Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αίτηση αναστολής της εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης. Δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει η έφεση του αιτούντος κατά της απόφασης. Απορρίπτει την αίτηση.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 3423/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Εύα Πετρίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίστηκε με κλήρωση.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23.1.2017, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ……… ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Πορφύρη.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: …….. ………. του ………, κατοίκου ……… Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η αίτησή του που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθ. ………/………/4.7.2016 και προσδιορίστηκε αρχικά για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 25.10.2016. Κατά την ημερομηνία εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης oι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους. Επίσης, εντός της σχετικής προθεσμίας που χορηγήθηκε από τη Δικαστή, κατέθεσαν έγγραφα σημειώματα.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθ. 113/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών), κατά το μέρος που αυτή κηρύχθηκε σε βάρος τους προσωρινά εκτελεστή, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης που ο αιτών έχει ασκήσει νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της ίδιας απόφασης, η οποία (έφεση) κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. ………/4.7.2016 και η συζήτησή της προσδιορίστηκε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών στη δικάσιμο της 20.2.2018. Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 912 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αίτηση να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (………. …….. και ……… ………) στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν – μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι διάδικοι και δόθηκαν όχι για την προκείμενη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων αλλά στο πλαίσιο της κύριας δίκης (βλ. τις υπ’ αριθ. ………, ………, ………/15.10.2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δανιά-Σινιάνη, τις οποίες προσκομίζει ο αιτών και την υπ’ αριθ. ………/20.10.2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία προσκομίζει ο καθ’ ου) – πιθανολογούνται τα ακόλουθα: Επί της υπ’ αριθ. κατάθεσης ………/ ………/4.7.2014 αγωγής του καθ’ ου σε βάρος του αιτούντος, η οποία συζητήθηκε (κατόπιν αναβολής) στις 4.2.2015, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 113/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών). Η απόφαση δέχθηκε ότι ο αιτών είχε επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας κουφωμάτων αλουμινίου και σιδηροκατασκευών, ότι είχε προσλάβει από το έτος 2006 τον καθ’ ου (τότε ανήλικο) με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ανειδίκευτο βοηθό τεχνίτη και από το έτος 2010 απασχολούσε πλέον τον καθ’ ου ως ειδικευμένο τεχνίτη στην τοποθέτηση κουφωμάτων και σιδηροκατασκευών σε οικοδομές, για πενθήμερη απασχόληση και έναντι καθαρών αποδοχών 1.000 ευρώ το μήνα και μικτών 1.197,61 ευρώ. Ότι ο καθ’ ου, αλβανικής υπηκοότητας, κατά την πρόσληψή του δεν διέθετε άδεια εργασίας, πλην όμως εκδόθηκε τέτοια μεταγενέστερα και ισχυροποιήθηκε η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας του. Ότι οι διάδικοι στις 16.9.2013 συμφώνησαν να συνάψουν και εγγράφως πλέον την πιο πάνω σύμβαση εργασίας, την οποία μετέτρεψαν σε μερικής απασχόλησης, για πέντε ώρες κάθε ημέρα (του πενθημέρου) και με ημερομίσθιο το ποσό των 17,12 ευρώ και ότι ο αιτών στο τέλος του έτους 2013 αποχώρησε αυτοβούλως από την εργασία του. Περαιτέρω, η απόφαση έκρινε ότι ο αιτών όφειλε στον καθ’ ου, για τα έτη από 2010 μέχρι 2013, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας, συνολικού ποσού 14.679,68 ευρώ. Με βάση το σκεπτικό αυτό, όπως αναπτύσσεται στην παραπάνω απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του καθ’ ου σε βάρος του αιτούντος και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στον καθ’ ου το προαναφερόμενο ποσό (πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων), καθώς και να χορηγήσει στον καθ’ ου πιστοποιητικό εργασίας (με απειλή χρηματικής ποινής). Η προαναφερόμενη απόφαση κηρύχθηκε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή και ειδικότερα για το ποσό των 6.000 ευρώ από την άνω χρηματική καταψηφιστική διάταξή της. Περαιτέρω, δεν πιθανολογείται ότι έσφαλε η συγκεκριμένη απόφαση και πάντως όχι για το ποσό που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και στο οποίο αφορά η κρινόμενη αίτηση αναστολής. Ο αιτών, προς απόκρουση των παραπάνω κονδυλίων που αφορούν στο χρονικό διάστημα των ετών 2010-2013, ισχυρίζεται (μεταξύ των άλλων) ότι ο καθ’ ου προσλήφθηκε στις 17.9.2013, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος και δεν υποστηρίζεται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου (και του ίδιου και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της κύριας δίκης) – ο οποίος δήλωσε ότι δεν έχει δική του αντίληψη μετά το έτος 2010 – ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο αιτών, στις οποίες οι ενόρκως βεβαιούντες αναφέρουν ότι ο αιτών είχε ως εργάτη τον καθ’ ου στο τέλος του έτους 2013 και δεν λαμβάνουν σαφή θέση στο ζήτημα αν ο καθ’ ου εργαζόταν και πριν στην επιχείρηση του αιτούντος και ειδικότερα στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 2010 μέχρι το έτος 2013 (στο οποίο αφορούν τα κονδύλια που έγιναν δεκτά από την πρωτοβάθμια απόφαση). Αντιθέτως η κατάθεση της μάρτυρος του καθ’ ου στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου (και της ίδιας και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της κύριας δίκης) είναι σαφής και κατηγορηματική ως προς την παραπάνω απασχόληση του καθ’ ου, όπως και η ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει ο καθ’ ου. Σημειώνεται, τέλος, ότι η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον ισχυρισμό του αιτούντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αγωγής, με την αιτιολογία ότι ο αιτών επανέλαβε με αυτόν τους λόγους που συνιστούν άρνηση της αγωγής και δεν επικαλέσθηκε κανένα αυτοτελές γεγονός που θα συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος. Πράγματι, ο αιτών πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει ως λόγο έφεσης ότι μέχρι την άσκηση της αγωγής, το έτος 2014, ο καθ’ ου δεν είχε θέσει έναντι του αιτούντος ζήτημα οφειλών του τελευταίου και έτσι ο καθ’ ου δημιούργησε στον αιτούντα την πεποίθηση ότι δεν θα προβάλλει αντίστοιχες αξιώσεις και δημιουργεί στον αιτούντα ανάλογη οικονομική ζημία. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, άλλως ως μη νόμιμος και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού η τυχόν μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου [η οποία, άλλωστε, δεν θεμελιώνεται καν ως προς τα επίδικα κονδύλια], ακόμα μάλιστα και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη [τέτοιες δεν εκτίθενται, ούτε προκύπτουν στην κρινόμενη υπόθεση], ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να προκαλεί επαχθείς συνέπειες και να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (βλ. αντί πολλών ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 8/2001).
Κατόπιν όλων των παραπάνω πιθανολογείται ότι η έφεση του αιτούντος δεν θα ευδοκιμήσει και πάντως όχι για το ποσό (6.000 ευρώ) που η εκκαλούμενη απόφαση κηρύχθηκε σε βάρος του προσωρινά εκτελεστή. Συνακόλουθα, δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης κατά το προσωρινά εκτελεστό μέρος της, ανεξαρτήτως της τυχόν βλάβης του αιτούντος από την εκτέλεση, η οποία και εξετάζεται μόνο σε περίπτωση που πιθανολογείται κατά τούτο η ευδοκίμηση της έφεσης (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθρ. 912 αριθ. 7, σελ. 178, ΠΠρΘεσ 1676/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΘεσ 1404/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΑθ 4477/2015 ΝοΒ 2015, 1259, ΜΠρΑΘ 3284/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ). Τέλος, θα επιβληθούν στον αιτούντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου (άρθρ. 176 ΚΠολΔ, 84 § 2 εδ. α’ ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων»), κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 106, 191 § 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 ΜΑΙ 2017
