Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022

Περίληψη: Ασφαλιστικά μέτρα. Προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων. Η έννοια των αποδοχών δεν εκτείνεται μόνο στον βασικό μισθό, αλλά καταλαμβάνει όλες τις αποδοχές του εργαζομένου, όπως π.χ. τα δώρα εορτών, το επίδομα αδείας και οικογενειακών βαρών. Προϋπόθεση ευδοκίμησης της αίτησης να συντρέχει επείγουσα περίπτωση. Η προσωρινή επιδίκαση μπορεί να δοθεί και για τον πριν την υποβολή της αίτησης χρόνο, μόνο σε περίπτωση που ο αιτών επικαλεστεί και πιθανολογηθεί ότι η προϋπόθεση της επείγουσας περίπτωσης ισχύει και για τον προγενέστερο χρόνο, όπως στην περίπτωση που αναγκάστηκε να πορισθεί τα αναγκαία προς συντήρηση του ποσά, για το διάστημα αυτό, με δανεισμό από τρίτους, στους οποίους εξακολουθεί να τα οφείλει. Μη νόμιμο είναι το αίτημα για την εφάπαξ καταβολή όλων των αιτούμενων μισθών υπερημερίας, διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 729 παρ. 1 του ΚΠολΔ η επιδίκαση των περιοδικών παροχών (όπως οι αιτούμενοι μισθοί υπερημερίας για το μετά την επίδοση της αίτησης χρονικό διάστημα) γίνεται σε παροχές που πληρώνονται όχι εφάπαξ, αλλά ανά μήνα και δη στο τέλος αυτού (άρθρο 655 του ΑΚ), αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, εν όψει ότι πρόκειται περί εργατικών απαιτήσεων. Απορρίπτει αίτημα περί συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας της καθ’ ης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αιτούσας για τη λήψη του αιτουμένου ασφαλιστικού μέτρου παράλληλα με την προσωρινή επιδίκαση των απαιτήσεών της και προς εξασφάλιση των ιδίων αυτών απαιτήσεων. Πιθανολογήθηκε επείγουσα περίπτωση για τη λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου της προσωρινής επιδίκασης των εν λόγω μισθών και των μισθών υπερημερίας, προκειμένου η αιτούσα να αντιμετωπίσει τις βιοτικές ανάγκες της, καθόσον ζει αποκλειστικά από το μισθό της και δεν έχει άλλα εισοδήματα από εργασία ή περιουσία, ενώ υπάρχει μικρή πιθανότητα άμεσης εργασιακής της αποκατάστασης. Δέχεται την αίτηση για προσωρινή επιδίκαση.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός απόφασης

8264/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίσθηκε με κλήρωση σύμφωνα με το νόμο 3327/2005.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 25.04.2012, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αιτούσας: …………, κατοίκου ………., οδός ……….. αρ. …….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Της καθ’ ης η αίτηση: της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στον ………… Αττικής, οδός ……… αρ. …. και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος ……… εμφανίσθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μαρτσέκη.

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 08.02.2012 αίτησή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης γενικό ………./2012 και ειδικό ………./2012 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 728 παρ. 1 περ. γ και δ του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει προσωρινά, ως ασφαλιστικό μέτρο, εν όλω ή εν μέρει, απαιτήσεις καθυστερούμενων τακτικών ή έκτακτων αποδοχών οποιοσδήποτε μορφής ή αμοιβών ή αποζημιώσεων που οφείλονται από την παροχή εργασίας ή εξόδων που έγιναν με αφορμή την εργασία, μισθών υπερημερίας ή αποζημίωσης για παράνομη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή για εργατικό ατύχημα ή που οφείλεται από τη σύμβαση εργασίας ή λόγω παράβασής της. Η έννοια των αποδοχών δεν εκτείνεται μόνο στο βασικό μισθό, αλλά, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσης της διάταξης, καταλαμβάνει όλες τις αποδοχές του εργαζομένου, όπως π.χ. τα δώρα εορτών, το επίδομα αδείας και οικογενειακών βαρών. Με το παραπάνω άρθρο καθορίζονται περιοριστικά οι απαριθμούμενες και κατονομαζόμενες σε αυτό περιπτώσεις προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων, δηλαδή της καταδίκης του οφειλέτη χρηματικών απαιτήσεων ή άλλης επιτρεπτής, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, μορφής παροχής για τις απαριθμούμενες στη διάταξη αυτή απαιτήσεις, προς το σκοπό κάλυψης άμεσης και ανεπίδεκτης αναβολής ανάγκης του δικαιούχου προς λήψη από τον υπόχρεο οφειλέτη του της παροχής, ολικώς ή έστω μερικώς, για την αποτροπή στέρησης των απόλυτα αναγκαίων μέσων προς διαβίωσή του ή έκθεσης σε κίνδυνο της υγείας ή της ζωής του. Η αίτηση για προσωρινή επιδίκαση απαίτησης, από το γεγονός και μόνο της ένταξής της σε μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 728 του ΚΠολΔ, δεν καθίσταται αυτοδικαίως βάσιμη, αλλά προσθέτως και στις οριζόμενες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να χωρήσει προσωρινή επιδίκαση απαίτησης, για να επιδικαστεί αυτή προσωρινά, απαιτείται η συνδρομή της, κατά το άρθρο 682 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προϋπόθεσης της επείγουσας περίπτωσης, της επείγουσας δηλαδή ανάγκης να ενεργοποιηθεί κατά ένα μέρος από τώρα η επίδικη έννομη σχέση, προϋπόθεση η οποία εναρμονίζεται και προς τον παραπάνω επιδιωκόμενο σκοπό της προσωρινής επιδίκασης της απαίτησης, η οποία, ως στοιχείο, πρέπει να περιέχεται στην αίτηση και να πιθανολογείται (Π. Τζίφρας, Ασφαλιστικά μέτρα, έκδοση 1985, σελ. 250, 258 επ. και ιδίως 260, Β. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάλυση ΚΠολΔ, άρθρο 728, αριθ. 1, 3, 27, 28, 55, άρθρο 682, αριθ. 12, Δ. Κράνης σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, άρθρο 728, αριθ. 1, 2, Ι. Κατράς, Σύστημα ασφαλιστικών μέτρων, αναγκαστικής εκτέλεσης, διαταγών πληρωμής και απόδοσης, έκδοση 2009, παρ. 77.Γ.3, σελ. 350, παρ. 68.Β.3, σελ. 305 επ., παρ. 77.ΣΤ.2, σελ. 354, I. Χαμηλοθώρης, Ασφαλιστικά μέτρα, έκδοση 2010, αριθ. 1181, σελ. 273, ΜΠρΘες 21763/2005 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘες 4926/2003 ΕΕργΔ 2004. 923, ΜΠρΠατρ 1872/2003 ΕΕργΔ 62. 1098, ΜΠρΑθ 11631/1998 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 9514/1995 ΑρχΝ 48. 83, ΜΠρΝαυπλ.57/1984 Δ 18. 526), οι ανάγκες δε του δικαιούχου εκτιμώνται ανάλογα προς την ηλικία του, την οικογενειακή του κατάσταση, την οικονομική του κατάσταση, την κοινωνική του θέση και τις εν γένει υποχρεώσεις του, όπως π.χ. σπουδές τέκνων, ασθένεια μέλους της οικογένειάς του κ.λπ. (Β. Βαθρακοκοίλης όπ.π., άρθρο 728, αριθ. 3, 55). Απαιτώντας συνεπώς ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, που δικαιολογείται από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσας στιγμής, η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων (ΜΠρΑθ 449/2004 ΝοΒ 2004. 831, ΜΠρΠειρ 1248/1999 ΕΜετΔ 1999. 337, ΜΠρΑθ 3066/1999 Δ 30. 521, ΜΠρΑθ 34339/1998 ΔΕΕ 1999. 494, ΜΠρΑθ 11631/1998 ΔΕΝ 54. 1506, ΜΠρΑθ 12451/1997 ΝοΒ 45. 1150, ΜΠρΑθ 31951/1996 Αρμ 51. 1499, ΜΠρΑθ 31965/1995 ΑρχΝ 48. 690, ΜΠρΠειρ 232/1995 Δίκη 26. 595, ΜΠρΘεσ 14413/1994 ΑρχΝ ΜΖ. 751, ΜΠρΑθ 22493/1994 ΕλλΔνη 37. 707, ΜΠρΑθ 23867/1993 ΝοΒ 42. 233, ΜΠρΑθ 8650/1991 ΝοΒ 1992. 304, ΜΠρΧαλκ 686/1991 Δίκη 23. 262). Η προσωρινή επιδίκαση δίνεται μόνο για τον μετά την υποβολή της αίτησης χρόνο, γιατί με αυτήν επιδιώκεται η συντήρηση του δικαιούχου για τον χρόνο για τον οποίο ζητείται η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου, για δε τον παρελθόντα χρόνο δεν μπορεί να επιδικαστεί προσωρινά το γι’ αυτόν καθυστερούμενο ποσό, αφού κατ’ αυτόν οπωσδήποτε συντηρήθηκε και συνεπώς δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, η αδικαιολόγητη δε και μακράς διάρκειας καθυστέρηση άσκησης της αίτησης υποδηλώνει την έλλειψη επείγουσας περίπτωσης (ΜΠρΡοδ 1447/2007 ΝΟΜΟΣ, Τζίφρα Ασφαλιστικά Μέτρα, εκδ. 1985 σελ. 11-12., Κ. Μπέη, Ασφαλιστικά Μέτρα, άρθρο 682 σελ. 30 επ., Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάδυση ΚΠολΔ, άρθρο 728 αριθ. 6, άρθρο 682 αριθ. 12 και εκεί παραπομπές στη θεωρία και νομολογία). Η προσωρινή επιδίκαση μπορεί να δοθεί και για τον πριν την υποβολή της αίτησης χρόνο, μόνο σε περίπτωση που ο αιτών επικαλεστεί και πιθανολογηθεί ότι η προϋπόθεση της επείγουσας περίπτωσης ισχύει και για τον προγενέστερο χρόνο, όπως στην περίπτωση που αναγκάστηκε να πορισθεί τα αναγκαία προς συντήρηση του ποσά, για το διάστημα αυτό, με δανεισμό από τρίτους, στους οποίους εξακολουθεί να τα οφείλει (ΜΠρΑθ 9804/2011 ΕΕργΔ 2012. 107, ΜΠρΘες 21763/2005 όπ.π., ΜΠρΚερκ 458/2004 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΣαμ 99/2004 ΑρχΝ 2006. 647, ΜΠρΘεσ 4926/2003 όπ,.π., ΜΠρΑθ 298/1995 ΕΕΔ 1996. 248). Περαιτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής και αναιτιώδης δικαιοπραξία, συνεπώς δεν χρειάζεται αιτιολογία, για να είναι όμως έγκυρη και να επιφέρει τη λύση της σύμβασης από την πλευρά του εργοδότη πρέπει να είναι έγγραφη και εφόσον η απασχόληση του εργαζομένου είχε υπερβεί τους δύο μήνες να συνοδεύεται από την ανάλογη αποζημίωση απολύσεως.

Διαφορετικά, δεν είναι νόμιμη, δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης και ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος έναντι του εργαζομένου του οποίου δεν αποδέχεται την εργασία υποχρεούμενος να του καταβάλει τις αποδοχές του, ήτοι τον μισθό του και ότι άλλο αυτός θα εισέπραττε -επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας- σαν η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, μέχρι να καταγγείλει και νόμιμα τη σύμβαση. Η ακυρότητα λόγω μη καταβολής, της νόμιμης αποζημίωσης ή λόγω ελλιπούς καταβολής είναι σχετική και τάσσεται μόνο υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος και μόνο μπορεί να την επικαλεστεί. Ο εργαζόμενος δηλαδή δικαιούται να παραιτηθεί από τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος για την απόκρουση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως του και θεωρώντας την απόλυση του έγκυρη, να περιορισθεί στην αξίωση καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης του (ΕφΠειρ 117/2003 ΔΕΕ 2003. 1248, ΜΠρΘες 32564/2011 ΝΟΜΟΣ).

Η αιτούσα ισχυρίζεται με την υπό κρίση αίτηση ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε την 01.11.2010 από την καθ’ ης η αίτηση, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου, ζητεί δε ως ασφαλιστικά μέτρα επικαλούμενη συνδρομή επείγουσας περίπτωσης προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, και ειδικότερα τις ανάγκες συντήρησης αυτής, που είναι άνεργη, οι οποίες την ανάγκασαν να δανειστεί χρήματα από τρίτους, τα οποία οφείλει ήδη να επιστρέφει, αλλά και τις οφειλές της καθ’ ης η αίτηση προς τρίτους, οι οποίες καθιστούν αβέβαιη την ικανοποίηση των κατ’ αυτής απαιτήσεων της αιτούσας, όταν αποκτήσει γι’ αυτές εκτελεστό τίτλο: α) να της επιδικαστεί προσωρινά απαίτησή της από τη σύμβαση εργασίας με την καθ’ ης, την οποία η τελευταία κατήγγειλε την 25.11.2011 ακύρως χωρίς την καταβολή της οφειλόμενης σε αυτήν νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, άλλως καταχρηστικώς (σύμφωνα με τα επικαλούμενα στην αίτηση περιστατικά), και συγκεκριμένα ζητεί την επιδίκαση του συνολικού ποσού των 45.723,10 ευρώ, άλλως το ήμισυ αυτού, και ειδικότερα την επιδίκαση των μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την απόλυση της μέχρι και την 30.04.2014, οπότε πιθανολογείται ότι θα προσδιοριστεί η συζήτηση της κυρίας αγωγής που εμπρόθεσμα έχει ασκήσει για την ίδια αιτία συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας του ίδιου χρονικού διαστήματος, και συνολικά το ποσό των 41.677,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της καταγγελίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε την επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης πλέον της αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2011 συνολικού ποσού 3.256,02 ευρώ, καθώς και την επιδίκαση των δεδουλευμένων αποδοχών της για το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο έως και το Νοέμβριο του έτους 2011, πλέον του επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2011 και συνολικά το ποσό των 4.045,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τον αντίστοιχο μισθό και από την 31.12.2011 για το επίδομα Χριστουγέννων, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της καθ’ ης η αίτηση μέχρι του ποσού των 60.867,72 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αιτούμενη για προσωρινή επιδίκαση ανωτέρω απαίτησή της κατ’ αυτής συνολικού ποσού 45.723,10 ευρώ, όπως και η απαίτησή της για χρηματική ικανοποίηση ύψους 5.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε σε αυτήν από την καταχρηστική απόλυσή της, και να καταδικασθεί η καθ’ ης η αίτηση στη δικαστική της δαπάνη.

Η αίτηση παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 683 παρ. 1, 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 683 επ. του ΚΠολΔ) και είναι, όσον αφορά στο αίτημα προσωρινής επιδίκασης των απαιτήσεων, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, καθώς και σε αυτές του άρθρου 176 του ΚΠολΔ, τόσο για τον μετά της υποβολής της αίτησης χρόνο, όσο και για τον προγενέστερο, καθόσον εκτίθεται στην αίτηση η συνδρομή της, κατά το άρθρο 682 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προϋπόθεσης της επείγουσας περίπτωσης, δηλαδή της επείγουσας ανάγκης να ενεργοποιηθεί κατά ένα μέρος από τώρα η επίδικη έννομη σχέση, προϋπόθεση η οποία εναρμονίζεται και προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της προσωρινής επιδίκασης της απαίτησης, και ειδικότερα εκτίθεται στην αίτηση ότι η αιτούσα αναγκάσθηκε να ποριστεί τα αναγκαία προς συντήρησή της ποσά για το διάστημα αυτό με δανεισμό από τρίτους, στους οποίους εξακολουθεί να τα οφείλει. Μη νόμιμο είναι το αίτημα για την εφάπαξ καταβολή όλων των αιτούμενων μισθών υπερημερίας, διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 729 παρ. 1 του ΚΠολΔ η επιδίκαση των περιοδικών παροχών (όπως οι αιτούμενοι μισθοί υπερημερίας για το μετά την επίδοση της αίτησης χρονικό διάστημα) γίνεται σε παροχές που πληρώνονται όχι εφάπαξ, αλλά ανά μήνα και δη στο τέλος αυτού (άρθρο 655 του ΑΚ), αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, εν όψει ότι πρόκειται περί εργατικών απαιτήσεων (βλ. ΜΠΑ 113/2012 ΝΟΜΟΣ), καθώς και το αίτημα για επιδίκαση τόκων υπερημερίας επί των αιτουμένων ποσών, διότι, ναι μεν η επίδοση της αίτησης προσωρινής επιδίκασης απαίτησης συνιστά όχληση επαγομένη τοκοφορία, πλην όμως οι τόκοι δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικώς απαριθμούμενες στο άρθρο 728 του ΚΠολΔ περιπτώσεις παροχής προσωρινής προστασίας. Όσον αφορά στο αίτημα συντηρητικής κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων της καθ’ ης η αίτηση, την οποία η αιτούσα επιδιώκει σωρευτικά με την προσωρινή επιδίκαση των απαιτήσεών της, είναι απορριπτέο λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αιτούσας για τη λήψη του αιτουμένου ασφαλιστικού μέτρου παράλληλα με την προσωρινή επιδίκαση των απαιτήσεών της και προς εξασφάλιση των ιδίων αυτών απαιτήσεων. Ειδικότερα σκοπός του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης είναι η εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής ικανοποίησης του δανειστή, μετά τον εξοπλισμό της αξίωσής του με εκτελεστό τίτλο, για να αποτραπεί ο κίνδυνος ενδεχόμενης μελλοντικής αφερεγγυότητας του οφειλέτη και, συνεπώς, αν ο αιτών τη συντηρητική κατάσχεση έχει ήδη στα χέρια του τίτλο εκτελεστό, με τον οποίο μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, η αίτηση για επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης είναι απορριπτέα λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του, καθόσον η απόφαση που επιδικάζει προσωρινά απαιτήσεις αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εντασσόμενο στους εκτελεστούς τίτλους, που αναφέρονται στο άρθρο 904 του ΚΠολΔ, με βάση τον οποίο μπορεί ο δανειστής να προβεί σε εκτέλεση κατά τις διατάξεις του άρθρου 700 παρ. 1 και 2 εδ. β του ΚΠολΔ. Τέτοιο αίτημα μόνο ως επικουρικά προβαλλόμενο, για την περίπτωση, δηλαδή, της απόρριψης του αιτήματος προσωρινής επιδίκασης των απαιτήσεων της αιτούσας, θα ήταν παραδεκτό, το οποίο όμως δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση (βλ. ΜΠρΑθ 6777/2010 αδημ. με περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία). Πρέπει, επομένως, η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα απόδειξης ………… του ………. και της ανώμοτης εξέτασης του νομίμου εκπροσώπου της καθ’ ης …………, οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η αιτούσα προσλήφθηκε την 01.11.2010 από την καθ’ ης η αίτηση, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου, αντί συμφωνημένου μισθού 1.227,13 ευρώ και προσέφερε τις υπηρεσίες της έως και την 25.11.2011, οπότε η καθ’ ης προέβη σε έγγραφη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης. Η καταγγελία δεν συνοδεύτηκε από προσφορά, ούτε από καταβολή σε μετρητά χρήματα της αποζημίωσης, στην οποία η εργαζόμενη αιτούσα είχε για την αιτία αυτή νόμιμο δικαίωμα, όπως συνομολογείται και από την καθ’ ης, και επομένως πιθανολογείται ότι είναι άκυρη, γεγονός που έχει ως συνέπεια την υποχρέωση της καθ’ ης να καταβάλει στην αιτούσα τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας. Ήδη, η αιτούσα έχει ασκήσει εμπρόθεσμα (κατά τις διατάξεις του Ν. 3198/1955) τη σχετική από 07.02.2012 αγωγή της (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ………../13.02.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Λεράκη της ως άνω αγωγής στην καθ’ ης), με την οποία ζητεί την επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το μετά την απόλυσή της χρονικό διάστημα, ενώ με την υπό κρίση αίτηση ζητεί την προσωρινή επιδίκαση μισθών υπερημερίας τόσο για το χρονικό διάστημα μεταξύ της απόλυσής της και της άσκησης (επίδοσης) της παρούσας αίτησης, όσο και για το μετά την άσκηση αυτής χρόνο. Πιθανολογήθηκε, περαιτέρω, ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν έχει καταβάλει στην αιτούσα τις δεδουλευμένες αποδοχές μέρους του μηνός Σεπτεμβρίου, του μηνός Οκτωβρίου και μέρους του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2001, ύψους 2.920,57 ευρώ (1.227,13 ευρώ X 1/2 και 1.227,13 X 1 μήνα και 1.227,13 ευρώ X 22 ημερομίσθια) και την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2011, ενόψει της απασχόλησής της από την 01.05.2011 μέχρι την 25.11.2011, ήτοι επί 209 ημερολογιακές ημέρες (11 δεκαεννεαήμερα) 2/25 του μηνιαίου μισθού, ήτοι 49,09 ευρώ ανά 19ήμερο, δηλαδή 1.227,13 : 25 X 11 X2 = 1.079,87 ευρώ προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας με τον συντελεστή 1,04166, δηλαδή 1.124,97 ευρώ. Επίσης πιθανολογήθηκε επείγουσα περίπτωση για τη λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου της προσωρινής επιδίκασης των εν λόγω μισθών και των μισθών υπερημερίας, προκειμένου η αιτούσα να αντιμετωπίσει τις βιοτικές ανάγκες της, καθόσον ζει αποκλειστικά από το μισθό της και δεν έχει άλλα εισοδήματα από εργασία ή περιουσία, ενώ υπάρχει μικρή πιθανότητα άμεσης εργασιακής της αποκατάστασης. Επιπλέον συντηρείται από την οικονομική βοήθεια συγγενικών προσώπων και φίλων και έχει συνάψει σύμβαση δανείου και με την Εθνική Τράπεζα, το οποίο οφείλει ακόμα (βλ. την προσκομιζόμενη κίνηση λογαριασμού μηνός Δεκεμβρίου 2011). Το γεγονός ότι η αιτούσα κάλυψε τις ανάγκες της έως την υποβολή της αίτησης δεν αναιρεί τη συνδρομή της επείγουσας περίπτωσης για την προσωρινή επιδίκαση της απαίτησης, γιατί έχει καταφύγει σε δανεισμό από τρίτους, στους οποίους εξακολουθεί να οφείλει, κατά τα προαναφερθέντα. Κατόπιν τούτων, πιθανολογείται ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση για την προσωρινή επιδίκαση των εν λόγω μισθών και των μισθών υπερημερίας, αφού η αιτούσα παραμένει άνεργη από τον ανωτέρω χρόνο της απόλυσής της μέχρι και σήμερα και δεν έχει άλλους πόρους συντήρησης, και έτσι πιθανολογείται ότι θα βρεθεί σε πολύ μεγάλη οικονομική δυσχέρεια και δυσκολία να συντηρηθεί μέχρι τη συζήτηση της ως άνω τακτικής αγωγής, που έχει προσδιοριστεί για τις 14.10.2014 (πλην όμως η αιτούσα ζητεί την επιδίκαση μισθών υπερημερίας μέχρι την 30.04.2014 – άρθρο 106 του ΚΠολΔ). Γι’ αυτό πρέπει να της επιδικαστούν κατά μήνα σύμφωνα με το άρθρο 729 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οι μισθοί υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 26.11.2011 μέχρι την 30.04.2014, ήτοι ποσό 196,36 ευρώ (4 ημερομίσθια X 49,09 ευρώ) για το μήνα Νοέμβριο 2011 και ποσό 1.227.13 ευρώ μηνιαίως για τους λοιπούς μήνες, δεδομένου ότι κατά τον τελευταίο μήνα πριν τη λύση της εργασιακής της σύμβασης ελάμβανε μισθό 1.227.13 ευρώ, ποσό που αρκεί για τη συντήρηση της αιτούσας (αντιμετώπιση επείγουσας ανάγκης), και για το λόγο αυτό δεν θα επιδικαστούν προσωρινά και τα επιδόματα εορτών και αδείας του ως άνω χρονικού διαστήματος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η καθ’ ης να καταβάλει προσωρινά στην αιτούσα το ποσό των 4.045,54 ευρώ ως δεδουλευμένες αποδοχές και να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το ποσό των 196,36 ευρώ για το μήνα Νοέμβριο 2011 και το ποσό των 1.227,13 ευρώ μηνιαίως για τους λοιπούς μήνες με έναρξη από την 01.12.2011 μέχρι την 30.04.2014. Τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος (κατά την έκταση της νίκης αυτής) σε βάρος της καθ’ ης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 178 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ότι στο σκεπτικό κρίθηκε ως απορριπτέο.

Δέχεται κατά τα λοιπά εν μέρει την αίτηση.

Υποχρεώνει την καθ’ ης η αίτηση να καταβάλει προσωρινά στην αιτούσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων σαράντα πέντε ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (4.045,54 ευρώ).

Υποχρεώνει την καθ’ ης η αίτηση να καταβάλει προσωρινά στην αιτούσα το ποσό των εκατόν ενενήντα έξι ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (196,36 ευρώ) για το μήνα Νοέμβριο 2011 και το ποσό των χιλίων διακοσίων είκοσι επτά ευρώ και δεκατριών λεπτών (1.227,13 ευρώ) μηνιαίως για τους λοιπούς μήνες, με έναρξη από την 01.12.2011 μέχρι την 30.04.2014.

Επιβάλλει σε βάρος της καθ’ ης η αίτηση μέρος των δικαστικών εξόδων της αιτούσας, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, 29-8-2012 σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies