Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Εφόσον η επιχείρηση διατηρεί την ταυτότητά της, ο νέος εργοδότης υποκαθίσταται αυτοδικαίως στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, ενώ ο προηγούμενος απαλλάσσεται για τον μετά τη μεταβίβαση χρόνο. Κριτήρια διατήρησης ταυτότητας. Υπερβάσεις ωραρίου. Εργασία κατά την Κυριακή ή το Σάββατο καθ’ υπέρβαση του πενθημέρου. Επιδόματα εορτών και αδείας. Αργίες. Νυχτερινά. Ορισμένο αγωγής αποδοχών. Δεν απαιτείται αναφορά στις νόμιμες κρατήσεις. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Απόκτηση πιστοποιητικού υγείας μετά την πρόσληψη. Η σύμβαση εργασίας θεωρείται ως εξαρχής έγκυρη. Απαγόρευση μονομερούς συμψηφισμού αποδοχών υπέρτερων των νόμιμων με οφειλόμενες προσαυξήσεις για εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, εκ μέρους του εργοδότη. Δυνατή δια συμφωνίας με εργαζόμενο. Υπερημερία εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου. Δεν αίρεται από την απασχόληση του τελευταίου σε άλλον εργοδότη. Δικαίωμα υπερήμερου εργοδότη να αφαιρέσει την ωφέλεια του εργαζομένου. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 45.216,84 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Αριθμός απόφασης 815/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από την Δικαστή Ελευθερία Αθανασίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Θεόδωρο Βλαχάκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 30η Απριλίου του έτους 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : …………… κατοίκου …………… με Α.Φ.Μ. …………… ο οποίος εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευανθία-Μαρία Προύντζου του Νικολάου, Δικηγόρο Ναυπλίου (AM ΔΣΑ 506), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία …………… η οποία εδρεύει στην …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατά την εκφώνηση του εκθέματος με τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2) …………… κατοίκου …………… με ΑΦΜ …………… της Δ.Ο.Υ. …………… η οποία εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γεωργίου του Αναστασίου, Δικηγόρο Αθηνών (AM ΔΣΑ 12180), που κατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 30.06.2017 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 13η Ιουλίου του έτους 2017, έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης …../2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./2017, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 3ης Νοεμβρίου του έτους 2017 και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα με αριθμό ……./18.07.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 30.06.2017 αγωγής, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 13η Ιουλίου του έτους 2017, έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης ……./2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./2017, προσδιορίσθηκε αρχικά για την δικάσιμο της 3ης Νοεμβρίου του έτους 2017 και γράφηκε στο πινάκιο, με πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη εναγομένη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα για να παραστεί στη συζήτηση αυτής (άρθρα 110 παρ. 2, 122, 123, 124, 126 περ. γ’, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του νόμου 4337/2015, 127, 128 παρ. 4, 136, 139, 140, 591 παρ. 1 περ. α’ και 621 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4337/2017 και εφαρμόζονται για τα κατατεθειμένα μετά την 01.01.2016 ένδικα μέσα και αγωγές). Η πρώτη των εναγομένων, ωστόσο, δεν εμφανίστηκε στην αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά που ήταν γραμμένη στο πινάκιο η υπόθεση και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και η οποία επέχει θέση νομίμου κλητεύσεως της, κατ’ άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 5 του νόμου 2915/2001 και την προσθήκη του δευτέρου εδαφίου με το άρθρο 22 παρ. 2 του νόμου 3994/2011 (βλ. τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου). Επομένως, εν προκειμένω, η πρώτη εναγομένη, η οποία απολείπεται, εφόσον δεν παραστάθηκε στην παρούσα δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά που ήταν γραμμένη στο οικείο πινάκιο και δεν πήρε μέρος στη νόμιμη συζήτηση αυτής (της υπόθεσης) πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρα 271 παρ. 1, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του νόμου 4337/2015 και 591 παρ. 1 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ.). Το Δικαστήριο, ωστόσο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 621 παρ. 2 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015 [ΦΕΚ 87Α’/23.07.2015], η ισχύς του οποίου αρχίζει από την 01.01.2016 και εφαρμόζεται για τις κατατεθειμένες από την 01.01.2016 αγωγές [άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου 4335/2015]).

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του νόμου 2112/1920 : «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του βασιλικού διατάγματος τη 16/18.071920. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του προεδρικού διατάγματος 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας : «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας». Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σε αυτή εκδόθηκε το προεδρικό διάταγμα 178/2002. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 2 του προεδρικού αυτού διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του προεδρικού διατάγματος θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35. 1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35(1994).1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992.136, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992.125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990.722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993.456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35(1994).1038). Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει (ΑΠ 330/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 525/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1082/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1468/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό (ΑΠ 1319/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 330/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 525/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλΔ 35.1252, ΑΠ 77/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 200/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35.1311). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 200/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1468/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1551/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 389/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1002/2004 ΕλλΔνη 2005.445). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα σύμφωνα με την εθνική νομολογία καθώς επίσης και τη νομολογία του ΔΕΚ, οι αποφάσεις του οποίου ισοδυναμούν με αυθεντική ερμηνεία του Κοινοτικού Δικαίου (Σκανδάμης Νικόλαος, «Ευρωπαϊκό Δίκαιο I. – Θεσμοί της ΕΕ – 4. Οργανική υπόσταση της ΕΕ», Αθήνα-Κομοτηνή, έκδοση 2003, σελ. 176) είναι τα εξής στοιχεία : α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, γ) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258, ΕφΠειρ689/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Ζερδελής Δημήτριος σε ΔΕΝ 2009.1169 με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία). Συνεπεία της μεταβίβασης της επιχείρησης, μεταβιβάζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008 ΔΕΝ 64.1517). Ακόμη, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του προεδρικού διατάγματος 178/2002 (ΑΠ 525/2013 ΔΕΕ 2013.1200, ΑΠ 339/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 318/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σε περίπτωση μεταβίβασης της επιχείρησης, υπό την ισχύ του προεδρικού διατάγματος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου προεδρικού διατάγματος 572/1988 – άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών»), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά την μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι την μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά την μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη, χωρίς περιορισμό από το άρθρο 479 του Α.Κ. και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από την μεταβίβαση (ΕφΑθ 3156/2002 ΔΕΕ 2003.88, ΕφΑθ 5341/1999 ΕΕργΔ. 59.271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002.884). Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις που ήταν ενεργείς κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως της επιχειρήσεως (ΑΠ 318/1998 ΕΕργΔ 1999.355) συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, ανεξαρτήτως της συναινέσεως ή μη των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 1222/1998 ΕΕργΔ 1999.983). Αναγκαία πάντως προϋπόθεση είναι η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τον νέο εργοδότη, χωρίς πραγματική διακοπή, εκτός αν αυτός, μετά την διακοπή, επαναλειτουργήσει την επιχείρηση, ως την αυτή οικονομική μονάδα (ΑΠ 244/2012, ΑΠ 891/1992 ΕΕργΔ 1993.454), δηλαδή με τη θέληση να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις επαναλειτουργίας επιχειρήσεων, που μεταβιβάστηκαν ενώ η λειτουργία τους είχε προσωρινά διακοπεί λόγω εποχής (ΕφΑθ 9346/1988 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) ή λόγω ανασυγκροτήσεώς τους (Ληξουριώτης I., ΕΕργΔ 1993.450, Βλαστός Στυλιανός, ΕΕργΔ 1999.982 επ.). Αντιθέτως, δεν υπάρχει διαδοχή εργοδοτών, όταν η επαναλειτουργία της επιχειρήσεως από τον νέο φορέα της γίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνον του προηγούμενου φορέα της, με μισθωτούς που προσλαμβάνει με νέες συμβάσεις εργασίας είτε από το παλαιό προσωπικό είτε όχι (ΑΠ 610/1991 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/1992 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 942/1992 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1364/1992, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 647/1996 ΕλλΔνη 39.165). Ειδικότερα, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις : α) από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια (ΑΠ 1378/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και β) προς καταβολή των αποδοχών υπερημερίας στον εργαζόμενο, του οποίου κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή σύμβαση και αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες ο παλαιός εργοδότης, δηλαδή πριν από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση της επιχείρησης, αφού το προσωπικό της, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιόν εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε. Επίσης, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση ή από κανονισμούς εργασίας ή άλλη νόμιμη αιτία, όπως είναι η επιχειρησιακή συνήθεια, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 1147/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1697/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 του Α.Κ. προκύπτει, ότι ως μισθός νοείται κάθε παροχή που δίδεται από τους εργοδότες στους εργαζόμενους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, δηλαδή κάθε αμοιβή σε χρήμα και σε είδος (τροφή, κατοικία), η οποία καταβάλλεται τακτικά και μόνιμα, είτε βάσει της εργασιακής σχέσης ή της συλλογικής σύμβασης ή του νόμου, είτε βάσει της κρατούσας συνήθειας όταν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία (ΑΠ 52/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 673/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 266/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Νόμιμος μισθός χαρακτηρίζεται αυτός που προβλέπεται από συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική ή υπουργική απόφαση και αποτελεί τα κατώτατα όρια αποδοχών που υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει στους εργαζόμενους, αποτελείται δε ο νόμιμος μισθός από το βασικό μισθό και τα διάφορα επιδόματα, τα οποία επίσης προβλέπονται από τη συλλογική σύμβαση εργασίας, τη διαιτητική απόφαση ή την υπουργική απόφαση. Ως συμβατικός μισθός χαρακτηρίζεται αυτός που έχει καθορισθεί από τη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου στην ατομική σύμβαση εργασίας γραπτώς ή προφορικών ο συμβατικός, δε, μισθός είναι πάντοτε μεγαλύτερος από το νόμιμο, δεδομένου ότι το αντίθετο απαγορεύεται από το νόμο (680 του Α.Κ. και 7 παρ. 2 του νόμου 1876/1990). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του νόμου 435 /1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου των. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14.02.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθμ. 117/20.03.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚΒ’ 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από την 01.01.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της από του έτους 1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει: 1) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26.02.1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του νόμου 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και 2) στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέραν από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 01.01.1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του νόμου 2874/2000 (όπως ίσχυε έως την 30.09.2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του νόμου 3385/2005) από την 01.04.2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (05) ωρών την εβδομάδα. Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν, μέχρι την 31.03.2001, το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (03) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα. Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από την 01.04.2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από την 01.04.2001 η πέραν των σαράντα τριών ωρών (43) απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 01.04.2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως. Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του νόμο 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης με το άρθρο 4 του νόμου 2874/2000 ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των πέντε (05) ωρών εβδομαδιαίας υπερεργασιακής απασχολήσεως, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί 48) ώρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από την 01.04.2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακά απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχολήσεώς του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλαδή για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του νόμου 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 01.10.2005) το παραπάνω άρθρο 4 του νόμου 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής : 1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχολήσεως. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (ΑΠ 1003/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του νόμου 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.07.2010 (άρθρο 76 του νόμου 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως : α) για τις ώρες της υπερεργασίας (δηλ. από την 41η έως και την 45η ώρα εκάστης εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομάδας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Επισημαίνεται ότι για τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών, και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να ενδιαφέρει η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως (υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.7.1975 ΕΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντιθέτως, για να υπάρχει υπερεργασία, πρέπει να υπάρχει υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου και δεν ενδιαφέρει η μεμονωμένη υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου (ΑΠ 615/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 338/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 101/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 804/2003 ΕλλΔνη 45.141, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΕφΠειρ 933/2003 ΕλλΔνη 45.544). Η αμοιβή της υπερεργασίας υπολογίζεται βάσει των καταβαλλομένων αποδοχών κατά την ημέρα της απασχόλησης και όχι βάσει των νομίμων, σαν επαύξηση δε του μισθού θεωρούνται, πλην των οικειοθελών παροχών που δίδονται από τον εργοδότη στους εργαζόμενους καθόλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης συνεχώς, τακτικά και ανεπιφύλακτα και η αξία της υποχρεωτικά χορηγούμενης τροφής, καθώς και η παροχή κατοικίας στους μισθωτούς, τακτικά και αδιαλείπτως σαν συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους, παροχές οι οποίες συνυπολογίζονται για την εξεύρεση του ωρομισθίου της υπερεργασίας (ΑΠ 805/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή έβδομη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 418/2004 ΕλλΔνη 47.146, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΑΠ 679/2001 ΔΕΝ 2002.1628, ΑΠ 24/2000 ΔΕΝ 2000.851, ΑΠ 882/1998 ΔΕΝ 2000.378, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.17, ΕφΠειρ 572/2009 ΠειρΝομ 2010.141 1474, ΕφΑΘ 7576/2005 ΕλλΔνη 47.1474, ΕφΑΘ 810/2001 ΕλλΔνη 42.1381), ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερήσιας βάσης, είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανόμενη για κάθε μια από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη), να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει για κάθε μια από αυτές το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο (ΑΠ 679/2001 ΕλλΔνη 42.1590, ΑΠ 119/1997 ΕλλΔνη 38.1554, ΕφΠειρ 572/2009 ΠειρΝομ 2010.141) , όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του νόμου 435/1976 και 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, για την εργασία των υπαγόμενων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά την έκτη (6) ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή (κατά κανόνα) το Σάββατο, και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του νομοθετικού διατάγματος 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ (08) ώρες, οφείλεται ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επομ. του Α.Κ.), ενόψει του ότι η εργασία αυτή είναι παράνομη, ως παρασχεθείσα σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, το ποσό το οποίο ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως, αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης, χωρίς να δικαιούται ο εργαζόμενος και οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση ΑΠ 175/2013 ΔΕΕ 2013.832, ΑΠ 191/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1413/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1519/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2161/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2125/2007 ΔΕΝ 2008.182, ΑΠ 2018/2007 ΕΕργΔ 2008.1191, ΕφΑθ 3879/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Όμως, με τη διάταξη του άρθρου 8 του νόμου 3846/2010, ορίστηκε ότι η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Η εργασία κατά την 6η ημέρα επί πενθημέρου, και μετά την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, παραμένει παράνομη και συνεπώς άκυρη.

IV. Στο άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 3 της με αριθμό 19040/1981 υπουργικής απόφασης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου 1082/1980, ορίζεται ότι όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους επίδομα εορτών Πάσχα και επίδομα εορτών Χριστουγέννων, ίσα με μισό μηνιαίο μισθό και ένα μηνιαίο μισθό αντίστοιχα, για τους αμειβόμενους με μισθό, τα οποία καταβάλλονται στο ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκησε ολόκληρη τη χρονική περίοδο, στην περίπτωση του επιδόματος εορτών Πάσχα από την 1η Ιανουαρίου μέχρι την 30η Απριλίου και στην περίπτωση εορτών Χριστουγέννων από την 1η Μαΐου έως την 31η Δεκεμβρίου. Επίσης, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του αναγκαστικού νόμου 539/1945 «περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών» όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 νόμου 1346/1983 κάθε μισθωτός μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) σε υπόχρεη επιχείρηση δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές καθώς και επίδομα άδειας, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του νομοθετικού διατάγματος 4504/1966 και καθορίζεται σε μισό μισθό για τους εργαζομένους που αμείβονται με μισθό και τα 13 ημερομίσθια, για όσους εργαζόμενους αμείβονται με ημερομίσθια (ΕφΔωδ 86/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), κατά, δε, το άρθρο 5 του αναγκαστικού νόμου 539/1945, ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του νομοθετικού διατάγματος 3755/1957, ο εργοδότης, αρνούμενος τη χορήγηση στο μισθωτό της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται κατά τη λήξη του έτους, κατά το οποίον ο μισθωτός δικαιούται της αδείας, να καταβάλει σε αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας αυξημένες κατά ποσοστό 100% (ΟλΑΠ 32/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 31/2003 ΔΕΕ 2004.594). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 648, 679, 653 του Α.Κ., της κυρωθείσας με το νόμο 3248/1955 με αριθμό 95/49 διεθνούς συμβάσεως «περί προστασίας του ημερομισθίου», 5 παρ. 2 του νόμου 133/1975, 1 παρ. 1 του νόμου 435/1976, 1 παρ. 2 του νόμου 1082/1980, προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας (εφόσον καταβλήθηκαν – βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική» έκδοση 2014, σελ 668), νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας (ΑΠ 805/2006 ΕλλΔνη 2006.47, ΑΠ 45/2006 ΕλλΔνη 2006. 1395). Έτσι εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ των άλλων, η υπερεργασία (ΑΠ 702/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), η νόμιμη υπερωριακή εργασία, όχι όμως και η παράνομη υπερωριακή απασχόληση (ΑΠ 1339/2005), καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας τη νύκτα και τις Κυριακές και αργίες (ΑΠ 741/2002, ΕφΑθ 720/2008 ΕλλΔνη 2008.555, ΕφΑθ 161/1983 ΔΕΝ 40.1129).

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκή και ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. παρέχει μεν στον ενάγοντα την ευχέρεια να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι, όμως, και να αναπληρώσει εκείνους οι οποίοι λείπουν και αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Με βάση την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 του Κ.Πολ.Δ. ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του να συμπληρώσει, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει την νομική αοριστία αυτής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση των περιστατικών που απαιτούνται κατά το νόμο για την γένεση του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 45.84, ΑΠ 167/2002 ΕλλΔνη 43.1348, ΑΠ 1363/1998 ΕλλΔνη 39.325). Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 του Α.Κ. και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, όπως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχολήσεως και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 2016/2207 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 184/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τα στοιχεία αυτά δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται στο δικόγραφο της αγωγής με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις, αλλά αρκεί λογικώς να συνάγονται από το όλο κείμενο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων μπορεί, έως τη συζήτησή της να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της (άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ.) με τις προτάσεις της συζητήσεως (ΑΠ 548/2000 ΕΕργΔ 2001.803, ΕφΘεσ 584/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 300/2001 ΕΕργΔ 2001.659). Αντιθέτως, για το ορισμένο της ανωτέρω αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτή οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών, διότι ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951, 22 και 32 του νόμου 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού, πλην όμως τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους καθώς επίσης και τα καταβληθέντα έναντι των αγωγικών αξιώσεών χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 του Α.Κ.) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση, ο χρόνος από του οποίου αρχίζει η υπερεργασία και η υπερωρία κάθε ημέρα, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε η ανάγκη η οποία παρέστη για την εκτέλεση της και το πρόσωπο από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΑΠ 2018/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 140/2000 ΕλλΔνη 41.966, ΕφΠειρ 994/2207 ΕΝαυτΔικ 2007.385, ΕφΠειρ 892/2002 ΕΝΔ 30.437, ΕφΠειρ 1239/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

VI. Το άρθρο 904 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία κατά το άρθρο 361 του Α.Κ. και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα δικαιώματα του από τη σύμβαση. Επομένως, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ. τα περιστατικά που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσης, δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟΛΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 2003.1261, ΟλΑΠ 23/2003 ΝοΒ 2004.1179). Η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 923/2007 ΧρΙΔ 2008.121). Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν, μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι άκυρη ή ανίσχυρη ή εάν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα για οποιαδήποτε λόγο. Τα πραγματικά όμως περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα, το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης, τα οποία συνιστούν τη βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ, διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη, ένεκα της αοριστίας της (ΑΠ 1056/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1457/2001 ΕλλΔνη 2002.1690, ΑΠ 1322/1996 ΕλλΔνη 1997.1045, ΕφΑθ 5617/2007 ΕλλΔνη 2008.1523).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι διαθέτει άδεια διαμονής με δικαίωμα για παροχή εξαρτημένης εργασίας και ότι την 06.09.2007 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη, η οποία διατηρούσε εστιατόριο (ψητοπωλείο-πιτσαρία-ταχυφαγείο) στην Αθήνα με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να παρέχει την εργασία του σε αυτή ως διανομέας. Ότι κατά την πρόσληψή του συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του πέντε ημέρες κάθε εβδομάδα, με πλήρες ωράριο και αντί του νομίμου ημερομισθίου, όπως προσδιορίζεται από το συλλογικό καθεστώς των διανομέων στις επιχειρήσεις επισιτισμού. Ότι σε εκτέλεση των όρων της ανωτέρω σύμβασης παρείχε την εργασία του στην πρώτη εναγόμενη με συνέπεια, ζήλο και υπευθυνότητα, ότι η εργοδότρια από την έναρξη της απασχόλησής επέβαλε σε αυτόν να εργάζεται τις καθημερινές, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με ωράριο απασχόλησης από 14:00 έως 02:00, δηλαδή δώδεκα (12) ώρες ημερησίως, όλες τις ημέρες του Σαββάτου με το ίδιο ωράριο απασχόλησης, δηλαδή δώδεκα (12) ώρες ημερησίως, όλες τις ημέρες της Κυριακής, με ωράριο από 20:00 έως 02:00, δηλαδή έξι (06) ώρες ημερησίως και ότι η πρώτη εναγομένη κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των τριών ευρώ (03 ευρώ) για κάθε ώρα απασχόλησής του, ενώ ουδέποτε κατέβαλε σε αυτόν τις νόμιμες προσαυξήσεις για την απασχόληση καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου απασχόλησης και για την παροχή εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου, της Κυριακής, τις αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας, ουδέποτε του χορήγησε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης λόγω της εργασίας του τις ημέρες της Κυριακής, ουδέποτε κατέβαλε σε αυτόν επιδόματα εορτών και αδείας, ουδέποτε κατέβαλε το σύνολο των αποδοχών αδείας και ουδέποτε του χορήγησε εξοφλητικές αποδείξεις για τις αποδοχές του. Ότι την 03.08.2015, οπότε εμφανίσθηκε στην εργασία του, η πρώτη εναγόμενη γνωστοποίησε σε αυτόν δια του νομίμου εκπροσώπου της ότι είχε μεταβιβάσει την επιχείρηση στην δεύτερη εναγόμενη, σύζυγο του αδελφού του και κουνιάδα του (νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης) και τον παρέπεμψε σε αυτή σχετικά με τα θέματα της εργασίας του, ότι ζήτησε από την δεύτερη εναγόμενη να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης και ότι η εναγομένη ουδέποτε αποδέχθηκε τις νομίμως, προσηκόντως και πραγματικά προσφερόμενες υπηρεσίες του. Ότι η δεύτερη εναγόμενη από την 3η Αυγούστου του έτους 2015, οπότε ανέλαβε το εστιατόριο, ασκεί την ίδια δραστηριότητα, στο ίδιο κατάστημα, με τον ίδιο διακριτικό τίτλο, υλικοτεχνικό εξοπλισμό και προσωπικό, ότι στην δεύτερη εναγόμενη μεταβιβάσθηκε το σύνολο των άυλων αγαθών και η πελατεία της πρώτης εναγόμενης, ότι η δεύτερη εναγόμενη χρησιμοποιεί τους ίδιους τηλεφωνικούς αριθμούς, ότι ενόψει των ανωτέρω υπάρχει κοινότητα συμφερόντων μεταξύ των εναγομένων, διότι η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε την οργάνωση της πρώτης εξ αυτών ως οικονομικής μονάδας και διατήρησε αμετάβλητη την ταυτότητά της για την εξυπηρέτηση του ίδιου οικονομικού σκοπού και ότι η δεύτερη εναγόμενη ως διάδοχος της πρώτης επιχείρησης ευθύνεται αλληλέγγυα και σε ολόκληρο με αυτή για τις απαιτήσεις του από την σύμβαση εργασίας μέχρι την 03.08.2015, οπότε έπαυσε να αποδέχεται την εργασία του. Ότι η δεύτερη εναγόμενη αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του περιήλθε σε υπερημερία και ενέχεται έναντι αυτού στην καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 04.08.2015 έως την 03.08.2018, πιθανολογούμενη ημερομηνία συζήτησης της αγωγής καθώς και των αναλογούντων στο ανωτέρω χρονικό διάστημα επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας το ποσό των 28.611,04 ευρώ, ως αυτό αναλυτικά υπολογίζεται στην κρινόμενη αγωγή. Ότι του οφείλονται από την πρώτη για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 4.005,39 ευρώ, για αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας της ιδίας περιόδου το ποσό των 4.048,08 ευρώ, για αμοιβή λόγω παροχής υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης του χρονικού διαστήματος από 01.01.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 8.822,97 ευρώ, για αποζημίωση λόγω απασχόλησης τις ημέρες του Σαββάτου του χρονικού διαστήματος από 01.01.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 2.171,81 ευρώ, για αμοιβή με τις νόμιμες προσαυξήσεις και αποζημίωση λόγω απασχόλησης τις ημέρες της Κυριακής του χρονικού διαστήματος από 01.01.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 7.911,97 ευρώ, για αμοιβή με τις νόμιμες προσαυξήσεις λόγω της απασχόλησης σε ημέρες αργίας το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 353,43 ευρώ, για αμοιβή με τις νόμιμες προσαυξήσεις λόγω της απασχόλησης τη διάρκεια της νύκτας το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 4.760,91 ευρώ, ως οι ανωτέρω αξιώσεις αναλυτικά υπολογίζονται για κάθε επιμέρους αιτία στην υπό κρίση αγωγή και αφού έχουν αφαιρεθεί χρονικές περίοδοι τεσσάρων εβδομάδων κατ’ έτος, οπότε ελάμβανε ετήσια άδεια από την πρώτη εναγόμενη – εργοδότρια. Με βάση αυτό το ιστορικό αιτείται μετά από παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του που καταχωρίθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου (βλ. σχετ. 5η σελίδα των πρακτικών) και διαλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις του (βλ. 6η-8η σελίδες των προτάσεων του ενάγοντος) ως προς την αγωγική αξίωση για την καταβολή μισθών υπερημερίας : α) ως προς το ποσό των 2.442,42 ευρώ που αντιστοιχεί τις αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της αγωγής και την αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2018 και κατά το ποσό των 5.861,57 ευρώ που έλαβε από την παροχή εργασίας σε έτερους εργοδότες κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 01.05.2016 έως 28.02.2018, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας του ιδίου διαστήματος και β) κατά το ποσό των 1.000 ευρώ που αντιστοιχεί σε μέρος των αποδοχών αδείας που καταβλήθηκαν τα έτη 2012, 2013 και 2015, ήτοι 500 ευρώ, 300 ευρώ και 200 ευρώ αντίστοιχα), να αναγνωρισθεί ότι την 3η Αυγούστου του έτους 2015 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στην δεύτερη εξ αυτών και ότι συνδέεται με την δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο καθεμία από αυτές, ως ενεχόμενες έναντι του από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, άλλως και για την περίπτωση που η σύμβαση εργασία του κριθεί άκυρη για οποιοδήποτε λόγο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας του από την μη καταβολή των ανωτέρω ποσών, τα οποία θα κατέβαλαν σε άλλο εργαζόμενο που θα απασχολούσαν με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις αυτές συνθήκες, εξοικονομώντας ισόποση δαπάνη, το συνολικό ποσό των τριάντα μία χιλιάδων εκατόν δέκα ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (31.110,56 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε αγωγική αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει σε αυτόν για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 04.08.2015 έως την 03.08.2018, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας το ποσό των είκοσι χιλιάδων τριακοσίων πέντε ευρώ και πέντε λεπτών (20.305,05 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε αγωγική αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία του κατά τους όρους της εργασιακής τού σύμβασης, να απειληθεί σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων ευρώ (500 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της στην ανωτέρω υποχρέωση της, να απειληθεί σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (01) έτους για κάθε παράβαση των διατάξεων της παρούσας απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστής, διότι η ζημία που θα υποστεί από την καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης θα είναι σημαντική και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή εισάγεται για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του Κ.Πολ.Δ.), ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο (άρθρα 1, 2, 7, 9 εδ. α’, 10, 12, 13, 14 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 παρ. 1 του νόμου 4055/2012, 16 αριθμ. 2, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 και πριν την αντικατάσταση του από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του νόμου 4335/2015, 22, 25 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 6 παρ. 6 του νόμου 4055/2012 και 614, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015 του Κ.Πολ.Δ.) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι διαλαμβάνει άπαντα τα υπό του νόμου αξιούμενα στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση και αξιολόγηση της και συγκεκριμένα διαλαμβάνει αναφορά της σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και των ειδικότερων όρων αυτής ήτοι του χρόνου της καταρτίσεως της συμβάσεως, του είδους της παρασχεθείσης από τον ενάγοντα εργασίας και τα εν γένει καθήκοντά του, των όρων παροχής της εργασίας του και της συμφωνίας περί των αποδοχών του (δεν απαιτείται μνεία και του νόμιμου μισθού – βλ.σχετ. ΑΠ 1004/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), τη διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος, από την οποία προκύπτουν οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα η υπερεργασία και η κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, οι οποίες άλλωστε εκτίθενται, με την επισήμανση ότι οι τελευταίες είναι δυνατόν να προσδιορίζονται κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα (ΑΠ 1409/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 526/2013 ΔΕΕ 2013.1196, ΑΠ 297/2013 ΔΕΕ 2013.866), αναφορά των στοιχείων στα οποία θεμελιώνεται η ευθύνεται η ευθύνη της εναγομένης, ως διαδόχου, για την ικανοποίηση των ένδικών αξιώσεων, μνεία της άρνησης της δεύτερης εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος μετά την κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς μεταβίβαση της επιχείρησης και του χρονικού διαστήματος για τον οποίο οφείλονται και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές των εναγόμενων, απάντα, δε, τα ανωτέρω επαρκώς προσδιορισμένα. Επομένως, ο αντίθετος ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 3, 174, 180, 340, 341, 345, 346, 349, 350, 361, 481, 482, 648, 649, 6653, 655, 656, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του νόμου 4139/2013 και 904 του Α.Κ., 29 του ΕισΝΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 1 του προεδρικού διατάγματος 178/2002, 1, 2 και 3 του νόμου 1082/1980, 1 παρ. 1, 2 και 3, 3 παρ. 1, 6, 10 παρ. 1 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας (δώρα εορτών), άρθρα 1, 2 και 5 του αναγκαστικού νόμου 539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του νόμου 1346/1983, 1 του νόμου 3302/2004 (αποδοχές αδείας), 3 παρ 16 του νόμου 4504/1966 (επίδομα αδείας), 1 παρ. 1 και 5 του νόμου 3385/2005, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 74 παρ. 10 του νόμου 3860/2010 (προσαύξηση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης), άρθρο 2 παρ. 1 και 3 του νομοθετικού διατάγματος 3755/1957 (προσαύξηση 75% σε ημέρες Κυριακής και αργίες), άρθρο 10 παρ. 1 και 3 του βασιλικού διατάγματος 748/1966 (αμοιβή λόγω μη χορήγησης ημέρας ανάπαυσης), 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών (προσαύξηση 25% λόγω παροχής νυχτερινής εργασίας) και 62, 64, 68, 70, 74, 176, 189, 191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αρ. 4, 946 και 947 του Κ.Πολ.Δ., πλην του αιτήματος να απαγγελθεί σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (01) έτους για κάθε παράβαση των διατάξεων της παρούσας απόφασης, διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 του Κ.Πολ.Δ. προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται για απαιτήσεις από σύμβαση εργασίας, αφού η μη εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών ή κάθε είδους αμοιβών για εργασία, που παρασχέθηκε, στοιχειοθετεί μεν ποινικό αδίκημα όχι όμως και αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., καθόσον με την παράλειψη αυτή ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αφού διατηρεί αντίστοιχη ενοχική αξίωση κατά του εργοδότη του και, κατά συνέπεια, δεν προκαλείται στον εργαζόμενο ισόποση με τις αποδοχές του ζημιά, που να έχει ως αιτία το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του αναγκαστικού νόμου 690/1945 αδίκημα (ΑΠ 1436/2002 ΕλλΔνη 2004.757, ΑΠ 1346/2002 ΕλλΔνη 2003. 455). Εν προκειμένω σημειώνεται ότι το αίτημα να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή είναι νόμιμο μόνο ως προς τα καταψηφιστικά αιτήματα αυτής, διότι προσωρινά εκτελεστές επιτρέπεται να κηρυχθούν μόνο οι αποφάσεις που μετά την τελεσιδικία τους μπορούν να αποτελέσουν εκτελεστούς τίτλους και ως εκ τούτου μετά τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι νοητή η εκτέλεση αναγνωριστικής αποφάσεως, η οποία δεν περιέχει καταδίκη, αλλά αναγνώριση εννόμου σχέσεως και της οποίας η ενέργεια εξαντλείται στο δεδικασμένο (ΕφΑθ 3702/1986 ΕλλΔνη 1986.706, ΕφΠειρ 1014/1992 ΑρχΝ 1993.63, ΕφΑθ 682/2003 ΕλλΔνη 2004.1470). Η επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων αξιώνει τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία είναι ορισμένη, κρίνεται απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας. Συνακόλουθα, στην προκείμενη περίπτωση που ο ενάγων στηρίζει τις αξιώσεις τους στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή λόγω αντισυμβατικής ευθύνης των εναγομένων, λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού δύναται να αξιώσει τις απαιτήσεις του από την σύμβαση, δεν μπορεί να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του Α.Κ. Επομένως, η κρινόμενή αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δοθέντος ότι για το παραδεκτό αυτής όσον αφορά το αιτούμενο καταψηφιστικό ποσό που υπερβαίνει το όριο της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρα 14 παρ. περ. α’ του Κ.Πολ.Δ. και 71 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 παρ. 17 του νόμου 2479/1997, ήτοι για αγωγές που έχουν κατατεθεί από την 25.07.2011 και εφεξής το ποσό των 20.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 3994/2011) έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. σχετ. το με κωδικό αριθμό …………. παράβολο-δικαστικό ένσημο αγωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης-Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68 και 73 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων διεξαγωγής της δίκης, είναι, και η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων, η ύπαρξη της οποίας ερευνάται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΕφΑθ 6152/1982 ΝοΒ 30.1282, ΕφΠειρ 133/1987 ΝοΒ 35.1069). Εξάλλου, η νομιμοποίηση σε στενή έννοια, δηλαδή η ύπαρξη δικαιώματος υπεράσπισης της υπόθεσης, στην οποία δικάζεται κάποιος, ως ενάγων ή εναγόμενος ή η εξουσία για διεξαγωγή της δίκης, που αναφέρεται σε συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, συμπίπτει, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων (περιπτώσεις, μη υπόχρεων ή μη δικαιούχων διαδίκων), με την ιδιότητα του υποκειμένου του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος, που, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Για τη νομιμοποίηση αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς να ασκεί επιρροή αν αυτός είναι αναληθής. Η νομιμοποίηση αυτή, ενεργητική ή παθητική, κατά περίπτωση, πρέπει να υφίσταται κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και σε ολόκληρη τη διάρκεια της δίκης, έτσι ώστε να είναι δυνατή η έκδοση απόφασης από το δικαστήριο και για να μπορεί να ικανοποιηθεί το δικαίωμα, του οποίου φέρεται δικαιούχος ο διάδικος. Η έλλειψη της νομιμοποίησης αυτής, και υπό την ευρεία ακόμη έννοια, δηλαδή των θεμελιωτικών περιστατικών που συνδέουν το διάδικο με το επικαλούμενο δικαίωμα ή την έννομη σχέση, έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης (ΑΠ 13/1987 ΕλλΔνη 29.114, ΕφΑθ 9544/1998 ΕΕμπΔ 1999.773, ΕφΑθ 2685/1998 ΕλλΔνη 39.919, ΕφΠειρ 318/1998 ΕλλΔνη 39.919). Ενόψει δε της φύσης της νομιμοποίησης, ως διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, για κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, η από τον εναγόμενο αμφισβήτηση των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος (ΑΠ 954/1997 ΕλλΔνη 40.339, ΕφΑθ 5685/1999 ΕλλΔνη 41.526). Το ζήτημα της νομιμοποίησης ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, ερευνάται και χωρίς να υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης και σε κάθε δικαστήριο (ΑΠ 114/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1151/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5685/1999 ΕλλΔνη 41.527). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου 28/1944, εκδοθείσας ΚΥΑ 25825/1951, με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικά οι ΚΥΑ 8900/1946 και 18310/1946, 8 παρ. 4 του νομοθετικού διατάγματος 4020/1959, 1 και 2 του νόμου 435/1976, 3 παρ. 16 του νόμου 4504/1966, 2 και 5 παρ. 1 του αναγκαστικού νόμου 539/1945 συνάγεται ότι απαγορεύεται ο από τον εργοδότη μονομερής συμψηφισμός (ακριβέστερα : καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων των νομίμων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται, όμως, και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνίας, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση, εφόσον με την σχετική συμφωνία προσδιορίζεται το τμήμα των επιπλέον των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις αξιώσεις αυτές. Η συμφωνία αυτή περί καταλογισμού (άκυρη σε κάθε περίπτωση επί υπερωριών) δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 του Α.Κ., εφόσον ο μισθωτός και με την συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών με τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις (ΑΠ 1117/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 923/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 180/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1208/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 593/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να κριθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ως άνω ορίων που υφίσταται όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε σε συνάρτηση με αυτή του υπόχρεου (εφόσον όμως του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτή) ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οι οποίες κρίνονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 42.383, ΟλΑΠ 1/1997 ΕλλΔνη 38.534, ΟλΑΠ 17/95 ΕλλΔνη 38.410, ΟλΑΠ 862/1990 ΕλλΔνη 32.501, ΑΠ 66/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 291/2003 ΕλλΔνη 45.424, ΑΠ 321/2002 ΕλλΔνη 44.143, ΑΠ 1129/2002 ΕλλΔνη 45.424, ΑΠ 681/2000 ΕλλΔνη 42.109, ΑΠ 1875/1999 ΕλλΔνη 41.1315, ΑΠ 1125/1999 ΕλλΔνη 41.379, ΑΠ 683/1999 ΕλλΔνη 41.379, ΑΠ 156/1997 ΕλλΔνη 38.1547, ΑΠ 1252/1996 ΕλλΔνη 38.1795, ΑΠ 803/1996 ΕλλΔνη 38.804, ΕφΑθ 6270/2000 ΕΕμπΔ 52.598, ΕφΘεσ 3270/1998 Αρμ 1999.1080). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο. Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε, αντικειμενική καλή πίστη, είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα, που υπαγορεύεται σε κάθε άνθρωπο, από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής, που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο, που ενυπάρχει στο δικαίωμα, από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη αντίθεση προς αυτά (ΑΠ 615/1994 ΕλλΔνη 36.340, ΕφΑθ 4019/1999 ΕλλΔνη 40.1586). Εξ αυτού συνάγεται ότι δεν αρκεί η απλή αδράνεια του δικαιούχου επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, αλλά απαιτείται μεταξύ άλλων δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, έτσι ώστε, η, με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, επιδίωξη ανατροπής μιας ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης, να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς, για τον υπόχρεο, επιπτώσεις και να προκαλεί έντονη την εντύπωση της αδικίας. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, που έχει δημιουργηθεί, να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες, προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ 681/2000 ό.π, ΑΠ 409/2000 ΕλλΔνη 41.1315). Σημειώνεται ότι δεν αποτελεί ισχυρισμό (δικαιοκωλυτική ένσταση) κατ’ άρθρο 281 του Α.Κ., η αμφισβήτηση της ύπαρξης αυτού καθεαυτού του δικαιώματος του ενάγοντος λόγω είτε μη επέλευσης των σχετικών δικαιογόνων πραγματικών περιστατικών ή λόγω επέλευσης δικαιοφθόρων (αποσβεστικών περιστατικών), καθόσον η διάταξη αυτή του άρθρου 281 του Α.Κ. δεν δύναται να αντιταχθεί κατά δικαιωμάτων, αλλά του τρόπου άσκησής τους κατά τις προμνησθείσες προϋποθέσεις (ΕφΘεσ 601/2005 ΝοΒ 53.1119) ήτοι η εφαρμογή της προϋποθέτει ότι ο ενιστάμενος καταφάσκει την ύπαρξη του δικαιώματος (ΑΠ 764/2001 ΔΕΕ 2001.1013, ΑΠ 950/1989 ΕλλΔνη 32.7, ΑΠ 1417/1984 ΝοΒ 33.1002, ΕφΘεσ 721/2010 Αρμ 2011.951, ΕφΛαρ 91/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 8263/2007 ΔΕΕ 2008.1115). Επίσης, περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση άλλης ένστασης, καταλυτικής του τελευταίου, δεν μπορεί να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995.1531, ΕφΘεσ 10/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1017/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η δεύτερη εναγομένη με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αρνείται αιτιολογημένα την υπό κρίση αγωγή. Περαιτέρω, προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν υφίσταται κανένας σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης, ότι δεν υπάρχει καμία σύνδεση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ότι ουδέποτε έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης και ότι ο ενάγων δεν υπήρξε εργαζόμενος της επιχείρησης της και για το λόγο αυτό δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Ο σχετικός ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης, ως αναγόμενος σε αμφισβήτηση διαδικαστικής προϋπόθεσης του παραδεκτού της δίκης, συνιστά άρνηση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του. Επίσης, η δεύτερη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι βάσει της ισχύουσας διαιτητικής απόφασης περί διανομέων φαγητού ο κατώτατος μισθός ορίζεται στο ποσό των 657,70 ευρώ και το ημερομίσθιο στο ποσό των 26,30 ευρώ, ότι ο ενάγων ελάμβανε βάσει των αγωγικών ισχυρισμών το ποσό των τριάντα έξι ευρώ (3 ευρώ ανά ώρα εργασίας X 12 ώρες = 36 ευρώ) ημερησίως για την απασχόληση του καθώς επίσης και το ποσό των είκοσι ευρώ (20 ευρώ) για φιλοδωρήματα και συνολικά το ποσό των πενήντα έξι ευρώ (56 ευρώ), ότι το ποσό που ελάμβανε ήταν υπέρτερο κατά 29,70 ευρώ του νομίμου ημερομισθίου και ότι ενόψει τούτου έχει λάβει σε χρονικό διάστημα μίας πενταετίας, όπου αντιστοιχούν τριακόσιες ημέρες εργασίας ετησίως και χίλιες πεντακόσιες ημέρες απασχόλησης συνολικά, το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (44.500 ευρώ), το οποίο πρέπει να συμψηφιστεί με τις ένδικες αξιώσεις, διότι πρόκειται γα απαιτήσεις ομοειδείς κατ’ αντικείμενο, αμοιβαίες, ληξιπρόθεσμες και χρονικά συμπίπτουσες, ώστε η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού οι αξιώσεις που ο ενάγων προβάλει με αυτή έχουν αποσβεσθεί δια συμψηφισμού. Ο σχετικός ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι η δεύτερη εναγόμενη δεν αναφέρει στις προτάσεις της την ύπαρξη συμφωνίας περί καταλογισμού των υπέρτερων των νομίμων καταβαλλόμενων αποδοχών στον ενάγοντα με τις αγωγικές αξιώσεις για τις οποίες επιτρέπεται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, κατά νόμο συμψηφισμός και δεν προσδιορίζεται το τμήμα των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις αξιώσεις αυτές. Τέλος, η δεύτερη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων αξιώνει την καταβολή μισθών υπερημερίας για χρονικό διάστημα τριών ετών, ότι η παράλειψη του στο χρονικό που διέδραμε από την κατά τους ισχυρισμούς του άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών του να ανεύρει εργασία για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του είναι καταχρηστική, ως αντίθετη στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, διότι παρέλειψε να περιορίσει τη ζημία από την μη απασχόληση του και ότι για το λόγο αυτό η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. Ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλείται η εναγομένη, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., αφού, μόνη η μακροχρόνια, έστω, αδράνεια του δικαιούχου μισθωτού δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με τη μακρά αδράνεια, να δημιούργησαν στον υπόχρεο, κατά τρόπο προφανή και αντικειμενικό (Ζερδελής – Λεβέντης, «Μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης», ΔΕΝ 2008.1610), τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα και θεμελίωσαν υπέρ αυτού μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας προκαλεί τόσο επαχθείς συνέπειες, ώστε προς ανατροπή των συνεπειών αυτών να επιβάλλεται με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (ΑΠ 1123/2007 ΔΕΝ 2007.1123, ΑΠ 1694/2006 ΧρΙΔ 2007. 211, ΑΠ 1141/2006 ΝοΒ 2007.1317, ΑΠ 733/2003 ΕΕργΔ 2003.1269, ΑΠ 2073/1990 ΕΕργΔ 1992.129, ΕφΘεσ 21/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 187/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 297/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Ζερδελής Δ., «Ατομικές εργασιακές σχέσεις» έκδοση 2007, σελ. 766, Κουκιάδης Ι.„ «Εργατικό Δίκαιο-Ατομικές εργασιακές σχέσεις», έκδοση 2005, σελ. 650), τις οποίες δεν συνιστούν τα προεκτεθέντα από την δεύτερη εναγόμενη περιστατικά.

Το άρθρο 904 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία κατά το άρθρο 361 του Α.Κ. και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα δικαιώματα του από τη σύμβαση. Επομένως, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από νόμιμη αιτία. Έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, διότι προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ο ενάγων εργαζόμενος αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητας της σύμβασης εργασίας (τέτοια υπάρχει και στην περίπτωση έλλειψης πιστοποιητικού/βιβλιαρίου υγείας του εργαζομένου ή μη ανανέωσής του, όταν η κατοχή του είναι υποχρεωτική – άρθρο 1 της υπουργικής απόφασης Υ1γ/Γ.Π/οικ 35797/04.04.2012 (ΦΕΚ 1199Β’/11.04.2012), με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 14 παρ. 1 της υπουργικής Α1β/8577/1983 εκδοθείσης κατ’ εξουσιοδότηση του αναγκαστικού νόμου 2520/1940 και ήδη καταργηθείσης από την 24.10.2012 με το άρθρο 19παρ. 1 της υπουργικής απόφασης Υ1γ/ΓΠ/οικ.96967/2012 και άρθρα 3, 174, και 180 του Α.Κ.), για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη είναι μη νόμιμη (ΑΠ 43/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 702/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1667/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1056/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1457/2001 ΕλλΔνη 2002.1690, ΑΠ 1322/1996 ΕλλΔνη 1997.1045, ΕφΑθ 5617/2007 ΕλλΔνη 2008.1523, ΕφΘεσ 2470/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων ………. ………. του ………. (η ιδιότητα του μάρτυρος ως ενάγοντος σε άλλη αγωγή που έχει αυτός ασκήσει κατά της εναγόμενης δεν τον καθιστά εξαιρετέο λόγω εννόμου συμφέροντος κατά το άρθρο 400 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. και η έκβαση της παρούσας δίκης δεν έχει ως αναγκαία συνέπεια την ωφέλεια του άνω μάρτυρα εκ μόνου του λόγου ότι έχει ασκήσει άλλη αγωγή ο ίδιος σε βάρος της εναγόμενης για εργατική διαφορά – βλ. σχετ. ΕφΑθ 3879/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 698/2003 ΑχαικΝομ 2004.266, ΕφΛαρ 309/2003 Δικογραφία 2003.386, Βαθρακοκοίλης Αντ. Βασίλης, «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνευτική και Νομολογιακή Ανάλυση», έκδοση 1994, τόμος Β’, άρθρο 400, αρ. 40, σελ. 813) και ………. ………. του ………., που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 408 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ.), από τη με αριθμό ………./20.04.2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος του ενάγοντος ………. ………. του ………. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της (βλ. σχετ. την από 16.04.2018 κλήση και τις με αριθμούς ………./17.04.2018 και ………./17.04.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), κατ’ άρθρο 422 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του νόμου 4335/2015 και ισχύει από την 01.01.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του νόμου 4335/2015, που ισχύει και στην διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 591 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015), το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι άπτεται του υποστατού του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 580/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1103/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), από τις με αριθμούς ………./27.04.2018 και ………./27.04.12018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της δεύτερης εναγόμενης ………. ………. του ………. και της ………. και ………. ……….του ………. και της ………. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη τους (βλ. σχετ. την από 24.04.2018 κλήση και τη με αριθμό ………./24.04.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου I. Πάπαρη), κατ’ άρθρο 422 του Κ.Πολ.Δ., από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά από αυτά, είτε για να χρησιμεύσουν (τα έγγραφα) προς πλήρη απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 338, 339 του Κ.Πολ.Δ.) και από όλη εν γένει την διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η πρώτη εναγόμενη είναι ομόρρυθμη εταιρία, η οποία είχε έδρα στην πόλη των Αθηνών και επί της οδού ………., αριθμός …. και διατηρούσε επιχείρηση ψητοπωλείου-πιτσαρίας-ταχυφαγείου με την επωνυμία ………. Ο ενάγων κατάγεται από το Πακιστάν, είναι κάτοχος του με αριθμό ………. δελτίου-άδειας διαμονής δεκαετούς διάρκειας, ήτοι μέχρι την 20.05.2022 με την οποία παρέχεται σε αυτόν δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας, προγενέστερα δε ήταν κάτοχος της με αριθμό ………. άδειας διαμονής ισχύος μέχρι την 20.05.2006 με δικαίωμα παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, της με αριθμό ………. άδειας διαμονής ισχύος μέχρι την 20.05.2008 με δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας για παροχή εξαρτημένης εργασίας, της με αριθμό ………. άδειας διαμονής ισχύος μέχρι την 20.05.2010 με δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας για παροχή εξαρτημένης εργασίας και της με αριθμό ………. άδειας διαμονής ισχύος μέχρι την 20.05.2012 με δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας για παροχή εξαρτημένης εργασίας. Την 6η Σεπτεμβρίου του έτους 2007 ο ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για να παρέχει την εργασία του σε αυτή με την ειδικότητα του διανομέα – οδηγού δικύκλου των ειδών του εστιατορίου της εργοδότριας στους πελάτες της. Ειδικότερα, κατά την πρόσληψη του ενάγοντος συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του πέντε (05) ημέρες κάθε εβδομάδα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με πλήρες ωράριο απασχόλησης, δηλαδή οκτώ (08) ώρες ημερησίως και συγκεκριμένα από 14:00 έως 22:00 και οι αποδοχές του συμφωνήθηκαν στο νόμιμο ημερομίσθιο που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις για τους διανομείς επισιτιστικών επιχειρήσεων. Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης ο ενάγων παρείχε την εργασία του, δηλαδή διανομή φαγητού από το κατάστημα της πρώτης εναγόμενης- εργοδότριας στις κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους της ευρύτερης περιοχής κατόπιν τηλεφωνικών παραγγελιών με τη χρήση μοτοποδηλάτου με συνέπεια, ευσυνειδησία, υπευθυνότητα και συμμορφούμενος στις εκάστοτε οδηγίες και υποδείξεις του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας, χωρίς να προκύψουν παράπονα σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των ανατιθέμενων σε αυτόν καθηκόντων. Επίσης, ο ενάγων κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης και συγκεκριμένα το έτους 2014 εφοδιάσθηκε και με το προβλεπόμενο από το άρθρο 1 της με αριθμό Υ1γ/ΓΠ/οίκ 35797 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β71199/11.04.2012) πιστοποιητικό υγείας ότι υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόληση του, εφόσον η επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης εντάσσεται στις επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και για την παροχή της εργασίας του, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να κατέχει το εν λόγω πιστοποιητικό (βλ. σχετ. το από 25.02.2014 πιστοποιητικό υγείας της ιατρού παθολόγου ………. ………. ισχύος πέντε [05] ετών – ΕφΠατρ 92/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ για το ότι ο διανομέας φαγητού πρέπει να είναι εφοδιασμένος με πιστοποιητικό υγείας). Συνακόλουθα, εφόσον ο ενάγων κατείχε κατά την πρόσληψη του άδεια παροχής εξαρτημένης εργασίας και εφόσον μετά την απόκτηση του ως άνω πιστοποιητικού υγείας εξακολούθησε η λειτουργία της σχέσης εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε σιωπηρά η αρχικά άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματα της σαν να ήταν έγκυρη εξαρχής κατ’ άρθρο 183 του Α.Κ. (ΑΠ 91/2000 ΕλλΔνη 2000.1008, ΑΠ 65/2009 ΝοΒ 2009.1166, ΑΠ 702/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 55/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), απορριπτόμενων των αντίθετων ισχυρισμών της δεύτερης εναγόμενης ως αβάσιμων. Την 3η Αυγούστου του έτους 2015 καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο το από 30.07.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό περί διάλυσης της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ………. κατόπιν απόφασης των εταίρων αυτής ………. ………. του ………. και ………. ………. του ………. να προβούν σε λύση της εταιρίας (βλ. σχετ. την από 06.08.2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου ………. ανακοίνωση του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθήνας- Τμήμα Μητρώου/Υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ.). Την ίδια περίοδο η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγομένη, η οποία είναι σύζυγος του αδελφού του ………. ………., νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, δηλαδή σύζυγος του ………. ………. και κουνιάδα του ………. ………. Η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε την επιχείρηση και εξακολούθησε να λειτουργεί αυτή, όπως. η πρώτη εναγομένη, δηλαδή επιχείρηση αναψυχής και μαζικής εστίασης, παρασκευής και διάθεσης πλήρους γεύματος ζεστής και κρύας κουζίνας (καφετέρια-ψητοπωλείο- εστιατόριο), στο ίδιο κατάστημα στην Αθήνα και επί της οδού ………., αριθμός …, υπό την ίδια διακριτική ονομασία ………., τον ίδιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό, χρησιμοποιώντας και τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό για τις παραγγελίες των πελατών της (βλ. σχετ. προσκομιζόμενες ιστοσελίδες της επιχείρησης) καθώς και το σύνολο της πελατείας, αλλά και την τεχνογνωσία της πρώτης εναγομένης. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ο οποίος έχει άμεση και ιδία αντίληψη, διότι απασχολήθηκε στις εναγόμενες την χρονική περίοδο από τον Μάιο του έτους 2015 έως τον Αύγουστο του έτους 2016 και ανέφερε ότι : «…. … Στις 3 Αυγούστου 2015 το μαγαζί άλλαξε Α.Φ.Μ. και πέρασε στο όνομα της ………. ………, που είναι γυναίκα του αδερφού του ………. ………., πέρασε, δηλαδή, στην κουνιάδα του αφεντικού. Όταν έγινε η αλλαγή, το μαγαζί συνέχισε να λειτουργεί κανονικά, όπως ακριβώς και πριν, χωρίς να κλείσει ούτε για μία ώρα. Συνέχισε, δηλαδή, να λειτουργεί στην ίδια διεύθυνση ως ………. ενώ μέχρι και η ταμπέλα έμεινε ίδια. Ίδια έμειναν και τα τηλέφωνα της επιχείρησης. Αλλά ούτε μέσα στο μαγαζί άλλαξε κάτι. Έχω δει με τα μάτια μου ότι όλος ο εξοπλισμός (φούρνοι, σχαριέρες, ψυγεία, σκεύη, τραπεζοκαθίσματα κλπ.), έμεινε ίδιος κι απαράλλαχτος, όπως ακριβώς ήταν και πριν την αλλαγή. Κυριολεκτικά δεν πρόσθεσαν ούτε ένα πιρούνι. Δεν ξέρω, όμως, πως τα πήρε, δηλαδή αν έγινε σύμβαση μεταξύ της εταιρίας και της ………. ………. ή όχι. Εννοείται πως όλη η πελατεία έμεινε στο μαγαζί, αφού το ………. είχε χτίσει πολύ καλό όνομα και είχε πολλούς και σταθερούς πελάτες όλες τις μέρες της εβδομάδας. Μετά την αλλαγή, στην επιχείρηση συνέχισε να δουλεύει χωρίς καμία διακοπή σχεδόν όλο το προσωπικό και εγώ. Συγκεκριμένα, για να μην χάσουμε τη δουλειά μας, την ίδια μέρα που έγινε η αλλαγή, υπογράψαμε με το ζόρι παραίτηση από την εταιρία του ………. ………. και πρόσληψη στη ………. ………», αλλά και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο οποίος είναι πρώην εργαζόμενος της επιχείρησης και ο οποίος ερωτηθείς σχετικά κατέθεσε ότι μετά την 3η Αυγούστου του έτους 2015 η επιχείρηση εξακολούθησε να λειτουργεί ως ψητοπωλείο, με τον ίδιο εξοπλισμό (ψυγεία, φούρνοι, μηχανήματα, τραπέζια), ταμπέλα, τηλέφωνα, ότι το μόνο που άλλαξε ήταν το χρώμα στους τοίχους και ότι μετά την μεταβίβαση απασχολήθηκαν από την δεύτερη εναγόμενη οι περισσότεροι εκ των εργαζομένων της πρώτης (βλ. 8η και 11η σελίδες των πρακτικών). Η δεύτερη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι διατηρούσε επιχείρηση με το ίδιο αντικείμενο εκμετάλλευσης στην περιοχή της ………. Αττικής, ότι μετέφερε την έδρα της επιχείρησης της στην έδρα της πρώτης εναγόμενης κατόπιν έρευνας αγοράς, ότι δεν συνέχισε την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης, δοθέντος ότι είχε δική της παρουσία επί σειρά ετών στο χώρο των εστιατορίων και των ψητοπωλείων, ότι δεν χρησιμοποίησε υλικοτεχνικό εξοπλισμό της πρώτης εναγόμενης, διότι όλα τα μηχανήματα ήταν κατεστραμμένα και ακατάλληλα για τη νέα επιχείρηση που δημιουργήθηκε, ότι η νέα επιχείρηση ξεκίνησε την δραστηριότητα της μετά από έξι μήνες από την διακοπή της δραστηριότητας της πρώτης εναγόμενης, με αποτέλεσμα η πελατεία και η φήμη της τελευταίας να απωλεσθούν λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για επιχείρηση εστίασης και στο διάστημα που μεσολάβησε το καταναλωτικό κοινό εξυπηρετήθηκε από έτερα καταστήματα της περιοχής και ότι το άνοιγμα της επιχείρησης της στον ίδιο χώρο, με το ίδιο αντικείμενο και με την χρήση του ίδιου διακριτικού τίτλου είναι τυχαία περιστατικά. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της δεύτερης εναγόμενης δεν κρίνονται βάσιμοι και πειστικοί, αφενός διότι από την με ημερομηνία 17.12.2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου ………. άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος του Δήμου ………. που αφορά στην επιχείρηση της δεύτερης εναγόμενης προκύπτει ότι υποβλήθηκε αίτηση από την τελευταία ήδη από την 12.10.2015 και αφετέρου διότι δεν προσκομίσθηκε από την δεύτερη εναγόμενη κανένα παραστατικό (τιμολόγιο αγοράς) περί αγοράς καινούργιου εξοπλισμού για τις ανάγκες της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ως κατατέθηκε από τον μάρτυρα αυτής κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά ούτε και έγγραφο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. εκ του οποίου να προκύπτει ο χρόνος που δηλώθηκε η διακοπή δραστηριότητας της επιχείρησης στη ………. και ο χρόνος έναρξης της νέας δραστηριότητας. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες με ημερομηνία 18.12.2015 και με αριθμούς ………. και ………. πράξεις επιβολής προστίμου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας-ΤΕΕΣ Δυτικού Τομέα Αθηνών προκύπτει ότι την 25η Αυγούστου του έτους 2015 διενεργήθηκε έλεγχος στην επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης, η οποία βρισκόταν ήδη σε λειτουργία και επιβλήθηκαν πρόστιμα για παραβάσεις των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας καθώς επίσης και ότι ορισμένοι εκ των εργαζομένων για τους οποίους διαπιστώθηκαν παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας (……………….., ………………..) ήταν εργαζόμενοι και στην πρώτη εναγόμενη, στην οποία είχε διενεργηθεί έλεγχος την 7η Ιουλίου του έτους 2014 και είχε επιβληθεί πρόστιμο, μεταξύ άλλων, και για τους ανωτέρω εργαζόμενους λόγω μη τήρησης των διατάξεων για την χορήγηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης-ρεπό (βλ. σχετ. την 29.08.2014 και με αριθμό ………. πράξη επιβολής προστίμου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας- Τμήμα Δυτικού Τομέα Αθηνών). Συνεπεία τούτων, οι καταθέσεις των μαρτύρων της δεύτερης εναγόμενης που αναφέρονται σε δημιουργία και λειτουργία από την τελευταία εξ ολοκλήρου νέας επιχείρησης στο χώρο που δραστηριοποιούνταν η πρώτη εναγόμενη και διαλαμβάνουν ότι δεν χώρησε μεταβίβαση ουδενός υλικού ή άυλου περιουσιακού στοιχείου και προσωπικού από την μία επιχείρηση στην άλλη και ότι τα ταυτόσημα στοιχεία των δύο επιχειρήσεων είναι τυχαία και συμπτωματικά και ουδέν υποδηλώνουν περί συνέχειας επιχειρηματικής δράσης δεν κρίνονται βάσιμες, αξιόπιστες και πειστικές. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η επιχείρηση της δεύτερης εναγόμενης και η πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, από την οποία προσλήφθηκε και στην οποία παρείχε την εργασία του ο ενάγων έχουν συσταθεί από συγγενικά μεταξύ τους πρόσωπα, έχουν τον ίδιο εμπορικό σκοπό και αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας (επισιτιστικές επιχειρήσεις), στεγάζονται στην ίδια έδρα, χρησιμοποιούν τον ίδιο διακριτικό τίτλο, έχουν το ίδιο πελατολόγιο και τους ίδιους προμηθευτές, η δεύτερη εναγόμενη απασχολεί μεγάλο μέρος των εργαζομένων που είχε προσληφθεί και απασχολούνταν στην πρώτη εξ αυτών και για την έναρξη της δραστηριότητας της και λειτουργία της δεν προέβη σε αγορές υλικοτεχνικού εξοπλισμού και των αναγκαίων ειδών και μηχανημάτων για τη λειτουργία της, αλλά χρησιμοποίησε τον πάγιο εξοπλισμό της πρώτης εναγόμενης, δοθέντος ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε αγορά ή καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο παραχώρηση περιουσιακών στοιχείων της προηγούμενης επιχείρησης της δεύτερης εναγόμενης στην ………. στην επιχείρηση που λειτουργεί στον ………. Αττικής, η δε χρήση της ιδίας τηλεφωνικής σύνδεσης αυτοτελώς δεν είναι προσδιοριστικό και καθοριστικό της ανάληψης και συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης εναγόμενης από την δεύτερη, αλλά συνεκτιμάται με τα ανωτέρω κρίσιμα και ουσιώδη προς τούτο στοιχεία. Από τα παραπάνω στοιχεία, εκτιμώμενα στο πλαίσιο μιας συνολικής αξιολόγησης, συνάγεται ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης διατήρησε την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της, δηλαδή τη δεύτερη εναγομένη, συνέχισε να λειτουργεί ως οικονομική μονάδα, διατηρώντας την ταυτότητά της, χρησιμοποιώντας τον ήδη υφιστάμενο και αποκτηθέντα από πρώτη εναγόμενη πάγιο εξοπλισμό, χωρίς να απολέσει την πελατεία της προκατόχου της, στελεχώνοντας μάλιστα την επιχείρηση με τους ήδη υφιστάμενους σε αυτήν εργαζομένους και ως εκ τούτου οι εναγόμενες δεν αποτελούν αυτοτελείς και ανεξάρτητες οικονομικές οντότητες, αλλά επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης με την έννοια των διατάξεων των άρθρ. 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του προεδρικού διατάγματος 178/2002 καθώς και διαδοχή μεταξύ της προηγούμενης εργοδότριας του ενάγοντος, δηλαδή της πρώτης εναγομένης και της δεύτερης εναγομένης νέας εργοδότριας, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι την 3η Αυγούστου του έτους 2015, οπότε ο ενάγων, μετέβη στην εργασία του, ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης πληροφόρησε αυτόν για την μεταβίβαση της επιχείρησης στην δεύτερη εναγόμενη και του κατέστησε σαφές ότι στο εξής σε ότι αφορά την σύμβαση εργασίας του πρέπει να απευθύνεται στην δεύτερη εναγόμενη. Ο ενάγων αρχικά διαμαρτυρήθηκε για την αντισυμβατική στάση και συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, κατόπιν δε τούτου απευθύνθηκε στην δεύτερη εναγόμενη και ζήτησε από αυτή να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του με τους ίδιους ως άνω ειδικότερους όρους και συμφωνίες, το οποίο αυτή αρνήθηκε. Επομένως, η δεύτερη εναγόμενη, η οποία λόγω της μεταβίβασης υποκατέστησε αυτοδίκαια την αρχική εργοδότρια-πρώτη εναγομένη υπεισήλθε στην σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, η οποία εξακολουθούσε να κατά το χρόνο της μεταβίβασης να είναι ενεργή και ως εκ τούτου αρνούμενη την αποδοχή της εργασίας του περιήλθε σε υπερημερία και ενέχεται έναντι του στην καταβολή μισθών υπερημερίας. Η υπερημερία της δεύτερης εναγόμενης δεν έπαυσε κατά νόμιμο τρόπο μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, ούτε και με την απασχόληση του ενάγοντος σε έτερους εργοδότες κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγόμενης, ως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β’ του Α.Κ., η οποία στην περίπτωση αυτή (απασχόληση σε άλλον εργοδότη) παρέχει απλώς δικαίωμα στον εναγόμενο εργοδότη να αφαιρέσει από τους οφειλόμενους μισθούς την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργαζόμενος από την παροχή της εργασίας του αλλού, το οποίο προϋποθέτει ότι διατηρείται η υπερημερία του εργοδότη (ΑΠ 1148/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1420/1990 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 605/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η δεύτερη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αξίωση του ενάγοντος για την καταβολή μισθών υπερημερίας πρέπει να απορριφθεί λόγω άσκησης της αγωγής μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 του νόμου 3198/1955. Ο σχετικός ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ως άνω αποσβεστική προθεσμία τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που οι αξιώσεις έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δε μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της αγωγής ότι υπάρχει καταγγελία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ. (επί αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής – βλ. σχετ. ΑΠ 1714/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), στον μισθωτό, λόγω της αποκρούσεως των υπηρεσιών του από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο (ΑΠ 121/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), ως εν προκειμένω, αφού η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική και τάσσεται αποκλειστικά υπέρ του εργαζομένου (ΕφΠειρ 8/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 9/2007 Αρμ 2007.415, ΕφΑθ 2342/2003 ΕλλΔνη 45.1483, Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική» έκδοση 2014, σελ. 198). Συνεπεία των ανωτέρω, η δεύτερη εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 04.08.2015 και μέχρι την 30.04.2018 (ημερομηνία συζήτηση της αγωγής) και μετά το νομότυπο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής κατά το ποσό που έλαβε από την εργασία του την ανωτέρω χρονική περίοδο σε άλλον εργοδότη, τα κάτωθι χρηματικά ποσά : 1) για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 04.08.2015 έως 31.08.2015 το ποσό των 523,60 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (26,18 ευρώ κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο σύμφωνα με το νόμο 4046/2012, την Π.Υ.Σ. 6/28.02.2012 [ΦΕΚ 38α,/28.02.2012] και την ερμηνευτική εγκύκλιο 4601/304/12.032012 X 20 εργάσιμες ημέρες = 523,60 ευρώ), 2) για αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου του έτους 2015 έως και Απριλίου του έτους 2016 το ποσό των 6.545 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (26,18 ευρώ X 25 εργάσιμες ημέρες = 654,50 ευρώ Χ 10 μήνες = 6.545 ευρώ), 3) για αποδοχές μηνός Μαΐου του έτους 2016 το ποσό των 501,71 ευρώ ήτοι : (654,50 ευρώ – 152,79 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 4) για αποδοχές μηνός Ιουνίου του έτους 2016 το ποσό των 133,54 ευρώ ήτοι: (654,50 ευρώ – 520,96 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 5) για αποδοχές μηνός Ιουλίου του έτους 2016 το ποσό των 159,37 ευρώ ήτοι : (654,50 ευρώ – 495,13 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 6) για αποδοχές μηνός Αυγούστου του έτους 2016 το ποσό των 333,93 ευρώ ήτοι : (654,50 ευρώ – 320,57 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 7) για αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2016 το ποσό των 324,92 ευρώ ήτοι : (654,50 ευρώ – 329,58 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 8) για αποδοχές μηνός Οκτωβρίου του έτους 2016 το ποσό των 501,71 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 152,79 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 9) για αποδοχές μηνός Νοεμβρίου του έτους 2016 το ποσό των 558,98 ευρώ ήτοι : (654,50 ευρώ – 95,52 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 10) για αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2016το ποσό των 453,86 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 200,64 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 11) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 427,68 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (26,18 ευρώ X 2 = 52,36 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 2,19 ευρώ = 54,55 ευρώ για κάθε δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα από 04.08.2015 έως 31.12.2015 X 7,84 [149 ημέρες : 19 = 7,84] =427,68 ευρώ), 12) για επίδομα Πάσχα του έτους 2016 το ποσό των 409,05 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 15 ημερομίσθια = 409,05 ευρώ), 13) για επίδομα αδείας του έτους 2016 το ποσό των 186,73 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 13 ημερομίσθια = 340,34 ευρώ – 153,61 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη = 186,73), 14) για επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2016 το ποσό των 387,01 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 25 ημερομίσθια = 681,77 ευρώ – 294,76 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη = 387,01 ευρώ), 15) για αποδοχές μηνός Ιανουαρίου του έτους 2017 το ποσό των 485,54 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 168,96 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 16) για αποδοχές μηνός Φεβρουάριου του έτους 2017 το ποσό των 485,54 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 168,96 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 17) για αποδοχές μηνός Μαρτίου του έτους 2017 το ποσό των 453,86 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 200,64 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 18) για αποδοχές μηνός Απριλίου του έτους 2017 το ποσό των 474,98 ευρώ ήτοι: (654,50ευρώ – 179,52 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 19) για αποδοχές μηνός Μαΐου του έτους 2017 το ποσό των 474,98 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 179,52 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 20) για αποδοχές μηνός Ιουνίου του έτους 2017 το ποσό των 464,42 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 190,08 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 21) για αποδοχές μηνός Ιουλίου του έτους 2017 το ποσό των 474,98 ευρώ ήτοι: (654,50ευρώ – 179,52 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 22) για αποδοχές μηνός Αυγούστου του έτους 2017 το ποσό των 436,29 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 218,21 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 23) για αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2017 το ποσό των 401,54 ευρώ ήτοι: (654,50ευρώ – 252,96 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 24) για αποδοχές μηνός Οκτωβρίου του έτους 2017 το ποσό των 429,28 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 225,22 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 24) για αποδοχές μηνός Νοεμβρίου, του έτους 2017 το ποσό των 464,42 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 190,08 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 25) για αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2017 το ποσό των 464,43 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 190,07 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 26) για επίδομα Πάσχα του έτους 2016 το ποσό των 294,01 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 15 ημερομίσθια = 409,05 ευρώ – 115,04 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 27) για επίδομα αδείας του έτους 2017 το ποσό των 177,91 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 13 ημερομίσθια = 340,34 ευρώ – 162,43 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη = 177,91), 28) για επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2017 το ποσό των 472,33 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 25 ημερομίσθια = 681,77 ευρώ – 209,44 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη = 472,33), 29) για αποδοχές μηνός Ιανουαρίου του έτους 2018 το ποσό των 474,98 ευρώ ήτοι : (654,50ευρώ – 179,52 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 30) για αποδοχές μηνός Φεβρουάριου του έτους 2018 το ποσό των 633,38 ευρώ ήτοι: (654,50ευρώ – 21,12 ευρώ που έλαβε από άλλο εργοδότη), 31) για αποδοχές, μηνός Μαρτίου του έτους 2018 το ποσό των 654,50 ευρώ, 32) για αποδοχές μηνός Απριλίου του έτους 2018 το ποσό των 654,50 ευρώ και 33) για επίδομα Πάσχα του έτους 2018 το ποσό των 409,05 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 15 ημερομίσθια = 409,05 ευρώ) και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν ογδόντα τριών ευρώ και ενός λεπτού (523,60 ευρώ + 654,50 ευρώ + 501,71 ευρώ + 133,54 ευρώ + 159,37 ευρώ + 333,93 ευρώ + 324,92 ευρώ + 501,71 ευρώ + 558,98 ευρώ + 453,86 ευρώ + 427,68 ευρώ + 409,05 ευρώ + 186,73 ευρώ + 387,01 ευρώ + 485,54 ευρώ + 485,54 ευρώ + 453,86 ευρώ + 474,98 ευρώ + 474,98 ευρώ + 464,42 ευρώ + 474,98 ευρώ + 436,29 ευρώ + 401,54 ευρώ + 429,28 ευρώ + 464,42 ευρώ + 464,43 ευρώ + 294,01 ευρώ + 177,91 ευρώ + 472,33 ευρώ + 474,98 ευρώ + 633,38 ευρώ + 654,50 ευρώ + 409,05 ευρώ = 14.183,01 ευρώ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο χρονικό διάστημα που ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην πρώτη εναγόμενη η εργοδότρια ουδέποτε κατέβαλε σε αυτόν τα αναλογούντα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και ως εκ τούτου οφείλονται σε αυτόν για τα έτη 2012 έως και 2015 τα κάτωθι ποσά : Α) Για επιδόματα εορτών Πάσχα : 1) του έτους 2012 το ποσό των 409,05 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 15 ημερομίσθια = 409,05 ευρώ), 2) του έτους 2013 το ποσό των 409,05 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 15 ημερομίσθια = 409,05 ευρώ), 3) του έτους 2014 το ποσό των 409,05 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 15 ημερομίσθια = 409,05 ευρώ) και του έτους 2015 το ποσό των 409,05 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 15 ημερομίσθια = 409,05 ευρώ) και Β) Για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων : 1) του έτους 2012 το ποσό των 681,77 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 25 ημερομίσθια = 681,77 ευρώ), 2) του έτους 2013 το ποσό των 681,77 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 25 ημερομίσθια = 681,77 ευρώ), 3) του έτους 2012 το ποσό των 681,77 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 1,09 ευρώ = 27,27 ευρώ X 25 ημερομίσθια =- 681,77 ευρώ) και 4) για αναλογία του έτους 2015 το ποσό των 272,75 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 2 = 52,36 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση με την αναλογία επιδόματος αδείας εκ 2,19 ευρώ = 54,55 ευρώ για κάθε δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα από 01.05.2015 έως 03.08.2015 X 5 [95 ημέρες : 19 = 5] = 272,75 ευρώ) και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (409,05 ευρώ + 409,05 ευρώ + 409,05 ευρώ + 409,05 ευρώ + 681,77 ευρώ + 681,77 ευρώ + 681,77 ευρώ + 272,75 ευρώ = 3.954,26 ευρώ). Επίσης, οφείλονται στον ενάγοντα για αποδοχές αδείας και επιδόματα των ετών 2012 έως και 2015 τα κάτωθι ποσά : Α) Για αποδοχές αδείας : 1) του έτους 2012 το ποσό των 180,68 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 26 ημερομίσθια = 680,68 ευρώ – 500 ευρώ που έλαβε = 180,68 ευρώ), 2) του έτους 2013 το ποσό των 380,68 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 26 ημερομίσθια = 680,68 ευρώ – 300 ευρώ που έλαβε = 380,68), 3) του έτους 2014 το ποσό των 680,68 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 26 ημερομίσθια = 680,68 ευρώ) και 4) του έτους 2015 το ποσό των 480,68 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 26 ημερομίσθια = 680,68 ευρώ – 200 ευρώ που έλαβε) και Β) Για επίδομα αδείας : 1) του έτους 2012 ευρώ 340,34 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 13 ημερομίσθια = 340,34 ευρώ), 2) του έτους 2014 ευρώ 340,34 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 13 ημερομίσθια = 340,34 ευρώ), 3) του έτους 2014 ευρώ 340,34 ευρώ ήτοι: (26,18 ευρώ X 13 ημερομίσθια = 340,34 ευρώ) και 4) του έτους 2012 ευρώ 340,34 ευρώ ήτοι : (26,18 ευρώ X 13 ημερομίσθια = 340,34 ευρώ) και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των τριών χιλιάδων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και οκτώ λεπτών (180,68 ευρώ + 380,68 ευρώ + 680,68 ευρώ + 480,68 ευρώ + 340,34 ευρώ + 340,34 ευρώ + 340,34 ευρώ + 340,34 ευρώ = 3.084,08 ευρώ). Περαιτέρω, από τα ίδια ως αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο ενάγων το ένδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως την 03.08.2015 παρά το γεγονός ότι είχε συμφωνηθεί να παρέχει την εργασία του υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ισχύει και για τους εργαζόμενους σε επισιτιστικά καταστήματα – βλ. σχετ. την με αριθμό 102/1984 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την με αριθμό 21.768/26.11.1985 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και υποχρεωτική με την με αριθμό 11.452/04.02.1985 απόφαση του αυτού Υπουργού, σύμφωνα με τις οποίες καθιερώθηκε από την 01.01.1985 πενθήμερο με σαράντα (40) ώρες εργασίας και δύο συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης στα τουριστικά και επισιτιστικά καταστήματα όλης της χώρας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα εστιατόρια, ζυθεστιατόρια, ταβέρνες, «μπαρ», ψητοπωλεία και κάθε κατάστημα, στο οποίο λειτουργεί αμιγές τμήμα εστιατορίου), εργαζόταν σε όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του στην πρώτη εναγόμενη καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή δώδεκα (12) ώρες ημερησίως και συγκεκριμένα με ωράριο από 14:00 έως 02:00, τα Σάββατα με το ίδιο ωράριο απασχόλησης τις Κυριακές έξι (06) ώρες με ωράριο απασχόλησης από 20:00 έως 02:00. Η κρίση του Δικαστηρίου για τους όρους εργασιακής απασχόλησης του ενάγοντος ενισχύεται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του, οι οποίοι έχουν άμεση και ιδία αντίληψη, διότι απασχολήθηκαν στην ίδια επιχείρηση και είχαν συμπέσει χρονικά με τον ενάγοντα και ερωτηθέντες σχετικά κατέθεσαν ότι ο ενάγων είχε συμφωνήσει να εργάζεται από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί οκτώ ώρες ημερησίως, ότι δούλευε όλες τις ημέρες της εβδομάδας δώδεκα ώρες ημερησίως, πλην της Κυριακής που δούλευε τις μισές ώρες προκειμένου να ξεκουράζεται, ότι δούλεψε όλες τις αργίες, ότι η εργοδότρια κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των τριών ευρώ για κάθε ώρα απασχόλησης και ουδέποτε καταβλήθηκαν σε αυτόν προσαυξήσεις για την υπέρβαση του ωραρίου απασχόλησης, για την εργασία τις Κυριακές, στη διάρκεια της νύκτας, τις ημέρες αργίας, ότι ουδέποτε χορηγήθηκε από την εργοδότρια ρεπό και ότι ουδέποτε καταβλήθηκαν επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και αποδοχές αδείας, παρά μόνο δίδονταν σε αυτόν ένας μήνας άδεια ετησίως, χωρίς ωστόσο να καταβάλλονται αποδοχές, προκειμένου να επισκέπτεται την πατρίδα του. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων της δεύτερης εναγόμενης, οι οποίοι ουδέν γνωρίζουν περί των όρων εργασιακής απασχόλησης του ενάγοντος, δοθέντος ο μάρτυρας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο είναι πατέρας της και οι έτεροι μάρτυρες εργάζονταν στην επιχείρηση της ………… ως ψήστης και εξωτερικός διανομέας και δεν συνεργάσθηκαν ποτέ με τον ενάγοντα. Από τα προαναφερόμενα σε συνδυασμό και με όσα αναλυτικώς διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, προσέφερε υπερεργασία πέντε (05) ωρών εβδομαδιαίως τις καθημερινές, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ενώ οι δέκα πέντε (15) ώρες πλέον της 45ης ώρας, δηλαδή από την 46η μέχρι την 60η ώρα, αποτελούν κατ’ εξαίρεση (παράνομη) υπερωρία, εφόσον η εναγόμενη, όπως δεν το αμφισβητεί ειδικώς, δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού της ήτοι έγγραφη αναγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας, ανάρτησή της σε εμφανές σημείο του χώρου εργασίας και τήρηση ειδικά θεωρημένου βιβλίου υπερωριών. Συνακόλουθα, ο ενάγων δικαιούνταν για τις ώρες της υπερεργασίας δικαιούται προσαύξηση επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου κατά ποσοστό 20% και για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση (παράνομης) υπερωρίας προσαύξηση επί του καταβαλλόμενου κατά ποσοστό 80%. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη ουδέποτε κατέβαλε στον ενάγοντα τις νόμιμες προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησής του και ως εκ τούτου οφείλονται στον ενάγοντα : Α) Για την παροχή υπερεργασίας : 1) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως την 13.02.2012 το ποσό των 30 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (33,57 ευρώ ημερομίσθιο X 6 = 201,42 : 40 = 5,04 ευρώ ωρομίσθιο X 20% προσαύξηση ποσού 1 ευρώ X 5 ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως [41η – 45η ώρα κάθε εβδομάδας] = 5 ευρώ X 6 εβδομάδες = 30 ευρώ) και 2) για το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 643,50 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (26,18 ευρώ ημερομίσθιο X 6 = 157,08 : 40 = 3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 20% προσαύξηση ποσού 0,78 ευρώ X 5 ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως [41η – 45η ώρα κάθε εβδομάδας] = 3,90 ευρώ X 165 εβδομάδες του ανωτέρω χρονικού διαστήματος = 643,50 ευρώ), Β) Για την παροχή κατ’ εξαίρεση (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης : 1) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως την 13.02.2012 το ποσό των 362,70 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (33,57 ευρώ ημερομίσθιο X 6 = 201,42 : 40 = 5,04 ευρώ ωρομίσθιο X 80% προσαύξηση ποσού 4,03 ευρώ X 90 ώρες [45η – 60η ώρα κάθε εβδομάδας = 15 ώρες κάθε εβδομάδα X 6 εβδομάδες] = 362,70 ευρώ) και 2) για το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 7.775,46 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (26,18 ευρώ ημερομίσθιο X 6 = 157,08 : 40 = 3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 80% προσαύξηση ποσού 3,14 ευρώ X 2.475 ώρες [45η – 60η ώρα κάθε εβδομάδας = 15 ώρες κάθε εβδομάδα X 165 εβδομάδες] = 7.775,46 ευρώ) και Γ) Για την παροχή κατ’ εξαίρεση (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης τις ημέρες του Σαββάτου : 1) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως την 13.02.2012 το ποσό των 96,72 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (33,57 ευρώ ημερομίσθιο X 6 = 201,42 : 40 = 5,04 ευρώ ωρομίσθιο X 80% προσαύξηση ποσού 4,03 ευρώ X 24 ώρες [4 ώρες κάθε Σάββατο X 6 Σάββατα] = 362,70 ευρώ) και για το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 2.072,40 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (26,18 ευρώ ημερομίσθιο X 6 = 157,08 : 40 = 3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 80% προσαύξηση ποσού 3,14 ευρώ X 660 ώρες [4 ώρες κάθε Σάββατο Χ 165 Σάββατα] = 2.072,40 ευρώ) και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των δέκα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (30 ευρώ + 643,50 ευρώ + 362,70 ευρώ + 7.775,46 ευρώ + 96,72 ευρώ + 2.072,40 ευρώ = 10.980,78 ευρώ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων σε όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο ενάγων στην πρώτη εναγόμενη εργάσθηκε τις ημέρες της Κυριακής με ωράριο απασχόλησης από 20:00 έως 02:00, δηλαδή έξι (06) ώρες, πλην όμως η πρώτη εναγομένη ουδέποτε κατέβαλε σε αυτόν την νόμιμη προσαύξηση για την εργασία του και ουδέποτε του χορήγησε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Συνεπεία τούτου, οφείλονται στον ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες τα κάτωθι ποσά : Α) Για προσαύξηση λόγω παροχής εργασίας τις ημέρες της Κυριακής : 1) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως την 13.02.2012 το ποσό των 151,02 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (33,57 ευρώ ημερομίσθιο X 75% προσαύξηση εκ 25,17 ευρώ X 6 Κυριακές = 151,02 ευρώ) και 2) για το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των .239,78 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (26,18 ευρώ ημερομίσθιο X 75% προσαύξηση ποσού 19,63 ευρώ X 165 Κυριακές = 3.239,78 ευρώ) και Β) Για αμοιβή λόγω απασχόλησης άνω των πέντε ωρών σε ημέρες Κυριακής και μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας : 1) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως την 13.02.2012 το ποσό των 201,42 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (33,57 ευρώ ημερομίσθιο X 6 Κυριακές = 201,42 ευρώ) και 2) για το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 4.319,70 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (26,18 ευρώ ημερομίσθιο X 165 Κυριακές = 4.319,70 ευρώ) και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων έντεκα ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (151,02 ευρώ + 3.239,378 ευρώ + 201,42 ευρώ + 4.319,70 ευρώ = 7.911,92 ευρώ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα στη διάρκεια της εργασιακής του απασχόλησης τις νόμιμες προσαυξήσεις για την απασχόληση του σε ημέρες αργίας και κατά τη διάρκεια της νύχτας και ως εκ τούτου οφείλονται σε αυτόν τα κάτωθι ποσά : Α) Για την παροχή εργασίας σε ημέρες αργίας του χρονικού διαστήματος από 14.02.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των ήτοι : (26,18 ευρώ ημερομίσθιο X 75% προσαύξηση ποσού 19,63 ευρώ X 18 αργίες του ανωτέρω χρονικού διαστήματος [Δευτέρα του Πάσχα 2012, 15η Αυγούστου 2012, 25η Δεκεμβρίου 2012, 25η Μαρτίου 2013, Δευτέρα του Πάσχα 2013, 1η Μαΐου 2013, 15η Αυγούστου 2013, 28η Οκτωβρίου 2013, 25η Δεκεμβρίου 2013, 25η Μαρτίου 2014, Δευτέρα του Πάσχα 2014, 1η Μαΐου 2014, 15η Αυγούστου 2014, 28η Οκτωβρίου 2014, 25η Δεκεμβρίου 2014, 25η Μαρτίου 2015, Δευτέρα του Πάσχα 2015 και 1η Μαΐου 2015, χωρίς να συναριθμείται η 28η Οκτωβρίου του έτους 2012 – ημέρα Κυριακή] = 353,43 ευρώ) και Β) Για την παροχή εργασίας τη διάρκεια της νύκτας : 1) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως την 13.02.2012 το ποσό των 221,76 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (33,57 ευρώ ημερομίσθιο X 6 = 201,42 : 40 = 5,04 ευρώ ωρομίσθιο X 25% προσαύξηση εκ 1,26 ευρώ X 176 ώρες νυχτερινής εργασίας [44 ημέρες X 4 ώρες ημερησίως] = 221,76 ευρώ) και 2) για το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 έως την 03.08.2015 το ποσό των 4.527,60 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (26,18 ευρώ ημερομίσθιο X 6 = 157,08 : 40 = 3,92 ευρώ ωρομίσθιο X 25% προσαύξηση εκ 0,98 ευρώ X 4.620 ώρες νυχτερινής εργασίας [1.155 ημέρες X 4 ώρες ημερησίως] = 4.527,60 ευρώ) και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των πέντε χιλιάδων εκατόν δύο ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (353,43 ευρώ + 221,76 ευρώ + 4.527,60 ευρώ = 5.102,79 ευρώ). Εν προκειμένω σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των ημερών και ωρών εργασίας του ενάγοντος έχουν αφαιρεθεί τέσσερις (04) εβδομάδες ανά ημερολογιακό έτος, οπότε του χορηγούνταν από την πρώτη εναγόμενη ετήσια άδεια αναψυχής. Επομένως, οφείλεται συνολικά στον ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων διακοσίων δέκα έξι ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (14.183,01 ευρώ + 3.954,26 ευρώ + 4.084,08 ευρώ + 10.980,78 ευρώ + 7.911,92 5.102,79 ευρώ = 45.216,84 ευρώ). Οι ανωτέρω αξιώσεις του ενάγοντος, που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότριά του και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής και τη διάδοχο δεύτερη εναγομένη, απορριπτόμενου του ισχυρισμού περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης της στην διεξαγωγή της παρούσας δίκης ως αβάσιμου. Επίσης, η δεύτερη εναγομένη ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντος που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της πρώτης εναγομένης, από την μη αποδοχή των υπηρεσιών του συνεχίστηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν, τις οποίες εν προκειμένω εκείνος προσέφερε και η δεύτερη εναγόμενη αρνήθηκε να αποδεχθεί (ΑΠ 1147/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1697/1998 ΔΕΝ 2001.228, ΕφΑθ 106/1984 ΕΕργΔ 1984.222, ΕφΑθ 9825/1991 ΑρχΝ 1992.356 – Ζερδελής Δημήτριος, «Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας», παρ. 1430, σελ. 823). Το αίτημα της δεύτερης εναγόμενης να προσκομισθούν αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων του ενάγοντος της τελευταίας πενταετίας πριν από την άσκηση της αγωγής καθώς των ετών 2015, 2016 και 2017 προκειμένου να διαπιστωθεί το είδος των εισοδημάτων από την εργασία του και η αιτία κτήσης αυτών προβάλλεται αλυσιτελώς λόγω του περιορισμού του αγωγικού αιτήματος, σε κάθε δε περίπτωση από τον προσκομιζόμενο λογαριασμό ασφαλισμένου του Ε.Φ.Κ.Α. προκύπτει η χρονική περίοδος και οι ημέρες απασχόλησης του κατά μήνα στην πρώτη εναγόμενη καθώς και οι ημέρες απασχόλησης του μετά τον Αύγουστο του έτους 2015 σε άλλους εργοδότες. Επίσης, απορριπτέο κρίνεται το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, διότι το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας επαρκεί για τον σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης ως προς τα αποδεικτέα θέματα, ώστε δεν κρίνεται αναγκαία η εξέταση των διαδίκων, που ήταν παρόντες στο Δικαστήριο και μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των μαρτύρων δεν κρίθηκε αναγκαίο να ερωτηθούν ως τα θέματα απόδειξης και ανταπόδειξης, τα δε στοιχεία που η δεύτερη εναγόμενη επισημαίνει στις προτάσεις της ως ασαφή (έναρξη δραστηριότητας μετά την πάροδο εξαμήνου από την λύση της πρώτης εναγόμενης) αποδεικνύονται με έγγραφα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγόμενη αποτελεί διάδοχο επιχείρηση της πρώτης εξ αυτών και έχει υπεισέλθει στη θέση αυτής, να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων συνδέεται με την δεύτερη εναγόμενη λόγω της διαδοχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται στο εξής τις προσφερόμενες υπηρεσίες του με τους όρους της σύμβασης εργασίας του, να απαγγελθεί σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους εκατό ευρώ (100 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 04.08.2015 έως την 30.04.2018 το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν ογδόντα τριών ευρώ και ενός λεπτού (14.183,01 ευρώ), με το νόμιμο : i) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση (άρθρο 655 Α.Κ. – βλ. σχετ. ΟλΑΠ 39 – 40/2002 ΕλλΔνη 2003.118, ΑΠ 945/2001 ΕΕργΔ 2002.168, ΕφΙωαν 14/2007 ΕΕργΔ 2007/473 ΑρχΝ 2007.298, ΕφΠειρ 555/2006 ΔΕΕ 2006.1179), ii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου του έτους που οφείλονται και για τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών Πάσχα από την επόμενη της 30ης Απριλίου του έτους που οφείλονται, αφού για αυτά έχει ορισθεί (άρθρο 10 της Υ.Α. 19040/1981) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας ο εργοδότης να γίνεται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 του Α.Κ. (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 236/2004 ΧρΙΔ 2004.645, ΑΠ 1682/2000 ΕΕργΔ 2001.456) και iii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που έκαστο αφορά, αφού γι’ αυτές τις εργατικές απαιτήσεις τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478), μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο καθεμία από αυτές, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα μία χιλιάδων τριάντα τριών ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (31.033,83 ευρώ), με το νόμιμο τόκο : i) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου του έτους που οφείλονται και για τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών Πάσχα από την επόμενη της 30ης Απριλίου του έτους που οφείλονται, ii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που έκαστο αφορά, iii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε νόμιμες προσαυξήσεις λόγω υπερεργασίας, κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης τις καθημερινές, τις ημέρες του Σαββάτου και τις ημέρες της Κυριακής, σε νόμιμες προσαυξήσεις λόγω παροχή εργασίας σε ημέρες αργίας και παροχή εργασίας κατά τη διάρκεια της νύχτας και σε απόδοση της ωφέλειας εξαιτίας της στέρησης της αναπληρωματικής ανάπαυσης διάρκειας 24 συνεχών ωρών από την επίδοση της αγωγής, διότι πρόκειται για παροχές για τις οποίες δεν τάσσεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής, οπότε τοκοφορούν από την όχληση των εναγόμενων που επέρχεται με την επίδοση αγωγής και όχι από προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 653/2000 ΕλλΔνη 2001.125, ΑΠ 1244/2001 ΕλλΔνη 2002.166, ΑΠ 360/2002 ΕΕργΔ 2003.1030, ΕφΛαρ 49/2013 ΝΟΜΟΣ), μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη περί επιδίκασης αποδοχών πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907 και 908 παρ.1 περ. ε’ του Κ.Πολ.Δ.) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, καθόσον οι αποδοχές εκ της εργασίας του αποτελούν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού και κάλυψης των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του. Οι εναγόμενες, που ηττήθηκαν εν μέρει, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος του ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να καθορισθεί το παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από την πρώτη εναγομένη (άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 3 παρ. 16 του νόμου 2207/1994 – βλ. σχετ. ΟλΑΠ 15/2001 ΝοΒ 2002.678, ΑΠ 1058/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης εναγόμενης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την περίπτωση ασκήσεως από την πρώτη εναγομένη ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η ατομική επιχείρηση της δεύτερης εναγόμενης, ……………… ……………… του ……………… αποτελεί διάδοχο επιχείρηση και έχει υπεισέλθει στη θέση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……………… αριθμός … και εκπροσωπείται νόμιμα.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο ενάγων συνδέεται με την δεύτερη εναγόμενη λόγω της διαδοχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις προσήκοντος προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με τους όρους της σύμβασης εργασίας του.

ΑΠΕΙΛΕΙ σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους εκατό ευρώ (100 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης της στην αμέσως ανωτέρω διάταξη της παρούσας.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ:

Α. Την δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 04.08.2015 έως την 30.04.2018 το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν ογδόντα τριών ευρώ και ενός λεπτού (14.183,01 ευρώ), με το νόμιμο : i) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, ii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου του έτους που οφείλονται και για τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών Πάσχα από την επόμενη της 30ης Απριλίου του έτους που οφείλονται και iii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που έκαστο αφορά, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και

Β. Αμφότερες τις εναγόμενες, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο καθεμία από αυτές, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα μία χιλιάδων τριάντα τριών ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (31.033,83 ευρώ), με το νόμιμο τόκο : i) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου του έτους που οφείλονται και για τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών Πάσχα από την επόμενη της 30ης Απριλίου του έτους που οφείλονται, ii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που έκαστο αφορά, iii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε νόμιμες προσαυξήσεις λόγω υπερεργασίας, κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης τις καθημερινές, τις ημέρες του Σαββάτου και τις ημέρες της Κυριακής, σε νόμιμες προσαυξήσεις λόγω παροχή εργασίας σε ημέρες αργίας και παροχή εργασίας κατά τη διάρκεια της νύχτας και σε απόδοση της ωφέλειας εξαιτίας της στέρησης της αναπληρωματικής ανάπαυσης διάρκειας 24 συνεχών ωρών από την επίδοση της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

ΚΥΡΗΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και ως προς το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ευρώ).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων εβδομήντα ευρώ (1.570 ευρώ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 29 Μαρτίου του έτους 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του ενάγοντος και της δεύτερης εναγόμενης.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies