Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών. Επιδόματα εορτών και αδείας. Ο εργαζόμενος πρέπει να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής ποιο ήταν το ποσό που έλαβε κατά μήνα από τον εργοδότη για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, ώστε να μπορεί ο τελευταίος να αμυνθεί και να είναι σε θέση το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν τα ποσά – διαφορές που αναφέρονται στην αγωγή είναι τα ορθά ή όχι. Πιστοποιητικό εργασίας. Η χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, έστω και αν ο εργαζόμενος δεν είχε την προσήκουσα προσφορά και παραγωγικότητα, αρκεί να μην πρόκειται για λεπτομερειακό πιστοποιητικό. Σε περίπτωσης άρνησης του εργοδότη να χορηγήσει το πιστοποιητικό, ο τελευταίος καθίσταται υπερήμερος. Απορριπτέα η ένσταση του εργοδότη περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής κατ’ άρθρο 281 ΑΚ από τον εργαζόμενο. Ο εργαζόμενος, μεταξύ άλλων, πριν από την κατάθεση της αγωγής προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν υφίσταντο εκδικητικές τάσεις εκ μέρους του, καθόσον η άσκηση της υπό κρίση αγωγής αποτέλεσε το έσχατο μέσο διεκδίκησης των επιδίκων αξιώσεών του. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 10.954,84 ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης
1428/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από το Δικαστή Γεώργιο Γρίβα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποία όρισε ο Πρόεδρος της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου και την Γραμματέα Αμαλία Σαμπράκου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12/5/2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: ………….., κατοίκου ……………, ο οποίος στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Της εναγόμενης: Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “…………….”, που εδρεύει ………………… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Μαλεβίτη
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 2-4-2014 αγωγή του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης …………/2014 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου ………./2014, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 24/11/2014, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων ζητεί με την υπό κρίση αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 16.071,60 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το ποσό αυτό, όπως προσδιορίζεται αναλυτικά στην αγωγή, αποτελεί το σύνολο των αξιώσεων που έχει αυτός (ενάγων) κατά της εναγόμενης, οι οποίες (αξιώσεις) προέρχονται από την μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στο Μενίδι Αττικής την 15/4/1991 και λύθηκε κατόπιν καταγγελίας της εναγόμενης εταιρείας στις 31/12/2012, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ζητεί επίσης να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του, να επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή ποσού 5.900 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της με την ανωτέρω διάταξη, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη.
Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 14&2, 16&2, 25&2, 33, 41 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 656, 907, 908 ΚΠολΔ. Πλην όμως, σε ότι αφορά την επικουρική βάση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων δεν επικαλείται ακυρότητα της εν λόγω σύμβασης, δεδομένου ότι μόνο εάν η σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλην όμως στηρίζει τις αξιώσεις του σε έγκυρη σύμβαση εργασίας (Α.Π. 104/2003, ΝοΒ 51.1631). Πρέπει επομένως η υπό κρίση αγωγή, ως προς το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και των μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων εγγράφων, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στο Μενίδι Αττικής στις 15/4/1991, προσλήφθηκε ο ενάγων από την εναγόμενη εταιρεία, η οποία είναι βιοτεχνία πλαστικών σακκούλων, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εργάτης στο εργοστάσιο που διατηρεί αυτή (εναγόμενη) στην Τανάγρα Βοιωτίας, αντί ημερομισθίου που ανερχόταν από την 1/1/2009 στο ποσό των 57,17 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως. Στα καθήκοντα του ενάγοντος αναγόταν η συντήρηση των μηχανημάτων παραγωγής πλαστικών καθώς επίσης και διάφορες άλλες χειρωνακτικές εργασίες στο τμήμα παραγωγής. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι αν και ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του με επιμέλεια και ευσυνειδησία στην εναγόμενη, αυτή από το φθινόπωρο του έτους 2009 άρχισε να καθυστερεί συστηματικά να του καταβάλει τις δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές του, γεγονός για το οποίο συχνά διαμαρτυρόταν αυτός (ενάγων) στον ……………, νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης. Εν συνεχεία αποδείχτηκε ότι στις 31/12/2012 η εναγόμενη κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 4.202,04 ευρώ για οφειλόμενη διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών που αφορά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2009 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2012, ο ενάγων δεν αναφέρει στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής ποιο ήταν το ποσό που έλαβε κατά μήνα από την εναγόμενη για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, ώστε να δύναται η εναγόμενη να αμυνθεί και να είναι σε θέση το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν τα ποσά -διαφορές που αναφέρονται στην αγωγή είναι τα ορθά ή όχι, ώστε να εκτιμήσει την ουσιαστική βασιμότητα του προαναφερθέντος κονδυλίου και ως εκ τούτου το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 588,79 ευρώ για οφειλόμενο δώρο Χριστουγέννων έτους 2009, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία είκοσι πέντε (25) ημερομίσθια, πλέον προσαύξησης 1,04166 που αντιστοιχεί στην αναλογία επιδόματος αδείας (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 501, 506), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια χ 1,04166)= 1.488,79 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 900 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό των (1.488,79- 900)= 588,79 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 223,28 ευρώ για οφειλόμενο δώρο Πάσχα έτους 2010, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία δεκαπέντε (15) ημερομίσθια, πλέον προσαύξησης 1,04166 που αντιστοιχεί στην αναλογία επιδόματος αδείας (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 501, 506), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 15 ημερομίσθια χ 1,04166)= 893,27 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 670 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό των (893,27- 670)= 223,28 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 488,79 ευρώ για οφειλόμενο δώρο Χριστουγέννων έτους 2010, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία είκοσι πέντε (25) ημερομίσθια, πλέον προσαύξησης 1,04166 που αντιστοιχεί στην αναλογία επιδόματος αδείας (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 501, 506), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια χ 1,04166)= 1.488,79 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 1.000 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό των (1.488,79- 1.000)= 488,79 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 393,28 ευρώ για οφειλόμενο δώρο Πάσχα έτους 2011, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία δεκαπέντε (15) ημερομίσθια, πλέον προσαύξησης 1,04166 που αντιστοιχεί στην αναλογία επιδόματος αδείας (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 501, 506), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 15 ημερομίσθια χ ,04166)= 893,27 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 500 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό των (893,27- 500)= 393,28 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 788,79 ευρώ για οφειλόμενο δώρο Χριστουγέννων έτους 2011, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία είκοσι πέντε (25) ημερομίσθια, πλέον προσαύξησης 1,04166 που αντιστοιχεί στην αναλογία επιδόματος αδείας (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 501, 506), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια χ 1,04166)= 1.488,79 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 700 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό των (1.488,79- 700)= 788,79 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 493,28 ευρώ για οφειλόμενο δώρο Πάσχα έτους 2012, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία δεκαπέντε (15) ημερομίσθια, πλέον προσαύξησης 1,04166 που αντιστοιχεί στην αναλογία επιδόματος αδείας (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 501, 506), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 15 ημερομίσθια χ 1,04166)= 893,27 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 400 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό των (893,27- 400)= 493,28 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 988,79 ευρώ για οφειλόμενο δώρο Χριστουγέννων έτους 2012, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία είκοσι πέντε (25) ημερομίσθια, πλέον προσαύξησης 1,04166 που αντιστοιχεί στην αναλογία επιδόματος αδείας (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 501, 506), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια χ 1,04166)= 1.488,79 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 500 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό των (1.488,79- 500)= 988,79 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 1.429,25 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές αδείας έτους 2009, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία τις συνήθεις μηνιαίες αποδοχές του (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 32.3), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια)= 1.429,25 ευρώ και ως εκ τούτου το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 971,89 ευρώ για οφειλόμενο επίδομα αδείας έτους 2009, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία δεκατρία (13) ημερομίσθια (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 348), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 13 ημερομίσθια)= 743,21 ευρώ και ως εκ τούτου το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το ανωτέρω ποσό (743,21 ευρώ).
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 929,25 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές αδείας έτους 2010, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία τις συνήθεις μηνιαίες αποδοχές του (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 323), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια)= 1.429,25 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 500 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό (1.429,25- 500)= 929,25 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 971,89 ευρώ για οφειλόμενο επίδομα αδείας έτους 2010, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία δεκατρία (13) ημερομίσθια (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 348), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 13 ημερομίσθια)= 743,21 ευρώ και ως εκ τούτου το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το ανωτέρω ποσό (743,21 ευρώ).
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 629,25 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές αδείας έτους 2011, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία τις συνήθεις μηνιαίες αποδοχές του (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 323), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια)= 1.429,25 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 800 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό (1.429,25- 800)= 629,25 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 971,89 ευρώ για οφειλόμενο επίδομα αδείας έτους 2011, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία δεκατρία (13) ημερομίσθια (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 348), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 13 ημερομίσθια)= 743,21 ευρώ και ως εκ τούτου το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το ανωτέρω ποσό (743,21 ευρώ).
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 1.029,25 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές αδείας έτους 2012, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία τις συνήθεις μηνιαίες αποδοχές του (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 323), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια)= 1.429,25 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 400 ευρώ, όπως ρητά συνομολογεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το αιτούμενο ποσό (1.429,25- 400)= 1.029,25 ευρώ.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν ποσού 971,89 ευρώ για οφειλόμενο επίδομα αδείας έτους 2012, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για την προαναφερθείσα αιτία δεκατρία (13) ημερομίσθια (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 348), ήτοι το ποσό των (57,17 ευρώ ημερομίσθιο χ 13 ημερομίσθια)= 743,21 ευρώ και ως εκ τούτου το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο κατά το ανωτέρω ποσό (743,21 ευρώ).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 678 ΑΚ, 2 του ν. 2112/1920 και 4 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920, που ερμηνεύονται διασταλτικά, πιστοποιητικό εργασίας δικαιούται να λάβει κάθε εργαζόμενος, ήτοι υπάλληλος, υπηρέτης, εργατοτεχνίτης, ο οποίος έχει προσληφθεί και απασχοληθεί σε διαρκή εργασία, είτε προσωρινά είτε δοκιμαστικά, αρκεί η σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη να είναι εξαρτημένης εργασίας, έστω και αν είχε συναφθεί άκυρα, καθόσον και σε άκυρη σύμβαση εργασίας υφίσταται υποχρέωση του εργοδότη να εκδώσει το ανωτέρω πιστοποιητικό. Είναι αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο επήλθε η λήξη της σύμβασης εργασίας, ήτοι είτε με την πάροδο του χρόνου για τον οποίο είχε συνομολογηθεί αυτή, είτε με καταγγελία από μέρους του εργοδότη ή του εργαζόμενου, έστω και μη νόμιμη. Η ανωτέρω υποχρέωση απορρέει από το καθήκον πρόνοιας του εργοδότη έναντι του εργαζόμενου, καθόσον σκοπός των ανωτέρω διατάξεων είναι, εκτός των άλλων, να διευκολύνει τον τελευταίο στην περαιτέρω επαγγελματική του σταδιοδρομία. Η χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, έστω και αν ο εργαζόμενος δεν είχε την προσήκουσα προσφορά και παραγωγικότητα, αρκεί να μην πρόκειται για λεπτομερειακό πιστοποιητικό. Σε περίπτωσης άρνησης του εργοδότη να χορηγήσει το πιστοποιητικό, ο τελευταίος καθίσταται υπερήμερος. Ο υπερήμερος εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να χορηγήσει το ζητούμενο πιστοποιητικό με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, κατά τη διάταξη του άρθρου 946 ΚΠολΔ. Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να αναφέρει στο πιστοποιητικό και την πλασματική υπηρεσία του εργαζόμενου, αν το ζητήσει ο τελευταίος ειδικά. Πέρα από τα ανωτέρω στοιχεία ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να προσθέσει τίποτα άλλο στο πιστοποιητικό και ιδίως κρίσεις που αφορούν την ηθική προσωπικότητα ή την επαγγελματική ικανότητα του εργαζόμενου, είτε άμεσα είτε έμμεσα, με οποιοδήποτε τρόπο. Μόνο μετά από ειδική αίτηση του εργαζόμενου, ο εργοδότης πιστοποιεί και το ποιόν της εργασίας του, καθώς επίσης και τη διαγωγή του. Η υποχρέωση για την χορήγηση του πιστοποιητικού ενεργοποιείται με την λύση της εργασιακής σχέσης (Στυλιανός Βλαστός Ατομικό Εργατικό Δίκαιο”, έκδοση 2012, σελ. 719, 720). Επομένως, το αίτημα του ενάγοντος περί χορήγησης σ’ αυτόν πιστοποιητικού εργασίας πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
Περαιτέρω η εναγόμενη, διά των νομίμως κατατεθεισών προτάσεών της, ισχυρίζεται ότι πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως καταχρηστική, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον ο ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλόμενων αποδοχών του, περαιτέρω δε, δεδομένου ότι έχει παραγραφεί η αξίωσή του ενάγοντος για καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, επινόησε την υπό κρίση αγωγή με τις επίδικες αξιώσεις. Πλην όμως, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων από το φθινόπωρο του έτους 2009 διαμαρτυρόταν στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλόμενων αποδοχών του (βλ. ιδίως την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα …………….. ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου). Εξάλλου, ο ενάγων πριν την κατάθεση της ένδικης αγωγής προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν υφίσταντο εκδικητικές τάσεις εκ μέρους του ενάγοντος σε βάρος της εναγόμενης, καθόσον η άσκηση της υπό κρίση αγωγής αποτέλεσε το έσχατο μέσο διεκδίκησης των επιδίκων αξιώσεών του. Επομένως, πρέπει η ανωτέρω προβληθείσα ένσταση της εναγόμενης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Πρέπει επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (588,79+ 223,28+ 488,79+ 393,28+ 788,79+ 493,28+ 988,79+ 1.429,25+ 743,21+ 929,25+ 743,21+ 629,25+ 743,21+ 1.029,25+ 743,21)= 10.954,84 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση και να υποχρεωθεί αυτή (εναγόμενη) να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του και να απειληθεί σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ για την περίπτωση μη συμμόρφωσης της εναγόμενης με την ανωτέρω διάταξη της παρούσας.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αίτημα του ενάγοντος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και ως εκ τούτου το ως άνω αίτημα του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
Σε ότι αφορά τη δικαστική δαπάνη, πρέπει να επιβληθεί κατά ένα μέρος σε βάρος της εναγόμενης, λόγω της εν μέρει ήττας της (άρθρο 178 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
-Δέχεται εν μέρει την αγωγή
-Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (10.954,84 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση
–Υποχρεώνει την εναγόμενη να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, από το οποίο να προκύπτει το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του
-Απειλεί σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ για κάθε παράβαση της ανωτέρω διάταξης
-Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων πενήντα (3.250) ευρώ
-Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει σε διακόσια δεκαεννέα (219) ευρώ
Κρίθηκε, αποφασίστηκε, δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2015
