Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω εκδικητικότητας. Ο εργαζόμενος, ενώ ακόμα παρείχε την εργασία του στην εναγόμενη, βεβαίωσε ενόρκως προς υποστήριξη αγωγής συναδέλφου του κατά της εναγόμενης. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 5.179,68 Ευρώ για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αριθμός απόφασης 1915/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)
Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Χριστόφορο Λινό, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Αναστασία Καραγγελή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2014, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος …………………, κατοίκου ……….., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Της εναγόμενης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………………..», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Μερεκούλια.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 18 Ιουνίου 2013 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ………….2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../2013, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 26ης Νοεμβρίου 2013 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, γράφηκε δε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Ο ενάγων ισχυρίζεται, με την υπό κρίση αγωγή, τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, προκειμένου να παράσχει την εργασία σου, υπό την αναγραφόμενη στην αγωγή ειδικότητα, μερικώς απασχολούμενος και έναντι των νόμιμων αποδοχών. Ωστόσο, αν και εκτελούσε με επιμέλεια την άνω εργασία του, η εναγόμενη προέβη σε προφορική και αζήμια καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, η οποία υπαγορευόταν από λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγούμενης νόμιμης, αλλά μη αρεστής σε εκείνη, συμπεριφοράς του, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ενώ επιπροσθέτως δεν του κατέβαλε τις αποδοχές του για την εργασία που παρέσχε κατά τον τελευταίο μήνα της απασχόλησής του, ύψους 242,80 ευρώ. Με βάση τα περιστατικά αυτά και επικαλούμενος επιπλέον ότι η ως άνω εκδικητική απόλυσή του τον προσβάλλει παράνομα και υπαίτια στην προσωπικότητά του, ζητεί: Α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής του, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής, αίτημα από το οποίο παραδεκτώς παραιτήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρο 223 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α του ίδιου κώδικα), καθώς και με καταχωρηθείσα στα πρακτικά σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Β) κυρίως: i) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης για όλους τους προπαρατεθέντες λόγους, ii) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία του, με τους όρους που ίσχυαν πριν την απόλυσή του και με την απειλή επιβολής χρηματικής ποινής, ύψους 1.000 ευρώ, για κάθε ημέρα παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, iii) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας αναγόμενες στο διάστημα από την επομένη της απόλυσής του και έως την πιθανολογούμενη ημεροχρονολογία συζήτησης της αγωγής, 4.556,74 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της απόλυσής του, άλλως από τη δήλη ημέρα καταβολής τους, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, όπως κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο παραδεκτώς περιόρισε την εν λόγω αξίωση του στο ποσό αυτό, iv) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προεκτιθέμενη προσβολή της προσωπικότητάς του, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και Γ) επικουρικώς, ήτοι στην περίπτωση που η απόλυσή του ήθελε κριθεί έγκυρη i) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει 1.133,06 ευρώ, ως το σύνολο της νόμιμης αποζημίωσής του και των αποδοχών άδειας που δεν έλαβε κατά το έτος της απόλυσής του, νομιμοτόκως από την επομένη αυτής, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και ii) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, με απειλή επιβολής χρηματικής ποινής, ύψους 5.900 ευρώ, για την περίπτωση μη συμμόρφωσή της. Τέλος, ζητεί την κήρυξη της παρούσας προσωρινά εκτελεστής, καθώς και την καταδίκη της εναγομένης στη δικαστική του δαπάνη. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην (άρθρα 9, 11 αριθ. 7 και 16 αριθ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τόπο (άρθρο 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) και παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί στο Δικαστήριο αυτό κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εναγομένης είναι επαρκώς ορισμένη κατά το υπό στοιχείο Βii) αίτημά της για το παραδεκτό του οποίου, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 656 ΑΚ από το καταλαμβάνον και εκκρεμείς υποθέσεις άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (βλ. και άρθρο 98 παρ. 1 εν λόγω νόμου), δεν είναι απαραίτητη η αναφορά ότι η άρνηση απασχόλησης του εργαζόμενου προσβάλλει αυτόν στην προσωπικότητά του, αναφορά στην οποία σε κάθε περίπτωση ο ενάγων προβαίνει εν προκειμένω. Αντιθέτως, κατά το υπό στοιχείο Γii) αίτημά της, η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων δεν εκθέτει άρνηση της εναγομένης να του χορηγήσει του αιτούμενο πιστοποιητικό, στοιχείο το οποίο από τη διάταξη του άρθρου 678 ΑΚ προκύπτει ότι είναι αναγκαίο να εκτίθεται για το παραδεκτό του υπό κρίση αιτήματος (ΕφΠειρ 90/1986 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», Γεωργίου Λεβέντη – Κώστα Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 2011, σελ. 617). Εξάλλου, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 656, 349, 350, 174, 180, 281, 57, 59, 299, 914, 932 ΑΚ, 3 ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 και 3 ν. 3198/1955, 2 παρ. 1 αν 539/1945, 1 ν. 1082/1980, 69 παρ. 1 στοιχ. α’, 70, 219, 908 παρ. 1 στοιχ. ε’, 910 αριθ. 4, 946 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα της τοκοφορίας επί των υπό στοιχεία Βiii) και Γi) κονδυλίων (το τελευταίο κατά το μέρος του που αφορά τις διωκόμενες αποδοχές μη ληφθείσας άδειας) από την επομένη της επίδικης καταγγελίας, χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενάγων δεν επικαλείται όχληση της εναγομένης. Βεβαίως, το υπό κρίση αίτημα είναι νόμιμο κατά τις επικουρικές βάσεις του, ήτοι από τη δήλη ημέρα καταβολής των αιτούμενων ποσών, καθώς και από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, στηρίζεται δε στις προπαρατεθείσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως και στη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ. Κατά συνέπεια, πρέπει η αγωγή να εξεταστεί ακολούθως και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, καθόσον από την επικαλούμενη καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας (21.3.2013) μέχρι και την επίδοσή της (βλ. την ………./20.6.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), δεν παρήλθε η τρίμηνη και η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955. Επισημαίνεται ότι η αγωγή δεν υπόκειται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, αφού το αντικείμενό της δεν υπερβαίνει το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 1 στοιχ. α’ ΚΠολΔ).
II. Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της, αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, διατεινόμενη ότι ο ενάγων αρχικώς αρνήθηκε να υπογράψει το έγγραφο της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, το οποίο και του κοινοποίησε στη συνέχεια, ενώ του κατέβαλε και 424,97 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, η οποία (απόλυση) δεν ήταν εκδικητική, αλλά οφειλόταν στη λύση και εκκαθάριση αυτής, συνεπεία της οποίας κατά την ημέρα της επίδικης καταγγελίας απολύθηκε το σύνολο και των δεκαεπτά εργαζομένων της. Επιπλέον, με τις ίδιες προτάσεις της, καθώς και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, προβάλλει την ένσταση καταβολής της αναζητούμενης από τον ενάγοντα, ως τμήμα των αποδοχών υπερημερίας του, αναλογίας επιδόματος Πάσχα. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και συνεπώς πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
ΙΙΙ. Από την προσήκουσα εκτίμηση και στάθμιση της ένορκης κατάθεσης του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα απόδειξης (δεν εξετάστηκε μάρτυρας ανταπόδειξης), η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, από την ………../30.10.2013 ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη Αθηνών της μάρτυρα του ενάγοντος ……………….., η οποία λήφθηκε μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την αναφερόμενη στη με αριθμό 1 σκέψη της παρούσας έκθεση επίδοσης), καθώς και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 25.11.2010 προφορικής συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία εκμεταλλεύεται με σύμβαση δικαιόχρησης το ευρισκόμενο στην ……… και επί της οδού ……………. εστιατόριο της αλυσίδας «……….», προκειμένου να παράσχει την εργασία του στο τελευταίο ως διανομέας, επί τρεις ημέρες εβδομαδιαίως, τέσσερις ώρες ημερησίως και έναντι του οριζόμενου από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας μισθού, ο οποίος το Μάρτιο του 2013 είχε ανέλθει στο ποσό των 315,69 ευρώ μηνιαίως. Ακολούθως, αν και ασκούσε προσηκόντως την άνω εργασία του, η εναγομένη στις 21.3.2013 κατήγγειλε την εργασιακή του σύμβαση προφορικώς και χωρίς να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως νόμιμη αποζημίωση. Συνεπώς, η απόλυσή του είναι για τους δύο ως άνω λόγους άκυρη, ενώ το γεγονός ότι η εναγόμενη, επικαλούμενη την από μέρους του άρνηση υπογραφής του σχετικού εγγράφου, του κοινοποίησε αυτό μόλις στις 28.3.2013 και του κατέβαλε 424,97 ευρώ ως αποζημίωση μόλις στις 25.7.2013, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, δεδομένου ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αφενός μεν δεν απαιτείται η υπογραφή του εγγράφου της από τον απολυόμενο, αφετέρου δε είναι αναγκαία η κατά την ημέρα συντέλεσής της καταβολή σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης. Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση των παρατιθέμενων στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι η απόλυση του ενάγοντος υπαγορεύτηκε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, εξικνούμενους από το ότι αυτός στις 14.6.2012, ήτοι ενώ ακόμα παρείχε την εργασία του στην εναγομένη, προσήλθε στην Ειρηνοδίκη Αθηνών και βεβαίωσε ενόρκως προς υποστήριξη της απευθυνόμενης εναντίον της νυν εναγομένης από 24.5.2012 αγωγής του συναδέλφου του – εργαζομένου στο ίδιο ως άνω εστιατόριο …………., με την οποία εκείνος ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσής του, καθώς και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας και διαφόρων ποσών οφειλόμενων από την παροχή της εργασίας του στην εναγομένη. Μάλιστα, η εναγομένη είχε επανειλημμένως προσπαθήσει να πείσει ανεπιτυχώς τον ενάγοντα να ανακαλέσει την ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή του, με τελευταία φορά τις 21.3.2013, επικείμενης της συζητήσεως της αγωγής του ………….. στις 26.4.2013, οπότε και πράγματι δικάστηκε αυτή, γενομένη εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Μετά ταύτα, ενόψει και της χρονικής εγγύτητας της επίδικης καταγγελίας με τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής, συνάγεται ότι ο ενάγων απολύθηκε στην πραγματικότητα εξαιτίας της προαναφερόμενων νόμιμων, πλην όμως μη αρεστών στην εναγομένη, ενεργειών του (δόση ένορκης βεβαίωσης και άρνηση ανάκλησής της). Σημειωτέον δε ότι ο αρνητικός ισχυρισμός της εναγομένης περί απολύσεως του ενάγοντος ταυτοχρόνως με όλους τους λοιπούς εργαζομένους της, ως συνέπεια της λύσης της και της θέσης της σε εκκαθάριση, ουδόλως προέκυψε ως βάσιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή ουδεμία έγγραφη καταγγελία εργαζομένου της προσκομίζει, η προσκομιζόμενη δε από την ίδια αίτηση προς το Γ.Ε.ΜΗ για προώθηση των διαδικασιών της επικαλούμενης λύσης της έχει ημεροχρονολογία μόλις 17.7.2013. Ως εκ τούτου, η απόλυση του ενάγοντος είναι και για τον αμέσως ανωτέρω λόγο άκυρη, της εναγομένης περιελθούσας συναφώς σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη. Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος, αλλά και να του καταβάλει τις αντιστοιχούσες στο διάστημα από 22.3.2013 έως 21.3.2014, πιθανολογηθείσα ημεροχρονολογία της αγωγής, αποδοχές του, οι οποίες, λαμβανομένου υπόψη του προαναφερόμενου ύψους του μηναίου μισθού του, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.179,68 ευρώ (315,69 ευρώ x 12 μήνες – 60,48 ευρώ που όπως συνομολογεί ο ενάγων έλαβε από έτερη εργασία του το Μάρτιο του 2014 + 315,69 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2013 + 136,19 ευρώ ως αναλογία επιδόματος Πάσχα 2014). Αντιθέτως, στις εν λόγω αποδοχές δεν πρέπει να συμπεριληφθεί και η αιτούμενη με την αγωγή αναλογία επιδόματος Πάσχα 2013, ύψους 70,04 ευρώ, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εναγομένη απόδειξη τραπεζικής συναλλαγής, η ανωτέρω αναλογία καταβλήθηκε στον ενάγοντα στις 25.7.2013, γενομένης δεκτής της προβληθείσας από αυτή ένστασης καταβολής και ως ουσιαστικά βάσιμης. Επιπροσθέτως, από τα ίδια ως άνω αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι από την προπεριγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, ήτοι την εμφορούμενη από εκδικητικά κίνητρα κατά κατάχρηση δικαιώματος γενομένη απόλυση του ενάγοντος, αυτός προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του, έχων υποστεί ηθική βλάβη, το προς αποκατάσταση της οποίας ποσό, λαμβανομένης υπόψη της ήδη εκτεθείσας κοινωνικής και οικονομικής θέσης των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ. Κατ’ ακολουθίαν όλων όσων προεκτέθηκαν, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και: i) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, ii) να υποχρεωθεί η εναγομένη να απασχολεί τον ενάγοντα, με τους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία της σύμβασής του και με απειλή χρηματικής ποινής, ύψους 30 ευρώ, για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσης αυτής, iii) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποδοχές υπερημερίας, το συνολικό ποσό των 4.179,68 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που τα συγκροτούντα αυτό επιμέρους κονδύλια κατέστησαν απαιτητά και έως την πλήρη εξόφληση, iv) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και ν) να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή κατά τη διάταξή της που αφορά στην υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το σύνολο των επιδικαζόμενων αποδοχών υπερημερίας, δοθέντος ότι αυτές ανάγονται σε χρονικό διάστημα, ως προς τις οποίο η κήρυξη της προσωρινής εκτελεστότητας είναι από το νόμο υποχρεωτική (910 αριθ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν εν μέρει σε βάρος της εναγομένης, λόγω της μερικής νίκης του ενάγοντος στην παρούσα δίκη (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η από 21.3.2013 καταγγελία της από 25.11.2010 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου του ενάγοντος είναι άκυρη.
Υποχρεώνει την εναγομένη να απασχολεί τον ενάγοντα, με τους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία της ως άνω σύμβασής του και με απειλή χρηματικής ποινής ύψους τριάντα (30) ευρώ, για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσης αυτής.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εβδομήντα εννέα ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (4.179,68), νομιμοτόκως από τότε που τα συγκροτούντα αυτό επιμέρους κονδύλια κατέστησαν απαιτητά και έως την πλήρη εξόφληση.
Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω διάταξή της.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση.
Καταδικάζει την εναγόμενη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 02-09-2015, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
