αναγκαστική εκτέλεσηΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1016/2018

Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022

Περίληψη: Ανακοπή κατά έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Σφάλματα προσωρινά εκτελεστών αποφάσεων δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο ακυρότητάς τους, ως εκτελεστών τίτλων. Κατάχρηση δικαιώματος. Ανακοπή διόρθωσης έκθεσης κατάσχεσης λόγω ελλείψεών της. Περιεχόμενο έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου. Η εσφαλμένη εκτίμηση της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατάσχεσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα διόρθωσής της. Μόνο με την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, μπορεί να διαταχθεί διόρθωση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης. Απορρίπτει την ανακοπή.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

Ειδικές Διαδικασίες

Αριθμός Απόφασης

1016/2018

(Ανακοπή …./…./2018

Κλήση …./…./2018)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αθανασία Μανέτα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Αικατερίνη Ζενεμπίση.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της Ανακόπτουσας – Καλούσας : ….. ….. του ….. και της ….., κατοίκου ….. Αττικής (οδός ….. αριθμ. …), η οποία εμφανίσθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Πουλουπάτη.

Της Καθ’ ής η ανακοπή – Καθ’ ής η κλήση : ….. ….. του ….., κατοίκου ….. Αττικής (οδός ….. αριθμ. …), η οποία εμφανίσθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Η ανακόπτουσα ζητούσε να γίνει δεκτή η από 30-05-2018 ανακοπή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αύξοντα αριθμό έκθεσης καταθέσεως δικογράφου …./…./2018 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 10/12/2019. Ήδη, με την από 04-06-2018 κλήση της ανακόπτουσας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …./…./2018, η συζήτηση της ως άνω ανακοπής επισπεύστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση ανακοπή της, που επισπεύδεται προς συζήτηση με την από 04-06-2018 κλήση της, η ανακόπτουσα ζητεί για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους να ακυρωθεί η υπ’ αριθμόν …/18-04-2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη και το υπ’ αριθμ. …/2018 απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, δυνάμει των οποίων εκτίθεται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό την 28-11-2018 το επαρκώς περιγραφόμενο ακίνητο, της ιδιοκτησίας της, προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση της καθ’ ής η ανακοπή, απορρέουσα από την υπ’ αριθμόν 109/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (τμήμα εργατικών διαφορών), η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 8.000 ευρώ. Ζητεί ακόμη να καταδικαστεί η τελευταία στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η ανακοπή αυτή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου (άρθρο 933 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ., 937 παρ. 3 ΚΠολΔ), με δεδομένο ότι η διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζεται εν προκειμένω όπως τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από τις διατάξεις του νόμου 4335/2015, αφού η εκτελεστική διαδικασία άρχισε την 01-02-2018 με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση στην ανακόπτουσα, ήτοι μετά την 01-01-2016 (άρθρο 9 παρ. 3 του άρθρου πρώτου του ν. 4335/2015). Εξάλλου, η ανακοπή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 934 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 01-06-2018 και επιδόθηκε στην καθ’ ής η ανακοπή αυθημερόν (βλ. την υπ’ αριθμόν …./2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σταύρου Αθανασόπουλου), ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των σαράντα πέντε ημερών του άρθρου 934 παρ. 1 στοιχ. α’ εδ. α’ του ΚΠολΔ από την επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης στην ανακόπτουσα την 18 Απριλίου 2018 (βλ. τη σχετική σημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Λεράκη επί του επιδοθέντος αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 904 παρ. 1 και 2 εδ. α’ του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου, εκτελεστοί δε τίτλοι είναι, μεταξύ άλλων, οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, καθώς και οι αποφάσεις Ελληνικών Δικαστηρίων, που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές. Περαιτέρω, επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 933 ΚΠολΔ, κατά την τέταρτη παράγραφο του οποίου «οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που καθιερώνει το απαράδεκτο των μη αποδεικνυόμενων αμέσως ισχυρισμών που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών (βλ. ΑΠ 1329/2014 δημ. σε τράπεζα νομικών πληροφ. «Νόμος»), αποσκοπώντας στην αποφυγή παρέλκυσης της διαδικασίας εκτέλεσης και στον περιορισμό των περί την εκτέλεση δικών, άμεση απόδειξη αποτελεί μόνο η απόδειξη μέσω εγγράφου, όπως ιδιωτικού εγγράφου που φέρει την υπογραφή του εκδότη του (δανειστή), ή δικαστικής ομολογίας και δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτοί οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες οι διάδικοι μπορούν να εξετάσουν και μάρτυρες στο ακροατήριο (βλ. ΟλΑΠ 10/1993 Δ 25.652, ΑΠ 385/2010 και ΕφΑθ 11446/1995 δημ. «Νόμος»).

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, η ανακόπτουσα βάλλει κατά της προσβαλλόμενης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, επικαλούμενη ότι η επίδικη απαίτηση της καθ’ ής δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι κατά της υπ’ αριθμόν 109/2018 προσωρινά εκτελεστής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εργατικών διαφορών), έχει ασκήσει νόμιμα την από 05-03-2018 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας εκκρεμεί για τη δικάσιμο της 04/12/2018 και με την οποία ζητεί την ολική εξαφάνιση της εν λόγω προσωρινά εκτελεστής απόφασης, που εκδόθηκε κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ανακοπή της. Εν συνεχεία, υποστηρίζει ότι η έκβαση της δευτεροβάθμιας δίκης θα ασκήσει επιρροή στο κύρος της άνω μνημονευόμενης προσωρινά εκτελεστής απόφασης, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο για την επισπευδόμενη εκτέλεση, με αποτέλεσμα να καθίσταται αβέβαιη και ανεκκαθάριστη η ένδικη απαίτηση της καθ’ ής και να είναι ακυρωτέα η προσβαλλόμενη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης. Όμως, ο λόγος αυτός ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, επειδή οι προσωρινά εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις αποτελούν έγκυρους εκτελεστούς τίτλους, όπως αναφέρεται διεξοδικά και στην ανωτέρω νομική σκέψη, ενώ ενδεχόμενα σφάλματά τους δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο ακυρότητάς τους ως εκτελεστών τίτλων και, κατ’ επέκταση, παραδεκτό και νόμιμο λόγο ανακοπής κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο δε καθ’ ού η εκτέλεση μπορεί να προστατευτεί μόνο στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 912 του ΚΠολΔ (βλ. Δημητρίου Μακρή «Ανακοπή κατά της εκτέλεσης» Β’ έκδοση, σελ. 42). Υπό αυτό το σκεπτικό, μόνη η άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά προσωρινά εκτελεστής οριστικής απόφασης, ελλείψει δικαστικής απόφασης περί αναστολής της εκτελεστότητάς της κατ’ άρθρο 912 ΚΠολΔ, δεν καθιστά την επιδικασθείσα με αυτήν απαίτηση μη βέβαιη και εκκαθαρισμένη.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου και, συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (βλ. ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 36. 1531, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012, ΑΠ 1183/2009, ΑΠ 1333/2009, ΑΠ 893/2008 Αρμ 2009. 66, ΑΠ 1432/2003 ΧρΙΔ 2004. 241, ΑΠ 889/2003, ΑΠ 1170/1997 ΕλλΔνη 40. 602, ΕφΑθ 3861/2008 ΕφΑΔ 2009.110). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των «χρηστών ηθών» χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016). Η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκομένου σκοπού, με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία, με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτέλεσης υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του οφειλέτη. Εξάλλου, για να χαρακτηριστεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του.

Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα υποστηρίζει ότι η επίσπευση της σε βάρος της εκτελεστικής διαδικασίας είναι αποτέλεσμα καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της καθ’ ής η ανακοπή κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς γνωρίζει ότι α) από το έτος 2011 με την οικονομική κρίση να έχει πλήξει ιδιαίτερα τον τομέα του λιανικού εμπορίου στον οποίο ανέπτυσσε τη δραστηριότητά της, η επιχείρησή της κατέστη πλέον ζημιογόνα, και έτσι την 15-11-2016 προέβη στην οριστική διακοπή των εργασιών της επιχείρησής της και εν συνεχεία στη διαγραφή της από τα μητρώα του Ο.Α.Ε.Ε. και ότι μόλις το Φεβρουάριο του 2017 κατόρθωσε να εξεύρει εργασία, ως εμποροϋπάλληλος, σε κατάστημα λιανικής πώλησης γυναικείων ενδυμάτων με μηνιαίες καθαρές αποδοχές ύψους 490 ευρώ, β) ότι κατά τη διακοπή των εργασιών και την απώλεια της εμπορικής της ιδιότητας δεν είχε περιέλθει σε παύση πληρωμών, αλλά εξακολουθούσε να καλύπτει τις υποχρεώσεις της προς τους προμηθευτές της, τον εκμισθωτή της, το Ι.Κ.Α. και την καθ’ ής η ανακοπή (υπαλλήλου στην επιχείρησή της) και ότι μετά τη διακοπή της λειτουργίας της ζημιογόνου επιχείρησής της περιήλθε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, για το λόγο δε τούτο υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ….. την από 05-07-2017 αίτησή της περί ρύθμισης οφειλών κατά το ν. 3869/2010, η εκδίκαση της οποίας αναμένεται για την 17/01/2019 και γ) ότι μολονότι της επιβληθείσας κατάσχεσης είχαν προηγηθεί διαπραγματεύσεις για την καταβολή του επιδικασθέντος με την προσωρινά εκτελεστή απόφαση ποσού με διακανονισμό, η καθ’ ής η ανακοπή επισπεύδει πλειστηριασμό ακινήτου υπερπολλαπλάσιας αξίας (τουλάχιστον 240.000 ευρώ κατά την εκτίμηση της διορισμένης εκτιμήτριας) για απαίτηση ύψους 9.564,40 ευρώ, ενώ θα μπορούσε να επιβάλει κατάσχεση επί της κινητής περιουσίας της, ήτοι ενός αυτοκινήτου μάρκας ΚΙΑ έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2008, που επαρκεί για την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησής της, χωρίς να της στερεί το μοναδικό στοιχείο της ακίνητης περιουσίας της, το οποίο χρησιμεύει ως κατοικία δική της, της θυγατέρας της και των υπέργηρων γονέων της. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, με τον επιχειρείται να θεμελιωθεί η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ής η ανακοπή να επιδιώξει την ικανοποίηση της ένδικης αξίωσής της μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, αφού τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ής να επιδιώξει την αναγκαστική εκτέλεση του εκτελεστού τίτλου της (ήτοι της υπ’ αριθμόν 109/2018 προσωρινά εκτελεστής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου) επιφέρει ενδεχομένως βλάβη στην ανακόπτουσα δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις (λ.χ. αν η καθ’ ής δεν είχε συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος). Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν υφίσταται διότι η καθ’ ής η ανακοπή αποφάσισε, όπως είχε δικαίωμα, να εισπράξει άμεσα την απαίτησή της μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνο αυτή μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, στοιχείο που δεν προκύπτει εν προκειμένω από τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της ανακοπής. Περαιτέρω, ο λόγος τούτος είναι απορριπτέος και ως ουσία αβάσιμος, διότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και από τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Πριν από την επιβολή της επίμαχης κατάσχεσης στην ακίνητη περιουσία της ανακόπτουσας, η καθ’ ής η ανακοπή επέβαλε κατάσχεση εις χείρας πέντε τραπεζικών ανώνυμων εταιρειών, ως τρίτων, η οποία δεν τελεσφόρησε κατόπιν υποβολής αρνητικών δηλώσεών τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου …. (βλ. τις υπ’ αριθμ. …./14-02-2018, …./15-02- 2018, …./12-02-2018, …./15-02-2018 και …./13-02-2018 δηλώσεις τρίτου). Επιπλέον, η ανακόπτουσα δεν έχει στην κυριότητά της άλλο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο, ακίνητο ή κινητό, πέραν της ήδη κατασχεθείσας μονοκατοικίας της στην περιοχή …. Αττικής, καθώς η αξία του παλαιού τύπου οχήματος της δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.000 – 3.000 ευρώ, ενώ δυνάμει της υπ’ αριθμ. 109/2018 οριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ής το συνολικό ποσό των 39.793,72 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων (η δε επισπευδόμενη εκτέλεση αφορά την προσωρινά εκτελεστή διάταξη της απόφασης για το ποσό των 8.000 ευρώ). Καλώς, επομένως, επιβλήθηκε η προσβαλλόμενη αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του ακινήτου, της ιδιοκτησίας της οφειλέτιδος ανακόπτουσας, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της, η οποία δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει την καταβολή έστω και ελάχιστου μέρους της επίδικης απαίτησης προς την καθ’ ής η ανακοπή.

3. «Κατά τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 4 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 και από το άρθρο 207 παρ. 4 του ν. 4512/2918, ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ού η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 Δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς». Η ανακοπή αυτή έχει τον χαρακτήρα ειδικού ένδικου βοηθήματος, η καθιέρωση του οποίου, με την ανωτέρω διάταξη, αποσκοπεί στη διόρθωση της έκθεσης κατασχέσεως για οποιαδήποτε έλλειψή της, η οποία πριν από την τροποποίηση της διατάξεως αυτής θεμελίωνε ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με αίτημα την ακύρωση της έκθεσης. Ήδη, η άσκηση της τελευταίας αυτής ανακοπής δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της έκθεσης κατασχέσεως είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί ελλείψεως συμπράξεως ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 ΚΠολΔ). Η προαναφερόμενη διόρθωση ισχύει και για την περίληψη της έκθεσης κατασχέσεως, στην οποία περιέχονται, ως απαραίτητα στοιχεία της, και εκείνα της κατασχετήριας έκθεσης, με μόνη διαφορά ότι η περιγραφή σε αυτήν πρέπει να είναι συνοπτική. Χωρεί, μάλιστα, διόρθωση τόσο της αρχικής, όσο και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, αφού ο νόμος αποβλέπει στη διόρθωση της διαδικαστικής πράξης, με την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχική ή η μεταγενέστερη (βλ. ΑΠ 1497/2003). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 954 παρ. 2, 992 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, α) ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, και β) μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας. Η κατά τα ανωτέρω ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 2 και 4 και 993 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατασχέσεως, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει την προαναφερόμενη ανακοπή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο (βλ. ΑΠ 314/2000 δημ. στο δίκτυο νομικών πληροφ. «Νόμος»).

Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλόμενης κατασχετήριας έκθεσης, ισχυριζόμενη ότι αφενός μεν η περιγραφή του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου είναι ανακριβής, αφού δεν πρόκειται για μονοκατοικία, αλλά για δύο αυτοτελείς κατοικίες (διαμερίσματα) στη μία εκ των οποίων κατοικούν οι γονείς της και στην άλλη η ίδια με τη θυγατέρα της, αφετέρου δε η εκτίμηση της αξίας του είναι εσφαλμένη, καθόσον η προσληφθείσα από το δικαστικό επιμελητή πιστοποιημένη εκτιμήτρια δεν εισήλθε στο εσωτερικό της κατοικίας της, αλλά η εκτίμησή της βασίστηκε στην αυτοψία, που πραγματοποίησε στο εξωτερικό του χώρου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα και με τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, διότι μόνο με την υποβολή του ειδικού ένδικου βοηθήματος της ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 του ΚΠολΔ, το αρμόδιο Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης για οποιαδήποτε έλλειψή της ή σφάλμα, και όχι την ακύρωση αυτής, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου (όπως εν προκειμένω ζητείται), την εκτίμηση της αξίας και την τιμή πρώτης προσφοράς. Εξάλλου, από την επισκόπηση της πληττόμενης υπ’ αριθμ. …/18-04-2018 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου δεν προκύπτει ότι η εκτιμήτρια δεν απέκτησε πρόσβαση στο εσωτερικό του κατασχεθέντος ακινήτου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ανακόπτουσα, αν και η αρμόδια εκτιμήτρια δεν υπέχει τέτοια υποχρέωση από κάποια νομοθετική ρύθμιση.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου ανακοπής προς έρευνα, η ένδικη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της, ενώ η ανακόπτουσα, που ηττήθηκε στη δίκη τούτη (άρθρο 176 ΚΠολΔ), πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της καθ’ ής η ανακοπή, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της ως νόμιμου και βάσιμου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την ανακοπή.

Επιβάλλει σε βάρος της ανακόπτουσας την πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της καθ’ ής η ανακοπή, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16-11-2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies