Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα λόγω ασθενείας της που οφείλεται στην κύηση ή στον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Άκυρη η απόλυση της εργαζόμενης διότι έγινε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Επικουρική καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη ως νόμιμος τρόπος άρσης της υπερημερίας του. Η ανάκληση της αρχικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εργαζόμενης με δεύτερη καταγγελία αυτής δεν έχει καμία έννομη συνέπεια. Εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των αυτών ή διαφόρων προσώπων. Αναστέλλει έως ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί σχετικά με το κύρος της δεύτερης καταγγελίας. Απορρίπτει το αίτημα του εργοδότη κατ’ άρθρο 206 ΚΠολΔ περί διαγραφής των εξυβριστικών φράσεων από το περιεχόμενο της αγωγής, καθώς οι αναφερόμενες στην αγωγή εκφράσεις περιγράφουν απλά και μόνο τη συναισθηματική φόρτιση την οποία προκάλεσε στην εργαζόμενη η καταγγελία της σύμβασής της εργασίας από την εναγόμενη. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 720,00 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 1793/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Νίκη Ζυγογιάννη, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Σοφία Κόντη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 23-04-2013, για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ……….., κατοίκου ………….., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημήτριου Βλαχόπουλου.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: …………., κατοίκου ……………, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μαρίας Ντούμα.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 29-08-2012 αγωγή της, που κατατέθηκε νομίμως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……./……../31-08-2012, προσδιορίστηκε για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 21-11-2012, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο και κατά τη συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 και 2 του Ν. 1483/1984: «Απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα λόγω ασθενείας της που οφείλεται στην κύηση ή στον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση, η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη». Από την διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι ως μοναδική προϋπόθεση της απαγόρευσης της απόλυσης της εγκύου γυναίκας εργαζόμενης, είναι η ύπαρξη εγκυμοσύνης κατά τον χρόνο της καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται προσθέτως η γνώση του εργοδότη περί της εγκυμοσύνης αυτής [ΑΠ 771/1989 ΕΕργΔ 49(1990).418· πρβλ. και ΑΠ 1176/1993 ΕΕργΔ 54(1995) 282, ΕφΑθ 66/2000 και 9954/ 2000 ΕλΔ 44(2003).536 και 540 αντίστοιχα, ΕφΑθ 340/1997 ΔΕΝ 54.275]. Σε καμία, όμως, περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί σπουδαίος λόγος η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη (ΑΠ 1051/1988 ΔΕΝ 45.237, ΕφΑθ 9954/2000 ό.π., ΕφΑθ 1426/1996 ΔΕΝ 54.276, Λ. Ντάσιου, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, έκδοση 1999, σελ. 382). Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 10 του μεταγενέστερου π.δ/τος 176/1997 (ΔΕΝ 1997, σελ. 936), σκοπός της έκδοσης του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 92/857 ΕΟΚ της 19-10-1992 «Σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων». Με τις διατάξεις αυτές, που τέθηκαν κατ’ επιταγή των ταυτάριθμων αντίστοιχων άρθρων της παραπάνω Οδηγίας, ορίζεται ότι: «Προκειμένου να εξασφαλιστεί στις εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2 (ταυτόσημου κατά περιεχόμενο προς το ταυτάριθμο άρθρο της Οδηγίας), η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι: 1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες Επιθεώρησης Εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Έτσι, με το ανωτέρω άρθρο επαναλαμβάνεται (υπενθυμίζεται) η για την απαγόρευση της καταγγελίας παραπάνω διάταξη και επιπλέον καθιερώνεται η υποχρέωση του εργοδότη, που καταγγέλλει τη σχέση εργασίας των παραπάνω προσώπων, λόγω σπουδαίου λόγου, να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες Επιθεώρησης Εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων [βλ. ΑΠ 865/2003 ΕΕργΔ 64(2005).86, ΑΠ 245/2002 ΕΕργΔ 62(2003).1010, ΕφΑθ 1011/2001 ΕλΔ 42(2001). 1667, ΕφΑθ 9954/2000 ΕλΔ 44(2003).540, ΕφΠατρ 1038/2004 ΑχΝομ 2005.515, Ευ. Περλίγκας, ΝοΒ 52(2004).19 και σημείωση Χρυσούλας Πετίνη-Πηνιώτη σε ΔΕΝ 53.1104]. Επομένως, για τη θεμελίωση πλέον του κατά τα άνω ισχυρισμού του εργοδότη περί συνδρομής σπουδαίου λόγου, υπό την προεκτεθείσα έννοια, για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας εγκύου γυναίκας, απαιτείται η συνδρομή των πιο πάνω δύο προϋποθέσεων, που καθιερώνει το π.δ. 176/1997 σε συμμόρφωση της ελληνικής νομοθεσίας προς το κοινοτικό δίκαιο, χωρίς την ύπαρξη των οποίων ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. ΕφΑθ 1011/2001 ο.π.). Η κατά παράβαση του πιο πάνω νόμου επιχειρηθείσα καταγγελία θεωρείται ως μη γενόμενη, κατά τα άρθ. 3, 174, και 180 ΑΚ και ο εργοδότης περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας δανειστή, σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ, υποχρεούμενος σε καταβολή αποδοχών υπερημερίας στο μισθωτό [ΑΠ 771/1989 ΕΕργΔ 49(1990).618, ΕφΘεσ 1958/1994 ΔΕΝ 52.750], ο οποίος δεν υποχρεούται, σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ, σε πραγματική προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται αυτονόητα και η δήλωση βούλησης του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυόμενου. II. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955, 1, 3 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος του από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει την λύση της εργασιακής συμβάσεως. Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από τους λόγους ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά τον χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής συμβάσεως και άρση της υπερημερίας του (βλ. Α.Π. 150/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1440/2005, ΕλλΔνη 2006:155, ΕφΛαρ 174/2006, Αρμ2007,748). IV. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 εδ. α’ του ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Παρά τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, η οποία αναφέρεται σε αναβολή της συζήτησης, πρόκειται ενταύθα περί αναστολής της δίκης (ΑΠ 263/2008, ΕΦΑΔ 2009. 72, ΑΠ 729/2006, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 215/1999, ΕλλΔνη 1999. 635). Από τη διατύπωση και την έννοια της διάταξης αυτής που έχει θεσπισθεί για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα ή από άλλο λόγο, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς (ΑΠ 2066/1984 ΝοΒ 33. 1161, ΕφΑθ 10144/1995, ΝοΒ 1996. 225) και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής ή αξιώσεως που γενεσιουργό αιτία έχουν την (ήδη παραλλήλως κρινομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής) διαφορά αυτήν και εντεύθεν να διασφαλιστεί το κύρος της δικαιοσύνης (ΕφΘεσ 675/2009, ΕΦΑΔ 2009. 997, ΕφΑθ 5574/2004, ΕλλΔνη 2007. 545, ΕφΛαρ 311/2004, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2005. 50), αλλά και για την οικονομία της δίκης, εκεί όπου δεν βοηθάει η ένσταση της εκκρεμοδικίας, προκύπτει ότι, εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των αυτών ή διαφόρων προσώπων (ΕφΘεσ 457/2011, Αρμεν. 2011. 1022, ΕφΑθ 3220/2003, ΕλλΔνη 2003. 1410).
Η ενάγουσα εκθέτει στη κρινόμενη αγωγή της, καθώς εκτιμάται το περιεχόμενο του δικογράφου αυτής, ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη, η οποία διατηρεί επιχείρηση κομμωτηρίων στο …………… και επί της οδού ……………….., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 16 Απριλίου 2010, προκειμένου να εργαστεί ως κομμώτρια επί πέντε ημέρες την εβδομάδα κατά πλήρες ωράριο με μηνιαίες αποδοχές ύψους 826,00 ευρώ. Ότι έκτοτε απασχολήθηκε υπό την ανωτέρω ειδικότητα μέχρι την 22 Αυγούστου 2012, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη (α) διότι η εναγομένη δεν της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωσή της αλλά της προσέφερε αποζημίωση υπολειπόμενη κατά πολύ της νόμιμης και (β) γιατί έγινε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της ενάγουσας. Ότι ως εκ τούτου η ανωτέρω καταγγελία δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και εξακολουθεί να είναι ισχυρή η σύμβαση εργασίας της με την εναγόμενη, η οποία συνεπώς έχει περιέλθει σε υπερημερία δανειστή λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών της και της οφείλει αποδοχές υπερημερίας και συνολικά τους (νόμιμους) μισθούς της, χρονικού διαστήματος από 22-08-2012 έως 22-08-2013, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2012 και Πάσχα 2013, και επίδομα άδειας 2013 συνολικού ποσού 11.642,47 ευρώ. Ζητεί δε η ενάγουσα, όπως παραδεκτά το αίτημα της περιορίστηκε (άρθρα 223, 295 παρ. 1, 297, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 6.608,00 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 23-08-201 έως 22-04-2012, το ποσό των 474,26 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων, το ποσό των 430,21 ευρώ για αναλογία επιδόματος Πάσχα, άλλως επικουρικώς σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η απόλυσή της, το ποσό των 1.277,55 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) να επιδικασθεί υπέρ της και σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης και ειδικότερα προσβολής της προσωπικότητας της εκ των μειωτικών για την ίδια συνθηκών απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Να απειληθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσου εκτέλεσης για την είσπραξη του ποσού που θα επιδικασθεί. Ζητεί, δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να εκδώσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος , η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας που παρείχε, άλλως να απειληθεί κατά της εναγομένης χρηματική ποινή 500,00 ευρώ και προσωπική κράτηση ενός έτους, για κάθε παραβίαση του διατακτικού της απόφαση (άρνηση της εναγομένης να συμμορφωθεί προς αυτό). Ζητεί ακόμη να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Η αγωγή, η οποία ασκήθηκε μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 § 1, 2 ν. 3198/1955 τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία ως προς το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και της επιδίκασης μισθών υπερημερίας και εξάμηνη για την καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας (23-08-2012 η επομένη της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας και η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία στις 29-8-2012 και επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 07-09-2012, βλ. την υπ’ αριθμ. …………/2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη) αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρ. 14 §2, 16 αρ. 2 και 664 επ ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 174, 180, 341, 345, 346, 349, 350, 361, 648, 649, 651, 652, 653, 655, 656 του ΑΚ, 15 του ν. 1483/1984, 1 παρ. 1 και 2 του Ν 1082/80, 1 παρ. 1,2 και 3α, 3 παρ. 1, 6 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, (δώρο εορτών Χριστουγέννων), 70, 176, 191, 907, 908 παρ. 1 περ. ε και 910 περ. 4 του ΚΠολΔ., πλην του αιτήματος για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής για το αναγνωριστικό αίτημα της αναγνώρισης ως άκυρης της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, εφόσον οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν κηρύσσονται προσωρινά εκτελεστές. Περαιτέρω, η αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της φερόμενης ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα από την επικαλούμενη παράνομη συμπεριφορά της εργοδότριας, παρίσταται νομικά αβάσιμο εφόσον τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που η τελευταία επικαλείται για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς της εναγόμενης στην οποία και μόνο θα μπορούσε να επιστηρίζεται το σχετικό αίτημα, δεν αποτελούν αδικοπραξία κατά τους όρους του άρθρου 914 ΑΚ, δεδομένου ότι ούτε η άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών του εργαζόμενου από τον εργοδότη ούτε η άκυρη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, στοιχειοθετούν αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου αλλά, αντίθετα, έχουν ως αποτέλεσμα να περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας και παράλληλα παρέχουν στον εργαζόμενο το δικαίωμα είτε να αξιώσει αποδοχές υπερημερίας είτε αποζημίωση απολύσεως. Μη νόμιμο είναι και το αίτημα προσωπικής κράτησης της εναγομένης δεδομένου ότι ότι η αξίωση της ενάγουσας αφενός είναι μικρότερη από 30.000,00 ευρώ κατ’ άρθρο 1047 παρ. 2ΚΠολΔ αφετέρου αφορά συμβατική υποχρέωση της εναγομένης. Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν , δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης δεν απαιτείται να καταβληθεί το τέλος δικαστικού ενσήμου, μετά τον περιορισμό του αιτουμένου ποσού κάτω του ορίου της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, ήτοι των 20.000 ευρώ (άρθρο 71 ΕισνΚΠολΔ).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός από κάθε πλευρά), που εξετάστηκαν στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και (οι οποίες) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του και εκτιμώνται ανάλογα με τη γνώση και την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, απ’ όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, πλην της από 25-04-2013 υπεύθυνης δήλωσης του ……………… και από τις υπ’ αριθ. ……../2012, ………/2012 ένορκές βεβαιώσεις δύο μαρτύρων της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που λήφθηκαν νομότυπα, η λήψη των οποίων γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη με την επίδοση της υπό κρίση αγωγής καθώς η κλήση της εναγόμενης να λάβει γνώσει και να παραστεί αποτελούσε περιεχόμενο αυτής (αγωγής) (βλ. την υπ’ αριθ. ……/07-09-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), την υπ’ αρ. ………/2013 ένορκη βεβαίωση ενός μάρτυρα της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που λήφθηκε νομότυπα, η λήψη της οποίας γνωστοποιήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, καταχωρισθείσα στα ανωτέρω πρακτικά, η οποία προσκομίσθηκε από τη διάδικο αυτή εντός ακόμη της παρεχόμενης από το νόμο τριήμερης προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης, μέσα στην οποία μπορούν να προσαχθούν αποδεικτικά στοιχεία, για την υποστήριξη ή αντίκρουση προταθέντων ισχυρισμών (βλ. ΑΠ 229/2002 ΕλΔ 44,132, ΑΠ 1167/1999 ΕλΔ 41,361, ΕφΠειρ 693/2003 ΔΕΕ 2004.811), την υπ’ αριθ. ………/19-11-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρουλίως Μ. Βελωνια των μαρτύρων ………… και …………. που προσκομίζει η εναγομένη μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. την ως άνω υπ’ αριθμόν ……./28-09-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ανδρέα Π. Νικητόπουλο) και τις ομολογίες των διαδίκων για τις οποίες θα γίνει ειδική μνεία κατωτέρω, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη διατηρεί επιχείρηση παροχής υπηρεσιών κομμωτικής στο …………. και επί της οδού ………………. Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 16-04-2010, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ τους, ως βοηθός κομμώτριας δεδομένου ότι η ενάγουσα είχε αποφοιτήσει από το εργαστήρι ελευθέρων σπουδών κομμωτικής τέχνης και βαφής μαλλιών Ν. Αμάραντος-EUROCOIFFURE, πλην όμως δεν προσκόμισε, αν και ζητήθηκε, και ως εκ τούτου δεν είχε, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις του ΠΔ 148/1994 (και ήδη κατά τους όρους του ΠΔ 133/2005, αντικαταστήσαντος το ανωτέρω, υπ’ αρ. 148/1994, ΠΔ/τος), για όσους εργαζόμενους παρέχουν τις ανωτέρω υπηρεσίες (κομμωτού σε κομμωτήρια) από 7.9.1994 και εφ’ εξής. Οι μηνιαίες αποδοχές ανερχόταν αρχικά στο ποσό των (33,04 X 25=) 826,00 ευρώ, στη συνέχεια όμως επήλθε μείωση τους και ανέρχονταν πλέον στο ποσό των (28,80 X 25 ημέρες=) 720 ευρώ, όπως προκύπτει από την με αριθ. πρωτ. ……./02-04-2012 κατάσταση απασχολούμενης της εναγομένης. Από την πρόσληψή της στο πιο πάνω κομμωτήριο εργάστηκε σ’ αυτό μέχρι τις 22-08-2012 που η εναγόμενη της επέδωσε την από 08-08-2012 έγγραφη καταγγελία σύμβασης εργασίας. Η εναγομένη όμως κατήγγειλε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας χωρίς να επικαλεστεί σπουδαίο λόγο, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι προέβη σε σχετική κοινοποίηση και προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ως όφειλε σε τέτοια περίπτωση, λόγω της ιδιότητας της ενάγουσας ως εγκύου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό I νομική σκέψη της παρούσας. Η απόλυση λοιπόν της ενάγουσας είναι άκυρη, γιατί έγινε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της (άρθρο 15 ν. 1483/84). Η εγκυμοσύνη δε της ενάγουσας κατά το χρόνο καταγγελίας, η οποία δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, (261 ΚΠολΔ). προκύπτει και από το προσκομιζόμενο με αρ. ………/……./2012 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως του ληξιαρχείου Παλαιού Φαλήρου Αττικής. Τα όσα δε επικαλέστηκε η εναγομένη αναφορικά με την εγκυμοσύνη της, αλλά και τις συνέπειες που είχε στην ενάγουσα η γνωστοποίηση της καταγγελίας της σύμβασης της ουδόλως εξυβριστικές ή συκοφαντικές φράσεις είναι δεδομένου ότι περιγράφουν απλά και μόνο τη συναισθηματική φόρτιση την οποία προκάλεσε στην ενάγουσα η ανωτέρω ενέργεια της εναγομένης. Κατά συνέπεια πρέπει ν’ απορριφθεί το αίτημα της εναγομένης κατ’ άρθρο 206 ΚΠολΔ περί διαγραφής των εξυβριστικών φράσεων από το περιεχόμενο της αγωγής. Περαιτέρω λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, θεωρείται αυτή σαν να μην έγινε (άρθρο 174, 180 ΑΚ), η δε εναγομένη κατέστη υπερήμερη, επειδή δε δεχόταν τις υπηρεσίες της ενάγουσας. Τα ως άνω δε ομολόγησε η εναγομένη με τις νομίμως κατατεθείσες επ’ ακροατήριο προτάσεις της. Η εναγομένη λοιπόν που περιήλθε σε υπερημερία μπορούσε να άρει την υπερημερία της με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. Η νέα αυτή καταγγελία, όπως εκτίθεται αναλυτικά στην υπό στοιχείο III μείζονα σκέψη είναι νόμω επιτρεπτή. Εν γνώσει λοιπόν της ακυρότητας της από 08-08-2012 καταγγελίας η εναγομένη επέδωσε την 28-09-2012 στην ενάγουσα και στην Επιθεώρηση Εργασίας Καλλιθέας την από 26-09-2012 νέα καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω της από 8-08-2012 διακοπής εργασιών της ατομικής επιχείρησης της εναγομένης εξαιτίας της εκ της οικονομικής κρίσης ζημιογόνου πορείας της (βλ. τις υπ’ αριθ. ………/2012, ………../2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά Ανδρέα Π. Νικητόπουλου). Η εναγομένη δε παράλληλα με τη νέα καταγγελία ανακάλεσε την πρώτη καταγγελία μετά την περιέλευση αυτής (πρώτης καταγγελίας) στην ενάγουσα, ανάκληση η οποία όμως δεν έχει καμία έννομη συνέπεια. Κατά της ως άνω καταγγελίας η ενάγουσα άσκησε την από 12-11-2012 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./………./23-11-2012 αγωγή η οποία προσδιορίστηκε για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 06-02-2015 με αριθμό πινακίου ….. αιτούμενη την αναγνώριση της ακυρότητας της νέας καταγγελίας. Ως εκ τούτου για το διάστημα από 28-08-2012 έως 28-09-2012 η εναγομένη κατέστη υπερήμερη και οφείλει στην ενάγουσα μισθό υπερημερίας ενός μηνός ύψους 720,00 ευρώ. Για το πέραν αυτού διάστημα δεδομένου ότι η εναγομένη κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ως ανωτέρω ελέχθη και εκκρεμεί αγωγή αναφορικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας το παρόν Δικαστήριο δε δύναται να προχωρήσει στην κρίση των λοιπών αιτημάτων της κρινόμενης αγωγής. Μετά από τις σκέψεις αυτές, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και συγκεκριμένα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη σε καταβολή προς την ενάγουσα μισθού υπερημερίας ενός μηνός ποσού 720,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τη δήλη κατά νόμο ημέρα καταβολής έκαστου μερικότερου ποσού, ήτοι για έκαστο μηνιαίο μισθό, από την πρώτη ημέρα του επομένου μηνός οφειλής, να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση προσωρινώς εκτελεστή κατά την καταψηφιστική της διάταξη υποχρεωτικώς κατ’ άρθρο 910 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ., να υποχρεωθεί η εναγόμενη στη καταβολή μέρους, αντίστοιχου της ήττας της, εκ της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας (κατά μερική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος του, κατ’ άρθρα 106, 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Κατ’ εφαρμογή τέλος του άρθρου 249 του ΚΠολΔ να διαταχθεί η αναστολή της δίκης κατά τα λοιπά αιτήματα επί της κρινόμενης αγωγής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου επί της από 12-11-2012 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./………../23-11-2012 αγωγής, ήτοι επί της αναγνώρισης της ακυρότητας επί της από 28-09-2012 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση ενδεχομένου αντιφατικών αποφάσεων και να επιτευχθεί η ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς, καθώς και η ενότητα της νομολογίας και εντεύθεν να διασφαλισθεί το κύρος της δικαιοσύνης.
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι είναι άκυρη η εκ μέρους της εναγόμενης από 22-08-2012 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα συνολικά το ποσό των με τους νόμιμους τόκους όπως για κάθε μερικότερο κονδύλιο που συναπαρτίζει το συνολικό αυτό ποσό αναφέρεται ειδικότερα στο σκεπτικό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση αυτή ως προς την αμέσως παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την αναστολή της δίκης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 12-11-2012 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/……./23-11-2012 αγωγής.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια, έκτακτη, συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 12 Αυγούστου 2015, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
