Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αίτηση αναστολής της εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης. Αν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής ή έφεσης, δεν νοείται βλάβη και κατ’ ακολουθία αναστολή. Αν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής ή έφεσης, τότε θα ερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι βλάβης. Μόνη η βλάβη χωρίς και την πιθανολόγηση ευδοκίμησης κάποιου λόγου βασιμότητας του τακτικού ένδικου μέσου δεν αρκεί να στηρίξει την αναστολή, όπως επίσης, μόνη η απόδειξη του αφερέγγυου του νικήσαντος και φερέγγυου του ηττηθέντος διαδίκου, δεν αρκεί σε κάθε περίπτωση για την παραδοχή της αίτησης αναστολής. Εφόσον δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ουσιαστικής βασιμότητας ενός τουλάχιστον εκ των λόγων εφέσεως, δεν εξετάζεται η ύπαρξη ή όχι βλάβης στην αιτούσα από την εκτέλεση. Σε κάθε περίπτωση, δεν πιθανολογήθηκε ούτε και η πρόκληση βλάβης στην αιτούσα από την προσωρινή εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν πιθανολογήθηκε ότι η καθ’ ης εργαζόμενη είναι αφερέγγυα και κατά συνέπεια υπάρχει κίνδυνος να μην επιστραφεί το προσωρινά εκτελεστό ποσό, σε περίπτωση εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, όπως ισχυρίζεται η αιτούσα. Απορρίπτει την αίτηση.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός Αποφάσεως 889/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Βελισσάρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου, κατόπιν κληρώσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 3327/2005.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1-4-2014, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: …………, κατοίκου ………… Αττικής για την οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Πέτρος Μαρκέτος.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: …………, κατοίκου ………… Αττικής, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 24-12-2013 (αρ. πραξ. κατ. …………/2014) αίτησή της, που απευθύνεται στο Δικαστήριο αυτό, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 13-2-1014, κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο έκθεμα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί, σύμφωνα και με τα όσα εκθέτουν στα έγγραφα σημειώματα τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 912 παρ.1 του ΚΠολΔ, «αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή έφεση κατά της απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με το άρθρο 908 ή 910, μπορεί έως τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ή της έφεσης να διαταχθεί, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε, να ανασταλεί ολικά ή εν μέρει η εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ή της έφεσης». Η τελευταία φράση της παρ. 1 του ως άνω άρθρου για την πιθανολόγηση ευδοκίμησης της ανακοπής ή της έφεσης προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ.8 του ν. 2145/1993. Έτσι, με την προσθήκη αυτή θεσπίστηκε, πέραν των άλλων, η προϋπόθεση που και προηγουμένως γινόταν δεκτή από τη θεωρία και τη νομολογία, δηλαδή η πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής ή της έφεσης για την επίτευξη αναστολής εκτελέσεως της απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή. Συνεπώς, η ύπαρξη ή όχι βλάβης από την εκτέλεση, μετά τη θέσπιση της παραπάνω προϋπόθεσης, συναρτάται από την πιθανολόγηση ευδοκίμησης ή όχι των λόγων των ένδικων μέσων. Έτσι, αν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστο λόγου ανακοπής ή έφεσης, δεν νοείται βλάβη και κατ’ ακολουθία αναστολή. Αν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής ή έφεσης, τότε θα ερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι βλάβης (Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, τόμος Ε’, άρθρο 912 αρ. 7, Γέσιου – Φαλτσή, Το δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως τ. I, σελ 269 αρ. 45 επ.). Μόνη η βλάβη χωρίς και την πιθανολόγηση ευδοκίμησης κάποιου λόγου βασιμότητας του τακτικού ένδικου μέσου δεν αρκεί να στηρίξει την αναστολή (Γέσιου – Φαλτσή ο.π.), όπως επίσης, μόνη η απόδειξη του αφερέγγυου του νικήσαντος και φερέγγυου του ηττηθέντος διαδίκου, δεν αρκεί σε κάθε περίπτωση για την παραδοχή της αίτησης αναστολής (Τζίφρας, Ασφαλιστικά μέτρα, εκδ. 1985, σελ. 493).
Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 5782/2013 οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και η οποία κηρύχθηκε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της έφεσης που άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ αυτής, για το λόγο ότι θα ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτής, ενώ τυχόν εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα της επιφέρει υπέρμετρη βλάβη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αίτηση αρμόδια φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 912 παρ. 1-2, 686 επ. ΚΠολΔ), είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 912 παρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας και τη χωρίς όρκο κατάθεση της καθ’ ης, που εξετάστηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των με αριθμούς …………/2014 και …………/2014 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ………… και ………… αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, που λήφθηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί κλήτευση της καθ’ ης, καθόσον εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 347 και 690 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται κάθε πρόσφορο προς απόδειξη μέσο, ακόμη δε και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 1675/1999 ΕλΔνη 39/1998. 363) και την εν γένει διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Με την από 14-9-2012 αγωγή που άσκησε η καθ’ ης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε βάρος της αιτούσας, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε από την τελευταία στις 7-5-2007 και εργάστηκε ως πωλήτρια στην επιχείρηση εμπορίας εσωρούχων αυτής, με πλήρες ωράριο εργασίας, για πέντε ημέρες την εβδομάδα (Τρίτη έως και Σάββατο), αντί του μισθού που προβλέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ. Ότι η αιτούσα από το Νοέμβριο του 2007 την απασχολούσε και έκτη ημέρα την εβδομάδα, τη Δευτέρα, χωρίς να της καταβάλει αμοιβή για την εργασία αυτή, ενώ και οι αποδοχές που της κατέβαλε υπολείπονταν των νομίμων, ενώ επίσης δεν της χορηγούσε τη νόμιμη άδεια για κάθε ημερολογιακό έτος. Ότι στις 30-6-2012 η αιτούσα προέβη σε άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, αφενός μεν κατά παράβαση των όσων ορίζει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφετέρου διότι της κατέβαλε ελλιπή αποζημίωση απόλυσης. Με βάση το ιστορικό αυτό η καθ’ ης, επικαλούμενη έγκυρη σύμβαση εργασίας και επικουρικά επικαλούμενη τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησε να υποχρεωθεί η αιτούσα να της καταβάλει, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, το συνολικό ποσό των 20.811,58 ευρώ, που αντιστοιχεί σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας άδειας, αμοιβή έκτου ημερομίσθιου, χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της και μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 μέχρι 31-12-2012, επικουρικά δε και σε περίπτωση που δεν κριθεί άκυρη η καταγγελία, ποσό 1.718,32 ευρώ, προς συμπλήρωση της οφειλόμενης σε αυτή αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο. Τέλος, ζήτησε να καταδικαστεί η αιτούσα στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το παρόν Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εξέδωσε στις 11-11-2013 την υπ’ αριθμ. 5782/2013 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, δέχτηκε αυτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας στην ενάγουσα – καθ’ ης, το συνολικό ποσό των 14.883,76 ευρώ νομιμοτόκως και ειδικότερα το ποσό των 628,71 ευρώ για διαφορές αποδοχών, το ποσό των 7.571,60 ευρώ για εργασία την έκτη ημέρα της εβδομάδας και το ποσό των 5.891,40 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας κρίθηκε άκυρη λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κήρυξε την ως άνω απόφαση πρσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 3.000 ευρώ. Η εναγομένη – αιτούσα, άσκησε εμπρόθεσμα στις 2-1-2014 κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης την από 23-12-2013 (αρ.πραξ.κατ. 2/2014) έφεση. Ειδικότερα, η αιτούσα με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι η ίδια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της καθ’ ης στις 30-6-2012, αφού προηγουμένως την είχε εγγράφως προειδοποιήσει στις 30-4-2012, με συνέπεια η οφειλόμενη αποζημίωση, που υπολογίζεται στο ήμισυ της αποζημίωσης που οφείλεται για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση, να ανέρχεται στο ποσό των 1.718,33 ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 ν. 2112/1920, 4 του ν. 3198/1955 και 74 παρ. 2 περ, Β ν. 3863/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 5 ν. 3899/2010, πλην όμως η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, άλλως κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καθ’ ης έλαβε χώρα στις 30-6-2012 χωρίς προειδοποίηση και είναι άκυρη λόγω ελλειπούς καταβολής αποζημίωσης, αφού η ίδια (αιτούσα) κατέβαλε το ποσό των 1.718,33 ευρώ, αντί του ποσού των 3.436,65 ευρώ που όφειλε δήθεν να καταβάλει, με περαιτέρω συνέπεια να επιδικάσει στην καθ’ ης εσφαλμένα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 5.891,40 ευρώ. Επικουρικά δε, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι αν ήθελε να γίνει δεκτό ότι η καθ’ ης δικαιούνταν την αποζημίωση της καταγγελίας χωρίς προειδοποίηση, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η καταβολή της ελλειπούς αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή της πλάνη, καθώς και ότι δεν επήλθε ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά η καθ’ ης δικαιούται τη συμπλήρωση της αποζημίωσης κατά το ποσό των 1.718,33 ευρώ. Ο ως άνω λόγος έφεσης πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει, διότι σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 3863/2010, όπως αυτό τροποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3899/2010 και ίσχυε κατά το χρόνο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, σύμβαση μισθωτού με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα μηνών, δύναται να καταγγελθεί κατόπιν προηγούμενης έγγραφης προειδοποίησης του εργοδότη ως εξής: α) … β) … γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από πέντε (5) χρόνια συμπληρωμένα έως δέκα (10) χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση τριών (3) μηνών πριν την απόλυση. Εργοδότης ο οποίος δεν κάνει χρήση της δυνατότητας έγγραφης προειδοποίησης καταβάλλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις των νόμων 2112/1920 (ΦΕΚ 67 Α’) και 3198/1955 (ΦΕΚ 98 Α’). Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο κατά τα ανωτέρω, καταβάλλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που προβλέπεται από τις οικίες διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955 για τα χρόνια εργασίας που έχει συμπληρώσει ο απολυόμενος, σε περίπτωση καταγγελίας κατόπιν προειδοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καθ’ ης, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, πιθανολογείται ότι η αιτούσα κατήγγειλε εγγράφως την ένδικη σύμβαση εργασίας στις 30-6-2012, χωρίς όμως να προκύπτει προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση της καθ’ ης προ τριμήνου, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις παραπάνω αναγραφόμενες διατάξεις, αφού στο κείμενο της παραπάνω έγγραφης καταγγελίας έχει απλώς σημειωθεί ως ημερομηνία προειδοποίησης η 30-4-2012, χωρίς όπως να προκύπτει ότι πράγματι τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος της προειδοποίησης, ούτε τούτο πιθανολογείται από άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, η αιτούσα όφειλε να καταβάλει πλήρη αποζημίωση προς την καθ’ ης, η οποία ανέρχονταν στο ποσό των 3.436,65 ευρώ. Ο δε ισχυρισμός της αιτούσας περί συγγνωστής πλάνης ως προς το ύψος της αποζημίωσης που καταβλήθηκε, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού πρόκειται για ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί πρωτοδίκως και δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και για το λόγο αυτό πρέπει να εξαφανιστεί, καθόσον δέχτηκε ότι η καθ’ ης από την 1-11-2007 μέχρι την 30-4-2010 και από την 1-10-2010 μέχρι την 31-5-2012 εργάζονταν επί έξι ημέρες εβδομαδιαίως, δηλαδή εργάζονταν και την ημέρα Δευτέρα που είχε οριστεί ως ημέρα ανάπαυσής της, επιδικάζοντάς της για την αιτία αυτή το ποσό των 7.571,60 ευρώ, ενώ αυτή (καθ’ ης) ουδέποτε είχε εργαστεί ημέρα Δευτέρα. Επικουρικά, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι και στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η καθ’ ης εργάζονταν έξι ημέρες την εβδομάδα και πάλι η εκκαλουμένη έσφαλε ως προς τον υπολογισμό του οφειλόμενου ποσού, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 959,76 ευρώ αντί του επιδικασθέντος ποσού των 993,24 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-7-2009 και στο ποσό των 3.772,32 ευρώ, αντί του επιδικασθέντος ποσού των 4.901,66 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 μέχρι 31-5-2012. Ο λόγος αυτός όμως έφεσης, δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει, καθόσον από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα …………., που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων …………., …………. και …………., πιθανολογείται ότι η καθ’ ης πραγματι εργάζονταν και τις Δευτέρες κατά τα χρονικά διαστήματα από την 1-11-2007 μέχρι την 30-4-2010 και από την 1-10-2010 μέχρι την 31-5-2012. Αντίθετα, η περί του αντιθέτου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα …………., που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν κρίνεται πειστική, ιδίως διότι ο ίδιος καταθέτει ότι δεν βρίσκονταν στο κατάστημα της αιτούσας κάθε Δευτέρα. Επίσης, τα όσα καταθέτει ο μάρτυρας …………. στην υπ’ αριθμ. …………./2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, περί του ότι ως υπάλληλος της εταιρίας …………., περνούσε κάθε Δευτέρα από το κατάστημα της αιτούσας, είτε για να λάβει παραγγελίες, είτε για να παραδώσει εμπορεύματα, είτε για να εισπράξει χρήματα και ποτέ δεν συνάντησε εκεί την υπάλληλό της – καθ’ ης, δεν πιθανολογούνται ως βάσιμα, διότι ο μάρτυρας δεν προσδιορίζει καθόλου το χρονικό διάστημα κατά το οποίο επισκέπτονταν το κατάστημα της αιτούσας, ούτε και κρίνεται πειστική η αιτολογία ότι επέλεγε τη συγκεκριμένη ημέρα διότι γνώριζε ότι η υπάλληλός της είχε ρεπό και κατά συνέπεια θα συναντούσε οπωσδήποτε την αιτούσα. Τέλος, τα όσα καταθέτει η μάρτυρας …………. στην υπ’ αριθμ. …………./2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, περί του ότι η αιτούσα με την οποία διατηρεί φιλική σχέση δεν περνούσε τις Δευτέρες το πρωί από το σπίτι της, επειδή ήταν μόνη στο κατάστημά της, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι πράγματι η καθ’ ης δεν εργάζονταν τις Δευτέρες, αφού η μάρτυρας δεν έχει ιδία αντίληψη για το εάν πράγματι η αιτούσα κάθε Δευτέρα βρίσκονταν μόνη στο κατάστημά της. Επίσης, πιθανολογείται ότι και ο επικουρικά προβαλόμενος λόγος έφεσης περί εσφαλμένου υπολογισμού της αποζημίωσης για την έκτη ημέρα εργασίας θα απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, εφόσον η καθ’ ης εργάστηκε σε επιχείρηση που εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και 6η ημέρα την εβδομάδα, η απασχόλησή της την ημέρα αυτή είναι άκυρη, αφού πρόκειται για εργασία παρεχομένη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι σε ημέρα ανάπαυσης, και δικαιούται γι’ αυτήν αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (αρθρ. 904 επ. ΑΚ), που είναι ίση με το ποσό που η αιτούσα – εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο πού θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ως άνω ημέρες και υπό τις ίδιες συνθήκες με την καθ’ ης που εργάστηκε άκυρα κατ’ αυτές, κατά το οποίο και αυτή πλούτισε (ΑΠ 66/2007 ΕΕργΔ 2007.1234, ΑΠ 804/2003 ΕΕργΔ 2003.1350, ΑΠ 659/2003 ΕλΔνη 2004.1640, ΕφΛαμ 8/2010 δημ στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ουσιαστικής βασιμότητας ενός τουλάχιστον εκ των λόγων εφέσεως, δεν εξετάζεται η ύπαρξη ή όχι βλάβης στην αιτούσα από την εκτέλεση, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την αναστολή αυτής, κατά το, μέρος που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν πιθανολογήθηκε ούτε και η πρόκληση βλάβης στην αιτούσα από την προσωρινή εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν πιθανολογήθηκε ότι η καθ’ ης είναι αφερέγγυα και κατά συνέπεια υπάρχει κίνδυνος να μην επιστραφεί το προσωρινά εκτελεστό ποσό, σε περίπτωση εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, όπως ισχυρίζεται η αιτούσα. Ειδικότερα, πιθανολογήθηκε ότι η καθ’ ης έχει μόνιμη κατοικία και εργασία στον Κορυδαλλό Αττικής, ενώ κατοικεί στην Ελλάδα μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της και ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι η καθ’ ης πρόκειται να αναχωρήσει για την πατρίδα της (Ρουμανία) δεν πιθανολογήθηκε ως βάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση.
Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης η αίτηση σε βάρος της αιτούσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 25-4-2014 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
