδείας, με τον νόμιμο τόκο από την 31η Δεκεμβρίου του έτους εντός του οποίου έπρεπε να του είχε χορηγηθεί η άδεια, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 4.661,80 για επιδόματα εορτών, με τον νόμιμο τόκο από την 30η Απριλίου έκαστου έτους για το επίδομα εορτών Πάσχα και από την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 4.430,91 ευρώ, ως προσαύξηση αμοιβής για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τον νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα έκαστου μήνα εντός του οποίου παρείχε την εργασία αυτή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, Γ]. να υποχρεωθεί η εναγομένη να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της αλλά και η διαγωγή της, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την ως άνω υποχρέωσή της, Δ], να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και Ε]. να καταδικασθεί η αντίδικός της στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού απέρριψε την προβληθείσα από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ένσταση εξόφλησης (ΑΚ 416) ως απαράδεκτη και σε κάθε περίπτωση ως αόριστη, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά ένα μέρος κατά την κυρίως προβαλλόμενη βάση της και Α. αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των (5.460 + 10.021,73 + 11.518,08 + 379,11 =) είκοσι επτά χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα οχτώ ευρώ και ενενήντα λεπτών (27.378,92 ευρώ) και ειδικότερα το ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα (5.460) ευρώ που αντιστοιχεί στην αμοιβή της για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, το ποσό των δέκα χιλιάδων είκοσι ενός ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (10.021, 73 ευρώ) που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της κατά την ημέρα του Σαββάτου, το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων δεκαοχτώ ευρώ και οχτώ λεπτών (11.518,08 ευρώ) που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της κατά την ημέρα της Κυριακής και το ποσό των τριακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και έντεκα λεπτών (379,11 ευρώ) ως προσαύξηση για την απασχόλησή της σε ημέρες αργίας, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά, με τον νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση, Β. υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των (2.023,58 + 867,25 + 8.013,41 +4.661,80 + 4.430,91 =) δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (19.996,95 ευρώ) και ειδικότερα το ποσό των δύο χιλιάδων είκοσι τριών ευρώ και πενήντα οχτώ λεπτών (2.023,58 ευρώ) ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των οκτακοσίων εξήντα επτά ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (867,25 ευρώ) για δεδουλευμένες αποδοχές του μήνα Αυγούστου του έτους 2012, το ποσό των οχτώ χιλιάδων δεκατριών ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (8.013,41 ευρώ) ως αποδοχές αδείας, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και επίδομα αδείας, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εξήντα ενός ευρώ και ογδόντα λεπτών (4.661,80 ευρώ) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (4.430,91 ευρώ) ως προσαύξηση αμοιβής για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά, με τον νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση, Γ. υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, με την απειλή χρηματικής ποινής, ποσού εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της με την ανωτέρω υποχρέωσή της (ΚΠολΔ 946 παρ. 1), να χορηγήσει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της αλλά και η διαγωγή της, Δ. κήρυξε την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή και καταδίκασε την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου σχετικά με την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η από 7.10.2015 αγωγή.

Σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, ΦΕΚ A 87 που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου, για τα κατατιθεμένα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η κρινόμενη που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ….η Οκτωβρίου 2015 και η άσκησή της ολοκληρώθηκε δια της επίδοσης αντιγράφου της στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα την 7η Οκτωβρίου 2015), “τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά […] β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά […]”. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ’ ΚΠολΔ, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν “όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως […] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ’ αυτές, […]”. Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (ΚΠολΔ 591 παρ.1) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΚΠολΔ 663-676, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από το νόμο 4335/2015), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση εξόφλησης του άρθρου 416 ΑΚ, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (ΚΠολΔ 262 παρ.1), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που “ως γενόμενο κατά τη συζήτηση” σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (ΚΠολΔ 256 παρ.1 στοιχ. δ’) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (ΚΠολΔ 591 παρ.1 στοιχ. β’) σημείωση της προφορικής προβολής του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής του είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 376/2018, ΑΠ 220/2014, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 1414/2012, ΑΠ 128/2008). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση, όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Έτσι, για να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης χρηματικής απαίτησης, που έχει ως βάση είτε περισσότερες της μιας καταβολές είτε τον συμψηφισμό περισσότερων της μίας ανταπαιτήσεων του ενιστάμενου κατά του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικώς τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται καταβληθέν ή προταθέν σε συμψηφισμό (ΑΠ 1522/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 1163/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 960/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 178/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 1977/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 558/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 1927/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΕφΠειρ 361/2013, ΕΝΔ 2013.208 – ΕφΑΘ 721/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και, ειδικώς, για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζόμενου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται, κατά τρόπο γενικό, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στο μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να μνημονεύονται και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκε εδάφιο ε’ στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951), επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών η νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σε αυτές (ΑΠ 1069/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 381/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 1208/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 178/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 1320/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΕφΑΘ 1826/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 1322/2010, ΕΕΔ 70.1391 – ΑΠ 1405/2006, ΔΕΝ 2007.23 – ΑΠ 1086/2006, ΕλλΔνη 2009.503 – ΕφΠειρ 555/2006, ΔΕΕ 11.1179).

Με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα διατείνεται, επαναφέροντας τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό της, ότι έχει εξοφλήσει πλήρως τις ένδικες αξιώσεις της εφεσίβλητης και συγκεκριμένα: «… Έχουμε εξοφλήσει ολοσχερώς την αντίδικο για το διάστημα που εργάσθηκε σε εμάς, της έχουμε καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς της μέχρι και την ημέρα που έφυγε (συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής της για την εργασία το Σάββατο), τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα, τα επιδόματα αδείας που εδικαιούτο […]». Ο ως άνω ισχυρισμός περί εξόφλησης των αγωγικών κονδυλίων για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, επιδόματα αδείας και αμοιβή – αποζημίωση για την εργασία της εφεσίβλητης κατά τα Σάββατα περιλαμβάνεται στις πρωτόδικες προτάσεις της εκκαλούσας. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά καταλυτική ουσιαστική ένσταση εξόφλησης, υποβλήθηκε απαραδέκτως από την εκκαλούσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της, χωρίς να τηρηθεί η δικονομική τάξη που προβλέπει προφορική ανάπτυξη των αυτοτελών ισχυρισμών και γραπτή αποτύπωσή τους στα πρακτικά, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, με αυτόθροη συνέπεια να λάβει γνώση αυτής η εφεσίβλητη κατόπιν της συζήτησης και να απολέσει τη δυνατότητα ανταπόδειξης και προβολής ισχυρισμών. Σε κάθε περίπτωση, η ένσταση εξόφλησης της εκκαλούσας είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και εντεύθεν απαράδεκτη ως αόριστη, αφού υπεβλήθη επιγραμματικά και δεν περιλαμβάνει τα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά και συγκεκριμένα την αιτία, δηλαδή κάθε επί μέρους απαίτηση της εφεσίβλητης, η οποία φέρεται να εξοφλήθηκε, τα ακριβή ποσά που δήθεν της καταβλήθηκαν και προεχόντως τον ακριβή χρόνο της καταβολής, όπως απαιτείται για το ορισμένο του σχετικού εκ μέρους της ισχυρισμού (ΑΠ 558/2008, ΑΠ 1086/2006, ΤΝΠ Νόμος). Συνεπώς, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε ως απαράδεκτη την προβληθείσα ένσταση της εναγομένης με τις ίδιες παραδοχές, οπότε ο σχετικός (τρίτος) λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του.

Από την εκτίμηση των περιεχόμενων στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, ……………………… ……………………… του ……………………… και ……………………… ……………………… του ……………………… που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων, από τις περιεχόμενες στις προτάσεις της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ομολογίες μέρους των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως ειδικότερα εκτίθεται κατωτέρω, που συνιστούν πλήρη απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητάς τους (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με αριθμό ………/28.11.2017 ένορκη Βεβαίωση της μάρτυρα, ……………………… ……………………… του ………………………, που λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατόπιν, νομότυπης και εμπρόθεσμης, κλήτευσης της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης (421, 422 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) καθώς και από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339, 395 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται, στη συνέχεια, και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 1856/2009, ΑΠ 139/2009, ΑΠ 641/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 24η Οκτωβρίου 2011 η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ……………………… ……………………… του ……………………… και ήδη, μετά από πολιτογράφηση, ……………………… ……………………… του ………………………, προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία εκμεταλλεύεται εστιατόριο (ψητοπωλείο – πιτσαρία – ταχυφαγείο) επί της οδού ………………………, αριθμός …, στην Αθήνα, με έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου όπως παρέχει τις υπηρεσίες της ως σερβιτόρα, απασχολούμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί οχτώ ώρες ημερησίως, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών, ποσού 867,25 ευρώ. Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη γεννήθηκε το έτος 1981 και κατάγεται από την Αλβανία, είναι δε κάτοχος των με αριθμούς GR………………………/…..2010 και GR………………………/ ……2012 αδειών διαμονής για παροχή εξαρτημένης εργασίας της Αποκεντρωμένης Περιφέρειας Αττικής, της τελευταίας τούτων διάρκειας έως την 14η Νοεμβρίου του έτους 2021. Επιπλέον, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, κατά τη διάρκεια της εργασιακής της σύμβασης, εφοδιάσθηκε με το από 12.11.2012 πιστοποιητικό υγείας, ως εργαζόμενης σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (άρθρο 1 ΥΑ ΥΙγ/ΓΠ/οικ 35797 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ΦΕΚ Β’1199/11.04.2012), δια του οποίου πιστοποιείται ότι δεν πάσχει από κάποιο λοιμώδες ή μεταδοτικό νόσημα για τη δημόσια υγεία και ως εκ τούτου μπορεί να εργασθεί σε κατάστημα, εργαστήριο ή επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, για τα επόμενα πέντε έτη από την ημερομηνία έκδοσης του ανωτέρω εγγράφου. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, εφόσον, μετά την απόκτηση του ως άνω πιστοποιητικού υγείας και της τελευταίας εκ των ανωτέρω αναφερόμενων άδειας διαμονής με δικαίωμα πρόσβασης στην εργασία, εξακολούθησε η λειτουργία της επίδικης σχέσης εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε, σιωπηρά, η, αρχικά, άκυρη σύμβαση εργασίας, παράγουσα, έκτοτε, τα αποτελέσματά της, σαν να ήταν εξαρχής έγκυρη, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 183 ΑΚ (ΑΠ 65/2009, ΝοΒ 2009, σελ. 1166, ΑΠ 91/2000, ΕλλΔνη 2000, σελ. 1008, ΕφΛαμ 55/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Την 11η Σεπτεμβρίου 2013 λύθηκε η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, ακολούθως δε, η τελευταία, στις 18η Οκτωβρίου 2013 την επαναπροσέλαβε και συνέχισε να την απασχολεί με το ίδιο εργασιακό καθεστώς, έως την 08η Απριλίου 2015, οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, δίχως την ταυτόχρονη καταβολή της εκ του νόμου προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσης, εξαναγκάζοντάς την να υπογράψει, ανεπιφύλακτα, το έγγραφο της καταγγελίας της, με την απειλή ότι, σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα της χορηγούσε αντίγραφο για την εγγραφή της στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού. Συνεπώς, εκ της ανωτέρω αιτίας η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες της αποδοχές χ 2 μήνες, δεδομένου του χρόνου της προϋπηρεσίας της + 1 /6 η αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας=) 2.023,58 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, δηλαδή από την 9η Απριλίου 2015 και μέχρι την εξόφληση. Ομοίως, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ουδέποτε κατέβαλε στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη αλλά της οφείλει μέχρι σήμερα τις δεδουλευμένες αποδοχές της του μήνα Αυγούστου του έτους 2012, ποσού 867,25 ευρώ, το οποίο και οφείλει να της καταβάλει, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Σεπτεμβρίου 2012 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, παρά τους προαναφερόμενους όρους της επίδικης σύμβασης εργασίας, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησης της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης σε αυτή, της επέβαλε να εργάζεται και τις επτά ημέρες την εβδομάδα (πλην της Κυριακής του Πάσχα) από τις 17:00 έως τις 02:00 πμ, χωρίς να της καταβάλει αμοιβή και επ’ αυτής προσαύξηση για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, χωρίς να της χορηγεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και χωρίς να της καταβάλλει αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση για την εργασία της κατά την ημέρα του Σαββάτου και της Κυριακής αλλά και για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας, παράλληλα δε, ουδέποτε κατέβαλε σε αυτή επιδόματα εορτών και αδείας, δεν της χορηγούσε την ετήσια άδεια αναψυχής της, παρά την υποβολή εκ μέρους της σχετικής αίτησης (το αίτημα υποβαλλόταν περί τον μήνα Μάιο έκαστου έτους), αλλά ούτε και της κατέβαλε αποζημίωση για τη μη ληφθείσα εκ μέρους της άδειας αυτής, επιπρόσθετα δε την απασχόλησε και σε ημέρες αργίας, χωρίς την καταβολή προσαύξησης για την εργασία της αυτή. Από τις παραπάνω αυτές αιτίες η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη τα κάτωθι ποσά: Α. Αποδοχές αδείας, αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής και επίδομα αδείας. Δεδομένου ότι η ενάγουσα αιτείτο τη χορήγηση ετήσιας άδειας αναψυχής και η εναγομένη, υπαίτια, δεν της τη χορηγούσε, παράλληλα δε δεν της κατέβαλε τις αποδοχές αδείας και το επίδομα που αντιστοιχούσαν στον χρόνο προϋπηρεσίας της σε αυτή, η τελευταία της οφείλει: α. i. το ποσό των [(867,25 ευρώ ο μισθός της ενάγουσας : 25 ήμερες =) 34,69 ευρώ το ημερομίσθιο x 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης x 2 μήνες εργασίας εντός του έτους 2011 =) 138,76 ευρώ ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2011, με τον νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου 2012 και μέχρι την εξόφληση, ιι) το ποσό των (138,76 ευρώ οι αποδοχές αδείας της ενάγουσας κατά το έτος 2011 x 100% η προσαύξηση =) 138,76 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής, εντός του έτους 2011, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, iii. το ποσό των (34,69 ευρώ το ημερομίσθιο της ενάγουσας x 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης x 2 μήνες εργασίας εντός του έτους 2011 =) 138,76 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2011, με τον νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου 2012 και μέχρι την εξόφληση, β. i. το ποσό των 867,25 ευρώ (έναν μηνιαίο μισθό, δεδομένο ότι η ενάγουσα είχε συμπληρώσει ένα έτος συνεχούς εργασίας στον ίδιο εργοδότη) ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2012, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2013 και μέχρι την εξόφληση, ii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι αποδοχές αδείας της ενάγουσα. κατά το έτος 2012 x 100% η προσαύξηση =) 867,25 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής, εντός του έτους 2012, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, ιιι) το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας : 2 =) 433,63 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2012, με τον νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου 2013 και μέχρι την εξόφληση, γ. i. το ποσό των [(867,25 ευρώ ο μισθός της ενάγουσας : 25 ήμερες =) 34,69 ευρώ το ημερομίσθιο x 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης x 11 μήνες εργασίας εντός του έτους 2013 =) 763,18 ευρώ ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2013, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2014 και μέχρι την εξόφληση, ii. το ποσό των (763,18 ευρώ οι αποδοχές αδείας της ενάγουσας κατά το έτος 2013 x 100% η προσαύξηση =) 763,18 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής, εντός του έτους 2013, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση, iii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας : 2 =) 433,63 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2013, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουάριου 2014 και μέχρι την εξόφληση, δ. i. το ποσό των 867,25 ευρώ ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2014, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2015 και μέχρι την εξόφληση, ii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι αποδοχές αδείας της ενάγουσας κατά το έτος 2014 x 100% η προσαύξηση =) 867,25 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής, εντός του έτους 2014, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση, iii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας : 2 =) 433,63 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2014, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2015 και μέχρι την εξόφληση, ε. i. το ποσό των 867,25 ευρώ (έναν μηνιαίο μισθό), ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2015, με τον νόμιμο τόκο από την 09η Απριλίου 2015, επόμενη ημέρα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1659/2012, ΜΠρΑΘ 291/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας : 2 =) 433,63 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2015, με τον νόμιμο τόκο από την 09η Απριλίου 2015, επόμενη ημέρα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1659/2012, ΜΠρΑΘ 291/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και μέχρι την εξόφληση. Συνεπώς, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των (138,76 + 138,76+ 138,76 + 867,25 + 867,25 + 433,63 + 763,18 + 763,18 + 433,63 + 867,25 + 433,63 + 867,25 + 433,63 =) 8.013,41 ευρώ. Β. Επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα δεν κατέβαλε στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθόλη τη διάρκεια της εργασίας της σε αυτή, οφείλει να της καταβάλει τα κάτωθι ποσά: α. για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2011, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε από 24.10.2011 έως 31.12.2011 το ποσό των (34,69 ευρώ το ημερομίσθιο της ενάγουσας x 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες εργασίας εντός του χρονικού διαστήματος από 24.10.2011 έως 31.12.2011 x 3,63 δεκαεννιαήμερα και το γινόμενο προσαυξανόμενο με την αναλογία του επιδόματος αδείας, εξ 1,04166=) 262,34 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2012 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, β. για επίδομα Πάσχα του έτους 2012, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου 2012, το ποσό των (μισός μηνιαίος μισθός 433,63 ευρώ, προσαυξανόμενος με την αναλογία του επιδόματος αδείας, εξ 1,04163 =) 451,69 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Μαΐου 2012 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, γ. για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2012, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Μαΐου 2012 έως 31.12.2012, το ποσό των (ένας μηνιαίος μισθός, προσαυξανόμενος με την αναλογία επιδόματος αδείας εξ 1,04166 =) 903,38 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2013 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δ. για επίδομα Πάσχα του έτους 2013, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου 2013, το ποσό των (μισός μηνιαίος μισθός 433,63 ευρώ, προσαυξανόμενος με την αναλογία του επιδόματος αδείας εξ 1,04163 =) 451,69 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Μαΐου 2013 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ε. για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2013, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε από 01.05.2013 έως 11.09.2013 και από 18.10.2013 έως 31.12.2013, το ποσό των (34,69 ευρώ το ημερομίσθιο της ενάγουσας x 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες εργασίας εντός του χρονικού διαστήματος από 01.05.2013 έως 11.09.2013 και από 18.10.2013 έως 31.12.2013 x 11 δεκαεννιαήμερα και το γινόμενο προσαυξανόμενο με την αναλογία του επιδόματος αδείας/ εξ 1,04166 =) 794,97 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2014 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, στ. για επίδομα Πάσχα του έτους 2014, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου 2014, το ποσό των (μισός μηνιαίος μισθός 433,63 ευρώ, προσαυξανόμενος με την αναλογία του επιδόματος αδείας εξ 1,04163 =) 451,69 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Μαίου 2014 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ζ. για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2014, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Μαΐου 2014 έως 31.12.2014, το ποσό των (ένας μηνιαίος μισθός, προσαυξανόμενος με την αναλογία επιδόματος αδείας εξ 1,04166=) 903,38 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και η. για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2015, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2015 έως 08.04.2015, το ποσό των (ένα ημερομίσθιο εκ 34,69 ευρώ για κάθε οχτώ ημέρες εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2015 έως 08.04.2015 x 12,25 οχταήμερα και το γινόμενο προσαυξανόμενο με την αναλογία επιδόματος αδείας εξ 1,04166 =) 442,66 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 09η Απριλίου 2015, επόμενη ημέρα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Συνεπώς, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των (262,34 + 451,69 + 903,38 + 451,69 + 794,97 + 451,69 + 903,38 + 442,66 =) 4.661,80 ευρώ. Γ. Παροχή υπερεργασίας. Δεδομένου ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη καθόλη τη διάρκεια της εργασίας της στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εργάσθηκε, καθ’ υπέρβαση του από τον νόμο προβλεπόμενου ωραρίου εργασίας της και, ειδικότερα, παρείχε τις υπηρεσίες της, εργαζόμενη επί 45 ώρες την εβδομάδα (κατά τις εργάσιμες ημέρες αυτής πάντοτε), χωρίς να λαμβάνει από την εργοδότριά της την αμοιβή για την εργασία της και την επ’ αυτής προβλεπόμενη προσαύξηση (20%), η τελευταία οφείλει να της καταβάλει το ποσό των (5,20 ευρώ το ωρομίσθιο της ενάγουσας + 1,04 ευρώ η προσαύξηση εξ 20%= 6,24 x 875 ώρες εργασίας =) 5.460 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου, εντός του οποίου παρασχέθηκε κάθε επιμέρους καθ’ υπέρβαση του ωραρίου υπερεργασία και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Δ. Αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση για την εργασία της ενάγουσας κατά την ημέρα του Σαββάτου και για την παροχή παράνομης υπερωρίας κατά την ίδια ημέρα. Δεδομένου ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εργάσθηκε καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας της όλες τις ημέρες του Σαββάτου, δηλαδή συνολικά 175 Σάββατα, κατά το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 11.09.2013 και από 18.10.2013 έως 08.04.2015, από τις 17:00 έως τις 02:00 της επόμενης ημέρας, δηλαδή επί εννιά ώρες κατά την ημέρα του Σαββάτου (από τις 17:00 έως τις 24:00), δίχως να λαμβάνει για την εργασία της αυτή αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση, εκ ποσοστού 30%, και, επιπλέον, εκ ποσοστού 80% για την εργασία της πέραν των οχτώ ωρών, η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα της οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες: α. για την εργασία της κατά τις πρώτες οχτώ ώρες κατά την ημέρα του Σαββάτου το ποσό των (34,69 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο της ενάγουσας + 10,41 ευρώ η προσαύξηση εκ 30% = 45,1 ευρώ χ 175 Σάββατα =) 7.892,50 ευρώ, πλην, όμως, η ενάγουσα αιτείται το ποσό των 7.891,98 ευρώ, το οποίο και πρέπει να της επιδικασθεί (άρθρο 106 ΚΠολΔ), με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθόσον ως προς την αξίωση αυτή δεν τάσσεται εκ του νόμου δήλη ημέρα καταβολής (ΑΠ 796/2011, ΑΠ 1174/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 234/2004, ΕφΑνΚρητ 58/2014, ΜΠρΑΘ 291/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και β. για την παροχή εργασίας μίας ώρας πέραν της οχτάωρης εργασίας της κατά την ημέρα του Σαββάτου που συνιστά παράνομη υπερωρία, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των [(5,20 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 1,56 ευρώ η προσαύξηση 30% για την εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου =) 6,76 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο κατά την ημέρα του Σαββάτου + 5,41 ευρώ η προσαύξηση του καταβαλλόμενου ωρομισθίου εξ 80% για την παροχή παράνομης υπερωρίας κατά την ημέρα του Σαββάτου = 12,17 ευρώ x 175 ώρες =] 2.129,75 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Συνεπώς, συνολικά, εκ των ανωτέρω αιτιών η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το ποσό των (7.892,50 +2.129,75 =) 10.021,73 ευρώ. Ε. Αμοιβή για εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής, λόγω μη χορήγησης ημέρας αναπληρωματικής ανάπαυσης, προσαύξηση εκ ποσοστού 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου για την παροχή εργασίας κατά την ημέρα της Κυριακής και προσαύξηση εκ ποσοστού 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για την παροχή παράνομης υπερωρίας κατά την ημέρα της Κυριακής. Δεδομένου ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας της εργάσθηκε και κατά τις ημέρες της Κυριακής (πλην των Κυριακών του Πάσχα), παρέχοντας τις υπηρεσίες της από τις 17:00 έως 02:00 της επόμενης ημέρας, δηλαδή επί εννιά ώρες κατά την ημέρα της Κυριακής (από τις 17:00 έως τις 24:00), χωρίς να λαμβάνει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, καθώς και την προβλεπόμενη εκ του νόμου προσαύξηση για την εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής, εκ ποσοστού 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και την προβλεπόμενη εκ του νόμου προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωρίας, εκ ποσοστού 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, πλέον της προσαύξησης εκ ποσοστού 75%, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα της οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες: α. κατά το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 13.02.2012, οπότε το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ανερχόταν, σύμφωνα με την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. στο ποσό των 30,06 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο στο ποσό των 4,51 ευρώ, το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο στο ποσό των 34,69 ευρώ και το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο στο ποσό των 5,20 ευρώ, η ενάγουσα εργάσθηκε επί 16 συνολικά Κυριακές και επί εννέα ώρες κάθε Κυριακή, αιτία για την οποία της οφείλεται: ί. για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (34,69 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο x 16 ημέρες κατά τις οποίες στερήθηκε το δικαίωμα χορήγησης ημέρας αναπληρωματικής ανάπαυσης =) 555,04 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την εξόφληση, ii. για προσαύξηση λόγω απασχόλησης κατά την ημέρα της Κυριακής το ποσό των [(30,06 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο x 75% =) 22,545 ευρώ x 16 ημέρες Κυριακής = ] 360,72 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και iii. για την επί μία ώρα εργασία της πέραν του οκταώρου κατά την ημέρα της Κυριακής που συνιστά παράνομη υπερωρία το ποσό των (5,20 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 3,38 ευρώ η προσαύξηση εκ ποσοστού 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου + 6,86 ευρώ η προσαύξηση εκ ποσοστού 80% λόγω παροχής παράνομης υπερωρίας και το άθροισμα πολλαπλασιαζόμενο επί δεκαέξι συνολικά ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας=) 247,04 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση και β. κατά το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 μέχρι την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας την 08η Απριλίου 2015, χωρίς το χρονικό διάστημα από 12.09.2013 έως 17.10.2013, οπότε το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, με ηλικία ανώτερη των 25 ετών, δίχως τα προσωποπαγή επιδόματα, ανερχόταν, σύμφωνα με την Π.Υ.Σ. 6/2012, στο ποσό των 23,44 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο στο ποσό των 3,52 ευρώ, το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο στο ποσό των 34,69 ευρώ και το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο στο ποσό των 5,20 ευρώ, η ενάγουσα εργάσθηκε επί 156, συνολικά, Κυριακές και επί εννέα ώρες κάθε Κυριακή, αιτία για την οποία της οφείλεται: ί. για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (34,69 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο x 156 ημέρες, κατά τις οποίες στερήθηκε το δικαίωμα χορήγησης ημέρας αναπληρωματικής ανάπαυσης =) 5.411,64 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την εξόφληση, ii. για προσαύξηση, λόγω απασχόλησης κατά την ημέρα της Κυριακής το ποσό των [(23,44 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο x 75% =) 17,58 ευρώ x 156 ημέρες Κυριακής =] 2.742,48 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και iii. για την επί μία ώρα εργασία της πέραν του οκταώρου κατά την ημέρα της Κυριακής που συνιστά παράνομη υπερωρία το ποσό των (5,20 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 2,64 ευρώ η προσαύξηση εκ ποσοστού 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου + 6,27 ευρώ η προσαύξηση εκ ποσοστού 80% λόγω παροχής παράνομης υπερωρίας και το άθροισμα πολλαπλασιαζόμενο επί 156, συνολικά, ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας =) 2.201,16 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Συνεπώς, εκ των ανωτέρω αιτιών η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των (555,04 + 360,72 + 247,04 + 5.411,64 + 2.742,48 + 2.201,16 =) 11.518,08 ευρώ. ΣΤ. Προσαύξηση για παροχή εργασίας σε ημέρες αργίας. Δεδομένου ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, εργάσθηκε και σε ημέρες αργίας, χωρίς να λαμβάνει την προβλεπόμενη αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση εκ ποσοστού 75% για την εργασία της αυτή, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει να της καταβάλει: α. για το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 13.02.2012, οπότε το νόμιμο ημερομίσθιο ανερχόταν, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, στο ποσό των 30,06 ευρώ, η ενάγουσα εργάσθηκε τόσο την ημέρα της 28ης Οκτωβρίου 2011 όσο και την ημέρα της 25ΗΣ Δεκεμβρίου 2011, ώστε της οφείλεται το ποσό των (30,06 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο x 2 ημέρες x 75% =) 45,09 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09Η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την εξόφληση, και β. για το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 έως 08.04.2015, οπότε το νόμιμο ημερομίσθιο ανερχόταν, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, στο ποσό των 23,44 ευρώ, η ενάγουσα εργάσθηκε την 25Η Μαρτίου 2012, τη Δευτέρα του Πάσχα 2012, την 01Η Μαίου 2012, τη 15Η Αυγούστου 2012, την 28Η Οκτωβρίου 2012, την 25Η Δεκεμβρίου 2012, την 25Η Μαρτίου 2013, τη Δευτέρα του Πάσχα 2013, την 01Η Μαΐου 2013, τη 15Η Αυγούστου 2013, την 28η Οκτωβρίου 2013, την 25Η Δεκεμβρίου 2013, την 25Η Μαρτίου 2014, τη Δευτέρα του Πάσχα 2014, την 01Η Μαΐου 2014, τη 15Η Αυγούστου 2014, την 28Η Οκτωβρίου 2014, την 25Η Δεκεμβρίου 2014 και την 25Η Μαρτίου 2015, δηλαδή, συνολικά 19 ημέρες αργίας, ώστε της οφείλεται το ποσό των (23,44 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο x 19 ημέρες x 75% =) 334,02 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09Η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την εξόφληση. Συνεπώς, συνολικά, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εκ της ανωτέρω αιτίας το ποσό των (45,09 + 334,02 =) 379,11 ευρώ. Ζ. Προσαύξηση για παροχή εργασίας κατά τη διάρκεια της νύχτας. Δεδομένου ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης εργασίας της, εργάσθηκε  μετά τις 22:00 και έως τις 02:00, δηλαδή επί τέσσερις ώρες κατά τη διάρκεια της νύχτας, χωρίς να της καταβληθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο προσαύξηση για την εργασία της αυτής εκ ποσοστού 25%, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει να της καταβάλει: α. για το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 13.02.2012, οπότε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το νόμιμο ωρομίσθιο της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 4,51 ευρώ, η ενάγουσα απασχολήθηκε επί (113 ημέρες x 4 ώρες ημερησίως) 452 ώρες μετά τις 22:00, ώστε της οφείλεται το ποσό των (4,51 το νόμιμο ωρομίσθιο x 452 ώρες x 25% η προσαύξηση =) 509,63 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09H Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την εξόφληση και β. για το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 13.02.2012, οπότε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το νόμιμο ωρομίσθιο της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 3,52 ευρώ, η ενάγουσα απασχολήθηκε επί (1.114 ημέρες x 4 ώρες ημερησίως) 4.456 ώρες μετά τις 22:00, ώστε της οφείλεται το ποσό των (3,52 το νόμιμο ωρομίσθιο x 4.456 ώρες x 25% η προσαύξηση =) 3.921,28 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την εξόφληση. Συνεπώς, εκ της ανωτέρω αιτίας η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των (509,63 +3.921,28 =) 4.430,91 ευρώ. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται τόσο από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος, με επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μάρτυρα, …………………… ……………………, όσο και από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα, …………………… ……………………, η μαρτυρία των οποίων έχει βαρύνουσα σημασία, δεδομένου ότι αμφότεροι υπήρξαν εργαζόμενοι της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, κατά το κρίσιμο, έστω και εν μέρει, χρονικό διάστημα της εργασίας της ενάγουσας, ώστε είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς της, όπως και, πράγματι, έπραξαν, έχοντας προσωπική γνώση επί των αποδεικτέων θεμάτων, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του εξετασθέντος με επιμέλεια της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, κατά τη συζήτηση της αγωγής, μάρτυρα, …………………… ……………………, ο οποίος ουδεμία γνώση είχε αναφορικά με τις συνθήκες εργασίας της ενάγουσας, όπως, άλλωστε, δήλωσε και ο ίδιος, εξεταζόμενος. Εξάλλου, το ωράριο λειτουργίας της επιχείρησης της εκκαλούσας (09.00 πμ έως 2.00 πμ το πρωί της επομένης) προκύπτει ευθέως από τα διαφημιστικά φυλλάδια αυτής, όσο και από τις αναρτήσεις της στο διαδίκτυο, (σχετικά με αριθμό 6, 6α, 6β, 6γ της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης που προσκομίζονται). Το εργασιακό καθεστώς της εργαζομένης προκύπτει επίσης από την μαρτυρία σε άλλη αστική δίκη εργαζόμενου ως διανομέα στην επιχείρηση με το όνομα …………………… ……………………, ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως σε συναφή υπόθεση του συναδέλφου τους …………………… …………………… (επίσης διανομέα) κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, που περιέχεται στα πρακτικά συζήτησης 11925/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Πάνω απ’ όλα, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, συνομολογεί ρητά ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εργάστηκε τα Σάββατα (βλ. σελ. 9 τελ. παράγραφο της έφεσής της όπου ισχυρίζεται πως η εργαζομένη έχει εξοφληθεί για την εργασία της τα Σάββατα), τις νύχτες (έστω από τις 22.00 μμ έως τις 24.00 μμ), όπως επίσης συνομολογεί σιωπηρά (ότι εργάστηκε) τις αργίες. Το ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει όλα τα παραπάνω ποσά στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη προκύπτει ευθέως από την μη προσκόμιση στο Δικαστήριο εξοφλητικών αποδείξεων νόμιμα υπογεγραμμένων από την εργαζόμενη αλλά και εμμέσως από το γεγονός ότι κατά την συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον του σώματος επιθεώρησης εργασίας στις 6-10-2015, αρνήθηκε απλά τα καταγγελλόμενα, δίχως να προσκομίσει κανένα στοιχείο που να καταρρίπτει τις αξιώσεις της εργαζομένης και συγκεκριμένα αποδείξεις πληρωμής, ατομική σύμβαση εργασίας, βιβλία αδειών, προγράμματα εργασίας, ακυρώνοντας τον έλεγχο από την ως άνω αρχή. Με τα δεδομένα αυτά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της κατά την κυρίως προβαλλόμενη βάση της, αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (5.460 + 10.021,73 + 11.518,08 + 379,11 =) είκοσι επτά χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα οχτώ ευρώ και ενενήντα λεπτών (27.378,92 ευρώ) και ειδικότερα το ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα (5.460) ευρώ που αντιστοιχεί στην αμοιβή της για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, το ποσό των δέκα χιλιάδων είκοσι ενός ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (10.021, 73 ευρώ) που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της, κατά την ημέρα του Σαββάτου, το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων δεκαοχτώ ευρώ και οχτώ λεπτών (11.518,08 ευρώ) που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της κατά την ημέρα της Κυριακής και το ποσό των τριακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και έντεκα λεπτών (379,11 ευρώ) ως προσαύξηση για την απασχόλησή της σε ημέρες αργίας, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά, με τον νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (2.023,58 + 867,25 + 8.013,41 +4.661,80 + 4.430,91 =) δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (19.996,95 ευρώ) και ειδικότερα το ποσό των δύο χιλιάδων είκοσι τριών ευρώ και πενήντα οχτώ λεπτών (2.023,58 ευρώ) ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των οκτακοσίων εξήντα επτά ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (867,25 ευρώ) για δεδουλευμένες αποδοχές του μήνα Αυγούστου του έτους 2012, το ποσό των οχτώ χιλιάδων δεκατριών ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (8.013,41 ευρώ) ως αποδοχές αδείας, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και επίδομα αδείας, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εξήντα ενός ευρώ και ογδόντα λεπτών (4.661,80 ευρώ) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (4.430,91 ευρώ), ως προσαύξηση αμοιβής για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά, με τον νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση, υποχρέωσε την εναγομένη, με την απειλή χρηματικής ποινής, ποσού εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της με την ανωτέρω υποχρέωσή της (ΚΠολΔ 946 παρ. 1), να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της αλλά και η διαγωγή της και κήρυξε την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτέλεση, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων από την είσπραξη των οποίων η ενάγουσα εξαρτά τον βιοπορισμό της (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον 1ο και 2ο λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει, η έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρεία, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας της εφεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 21.2.2019 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 17/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 21.2.2019 έφεση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 14 Ιανουαρίου 2020.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies