Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022

Περίληψη: Ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής. Αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής. Πότε το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά. Γίνεται στάθμιση των αντιτιθεμένων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν την μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία. Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.  Απορρίπτει ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Η αιτούσα επικαλείται μόνο ότι εξαιτίας της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής τέθηκαν τα συμφέροντά της σε ανυπολόγιστο κίνδυνο, χωρίς να συνοδεύει αυτό το περιστατικό με την επίκληση κάποιας συμπεριφοράς της καθ’ ης, που προηγήθηκε της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του να αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Δεν πιθανολογήθηκε ότι η αιτούσα, της οποίας το οικονομικό μέγεθος είναι αδιαμφισβήτητο, θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την εκτέλεση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ το ποσό αυτό είναι άμεσα αναγκαίο στην καθ’ ης και προς ικανοποίησή της για την αντιμετώπιση των τρεχουσών βιοτικών αναγκών της. Απορρίπτει την αίτηση.

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1983/2015

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Πολυξένη Κάρλου, την οποία όρισε η πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18-6-2015, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «……………..», και τον διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στα …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Γιάννας Αποστολοπούλου.

ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: ……………, κατοίκου …………… Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.

Η αιτούσα με την από 4-6-2015 αίτησή της, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, που κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό ……………/ 8-6-2015, ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Κατά την προκειμένη συζήτηση και μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, το Δικαστήριο αφού :

ΑΚΟΥΣΕ ΟΣΑ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα εκθέτει, ότι κατά της με αριθ. 7394/2015 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, έχει ασκήσει την από 4-6-2015 ανακοπή της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία επιδιώκει την ακύρωση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, για τους λόγους που διαλαμβάνονται σ’ αυτήν. Επικαλούμενη περαιτέρω η αιτούσα ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της εμπροθέσμως και νομοτύπως ασκηθείσας ανωτέρω ανακοπής, ζητεί, προς αποτροπή επέλευσης ζημίας της, ν’ ανασταλεί η εκτέλεση της πληττόμενης διαταγής πληρωμής και της από 22-5-2015 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της διαταγής πληρωμής μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της άνω ανακοπής.

Η αίτηση αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ. Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (καθόσον η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 29-5-2015 σύμφωνα με την επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Κων. Λεράκη επί του σώματος του επιδοθέντος στην ανακόπτουσα αντιγράφου, η δε αιτούσα άσκησε εμπροθέσμως την από 3-6-2015 ανακοπή του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ. της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε στις 30-1-2017) και νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων …………… και ……………, όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τους ισχυρισμούς τους που ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο και εκθέτουν στα οικεία σημειώματα, που υπέβαλαν εμπρόθεσμα στο Δικαστήριο και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία πιθανολογήθηκαν τα πιο κάτω πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 30-9-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων, έχει εκδοθεί με επιμέλεια της καθής, η με αριθ. 7394/2015 διαταγή πληρωμής αυτού του Δικαστηρίου σε βάρος της αιτούσας, με την οποία υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην καθής το χρηματικό ποσό των 17.700,00 ευρώ, που προσαυξάνεται κατά τα σχετικά έξοδα και τους νόμιμους τόκους, το οποίο αναλύεται σε 7.591,66 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης (υπόλοιπο) και 10.108,34 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές της καθής. Κατ’ αυτής η αιτούσα άσκησε εμπρόθεσμα ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 3-6-2015 ανακοπή της, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 30-1-2017 και με αυτή ισχυρίζεται, ότι η καθής άσκησε καταχρηστικά κατ’ άρθρ. 281 ΑΚ το δικαίωμά της να εκδώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ενεργώντας κατά παράβαση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, δοθέντος ότι αφενός μεν της έχει ήδη καταβάλει το ποσό των 18.064,88 ευρώ, αφετέρου δε η καθής γνώριζε από τα τέλη του 2012 ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας, για την αντιμετώπιση της οποίας βρίσκεται σε εξέλιξη συμφωνία αυτής με τις πιστώτριες τράπεζες ένα νέο επιχειρηματικό σχέδιο αναδιάρθρωσης και αναχρηματοδότησής της, σύμφωνα με το οποίο προβλέπεται χρηματοδότηση αυτής με κεφάλαιο κίνησης ποσού 3.300,00 ευρώ.

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και σκοπεύει στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας κατά την άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του και η διαμορφωθείσα κατά το διάστημα που μεσολάβησε πραγματική κατάσταση καθιστούν επαχθή την μεταγενέστερη άσκησή του και ειδικότερα όταν η ανατροπή της διαμορφωθείσας πραγματικής κατάστασης με την άσκηση του δικαιώματος συνεπάγεται για τον υπόχρεο δυσβάστακτες συνέπειες, καθ’ υπέρβαση προφανή των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ώστε για την αποτροπή αυτών να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. (ΑΠ 205/2001 Ελλ.Δ/νη 42, 1571, ΑΠ 190/2001 ΕλλΔ/νη 42, 1570). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντιτιθεμένων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν την μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία. Ωστόσο, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα, να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) μόνον αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση κατά τα προαναφερόμενα. (ΑΠ 1742/2004 αδημ., Εφ.Λαρ. 298/2008 ΕΕμπ.Δ. 2008, 1063). Στην προκειμένη περίπτωση ο μοναδικός λόγος της ανακοπής, που αφορά σε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ είναι μη νόμιμος και πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει, αλλά αντίθετα βεβαιώθηκε ότι θ’ απορριφθεί και ειδικότερα: Η αιτούσα, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της παραγωγής μεταλλικών αντικειμένων, είχε προσλάβει την καθής τον Φεβρουάριο 1990 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου η τελευταία να της προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου, στο υποκατάστημα που αυτή διατηρεί στο …………… Αττικής, αντί μηνιαίου μισθού. Με βάση τη σύμβαση αυτή η καθής απασχολήθηκε στην αιτούσα μέχρι την 30-9-2013, οπότε αυτή κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων το από 30-9-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου η αιτούσα αποδέχτηκε και ομολογεί, ότι οφείλει στην καθής το ποσό των 35.764,88 ευρώ που αναλύεται ως εξής: α) για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 10.108,34 ευρώ και β) για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 25.656,54 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα από 30-9-2013 έως 25-9-2015, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που προσδιορίζονται στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Έναντι του άνω ποσού η αιτούσα έχει ήδη καταβάλει στην καθής το ποσό των 18.064,88 ευρώ. Ωστόσο, η ενέργεια της καθής να εκδώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής δεν θεμελιώνει την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της τελευταίας, διότι η άσκηση του δικαιώματος δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική από το γεγονός και μόνο ότι επιφέρει επιβλαβή αποτελέσματα για τον υπόχρεο. Εξάλλου, η αιτούσα είχε αποδεχθεί την ως άνω συμφωνία αδιαμαρτύρητα από τον Σεπτέμβριο 2013, οπότε και υπέγραψε το ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο δήλωσε ότι αναγνωρίζει τις οφειλές της προς την καθής και είχε πλήρη αντίληψη του περιεχομένου των συμφωνηθέντων όρων και ανέλαβε μόνη της την υποχρέωση, όπως καταβάλει την ως άνω συμφωνηθείσα αμοιβή. Έτσι τα πραγματικά περιστατικά που η αιτούσα επικαλείται για να στηρίξει την κατάχρηση και αληθή υποτιθέμενα, δεν περιάγουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την άσκηση του δικαιώματος της καθής να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της και του υπολοίπου της αποζημίωσης απόλυσης σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού και δεν την καθιστούν καταχρηστική, δεδομένου ότι η αιτούσα επικαλείται μόνο ότι εξαιτίας της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής τέθηκαν τα συμφέροντά της σε ανυπολόγιστο κίνδυνο, χωρίς να συνοδεύει αυτό το περιστατικό με την επίκληση κάποιας συμπεριφοράς της καθής, που προηγήθηκε της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του να αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Άλλωστε, η συμφωνία διαπραγμάτευσης και αναχρηματοδότησης την οποία επικαλείται η αιτούσα, είναι ανυπόγραφη και σε απλό σχέδιο με αμφίβολα αποτελέσματα περί της άμεσης εγκρίσεώς της.

Περαιτέρω, δεν πιθανολογήθηκε ότι η αιτούσα, της οποίας το οικονομικό μέγεθος είναι αδιαμφισβήτητο, θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την εκτέλεση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ το ποσό αυτό είναι άμεσα αναγκαίο στην καθής και προς ικανοποίησή της για την αντιμετώπιση των τρεχουσών βιοτικών αναγκών της. Συνεπώς, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν εις βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα της καθής (άρθρ. 178 παρ. 3 εδ. β’ του Ν.Δ. 3026/1954).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση.

Και

Επιβάλλει εις βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα της καθής, τα οποία ορίζει στο ποσό των 170,00 ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση 3 ΙΟΥΛ. 2015

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies