Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αίτηση αναστολής της εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης. Δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει η έφεση του αιτούντος κατά της απόφασης. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 2626/2018
Αριθμός κατάθεσης αίτησης: ……/……/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Ευστάθιο Μερκούρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε κατόπιν κλήρωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3327/2005, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2018 για να δικάσει τη με αριθμό κατάθεσης ……/……/2017 αίτηση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: …… …… του ……, με ΑΦΜ ……, κατοίκου ……, που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Θεοδώρας – Δήμητρας Ράλλη.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: …… …… του ……, με ΑΦΜ ……, κατοίκου …… Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Κατά η συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 912 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. «Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή έφεση κατά της απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με το άρθρο 908 ή 910 ΚΠολΔ, μπορεί έως τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ή της έφεσης, να διαταχθεί, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε, να ανασταλεί ολικά ή εν μέρει η εκτέλεση ώσπου να εκδοθεί η οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση, εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ή της έφεσης». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες της παρ. 2 του ίδιου άρθρου και των άρθρων 495 και 686 επ. Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι για τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, η οποία κηρύχθηκε από το Δικαστήριο προσωρινά εκτελεστή, είτε δυνητικά κατά το άρθρο 908, είτε υποχρεωτικά κατά το άρθρο 910 του ίδιου Κώδικα, απαιτείται η συνδρομή σωρευτικά των ακόλουθων προϋποθέσεων: α) Η άσκηση εμπρόθεσμης και παραδεκτής ανακοπής ή έφεσης κατά της άνω απόφασης, χωρίς να απαιτείται και ο προσδιορισμός δικασίμου προς εκδίκασή τους, β) υποβολή αίτησης του ηττηθέντος διαδίκου, έως τη συζήτηση της ανακοπής ή της έφεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, γ) πιθανολόγηση ευδοκίμησης της ανακοπής ή της έφεσης και η εξ αυτής πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης του αιτούντα την αναστολή και δ) ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης ή ανάγκη αποτροπής επικείμενου κινδύνου (βλ. ΜΠρΑθ 5608/2012 αδημοσίευτη).
Ο αιτών ζητεί, με την υπό κρίση αίτησή του, να ανασταλεί η εκτέλεση της κηρυχθείσας προσωρινά εκτελεστής 1.891/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) ενόψει της από 10-12-2017 έφεσης που άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά κατ’ αυτής για το λόγο ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης και επιπλέον διότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την εκτέλεση εις βάρος του. Η αίτηση με το ως άνω περιεχόμενο αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, στηριζόμενη στο άρθρο 912 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την κατάθεση των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο και από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν κι επικαλούνται οι διάδικοι, πιθανολογήθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο καθ’ ου προσλήφθηκε από την αιτούσα, την 1η-4-2014, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί, ως φορτοεκφορτωτής, στην επιχείρηση εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων που εκμεταλλευόταν ο τελευταίος, έναντι μηνιαίου μισθού 838,32 €. Ο καθ’ ου παρείχε, πράγματι, τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του αιτούντος, μέχρι τις 6-10-2014, οπότε ο εργοδότης του έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, χωρίς όμως να του καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Ακολούθως, ο αιτών, στις 16-7-2015 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του καθ’ ου, χωρίς, ωστόσο, να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ο αιτών, με λόγο της έφεσής του, ισχυρίζεται ότι ο καθ’ ου έπαυσε να εργάζεται στις 6-10-2014, λόγω της από μέρους του (αιτούντος) άτυπης και προφορικής, κατά την ημέρα αυτή, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του (καθ’ ου), με αποτέλεσμα η επιδοθείσα στον αιτούντα, στις 16-10-2015, αγωγή να έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την εκπνοή της τρίμηνης προθεσμίας από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ο λόγος αυτός της έφεσης πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί. Πιο συγκεκριμένα, από την επισκόπηση του αποδεικτικού υλικού πιθανολογήθηκε ότι σε περίπτωση που είχε πράγματι λάβει χώρα, στις 6-10-2014, (άτυπη) καταγγελία της σύμβασης εργασίας από μέρους του αιτούντος, ο τελευταίος δεν θα προέβαινε, ακολούθως, στις 16-7-2015 (ήτοι εννέα και πλέον μήνες μετά την παύση της εν τοις πράγμασι παροχής εργασίας από μέρους του καθ’ ου) σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ο αιτών, επιχειρώντας να δικαιολογήσει την παρέλευση του ως άνω χρονικού διαστήματος ισχυρίζεται ότι ο καθ’ ου δεν υπέγραψε το έντυπο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας στις 6-10-2014, καθόσον κατόπιν σχετικής προηγούμενης παράκλησής του, ο αιτών δέχτηκε καλόπιστα να διατηρήσει την ασφάλισή του για τέσσερις περαιτέρω μήνες, ώστε να λάβει τα ένσημα που είχε χάσει από τον Απρίλιο του 2014 έως και τον Αύγουστο του 2014 (ας σημειωθεί ότι η δήλωση της πρόσληψης του καθ’ ου στις αρμόδιες δημόσιες αρχές στις δεν έλαβε χώρα την 1η-4-2014, αλλά στις 8-8-2014, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, ο καθ’ ου, από προσωπική του αμέλεια και δυστροπία, δεν προσκόμιζε, κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, τα απαιτούμενα προς την ανωτέρω πρόσληψη έγγραφα). Ο αιτών ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι από την εκπνοή του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των τεσσάρων μηνών (Φεβρουάριος του 2015) επιχειρούσε να έρθει σε επαφή με τον καθ’ ου, πλην όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό παρά μόνο τον Μάιο του 2015, όταν ο καθ’ ου γνωστοποίησε την πρόθεσή του να υπογράψει το έντυπο της καταγγελίας, χωρίς, ωστόσο, να υλοποιήσει και πάλι την προμνησθείσα πρόθεσή του. Κατόπιν των ανωτέρω, ο αιτών ισχυρίζεται ότι προέβη στην έγγραφη – εξώδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του στις 16-7-2015, προκειμένου να παύσει να εμφανίζεται ο καθ’ ου ότι εργάζεται για λογαριασμό του στα μισθολόγια του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ. Οι ανωτέρω αιτιάσεις του αιτούντος πιθανολογείται ότι θ’ απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθόσον κινείται επέκεινα της συναλλακτικής πρακτικής (α) η διατήρηση από μέρους του εργοδότη της ασφάλισης ενός εργαζομένου του για το μετέπειτα της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας χρονικό διάστημα και (β) η περαιτέρω καθυστέρηση (και μάλιστα χωρίς την επίκληση ενός σπουδαίου λόγου) στην υλοποίηση της εγγράφως αποδεικνυόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, τη στιγμή μάλιστα που η τυπική λήξη μίας εργασιακής σχέσης ενώπιον των αρμοδίων αρχών συνδέεται με πλείστες όσες έννομες συνέπειες. Κατόπιν των ανωτέρω, πιθανολογήθηκε ότι ο αιτών προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του καθ’ ου στις 16-7-2015 και, ως εκ τούτου η επίδικη αγωγή, που ασκήθηκε στις 16-10-2015 (κατατέθηκε στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 16-10-2015 και επιδόθηκε αυθημερόν στον εναγόμενο – αιτούντα) ασκήθηκε εμπρόθεσμα, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αιτούντος. Πιθανολογήθηκε, περαιτέρω, ότι ο αιτών κατήγγειλε, κατά τα ανωτέρω, στις 16-7-2015, εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του καθ’ ου, χωρίς ωστόσο να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη, εξ αυτού δε του λόγου ο αιτών, ο οποίος αρνείται να αποδεχτεί τις πραγματικές και προσήκουσες υπηρεσίες του καθ’ ου, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη (άρθρα 349, 350 & 656 ΑΚ), έχοντας την υποχρέωση να καταβάλλει στον καθ’ ου τις αποδοχές, τις οποίες εκείνος θα ελάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη του (αιτούντος) να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του. Συνεπώς, ο ενάγων – καθ’ ου δικαιούται να λάβει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 7-10-2014 έως 31-12-2016, συμπεριλαμβανομένων και των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας Ας σημειωθεί δε ότι από τη στιγμή που πιθανολογήθηκε η υπερημερία του αιτούντος – εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του καθ’ ου – εργαζομένου, ο τελευταίος αποκτά άμεσο δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 656 εδ. α ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 ν. 4.139/2013), να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και να αποδείξει, εφόσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμά του δικαστικώς, πρόσθετα περιστατικά, τα οποία, σε συγκεκριμένη υπόθεση, καθιστούν καταχρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του, μετά την απαγγελία της ακυρότητας (ΑΠ 770/2016, ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν των ανωτέρω, οι λόγοι της έφεσης με τους οποίους ο αιτών βάλλει κατά της πληττόμενης απόφασης ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένα η τελευταία εδέχθη ότι ο καθ’ ου (α) δικαιούται μισθούς υπερημερίας και (β) δικαιούται να απαιτήσει την άνευ ετέρου (λόγω της υπερημερίας του αιτούντος) πραγματική του απασχόληση, χωρίς να εξετασθεί περαιτέρω αν η απόκρουση των προσφερόμενων υπηρεσιών από μέρους του εργοδότη έλαβε χώρα κάτω από συνθήκες που στοιχειοθετούν καταχρηστική ή προσβλητική (από μέρους του) συμπεριφορά, πιθανολογείται ότι θα απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμος (ο πρώτος) και νόμω αβάσιμος (ο δεύτερος). Κατόπιν των ανωτέρω, δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης και πρέπει η υπό κρίση αίτηση ν’ απορριφθεί. Ο αιτών πρέπει να καταδικασθεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του καθ’ ου, λόγω της ήττας του στην παρούσα δίκη (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του καθ’ ου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2018, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
