Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022

Περίληψη: Βιβλιάριο υγείας. Άκυρη σύμβαση εργασίας. Απλή σχέση εργασίας. Η ενάγουσα απασχολήθηκε με την ειδικότητα της μπουφετζούς σε εστιατόριο χωρίς να είναι εφοδιασμένη με βιβλιάριο υγείας. Επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας δικαιούνται, όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας. Η αξίωση για απόληψη του μισθού, η οποία προκύπτει ευθέως από έγκυρη σύμβαση εργασίας, όταν αυτή είναι άκυρη, μπορεί να αναζητηθεί μόνο με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αξίωση για την απόληψη του ημερομισθίου κατά τις Κυριακές και κατά το νόμο, εξαιρετέες ημέρες, εδράζεται, στην άκυρη σύμβαση εργασίας, στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ενώ, για την προσαύξηση του ημερομισθίου, στηρίζεται στο νόμο. Για την ίδια, άκυρη σύμβαση εργασίας, την προσαύξηση για την νυκτερινή εργασία δικαιούνται οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από το κύρος αυτής. Η αμοιβή για την υπερεργασία μπορεί να αναζητηθεί μόνο με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς έχει μισθολογικό χαρακτήρα (ΑΠ 1719/2010, ΕφΑθ. 4606/2001, ο.π.). Η αμοιβή της νόμιμης υπερωριακής εργασίας, αναζητείται ευθέως εκ του νόμου, γιατί ο χρόνος της νόμιμης εργασίας καθορίζεται με κανόνες δημόσιας τάξης. Η αμοιβή για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση, οφείλεται πλέον εκ του νόμου, και πρέπει να δίδεται και σε άκυρες συμβάσεις εργασίας χωρίς αναδρομή στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι πρόκειται για αποζημίωση. Στην άκυρη σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί τον μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρεούται όμως να καταβάλει αποζημίωση, λόγω απόλυσής του, διότι και στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας δημιουργείται, λόγω της πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού, εργασιακή σχέση και απολαμβάνει αυτός την προστασία των εργατικών νόμων. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας και στην περίπτωση της άκυρης σύμβασης εργασίας. Νόμιμη προσαύξηση για εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις νύχτες. Υπολογισμός αμοιβής. Αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Υπολογισμός αμοιβής. Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας και αποζημίωσης απόλυσης λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 20.994 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

3122/2014

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Γκορέζη, Πρωτoδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τον Γραμματέα, Θεόδωρο Βλαχάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22-9-2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της ενάγουσας: …………., κατοίκου ……………., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Δημήτριου Βλαχόπουλου.

Της εναγόμενης: Της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «……………………», η οποία εδρεύει στην ……………, ………………, οδός ……………, εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα, ζητά να γίνει δεκτή η από 11-7-2013 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό καταθέσεως, ………../……../2013, προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 10-1-2014 και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναγράφεται για την αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις της.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διατύπωση του άρθρου 226 παρ.4 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης, δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για όλους τους διαδίκους με την προϋπόθεση ότι ο διάδικος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την προηγούμενη δικάσιμο, κατά την οποία έλαβε χώρα η αναβολή (ΑΠ 640/2007 ΕλλΔνη 2007.825). Από την με αριθμό ………../17-7-2013, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κων/νου Λεράκη, την οποία η ενάγουσα νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη για να παραστεί στην συζήτηση της υπόθεσης, η οποία είχε οριστεί να δικαστεί 10-1-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε για την σημερινή δικάσιμο. Η εναγόμενη όμως δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 ΚΠολΔ).

Ι. Σύμφωνα με τον ΑΙΒ/8577/1983 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β’ 526/8.9.1983) η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940, άρθρο 1 παρ. 1. Υγειονομικός έλεγχος είναι η λεπτομερής εξέταση από τις αρμόδιες Υγειονομικές Υπηρεσίες των τροφίμων γενικής ή φυτικής προελεύσεως ή των ποτών, καθώς και των αντικειμένων, των χώρων και των εγκαταστάσεων, που παρουσιάζουν υγειονομικό ενδιαφέρον, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο άρθρο 2, για να διαπιστωθούν τυχόν δυσμενείς επιδράσεις στην δημόσια Υγεία και το περιβάλλον γενικότερα. Σκοπός του Υγειονομικού ελέγχου είναι η προστασία της Δημόσιας Υγείας. Αναλυτικά ο Υγειονομικός έλεγχος ασκείται τακτικά ή έκτακτα, πλην των τροφίμων και ποτών και: Στους χώρους και στα μέσα παραγωγής, επεξεργασίας, Βιομηχανοποιήσεως, εμπορίας, διακινήσεως, αποθηκεύσεως, συντηρήσεως, πωλήσεως και καταναλώσεως τροφίμων και ποτών. Στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους υγιεινής των εργοστασίων γενικά, ιδιωτικών κλινικών, οίκων ευγηρίας και άλλων παρόμοιων επιχειρήσεων. Στα υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματα και γενικά στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών (ξενοδοχεία ύπνου, αίθουσες δημοσίων θεαμάτων, κομμωτήρια, κουρεία, χώροι υγιεινής και κυλικεία υπαιθρίων δημοσίων θεαμάτων, όπως θερινών κινηματογράφων και θεάτρων, αθλητικών γηπέδων κ.τ.ομ. καθώς και σε κάθε είδους κατασκηνώσεις κλπ). Με την 8404/25.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, πρόνοιας και κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β/ 11.11.1992), που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του Α.Ν 2520/1940, αντικαταστάθηκε το άρθρο 14 της Υγειονομικής διάταξης Α 1Β/8577/83 ως εξής: περ 1. όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών ή θα ασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντες τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο Υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται, ότι ο κάτοχος του πέρασε από Ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό προς την απασχόληση του (ΑΠ 391/2011, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1277/2001, ΔΕΝ 2001.1596). Εξάλλου, η ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής που επιδιώκει την πληρωμή των οφειλόμενων από σύμβαση εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών μισθών ή αμοιβών, επειδή δε αφορά στην δημόσια τάξη εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμης και όχι ως αόριστης (ΑΠ 349/2004, Εφ Λαμ. 28/2009, ΕφΔωδ. 309/2007, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

II. Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174, 180 και 904 ΑΚ, συνάγεται ότι, επί παροχής εργασίας με άκυρη σύμβαση, οπότε δημιουργείται απλή εργασιακή σχέση, ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει από τον εργοδότη για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας σε εκτέλεση άκυρης εργασιακής σύμβασης. Η ωφέλεια αυτή ισούται με τις αποδοχές που θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας και τις αυτές συνθήκες και δεν υπολογίζονται τα οικογενειακά επιδόματα, το επίδομα προϋπηρεσίας και οι πρόσθετες παροχές που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος λόγω της συνδρομής στο πρόσωπο του ορισμένων προϋποθέσεων σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης εργασίας, αφού τα επιδόματα και τις παροχές αυτές ο εργοδότης δεν θα κατέβαλλε οπωσδήποτε σε άλλο μισθωτό για την παροχή της ίδιας εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 1719/2010, ΑΠ 206/2009, ΑΠ 196/2008, δημοσίευση, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

III. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1α’ του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται αυτή. Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνον αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου εργοδότη αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Έτσι, πληρούται με τον τρόπο αυτόν ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 456/2010, ΑΠ 493/2010, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

IV. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/1981 Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του ΑΝ 539/45, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, συνάγεται, ότι, επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας δικαιούνται, όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, με απλή, δηλαδή, σχέση εργασίας. Τούτο είναι φανερό, τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, ως προϋπόθεση για να δοθούν οι πιο πάνω παροχές στους εργαζόμενους, αλλά και από το ότι, αντίθετα, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της ΥΑ 19040/1981 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται, ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση. Αρα και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως από το νόμο και όχι με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τις αποδοχές, τα επιδόματα αδείας, όπως και τα δώρα εορτών (ΑΠ 1719/2010, ΕφΑθ 1162/2006, ΕφΑθ. 4606/2001, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης: 1) η αξίωση για απόληψη του μισθού, η οποία προκύπτει ευθέως από έγκυρη σύμβαση εργασίας, όταν αυτή είναι άκυρη, μπορεί να αναζητηθεί μόνο με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. 2) η αξίωση για την απόληψη του ημερομισθίου κατά τις Κυριακές και κατά το νόμο, εξαιρετέες ημέρες, εδράζεται, στην άκυρη σύμβαση εργασίας, στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ενώ, για την προσαύξηση του ημερομισθίου, στηρίζεται στο νόμο (ΑΠ 1719/2010, ΕφΑθ 1162/2006, ΕφΑθ. 4606/2001, ο.π.). 3) για την ίδια, άκυρη σύμβαση εργασίας, την προσαύξηση για την νυκτερινή εργασία δικαιούνται οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από το κύρος αυτής (ΕφΑθ 1162/2006, ΕφΑθ. 4606/2001, ο.π.). 4) η αμοιβή για την υπερεργασία μπορεί να αναζητηθεί μόνο με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς έχει μισθολογικό χαρακτήρα (ΑΠ 1719/2010, ΕφΑθ. 4606/2001, ο.π.). 5) η αμοιβή της νόμιμης υπερωριακής εργασίας, αναζητείται ευθέως εκ του νόμου, γιατί ο χρόνος της νόμιμης εργασίας καθορίζεται με κανόνες δημόσιας τάξης (ΕφΑθ 1162/2006, ΕφΑθ. 4606/2001, ο.π.). 6) Σε ότι αφορά την αμοιβή για την παροχή της παράνομης υπερωριακής εργασίας, δυνάμει του άρθ. 1 του ν. 435/1976, αναζητείτο με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ η προσαύξηση κατά 100% της αποζημίωσης, αναζητείτο ευθέως από το νόμο (άρθ. 1 του ν. 435/1976), ως πρόσθετη αποζημίωση, καθώς είχε την μορφή αστικής κύρωσης απαγγελόμενης για τον παράνομο χαρακτήρα της υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 1098/2003, ΕφΑθ 1162/2006, ΕφΑθ 4606/2001, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως κατά το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 από 1.4.2001, η παράνομη υπερωριακή απασχόληση, αμείβεται με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας, ενώ με την διάταξη του άρθρου 1 αριθμ. 4 του ν. 3385/2005, η κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση πλέον υπερωρίας (αφού απαλείφτηκε η έννοια του παρανόμου αυτής), αμείβεται με το 100 % του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι μετά την ισχύ των ανωτέρω νόμων ο εργαζόμενος για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του δεν έχει πλέον δύο διακριτές αξιώσεις όπως όριζε το άρθρο 1 § 2 του ν. 435/1976, αλλά μία για τη θεμελίωση της οποίας δεν απαιτείται η επίκληση των προϋποθέσεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού οφείλεται αποζημίωση για κάθε ώρα ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150% (ΑΠ 206/2009, ΑΠ 196/2008, ΕφΠειρ. 180/2010, ΕφΑθ 7576/2005, δημοσίευση, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τον συνδυασμό των ως άνω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η αμοιβή για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση, οφείλεται πλέον εκ του νόμου, και πρέπει να δίδεται και σε άκυρες συμβάσεις εργασίας χωρίς αναδρομή στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού πλέον, αναφέρεται στο ανωτέρω νομοθετικό κείμενο η καταβολή της αμοιβής της, ως αποζημίωση συνολική, για το ημερομίσθιο και για την προσαύξηση, δίδεται δε ρητά βάση του καταβαλλόμενου, χωρίς πλέον ο νομοθέτης να κάνει λόγο για την προϋπόθεση του αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη, την οποία εν γνώσει του αφαίρεσε από το αρχικό νομοθέτημα, 435/1976. 6) Τέλος, στην περίπτωση αυτή άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρεούται όμως να καταβάλει αποζημίωση, λόγω απολύσεως του, διότι και στην περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας δημιουργείται, λόγω της πραγματικής απασχολήσεως του μισθωτού, εργασιακή σχέση και απολαμβάνει αυτός την προστασία των εργατικών νόμων, που αναφέρονται στη “σχέση εργασίας” ιδιαίτερα, δε όταν αυτοί επιβάλλουν υποχρεώσεις προνοίας, φέροντες έτσι τον χαρακτήρα κανόνων αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί αποζημιώσεως διατάξεις, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού ή καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως(ΑΠ 667/2012, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

V. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 678 Α.Κ., “κατά τη λήξη της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του”. Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει τεθεί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εργαζομένου, προκειμένου, στη συνέχεια, ήτοι μετά την λήξη, με οποιονδήποτε τρόπο, της εργασιακής του σχέσης, να διευκολυνθεί στην ανεύρεση εργασίας αλλού και, γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά, σε συνδυασμό με την διατρέχουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της εύνοιας προς τον εργαζόμενο, προκύπτει ότι η γένεση της υποχρεώσεως αυτής του εργοδότη, προς παροχή πιστοποιητικού εργασίας, δεν εξαρτάται από το κύρος της εργασιακής συμβάσεως. Επομένως και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως (όταν, π.χ. δεν έχει εφοδιασθεί ο εργαζόμενος με βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις πρόσληψης κ.λπ.), υπάρχει τέτοια υποχρέωση του εργοδότη και, εάν αυτός αρνείται, ο εργαζόμενος, δικαιούται να προσφύγει δικαστικώς και να ζητήσει την παροχή πιστοποιητικού εργασίας. Το “είδος” εξάλλου, της εργασίας, που αναφέρεται στο νόμο, για το οποίο ο εργοδότης υποχρεούται να παράσχει βεβαίωση, δεν αναφέρεται στον νομικό προσδιορισμό της εργασιακής σχέσης, αλλά στο αντικείμενο της εργασίας, την οποία ο εργαζόμενος παρείχε. Συνεπώς, για την επίκληση εφαρμογής της ως άνω διατάξεως του άρθρου 678 Α.Κ., αρκεί η ύπαρξη πραγματικής σχέσης εργασίας (ΑΠ 667/2012, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι εργαζόταν στην εναγόμενη, που διατηρούσε επιχείρηση εστιατορίου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως μπουφετζού και ότι η εναγόμενη, που δεν της κατέβαλε δεδουλευμένες αποδοχές από τον 10/2012 έως τον 1/2012, επιδόματα εορτών των ετών 2011 έως 2013, αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια και επίδομα αδείας των ετών 2011 έως 2013. αποζημίωση για εργασία πέραν του νόμιμου ωραρίου, για απασχόληση τα Σάββατα, τις Κυριακές και για νυκτερινή εργασία, την 22-1-2013 κατήγγειλε την σύμβαση της εργασία εγγράφως, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ζητά με την υπό κρίση αγωγή της, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, τα ποσά που αντιστοιχούν και αναλυτικά αναφέρει στο αγωγικό δικόγραφο για κάθε ανωτέρω αιτία, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής άλλως σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της, δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 5.900 ευρώ για την περίπτωση αρνήσεώς της και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά τους έξοδα.

Η αγωγή, με το περιεχόμενο αυτό, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 16 αρ. 2 και 663 – 676 ΚΠολΔ), έχει δε ασκηθεί εντός της εξάμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 1 Ν. 3198/1955, ως προς την αξίωση από την μη καταβολή της αποζημίωσης (βλ. την με αριθμ. …./17-7-2013, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κων/νου Λεράκη), με φερόμενη ημερομηνία καταγγελίας την 22-1-2013. Απορριπτέο ως μη νόμιμο είναι το αίτημα της ενάγουσας για να της επιδικασθεί αμοιβή για την εργασία της τα Σάββατα καθώς την στηρίζει στην διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3846/2010, στο εδάφιο γ της οποίας ρητά εξαιρούνται οι εργαζόμενοι σε επισιτιστικές επιχειρήσεις ενώ έπρεπε να επικαλείται για την στοιχειοθέτησή του εν λόγω αιτήματος, τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Είναι δε κατά τα λοιπά νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340,341, 345, 346, 361,648,653, 678, 680, 904 (για την επικουρική της βάση) ΑΚ, 1,3 2112/1920, 5 του ν. 3198/1955, ν. 3385/2010, ν. 3863/2010, ν. 539/45, ν. 3302/2004, ν. 1082/80, ΥΑ 19040/81, β.δ. 748/66, ΥΑ 8900/46, ΥΑ 25825/51 ν. 435/76, π.δ. 88/99, ΥΑ 18310/46, ΔΑ 36/2010, ΥΑ11330/676/2011, ΦΕΚΒ 1448/17-6-2011, υποχρεωτική από 2-8-2010, 907, 908, 946, 176 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το αντικείμενό της, έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα με αριθμούς ………, ……….. σειράς Α αγωγόσημα, με τα επικολληθέντα επ’ αυτών ένσημα υπέρ του Τ.Π.Δ.Α. και του Ε.Τ.Α.Α.).

Από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας στο ακροατήριο (βλ. τα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά), την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που η ενάγουσα προσκομίζει και επικαλείται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια και από τις με αριθμούς …./…../9-1-2014 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η ενάγουσα και ελήφθησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. κλήση της που εμπεριέχεται στο αγωγικό δικόγραφο το οποίο επιδόθηκε εμπρόθεσμα) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα προσελήφθη την 15-12-2011 από την εναγομένη, προκειμένου να εργασθεί ως μπουφετζού σε κατάστημα – εστιατόριο ιδιοκτησίας της. Τα καθήκοντα της ήταν κυρίως η παρασκευή κρύων και ζεστών γρήγορων πιάτων και ποτών, ενώ στην συμφωνία της με την εναγομένη ήταν να εργάζεται με πενθήμερη, από Δευτέρα έως Παρασκευή και οκτάωρη εργασία, μηνιαίο μισθό 1.101,5 ευρώ και ωράριο εναλλάξ 10.00 έως 18.00 και 16.00 έως 12.00. Την 22-1-2013, η εναγόμενη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας εγγράφως χωρίς να της καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση, την οποία και οφείλει. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν κατά παράβαση της ανωτέρω συμφωνίας έξι ημέρες την εβδομάδα, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν πάντα το Σάββατο και η Κυριακή, λαμβάνοντας αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης Δευτέρα ή Τρίτη, ενώ εργαζόταν 2 ώρες πλέον του συμφωνημένου ωραρίου (18.00 έως 20.00 ή 16.00 έως 2.00), χωρίς να λαμβάνει αμοιβή για την εργασία της αυτή, ούτε για την εργασία που παρείχε μετά την 22.00 και έως την 2.00, που θεωρείται νυκτερινή εργασία και αμείβεται με προσαύξηση 25%. Επίσης αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν έλαβε καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας της, τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία της οφείλονται. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας της, είχε ζητήσει την νόμιμη άδειά από την εναγομένη, αλλά η τελευταία αρνήθηκε να της την χορηγήσει έως το τέλος έκαστου έτους. Επίσης αποδείχθηκε ότι δεν έχει καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών 10/2012 έως 1/2013.

Πέραν όμως των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αν και εργάστηκε σε επιχείρηση, υγειονομικού ενδιαφέροντος, και ασκούσε το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων, αφού ασχολείτο με την παρασκευή πιάτων, δεν ήταν εφοδιασμένη με βιβλιάριο υγείας (δεν το επικαλείται ούτε το προσκομίζει) και συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη με αριθμό I στην αρχή της παρούσας, η σύμβαση εργασίας της ήταν άκυρη. Επομένως, στην ενάγουσα οφείλεται η αμοιβή για τις ανωτέρω συνολικά δεδουλευμένες αποδοχές της είτε εκ του νόμου είτε εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τις προϋποθέσεις του οποίου επικαλείται, σύμφωνα με τις διακρίσεις που έχουν αναλυθεί στην νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας (υπό στοιχεία IV). Σε ότι αφορά τα ποσά που θα επιδικασθούν με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και στις προσαυξήσεις που θα επιδικασθούν με το νόμιμο ημερομίσθιο, αυτά θα υπολογισθούν με τον μισθό που προβλέπουν οι ΣΣΕ για τους εργαζόμενους στα επισιτιστικά καταστήματα για την ειδικότητα της ενάγουσας, δηλαδή την ΔΑ 36/2010, ΥΑ11330/676/2011, ΦΕΚΒ 1448/17-6-2011, υποχρεωτική από 2-8-2010 και ειδικότερα θα υπολογισθούν με τον κατώτατο μισθό που προβλέπουν οι ανωτέρω ΣΣΕ, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι ήταν έγγαμη ούτε ότι είχε προϋπηρεσία. Κατόπιν των ανωτέρω, στην ενάγουσα οφείλονται τα κάτωθι ποσά:

1) Για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος 10/2012 έως 22-1-2013, δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατώτατος μισθός: 872,13 χ 3 μήνες = 2.616,39 ευρώ και 639,56 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 22-1-2013, συνολικά για την αιτία αυτή οφείλεται το ποσό των 3.255,95 ευρώ.

2) Για επιδόματα εορτών, τα οποία προβλέπονται εκ του νόμου και υπολογίζονται, με τον καταβαλλόμενο μισθό. Για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2011, 74,02 ευρώ (τα 2/25 του μηνιαίου μισθού, ήτοι 88,12 ευρώ χ 0,89, 19ήμερα εργασίας από 15-12-2011 έως 31-12-2011) + 74,02 ευρώ χ 0,04166, για την προσαύξηση της αναλογίας επιδόματος αδείας = 78.4 ευρώ. Για επίδομα Πάσχα 2012, 550,75 ευρώ (ο μισός μηνιαίος μισθός) + 550,75 χ 0,04166, για την προσαύξηση της αναλογίας επιδόματος αδείας = 573.69 ευρώ. Για επίδομα Χριστουγέννων 2012,1.101.5 ευρώ (η προσαύξηση του επιδόματος αδείας λαμβάνει χώρα μία φορά είτε στο επίδομα Χριστουγέννων είτε στο επίδομα Πάσχα, ΕφΘεσ. 1130/1998, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2013 επίδομα 100,95 ευρώ (το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού, 36,71 ευρώ για κάθε 8 ημέρες εργασίας από 1-1-2013 έως 22-1-2013, δηλαδή για 2,75 ημέρες) + 100,97 χ 0,04166 = 105.15 ευρώ, συνολικά δε για την αιτία αυτή οφείλεται το ποσό των 1.858,76 ευρώ.

3) Αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και επίδομα αδείας, τα οποία προβλέπονται εκ του νόμου και υπολογίζονται με τον καταβαλλόμενο μισθό: α) Αποζημίωση αδείας 2011, 44,06 ευρώ (2 ημερομίσθια ανά μήνα, ήτοι η αναλογία αυτών για 0,5 του μήνα) χ 100% η προσαύξηση (καθώς η ενάγουσα ζήτησε την άδεια από την εναγομένη και η τελευταία δεν της την χορήγησε) = 88.12 ευρώ. β) επίδομα αδείας 2011, 44.06 ευρώ. γ) αποζημίωση αδείας 2012, προσαυξημένη κατά 100% = 2.203 ευρώ. δ) Για επίδομα αδείας 2012, 550.75 ευρώ. ε) Για επίδομα αδείας 2013, 550.75 ευρώ, στ) για αποδοχές αδείας 2013, 1.105,5 ευρώ, χωρίς την προσαύξηση της αποζημίωσης αδείας καθώς σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 1 του ν. 1346/1983, αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιοδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια, επομένως δεν οφείλεται η ποινή της προσαύξησης. Συνολικά για την αιτία αυτή οφείλεται το ποσό των 4.542,18 ευρώ.

4) Για τις κατ’ εξαίρεση υπερωρίες των 4 ημερών κάθε εβδομάδα πλήν Σαββάτου και Κυριακής που υπολογίζονται με τον καταβαλλόμενο μισθό: Η ενάγουσα αιτείται την αμοιβή της 1 ώρας κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, ήτοι την εργασία πέραν των 9 ωρών ημερησίως και των 2 ωρών για την πέρα του οκταώρου εργασία τα Σάββατα. Έτσι από 15-12-2011 έως 22-1-2013 έχουμε εργασία για 57 εβδομάδες και 4 ημέρες, δηλαδή 228 ημέρες (πλην Σαββάτου και Κυριακής) + 4 = 232 ημέρες 6,61 ευρώ το ωρομίσθιο + η προσαύξηση επ’  αυτού 80% – 11,9 ευρώ η αμοιβή κάθε ώρας κατ’ εξαίρεση υπερωρίας χ 232 ώρες (σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα) = 2.760,34 ευρώ.

5) Για υπερωριακή απασχόληση τα Σάββατα, που υπολογίζεται με τον καταβαλλόμενο μισθό: 58 Σάββατα χ 2 ώρες κάθε Σάββατο = 116 ώρες χ 11,9 ευρώ = 1.380,4 ευρώ

6) Για την προσαύξηση της εργασίας τις Κυριακές που υπολογίζεται στο νόμιμο μισθό. Νόμιμος μισθός 872,13 ευρώ και επομένως για 58 Κυριακές της οφείλεται το ποσό των 26,16 ευρώ χ 58 = 1.517,5 ευρώ.

7) Για εργασία πέραν του ωραρίου τις Κυριακές. 58 Κυριακές χ 2 ώρες =116 ώρες. 6,61 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 3,92 ευρώ 75% για την εργασία τις Κυριακές = 10,53 ευρώ + 8,42 ευρώ η προσαύξηση 80% για την υπερωρία = 18,95 ευρώ κάθε ώρα χ 116 ώρες = 2.198,66 ευρώ.

8) Για την νυκτερινή εργασία της τις 29 εβδομάδες του ανωτέρω χρονικού διαστήματος εργασίας της (καθώς η νυκτερινή βάρδια ήταν εναλλάξ με την πρωϊνή). 29 εβδομάδες χ 6 ημέρες εργασίας κάθε εβδομάδα χ 4 ώρες νυκτερινής εργασίας (22.00 έως 2.00)= 696 ώρες χ 1,3 ευρώ η προσαύξηση (25%) = 910,02 ευρώ.

9) Για την αποζημίωση από την καταγγελία της σύμβασης. 1.105,5 ευρώ χ 1/6 χ 2 = 2.570,16 ευρώ.

Συνολικά στην ενάγουσα οφείλεται το ποσό των (3.255,95 + 1.858,76 + 4.542,18 + 2.760,34 + 1.380,4 + 1.517,5 + 2.198,66 + 910,02 + 2.570,16 =) 20.994 ευρώ. Τέλος, πρέπει να γίνει δεκτό και το αίτημα της ενάγουσας για την χορήγηση του πιστοποιητικού εργασίας από την εναγομένη που να αναφέρει το είδος, η διάρκεια της εργασίας της, όπως αυτά αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης και η διαγωγή της.

Κατόπιν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να υποχρεωθεί η εναγόμενη, να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.992,65, με το νόμιμο τόκο, για τις δεδουλευμένες αποδοχές των ετών 2011,2012 (δεδουλευμένοι μισθοί, κατ’ εξαίρεση υπερωρίες, προσαυξήσεις Κυριακών, νυκτερινή εργασία), το τέλος του μήνα κατά τον οποίο ήταν αυτά απαιτητά, για τα επιδόματα, για μεν το Χριστουγέννων και αδείας ετών 2011, 2012 από την 31η Δεκεμβρίου, το δε Πάσχα 2011, 2012 από 30 Απριλίου του οικείου ημερολογιακού έτους αντίστοιχα, (ΟλΑΠ 40/2002, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), για τα ποσά, τα οποία επιδικάσθηκαν δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από το τέλος του μήνα κατά τον οποίο ήταν αυτά απαιτητά κατ’ άρθρο 911 ΑΚ (Εφ Αθ 3334/2003, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), για την αποζημίωση αδείας διπλασιασμένη από την επίδοση της αγωγή,ς ενώ για την αποζημίωση καταγγελίας και όλα τα υπόλοιπα ποσά του έτους 2013 προερχόμενα από τις κάθε είδους δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας, από την επομένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης. Επίσης πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας, που να αναφέρει το είδος, η διάρκεια της εργασίας της, όπως αυτά αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης και η διαγωγή της, με την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της, σύμφωνα με το διατακτικό, για την περίπτωση μη συμμορφώσεώς της. Η παρούσα πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή εν μέρει, σύμφωνα με το διατακρικό, καθότι συντρέχουν εξαιρετικοί γι αυτό λόγοι (908, 910παρ.4. ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να οριστεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την εναγόμενη και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της εναγουσας, ανάλογα με την ήττα της (176, 178παρ.1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της εναγόμενης.

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των εκατό ογδόντα (180) ευρώ.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγόμενη, να καταβάλει στην ενάγουσα, το συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ (20.994), όπως αυτό αντιστοιχεί, στα αναλυτικώς αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας ποσά, με τον νόμιμο τόκο όπως αναφέρεται πιο πάνω στο σκεπτικό της παρούσας και μέχρι την εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή, για την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, για το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000).

Υποχρεώνει την εναγομένη, να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να αναγράφεται το είδος της εργασίας της, η διάρκεια αυτής, όπως αυτά αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, καθώς επίσης και η διαγωγή της.

Απειλεί σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση μη εκτελέσεως της αμέσως ανωτέρω υποχρέωσή της.

Καταδικάζει την εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2014

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies