Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Τροχαίο ατύχημα μεταξύ μοτοσυκλέτας και αυτοκινήτου. Σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές. O τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται περιποιήσεις προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτόν, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους οικείους του, οι οποίοι ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του. Συνυπολογισμός κέρδους και ζημίας. Επιδικάζει στον παθόντα το συνολικό ποσό των 1.250,00 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ
Περιουσιακές Διαφορές
Διαδικασία Αυτοκινήτων
Αριθμός Απόφασης 8/2020
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Περιστερίου Ελένη Κανούτα, με τη σύμπραξη της δικαστικής γραμματέως Γεωργίας Παναγιωτοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 12 Φεβρουαρίου 2020 για να δικάσει τις εξής υποθέσεις:
Α. Της ενάγουσας: ………. του …….., κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός ……….. αρ. …., με Α.Φ.Μ. ……….., η οποία παραστάθηκε στη δίκη μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ζωής Μολωνη του Δημητρίου, κατοίκου Νέου Ηρακλείου Αττικής, οδός Δημοκρίτου αρ. 14 – 16, η οποία προσκόμισε το υπ’ αρ. Π………./11.02.2020 γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής του Δ.Σ.Αθηνών.
Των εναγομένων: 1) …………. του ……….., κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός ………. αρ. ….., με Α.Φ.Μ. ………, για τον οποίο έγινε παραίτηση από το δικόγραφο και 2) Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», ως αποκλειστικής αντιπροσώπου της εταιρίας ……….. στην Ελλάδα, που εδρεύει στην Αθήνα, …………. αρ. ……., με Α.Φ.Μ. ……….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε στη δίκη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Παπουλάκη του Πέτρου, κατοίκου Αθηνών, οδός Σκουφά αρ. 20, ο οποίος προσκόμισε το υπ’ αρ. Π………../12.02.2020 γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής του Δ.Σ.Αθηνών.
Η ενάγουσα με την από 10.10.2019 και με αρ.έκθ.κατάθ. ……../…/11.10.2019 αγωγή της ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Για την συζήτηση της αγωγής αυτής ορίσθηκε δικάσιμος η στην αρχή της παρούσας αναφερομένη συνεδρίαση, κατά την οποία ακολούθησε συζήτηση, όπως αναφέρεται στα πρακτικά της παρούσας. Η πληρεξούσια δικηγόρος της ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς της, ζήτησε την παραδοχή αυτών και της αγωγής της ως νόμιμης, βάσιμης και αληθινής και αναφέρθηκε στις προτάσεις της.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης εναγόμενης ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις του, όπως καταγράφηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής ως μη νόμιμης, αβάσιμης και μη αληθινής και αναφέρθηκε στις προτάσεις του.
Β. Του ενάγοντος: ………… του ………, κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός ……….. αρ. …….., με Α.Φ.Μ. ………., ο οποίος παραστάθηκε στη δίκη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου του Γεωργίου – Μιχαήλ, κατοίκου Αθηνών, οδός 28ης Οκτωβρίου αρ. 95, ο οποίος προσκόμισε το υπ’ αρ. Π…………/12.02.2020 γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής του Δ.Σ.Αθηνών.
Των εναγόμενων: 1) …………. του ……….., κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός ………… αρ. ……, ως προς τον οποίο η αγωγή δεν εισάγεται, 2) …………. του ………, κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός ………. αρ. ….., με Α.Φ.Μ. ……….., ως προς την οποία η αγωγή δεν εισάγεται και 3) Της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………», που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου, νομίμως εκπροσωπούμενη στην Ελλάδα από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στο ………., Λεωφ. ………. αρ. …….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, για την οποία παραστάθηκε, ως καθολική της διάδοχος λόγω απορρόφησης, η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «………..» (υποκατάστημα Ελλάδας), που εδρεύει στο …………., Λεωφ. ……….. αρ. ….., με Α.Φ.Μ. ……….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε στη δίκη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Αγγελικής Αναγνωστοπούλου του Παναγιώτη, κατοίκου Α. Γλυφάδας Αττικής, οδός Ταινάρου αρ. 81, η οποία προσκόμισε το υπ’ αρ. Π…………/11.02.2020 γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής του Δ.Σ.Αθηνών.
Ο ενάγων με την από 03.09.2019 και με αρ.έκθ.κατάθ. ……./…./03.09.2019 αγωγή του ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Για την συζήτηση της αγωγής αυτής ορίσθηκε δικάσιμος αρχικά η 23.10.2019 και, κατόπιν αναβολής, η στην αρχή της παρούσας αναφερομένη συνεδρίαση, κατά την οποία ακολούθησε συζήτηση, όπως αναφέρεται στα πρακτικά της παρούσας. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος ανέπτυξε και προφορικά την αγωγή, ζήτησε να γίνει δεκτή ως νόμιμη, βάσιμη και αληθινή και αναφέρθηκε στις προτάσεις του.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της τρίτης εναγομένης ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις της, όπως καταγράφηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής ως μη νόμιμης, αβάσιμης και μη αληθινής και αναφέρθηκε στις προτάσεις της.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ «το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων». Η συνεκδίκαση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλεια τους (ΑΠ 1355/2004, ΕλλΔνη 2005.1448, ΑΠ 632/2002 Νόμος, ΠΠρΠειρΙ 60/1995, ΕΝαυτΔ 1995.365). Στην προκειμένη περίπτωση, νομίμως φέρονται προς συζήτηση η από 10.10.2019 και με αρ.έκθ.κατάθ. ……./…/11.10.2019 αγωγή και η από 03.09.2019 και με αρ.έκθ.κατάθ. ……../…/03.09.2019 αγωγή με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, συνεπώς πρέπει να συνεκδικαστούν, καθώς υπάγονται, κατ’ άρθρο 614 περ. 6 ΚΠολΔ, στην ίδια διαδικασία, είναι μεταξύ τους συναφείς και, επιπλέον, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης με ταυτόχρονη μείωση των εξόδων (άρθρα 31 παρ. 1 και 2, 246, 283 και 285 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 294 εδ. α’ 295 §1 εδ. α’ και 297 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η παραίτηση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει ακόμα και με δήλωση του ενάγοντος που καταχωρίζεται στα πρακτικά, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε ως προς το διάδικο για τον οποίο έγινε, με δικονομικό επακόλουθο την κατάργηση της δίκης ως προς αυτόν (βλ. ΟλΑΠ 20/1999, ΕλλΔνη 2000 [41].26 ΑΠ 800/2010, ΑΠ 793/2010, ΝΟΜΟΣ). Η δήλωση, όμως, του παρισταμένου στο ακροατήριο ενάγοντος κατά τη συζήτηση της αγωγής του, κατά την οποία η υπό κρίση αγωγή «δεν εισάγεται» ως προς κάποιον από τους εναγομένους, δεν ισοδυναμεί προς παραίτηση, αλλά η έννοιά της είναι ότι δεν φέρεται προς συζήτηση η αγωγή και έτσι δεν αποκλείεται η προς τούτο επανεισαγωγή της σε νέα δικάσιμο. Σε περίπτωση τέτοιας δηλώσεως, δεν ερευνάται από το Δικαστήριο αν η αγωγή είναι βάσιμη ως προς εκείνον που αφορά η δήλωση, εάν δε ο τελευταίος είναι απών, η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν ματαιωμένη (ΑΠ 673/2013, ΑΠ 610/2011, ΑΠ 148/2011, ΑΠ 1080/2009 ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, η ενάγουσα της υπό Α αγωγής, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής της ως προς τον πρώτο εναγόμενο ……….. του ……… πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, επομένως η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε ποτέ ως προς αυτόν και θα πρέπει να κηρυχθεί κατηργημένη η δίκη μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων. Περαιτέρω, κατά την έναρξη της συζήτησης της υπό Β αγωγής, ο ενάγων αυτής, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, δήλωσε ότι δεν εισάγει την αγωγή ως προς τον πρώτο και την δεύτερη εναγόμενους. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η δήλωση αυτή δεν ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικόγραφο ως προς τους εναγόμενους αυτούς, αλλά η έννοια αυτής είναι ότι δεν φέρεται προς συζήτηση η αγωγή και, εφόσον οι εναγόμενοι αυτοί, κατά την εκφώνηση της υπό Β αγωγής, δεν παραστάθηκαν, η συζήτηση της υπό Β αγωγής κηρύσσεται ως προς αυτούς ματαιωμένη.
Με την υπό Α) αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι, υπό τις περιγραφόμενες σε αυτή συνθήκες και κατά τον αναφερόμενο σε αυτή χρόνο στο Περιστέρι Αττικής, ο πρώτος εναγόμενος – πλέον μη διάδικος – οδηγώντας την υπ’ αρ. κυκλοφορίας ………… δίκυκλη μοτοσυκλέτα κυριότητας, νομής και κατοχής του και ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη λόγω τροχαίου ατυχήματος στην δεύτερη εναγόμενη, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα τις στην αγωγή περιγραφόμενες υλικές βλάβες στο υπ’ αρ. κυκλοφορίας ………… ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητας, νομής και κατοχής της, που οδηγούσε ο προστηθείς αυτής οδηγός …………… Ότι για την αποκατάσταση αυτών, σύμφωνα με το από 04.10.2019 έντυπο εκτίμησης φανοποιίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….», το οποίο επισυνάπτεται, ώστε να αποτελέσει ενιαίο με αυτή κείμενο, θα χρειαστεί να δαπανήσει το ποσό των 267,00 Ευρώ και με Φ.Π.Α. 331,00 Ευρώ. Ότι, περαιτέρω, η μείωση της αγοραστικής αξίας του αυτοκινήτου της ανέρχεται σε ποσοστό 5% επί της αξίας του κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήτοι κατά το ποσό των 100,00 Ευρώ. Ότι τέλος υπέστη ηθική βλάβη, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των 200,00 Ευρώ. Κατόπιν αυτών ζητά, με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου προσωρινά εκτελεστή και κατόπιν της πλήρους τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγόμενη, κατόπιν της παραιτήσεώς της από το δικόγραφο ως προς τον πρώτο εναγόμενο, οφείλει να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 631,00 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικασθεί στα δικαστικά της έξοδα.
Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, για το παραδεκτό της οποίας, μετά την ολική τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, δεν απαιτείται προσκομιδή δικαστικού ενσήμου (σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 21 του ν. 4055/2012, η οποία, μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίσιν αγωγής, δεν έχει τροποποιηθεί), αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 5, 9, 14 παρ. 1 περ. α, 22, 25 παρ. 2, 35, 37 παρ. 1 και 41 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 επ. του ΚΠολΔ και δη κατά τη διαδικασία των αυτοκινήτων της παρ. 6 του άρθρου αυτού. Είναι δε ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης ως προς το κονδύλι της εμπορικής υπαξίας του οχήματος της ενάγουσας, καθώς: πράγματι, για την κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ πληρότητα του κονδυλίου αυτού, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή επαρκή στοιχεία ώστε, βάσει αυτών, το δικαστήριο να δυνηθεί να προσδιορίσει το ύψος του σχετικού κονδυλίου (τύπος οχήματος, παλαιότητα, αγοραστική αξία, είδος και έκταση βλαβών και ο βαθμός αποκαταστάσεως τους κλπ.). Η αναφορά των στοιχείων αυτών στην αγωγή, όμως, που ούτως ή άλλως εν προκειμένω αναφέρονται, θα μπορεί να συμπληρωθεί με περισσότερα στοιχεία, τα οποία θα προκύψουν από τις αποδείξεις και, ενόψει της παραπάνω φύσεως του κονδυλίου, δικαιολογείται κάποια ελαστικότητα στις προϋποθέσεις αυτές (βλ. και ΕφΛαρ 1012/2006, ΕφΑΘ 4580/2006, ΕφΑιγ 4/2005, ΕφΛαρ 19/2002, ΕφΘεσσαλ 805/1990 ΝΟΜΟΣ, Α. Κρητικού Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, 2008, 4η έκδοση, σελ. 485 αρ. 69., σελ. 490 αρ. 84). Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία και όσα άλλα μπορούν να αξιοποιηθούν, το δικαστήριο με ελεύθερη εκτίμηση, προβαίνει στον προσδιορισμό της εμπορικής υπαξίας. Απαράδεκτη τυγχάνει η αγωγή, δεκτής και γενομένης και αντίστοιχης ένστασης που η δεύτερη εναγόμενη πρόβαλε, ως προς τα αιτούμενα κονδύλια του Φ.Π.Α. για τις εργασίες επισκευής συνολικού ύψους 64,00 Ευρώ (331,00 Ευρώ η αξία με ΦΠΑ – 267,00 Ευρώ η αξία χωρίς ΦΠΑ), καθόσον προϋπόθεση πληρωμής Φ.Π.Α. για απαιτούμενα ανταλλακτικά και σχετικές εργασίες είναι η αγορά των ανταλλακτικών, η εκτέλεση των εργασιών και η έκδοση των σχετικών τιμολογίων (ΕφΛαρ 221/2005, ΠΠΑΘ 3109/2010, ΜΠΑΘ 3941/2012, 3683/2009 ΝΟΜΟΣ και Α. Κρητικού παρ. 22 αριθμ. 49), προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η απαίτηση της ενάγουσας στηρίζεται σε εκτίμηση ζημιών. Περαιτέρω η ενάγουσα, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και με τις έγγραφες προτάσεις της, έτρεψε ολικώς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε έντοκο αναγνωριστικό. Η δήλωσή της αυτή συνιστά, κατά τα άρθρα 215 παρ. 1, 223 παρ. 1 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα (βλ. σχετικά ΟλΑΠ 5/1997, ΕλλΔνη 1997.1033, ΑΠ 707/2008, 1954/2007, 269/2006, ΝΟΜΟΣ). Πάντως, η κατ’ αυτόν τον τρόπο μερική παραίτηση από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής καταλύει μεν αναδρομικά την επίδοση της αγωγής ως διαδικαστική πράξη, έτσι ώστε να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αλλά όχι και κατά το μέρος που συνιστά όχληση, δηλαδή δεν συνεπάγεται αναδρομική άρση των κατά το άρθρο 345 ΑΚ εννόμων συνεπειών της υπερημερίας του εναγόμενου οφειλέτη, η οποία έχει ήδη μετά την όχληση τυχόν επέλθει (βλ. σχετικά ΟλΑΠ 13/1994, ΕλλΔνη 1994.1259, ΑΠ 1954/2007, Νόμος- πρβλ σχετικά και ΟλΑΠ 10/2008, ΕΔΚΑ 2008.503). Κατόπιν αυτού, το αίτημα της εναγομένης να εξαιρεθεί της εφαρμογής των τόκων επιδικίας κατ’ άρθρο 346 του ΚΠολΔ τυγχάνει απορριπτέο ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο. Κατόπιν αυτών, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 481, 482, 914, 932 ΑΚ, 2, 4, 9,10 ν. ΓπΝ/1911, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του ΑΚ, με τα άρθρα 47 και 114 ΕισΝΑΚ, 1,2, 16 επ., 19 παρ. 1 περ. δ’ ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης» (όπως αυτός συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το Ν. 1569/1985 και τα ΠΔ 1019/1981 και 118/1985 και του οποίου οι διατάξεις κωδικοποιήθηκαν με το ΠΔ 237/1986), 1, 2, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 7 και 20 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και 173 επ. του ΚΠολΔ. Το παρεπόμενο αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής είναι πλέον μη νόμιμο, αφού δεν υφίσταται καταψηφιστικό αίτημα, ενώ το περί τοκοδοσίας αίτημα της αγωγής είναι νόμιμο, ως αναγνωριστικό, για τόκους υπερημερίας, ως όχληση κατ’ άρθρο 345 του ΑΚ, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Κατά τα λοιπά, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, θα πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, συνεκδικαζόμενη με την υπό Β αγωγή, κατά τα αναφερόμενα στην υπό I. νομική σκέψη.
Η δεύτερη εναγόμενη της υπό Α αγωγής, προφορικά δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, όπως καταγράφηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως και όπως αναπτύσσει με τις προτάσεις του, πρόβαλε την ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας του προστηθέντος οδηγού της ενάγουσας στην πρόκληση του ατυχήματος, άλλως της συνυπαιτιότητάς του σε ποσοστό 95%, για του λόγους που αναλυτικά εκθέτει με τις προτάσεις του. Ο ισχυρισμός του περί αποκλειστικού πταίσματος συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, τόσο ως προς τη βάση της που στηρίζεται στις διατάξεις του ν. ΓπΝ/1911 (βλ. Αθαν. Κρητικού, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδ. 1998 παρ. 1487), όσο και ως προς τη βάση της που στηρίζεται στην αδικοπραξία (ΑΠ 763/2000 ΕλλΔικ 42.75). Ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος αποτελεί νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ (ΑΠ 912/1996 ΕλλΔικ 38.79, ΑΠ 485/2001 ΕλλΔικ 43.384, ΑΠ 763/2000 ΕλλΔικ 42.75) και θα εξεταστεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Με την υπό Β) αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι, υπό τις περιγραφόμενες σε αυτή συνθήκες και κατά τον αναφερόμενο σε αυτή χρόνο στο Περιστέρι Αττικής, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας την υπ’ αρ. κυκλοφορίας ………. ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητας, νομής και κατοχής της δεύτερης εναγόμενης, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη λόγω τροχαίου ατυχήματος στην τρίτη εναγόμενη, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα τις στην αγωγή περιγραφόμενες υλικές βλάβες στην υπ’ αρ. κυκλοφορίας …….. δίκυκλη μοτοσυκλέτα κυριότητας, νομής και κατοχής του, που ο ίδιος οδηγούσε και υπέστη τις σωματικές βλάβες, που στην αγωγή περιγράφει. Ότι, εξαιτίας του ατυχήματος χρειάστηκε τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου, ήτοι της μητρός του, η οποία τον φρόντιζε επί οκτώ ώρες ημερησίως και της οποίας η αμοιβή, την οποία ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση, αποτιμάται σε 700,00 Ευρώ. Ότι για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών της μοτοσυκλέτας του απαιτείται συνολικά ποσό 3.202,10 Ευρώ (συμπ. ΦΠΑ 24% ύψους 619,76 Ευρώ) για δαπάνη αγοράς ανταλλακτικών και αμοιβές μηχανικού και φανοποιού, όπως στην αγωγή αναλυτικά τις περιγράφει και ότι η αξία της μοτοσυκλέτας του κατά το χρόνο του ατυχήματος ανερχόταν σε 2.600,00 Ευρώ, συνεπώς η επισκευή της ήταν οικονομικά ασύμφορή και θεωρείται ολοσχερώς καταστραφείσα. Ότι η αξία των υπολειμμάτων της ανέρχεται σε 500,00 Ευρώ, επομένως η ζημία που υπέστη ανέρχεται σε 2.100,00 Ευρώ, αφού έχει συνυπολογίσει το κέρδος του στη ζημία αυτή. Ότι έφερε ρουχισμό συνολικής αξίας 755,00 Ευρώ αττοτελούμενο από τζιν παντελόνι τύπου ……. αξίας 80,00 Ευρώ, ένα τζάκετ τύπου ……… αξίας 270,00 Ευρώ, ένα κράνος τύπου ……. Αξίας 315.00 Ευρώ και δερμάτινα υποδήματα τύπου ……. αξίας 90,00 Ευρώ, που καταστράφηκε ολοσχερώς. Ότι τέλος υπέστη ηθική βλάβη ανερχόμενη σε 8.044.00 Ευρώ επιφυλασσόμενος για το ποσό των 44,00 Ευρώ, ώστε να ασκήσει την οικεία αξίωση στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγων. Κατόπιν αυτών ζητά, με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου προσωρινά εκτελεστή και κατόπιν της μερικής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής ως προς το κονδύλι της ηθικής του βλάβης σε έντοκο αναγνωριστικό ως προς το ποσό των 4.000,00 Ευρώ, να υποχρεωθεί η τρίτη εναγόμενη, κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης της αγωγής ως προς τους πρώτο και δεύτερη εναγόμενους κατά τα ανωτέρω, να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 11.555,00 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικασθεί στα δικαστικά του έξοδα.
Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 5, 9, 14 παρ. 1 περ. α, 22, 25 παρ. 2, 35, 37 παρ. 1 και 41 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 επ. του ΚΠολΔ και δη κατά τη διαδικασία των αυτοκινήτων της παρ. 6 του άρθρου αυτού. Με προφορική δε δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και με τις έγγραφες προτάσεις του, έτρεψε μερικώς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του ως προς το κονδύλι της ηθικής του βλάβης ως προς το ποσό των 4.000,00 Ευρώ σε έντοκο αναγνωριστικό, παραμένοντας έτσι εν όλω καταψηφιστικό το λοιπό κονδύλι αυτής ύψους 4.000,00 Ευρώ, καθώς και τα υπόλοιπα κονδύλια της αγωγής. Κατόπιν αυτού, το αίτημα της τρίτης εναγομένης της Β αγωγής να εξαιρεθεί της εφαρμογής των τόκων επιδικίας κατ’ άρθρο 346 του ΚΠολΔ τυγχάνει απορριπτέο ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο ως προς το ανωτέρω αναγνωριστικά αιτούμενο ποσό. Περαιτέρω, η αγωγή είναι αρκούντος ορισμένη, απορριπτόμενου αντίστοιχου περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης ως προς το κονδύλι των φθορών του ρουχισμού του ενάγοντος, διότι αναγράφεται το είδος και η μάρκα τους και θα αποδειχθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία αν όντων φορούσε αυτά και η αξία τους ήταν η αναγραφόμενη. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 481, 482, 914, 932 ΑΚ, 2, 4, 9,10 ν. ΓπΝ/1911, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του ΑΚ, με τα άρθρα 47 και 114 ΕισΝΑΚ, 1, 2, 16 επ., 19 παρ. 1 περ. δ’ ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης» (όπως αυτός συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το Ν. 1569/1985 και τα ΠΔ 1019/1981 και 118/1985 και του οποίου οι διατάξεις κωδικοποιήθηκαν με το ΠΔ 237/1986), 1, 2, 4 παρ. 3, 5, 12 παρ. 1, 16, 26 παρ. 4 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και 173 επ., 907, 908 του ΚΠολΔ. Ειδικά ως προς το κονδύλι της πλασματικής δαπάνης οικιακής βοηθού, της οποίας το ρόλο είχε η μητέρα του, η αγωγή τυγχάνει νόμιμη, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης, διότι: από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται από το νόμο ή από άλλο λόγο να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπερετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου – οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεων του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού ή αποκλειστικής νοσοκόμου, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου. Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και οι γονείς. Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτόν, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους ως άνω οικείους του, οι οποίοι ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 132/2010, ΝΟΜΟΣ, Α. Κρητικός σε Αποζημίωση από Αυτοκινητικά ατυχήματα, τέταρτη έκδοση 2008, σελ. 258 αρ. 14). Περαιτέρω, το παρεπόμενο αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής είναι μη νόμιμο ως προς το τραπέν σε αναγνωριστικό μέρος του αιτήματος της αγωγής ως προς το κονδύλι της ηθικής βλάβης ύψους 4.000,00 Ευρώ, ενώ το περί τοκοδοσίας αίτημα της αγωγής είναι νόμιμο για τόκους υπερημερίας, ως όχληση κατ’ άρθρο 345 του ΑΚ και ως προς το τραπέν σε αναγνωριστικό μέρος του αιτήματος της αγωγής ως προς το κονδύλι της ηθικής βλάβης ύψους 4.000,00 Ευρώ, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, θα πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, συνεκδικαζόμενη με την υπό Α αγωγή, κατά τα αναφερόμενα στην υπό I. νομική σκέψη, αφού καταβλήθηκε και το αναλογούν δικαστικό ένσημο (βλ. ηλεκτρονικό παράβολο υπό κωδικό ……… και την από 13.02.2020 απόδειξη ηλεκτρονικής πληρωμής του σε τράπεζα).
Η εναγόμενη, προφορικά δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της, όπως καταγράφηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως και όπως αναπτύσσει με τις προτάσεις της, πρόβαλε την ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, άλλως της συνυπαιτιότητάς του σε ποσοστό 95%, για του λόγους που αναλυτικά εκθέτει με τις προτάσεις του. Ο ισχυρισμός του περί αποκλειστικού πταίσματος συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, τόσο ως προς τη βάση της που στηρίζεται στις διατάξεις του ν. ΓπΝ/1911 (βλ. Αθαν. Κρητικού, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδ. 1998 παρ. 1487), όσο και ως προς τη βάση της που στηρίζεται στην αδικοπραξία (ΑΠ 763/2000 ΕλλΔικ 42.75). Ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος αποτελεί νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ (ΑΠ 912/1996 ΕλλΔικ 38.79, ΑΠ 485/2001 ΕλλΔικ 43.384, ΑΠ 763/2000 ΕλλΔικ 42.75) και θα εξεταστεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Επίσης, προβάλει την ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους του ενάγοντος από την αξία των υπολειμμάτων της μοτοσυκλέτας του στο ποσό των 500,00 Ευρώ. Η ένσταση αυτή τυγχάνει απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, διότι ήδη ο ενάγων στην αγωγή του, όπως το περιεχόμενο αυτής ανωτέρω εκτίθεται, έχει προβεί στον συνυπολογισμό αυτό και έχει αφαιρέσει το ποσό των 500,00 Ευρώ από την από αυτόν εκτιμώμενη αξία της μοτοσυκλέτας του, το ποσό δε αυτό, που συνομολογείται και από την εναγόμενη στο ύψος των 500,00 Ευρώ με την παρούσα ένστασή της, θα συνυπολογισθεί σε κάθε περίπτωση στην αξία της μοτοσυκλέτας, όπως το Δικαστήριο θα την εκτιμήσει, σε περίπτωση ευδοκίμησης της υπό Β αγωγής.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ενός για κάθε πλευρά, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για να εκτιμηθούν ως δικαστικά τεκμήρια, φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των υλικών ζημιών των εμπλεκομένων οχημάτων, τις οποίες με επίκληση προσκομίζουν, που λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 154/1992 ΕλλΔνη 33.814), χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέση με τα λοιπά, για τα οποία δε γίνεται ειδική μνεία για το καθένα, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (βλ. σχετ. ΑΠ 1065/2002 Αρχ. Ν. 2004, 70), από την υπ’ αρ. 453/10.02.2020 ένορκη βεβαίωση της …………. του ……….. και της ……….. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας θυγ. Αντωνίου Κατσιγιαννη, που προσκομίζει ο ενάγων της Β αγωγής, η οποία λήφθηκε μετά την νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της τρίτης εναγόμενης, δυνάμει της υπ’ αρ. ……./04.02.2020 εκθέσεως επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, η οποία περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία κατά το άρθρο 422 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο αυτεπάγγελτα και χωρίς απόδειξη (άρθρα 261, 270, 336 παρ. 4, 339, 340, 352, 395) και από όλη εν γένει την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα για το σχηματισμό δικανικής κρίσης πραγματικά περιστατικά: την 22.04.2019 και περί ώρας 08:00 ο ……………, προστηθείς οδηγός της ενάγουσας της αγωγής, οδηγούσε το υττ’ αριθμ. κυκλοφορίας ………… ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας …………, τύπου ……., …………, ιδιοκτησίας της τελευταίας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον επίδικο χρόνο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη λόγω τροχαίου ατυχήματος στην τρίτη εναγόμενη της Β αγωγής, κινούμενος στην οδό ………… στο Περιστέρι Αττικής, η οποία είναι μονής διευθύνσεως (μονόδρομος) και με μία λωρίδα κυκλοφορίας, είναι ευθεία και έχει κατεύθυνση από οδό …………. προς οδό …………., στην οποία και καταλήγει. Στη συμβολή της δε με την οδό ………….., η οδός ………… έχει ρυθμιστική της πορείας πινακίδα Ρ – 2 STOP, επιβάλλοντας στα κινούμενα επ’ αυτής οχήματα, που προτίθενται να εισέλθουν στην οδό …………, να διακόψουν την πορεία τους και να εισέλθουν σε αυτή εφόσον το επιτρέπει η κίνηση επί της οδού ……………. Η δε οδός Δωδεκανήσου εκτείνεται, αναφορικά με το ένδικο συμβάν, μεταξύ οδού …………. και της Λεωφ. ……., είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση πλάτους έκαστη 8,00 μ., υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των κατευθύνσεων (βλ. έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και σχεδιάγραμμα), ενώ φέρει δεξιά καμπύλη στην κατεύθυνσή της προς την οδό …….. και πριν τη συμβολή της με την οδό ………… και σε απόσταση περί των είκοσι πέντε μέτρων από αυτή (βλ. έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, σχεδιάγραμμα και κατάθεση μάρτυρα ενάγουσας της Α αγωγής). Στη διασταύρωσή της δε με την οδό ……., η οποία βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από την διασταύρωση με την οδό ………, υφίστανται φωτεινοί σηματοδότες και διαχωριστική νησίδα στο δεξί της μέρος, επιβάλλοντας σε όσους θέλουν να κινηθούν δεξιά και να εισέλθουν στην οδό …….., να κινηθούν δεξιά της νησίδας. Δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχουν, τουλάχιστον στο σημείο της σύγκρουσης, τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, όπως ο μάρτυρας της ενάγουσας της Α αγωγής κατέθεσε, ήτοι μία λωρίδα για όσους επιθυμούν να εισέλθουν αριστερά στη Λεωφ. …….., μία για όσους επιθυμούν να εισέλθουν δεξιά σε αυτή και μια για όσους θέλουν να συνεχίσουν ευθεία πορεία επί της οδού …………., διασχίζοντας την λεωφ. ………. Ο ………………, θέλοντας να εισέλθει δεξιά στην οδό ………….. από την οδό …………., ακινητοποίησε το όχημά του προ της πινακίδας ΣΤΟΠ και, αφού έλεγξε την κίνηση της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ………, όπου ήθελε να εισέλθει, διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρχε κινούμενο όχημα, του οποίου την πορεία θα ανέκοπτε, εισήλθε σε αυτή, όπου τελευταίο ακινητοποιημένο όχημα, λόγω της κίνησης, ήταν το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ……….. ΔΧΕ ταξί, που βρίσκονταν στο μέσο της λωρίδας. Ο ……….., όμως, αντί να λάβει θέση όπισθεν του ταξί, αφού η κίνηση σε στοίχους επί της μιας λωρίδας κυκλοφορίας στο σημείο εκείνο επέβαλε κάτι τέτοιο, κινήθηκε κάθετα στο ρεύμα κυκλοφορίας και, αφού κινήθηκε πίσω από το ταξί, έλαβε θέση αριστερά του και παράλληλα με αυτό, δημιουργώντας δεύτερη σειρά και καταλαμβάνοντας ολόκληρη η αριστερή πλευρά του οχήματος μέρος του αντίθετου ρεύματος, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, που ελήφθησαν αμέσως μετά τη σύγκρουση, αφού ο υπολειπόμενος χώρος μεταξύ του ταξί και της διπλής διαχωριστικής γραμμής δεν ήταν επαρκής. Στη δικανική του κρίση ότι δεν υπήρξε παραβίαση του ΣΤΟΠ, με την έννοια ότι δεν παρενεβλήθη της πορείας άλλου οχήματος, οδηγείται το Δικαστήριο από το γεγονός ότι αφενός, κατά την κοινή λογική, αν πράγματι έβλεπε άλλο όχημα σε κοντινή απόσταση, δεν θα εισερχόταν στην οδό ……….., διακινδυνεύοντας την σωματική του ακεραιότητα και αφετέρου από το γεγονός ότι είχε τον απαιτούμενο χρόνο, ώστε να εκτελέσει όλες τις ανωτέρω κινήσεις, ήτοι να διανύσει απόσταση μεγαλύτερης ακτίνας μέχρι να λάβει θέση αριστερά του ταξί από ό,τι θα διένυε αν απλώς λάμβανε θέση όπισθεν αυτού. Η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος της Β’ αγωγής, που τυγχάνει να είναι και ο οδηγός του ταξί, σύμφωνα με την οποία είδε από τον καθρέπτη του τον …………. να εξέρχεται της οδού ……… χωρίς να σταματήσει προ του ΣΤΟΠ και χωρίς να ελέγξει την κίνηση στην οδό …….., δεν κρίνεται αξιόπιστη, δεδομένου ότι, όπως ο ίδιος κατέθεσε, βρισκόταν ακινητοποιημένος περίπου τρία μέτρα μετά την οδό ……… και όχι στο ύψος αυτής, ώστε, κατά την κοινή πείρα και λογική, η γωνία του καθρέπτη του δεν θα του επέτρεπε να έχει οπτική πρόσβαση στην έξοδο της οδού ……… προς την οδό …………… Εκείνη την ώρα, ο ενάγων της Β αγωγής οδηγούσε την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ………… δίκυκλη μοτοσυκλέτα κυριότητάς του, μάρκας ……., τύπου ……., ………, επί της οδού ……… στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ………, δηλαδή στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου μόλις είχε εισέλθει ο …………….. Έχοντας, όμως, αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και πάντως πάνω από το όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα στο σημείο εκείνο (όριο σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας), διάνυσε σε σύντομο χρόνο την απόσταση μεταξύ αυτού και των εμπρόσθιων ακινητοποιημένων οχημάτων, ήτοι του ταξί και του οχήματος της ενάγουσας της α’ αγωγής, εκτίμησε ότι δεν θα προλάβαινε να ακινητοποιήσει την μοτοσυκλέτα εγκαίρως πατώντας φρένο, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση και αντ’ αυτού έγειρε τη μοτοσυκλέτα στο οδόστρωμα, η οποία έπεσε με τη δεξιά πλευρά της, συνέχισε συρόμενη να κινείται επί του οδοστρώματος και προσέκρουσε στα οπίσθια μέρη των ανωτέρω δύο οχημάτων και ειδικότερα στην οπίσθια αριστερή πλευρά του ταξί και στην οπίσθια δεξιά πλευρά του οχήματος της ενάγουσας της A αγωγής. Στη δικανική του κρίση περί υπερβολικής ταχύτητας οδηγείται το Δικαστήριο αφενός από το γεγονός ότι δεν ανευρέθησαν ίχνη τροχοπεδήσεως (βλ. έκθεση αυτοψίας), αφετέρου από το ότι, σύμφωνα με την κοινή πείρα, αν ο ενάγων της Β αγωγής διατηρούσε την ενδεδειγμένη χαμηλή ταχύτητα και, πάντως, τέτοια, ώστε να μπορεί συνεχώς να έχει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, θα προλάβαινε το τροχοπεδήσει και έτσι να την ακινητοποιήσει εγκαίρως. Άλλωστε, το γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα διένυσε 11 περίπου μέτρα (βλ. σχεδιάγραμμα) από το σημείο που έγειρε μέχρι το σημείο της σύγκρουσης υποδεικνύει ανεπτυγμένη ταχύτητα, εξαιτίας της οποίας διένυσε αρκετά μεγάλη απόσταση. Υπαίτιοι για την πρόκληση του ατυχήματος τυγχάνουν αμφότεροι οι ανωτέρω οδηγοί, ήτοι ο προστηθείς οδηγός της ενάγουσας της Α αγωγής και ο ενάγων της Β αγωγής σε ποσοστό 50% έκαστος, δεκτής γενομένης μερικώς και της ένστασης συνυπατιότητας που αμφότερες οι διάδικες πλευρές πρότειναν η μία για την άλλη, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του προστηθέντος οδηγού της ενάγουσας της Α αγωγής έγκειται στο γεγονός ότι, εισερχόμενος στην οδό …………., από αμέλεια και έλλειψη της προσοχής του, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν έλαβε ως όφειλε θέση όπισθεν του ταξί, που ήταν το τελευταίο σε στοίχιση όχημα ούτε και κινήθηκε μέσα στα όρια της μιας λωρίδας και πλησίον του δεξιού άκρου αυτής, αλλά έλαβε θέση αριστερά του ταξί και παράλληλα με αυτό, δημιουργώντας δεύτερο στοίχο, ενώ η λωρίδα κυκλοφορίας ήταν μία και καταλαμβάνοντας με το τρόπο αυτό όλο το κενό χώρο μεταξύ του ταξί και της εξ αριστερών του διπλής διαχωριστικής γραμμής, αποκλείοντας από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας τη δυνατότητα να επιχειρήσει τυχόν αποφευκτικό ελιγμό, οδηγώντας τη μοτοσυκλέτα του στον κενό αυτό χώρο, που παράνομα ο οδηγός του οχήματος της ενάγουσας της Α αγωγής είχε καταλάβει. Δεν κρίνεται δε αξιόπιστη η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας της Α αγωγής, που τυγχάνει να είναι ο οδηγός του οχήματος της, ότι ακινητοποίησε το όχημα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας και χωρίς να πατά τη διαχωριστική γραμμή και ότι φαίνεται να έχει πατήσει και προσπεράσει τη διπλή διαχωριστική γραμμή στις φωτογραφίες εξαιτίας της ορμής της πρόσκρουσης, διότι αντιβαίνει στην κοινή πείρα και λογική η πρόσκρουση στο οπίσθιο και δεξί μέρος του οχήματος του να ήταν ικανή να μετακινήσει ολόκληρο το όχημα προς το αριστερά, ώστε να υπερκεράσει τη διπλή διαχωριστική γραμμή, διότι, διαφορετικά, μόνο η οπίσθια αριστερή πλευρά θα είχε περάσει τη διπλή διαχωριστική γραμμή και όχι ολόκληρη η αριστερή πλευρά του οχήματος να βρεθεί παράλληλα με αυτή και εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας. Η δε υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας – ενάγοντος της Β αγωγής έγκειται στο ότι από αμέλεια και έλλειψη της προσοχής του, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός και μάλιστα ενός αυξημένης επικινδυνότητας οχήματος, όπως είναι η μοτοσικλέτα και δη η συγκεκριμένη μεγάλου κυβισμού, που εύκολα αναπτύσσει ταχύτητα, δεν διατηρούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της οδήγησης τέτοια ταχύτητα, ώστε να μπορεί να έχει τον έλεγχο αυτής συνεχώς και να δύναται να τροχοπεδήσει εγκαίρως σε περίπτωση ανάγκης, πολλώ δε μάλλον που μόλις είχε εξέλθει της δεξιάς καμπύλης που φέρει η οδός ………….. λίγα μέτρα προ του σημείου της σύγκρουσης, συνεπώς η ορατότητά του ήτο περιορισμένη μέχρι να εξέλθει της καμπύλης και όφειλε να είναι προετοιμασμένος ώστε να μην αιφνιδιαστεί από ό,τι θα έβλεπε να συμβαίνει μετά την καμπύλη. Η δε ύπαρξη ή όχι παρκαρισμένων οχημάτων στην δεξιά πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας, όπου συνέβη το ένδικο περιστατικό, για την οποία ερείδονται οι διάδικοι, δεν ασκεί έννομη επιρροή ούτε και συμβάλει στο σχηματισμό δικανικής κρίσης, διότι: ο ισχυρισμός του μάρτυρα της ενάγουσας της Α αγωγής – οδηγού του ζημιωθέντος – ζημιογόνου οχήματος – ότι έπρεπε να λάβει θέση στο οδόστρωμα αυτή που έλαβε και όχι να λάβει θέση εκτελώντας πιο δεξιά κλειστή στροφή, διότι έτσι θα εμπόδιζε και θα ανέκοπτε την πορεία όσων οχημάτων ήθελαν να κινηθούν δεξιά προς την οδό …….. και ότι δεν υπήρχε σταθμευμένο όχημα, διότι ακριβώς διέρχονται από το σημείο εκείνο τα ανωτέρω αυτοκίνητα, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι, όπως έχει ήδη ειπωθεί, η λωρίδα επί αυτού του ρεύματος κυκλοφορίας είναι μόνο μία, συνεπώς δεν υφίστατο δεύτερη δεξιά λωρίδα, στην οποία θα κινούνταν τα οχήματα που ήθελαν να στρίψουν δεξιά στη Λεωφ. ….., των οποίων την πορεία ο οδηγός του αυτοκινήτου θα ανέκοπτε, δεδομένου ότι, όπως ήδη έχει επίσης ειπωθεί, υφίσταται η διαχωριστική νησίδα, που χωρίζει τις κατευθύνσεις των οχημάτων, σε πιο απομακρυσμένο σημείο της οδού …….. Όφειλε, δηλαδή, ο οδηγός του οχήματος, να αναμένει την απομάκρυνση του ταξί σε τέτοιο σημείο, ώστε να χωράει πλέον να εκτελέσει δεξιά στροφή και να λάβει θέση όπισθέν του, ώστε και νόμιμη θέση κατά στοίχους στο οδόστρωμα να λάβει, αλλά και να μην εμποδίζει την κίνηση των οχημάτων, που θέλουν να στρίψουν δεξιά στη Λεωφ. ……., ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν δεκτός ο ανωτέρω ισχυρισμός του. Συνεπώς, ακόμα και σταθμευμένα οχήματα να υπήρχαν, δεν θα εμπόδιζαν την πορεία των οχημάτων, που θέλουν να στρίψουν δεξιά στη Λεωφ. …….., διότι σε εκείνο το σημείο της οδού ……….. δεν υπάρχει δεύτερη λωρίδα, που να οδηγεί σε δεξιά στροφή. Ενώ η τυχόν ύπαρξη σταθμευμένων αυτοκινήτων δεν έχει αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, διότι ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν ήθελε να κινηθεί δεξιά προς την Λεωφ. ………, ώστε να λάβει θέση δεξιά στο οδόστρωμα και να τον εμπόδιζαν τυχόν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, αλλά, όπως κατέθεσε, επιθυμούσε να συνεχίσει ευθεία την οδό ………….. που, μετά την Λεωφ. …….., ονομάζεται Λεωφ. ……………, ώστε, σε κάθε περίπτωση, δεν θα λάμβανε θέση δεξιά.
Εξαιτίας της ένδικη σύγκρουσης, το όχημα της ενάγουσας της Α αγωγής, μάρκας ………, τύπου …………., χρώματος ασημί, έτους α’ κυκλοφορίας 2002, …….., υπέστη υλικές ζημιές στο οπίσθιο δεξί μέρος του, ήτοι στον οπίσθιο προφυλακτήρα, την οπίσθια τραβέρσα και τους οπίσθιους θόλους, για την επισκευή των οποίων (αγορά ανταλλακτικών, εργασίες αφαίρεσης και τοποθέτησης και βαφής) η ενάγουσα της Α αγωγής θα χρειαστεί να δαπανήσει το συνολικό ποσό των 267,00 Ευρώ (χωρίς τον ΦΠΑ), σύμφωνα με το από 04.10.2019 έντυπο εκτίμησης φανοποιίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» (το αιτούμενο κονδύλι του ΦΠΑ ύψους 64,00 Ευρώ δεν επιδικάζεται, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη). Το ποσό αυτό θα πρέπει να καταβάλλει η δεύτερη εναγόμενη της Α αγωγής στο ποσοστό της συνυπαιτιότητας του ζημιώσαντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, ήτοι το 50%, ήτοι (267,00 X 50% =) 133,50 Ευρώ. Επομένως, το ποσό που δικαιούται η ενάγουσα της Α αγωγής ως αποζημίωση για την βλάβη του οχήματος ιδιοκτησίας της ανέρχεται στο ποσό των 133,50 Ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το όχημα ιδιοκτησίας της ενάγουσας της Α αγωγής, με τα ανωτέρω αναφερθέντα χαρακτηριστικά, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 17 ετών και σε καλή κατάσταση. Το Δικαστήριο κρίνει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, τα προσκομιζόμενα έγγραφα σχετικά με την εμπορική του αξία και με βάση το δεδομένο ότι η αξία ενός οχήματος μειώνεται κατά ποσοστό 10% κάθε χρόνο σε σχέση με την αξία του το προηγούμενο έτος, ότι η αξία του κατά το χρόνο του ατυχήματος ανερχόταν στο ποσό των 2.000,00 Ευρώ. Λόγω των φθορών του, όπως αυτές προσδιορίστηκαν ανωτέρω ως αιτιωδώς συνδεόμενες με το ένδικο ατύχημα, οι οποίες, όμως, δεν ήταν σημαντικές ούτε επλήγησαν καίρια ή μηχανικά σημεία του οχήματος, περιορίζονται δε απλό ράγισμα του πλαστικού οπίσθιου προφυλακτήρα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του, υπέστη μείωση της αξίας του, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 5% επί της ως άνω αξίας του, ήτοι σε ποσό 100,00 Ευρώ, ποσό που θα πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα της υπό Α αγωγής για την ανωτέρω αιτία κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ζημιώσαντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, ήτοι (100,00 X 50% =) 50,00 Ευρώ. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα της Α αγωγής υπέστη ηθική βλάβη, αφού αφενός ο μάρτυράς της ουδόλως κατέθεσε επ’ αυτού, αφετέρου λόγω της μη προσωπικής εμπλοκής της στο ένδικο συμβάν, αλλά και λόγω των πολύ περιορισμένων ζημιών του οχήματος της, που δεν κρίνονται ικανές να της προξενήσουν ψυχική ταραχή τέτοια, που να αποτιμάται σε χρήμα, ζημιές που παρά το μικρό κόστος αποκατάστασής τους, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, δεν έχουν αποκατασταθεί από την ενάγουσα, η οποία ανέχεται να διατηρεί το σημαντικό αυτό περιουσιακό της στοιχείο, όπως στην αγωγή της διατείνεται, φέροντας την ανωτέρω ζημία. Επομένως, απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο τυγχάνει το αίτημά της για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης.
Συνεπώς το σύνολο της ζημίας της ενάγουσας της υπό Α αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 183,50 Ευρώ (133,50 Ευρώ για υλικές ζημίες + 50,00 για μείωση εμπορικής αξίας), ποσό το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλει η δεύτερη εναγόμενη να της καταβάλει ως η ασφαλίσασα τη ζημιογόνα μοτοσυκλέτα για τις έναντι των τρίτων από την κυκλοφορία της προκαλούμενες ζημίες, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση, γενομένης δεκτής εν μέρει της υπό Α αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας της Α αγωγής πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της δεύτερης εναγόμενης, η οποία ηττήθηκε στη δίκη αυτή, θα πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα, καθόσον η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή (άρθρο 178 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και σύμφωνα με το νέο Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α’ 208/27.09.2013) (άρθρα 63 παρ. 1, 68 και 84).
Ακολούθως, εξαιτίας της ένδικη σύγκρουσης, η μοτοσυκλέτα του ενάγοντος της Β αγωγής, μάρκας ………., τύπου …….., …….., χρώματος μαύρου, έτους α’ κυκλοφορίας 2000, υπέστη υλικές ζημιές. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το από 31.08.2019 έγγραφο εκτίμησης κόστους αποκατάστασης ζημιών του μηχανικού μοτοσυκλετών ………., για την αποκατάσταση των βλαβών εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος προβλέφθηκε ότι θα χρειαστούν: τιμόνι αξίας 65,24 Ευρώ, μανέτα φρένου αξίας 25,00 Ευρώ, ποτήρια σκελετού 2 X 47,74 αξίας 95,48 Ευρώ, βάση οργάνων αξίας 139,00 Ευρώ, καλάμια μπροστινά 152,65 X 2 αξίας 305,30 Ευρώ, πάνελ οργάνων αξίας 59,13 Ευρώ, ζελατίνα αξίας 120,24 Ευρώ, μούτρο αξίας 139,50 Ευρώ, καλάκια πλαϊνά τεπόζιτου 2 X 188,00 αξίας 376,00 Ευρώ, τεπόζιτο επισκευή βαφή αξίας 120,00 Ευρώ, φτερό εμπρός αξίας 96,00 Ρυρώ, τσιμούχες μπροστινού 2 X 16,40 αξίας 32,80 Ευρώ, λάδια μπροστινού αξίας 20,50 Ευρώ, επισκευή ρόδας εμπρός αξίας 75,00 Ευρώ, δισκοπλάκα αριστερή αξίας 95,00 Ευρώ, χερούλια αξίας 19,50 Ευρώ, αντίβαρα αξίας 28,00 Ευρώ, εξάτμιση τελικό αξίας 180,00 Ευρώ), άξονας ρόδας εμπρός αξίας 42,50 Ευρώ, πετάλι φρένου αξίας 33,15 Ευρώ, ίσιωμα σταυρός – γέφυρα επάνω αξίας 120,00 Ευρώ, πλαστικό ουράς αξίας 45,00 Ευρώ και εργασία μηχανικού αξίας 350,00 Ευρώ, ήτοι συνολικά θα δαπανούσε ποσό 2.582,34 Ευρώ. Στη δαπάνη αυτή δεν θα υπολογισθεί ο ΦΠΑ ποσού 619,76 Ευρώ, διότι, όπως ακριβώς κρίθηκε και για το κονδύλι του ΦΠΑ της Α αγωγής, προϋπόθεση πληρωμής Φ.Π.Α. είναι η έκδοση των σχετικών τιμολογίων, προϋπόθεση που επίσης δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η απαίτηση του ενάγοντος της Β αγωγής στηρίζεται σε εκτίμηση ζημιών και προσφορά αποκατάστασής τους. Από την άλλη, η ανωτέρω μοτοσυκλέτα, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, αλλά και από την κοινή πείρα και με βάση το δεδομένο ότι η αξία ενός οχήματος μειώνεται κατά ποσοστό 10% κάθε χρόνο σε σχέση με την αξία του το προηγούμενο έτος, όπως ανωτέρω κρίθηκε και για το όχημα της Α ενάγουσας, σε συνδυασμό με ότι δεν αποδεικνύονται τα διανυθέντα χιλιόμετρα, εκτιμάται ότι είχε αξία κατά το χρόνο του ατυχήματος 2.000,00 Ευρώ. Δηλαδή ο ενάγων της Β αγωγής θα έπρεπε να καταβάλει για την πλήρη αποκατάσταση των υλικών ζημιών της μοτοσυκλέτας ποσό μεγαλύτερο από την ανωτέρω αναφερθείσα αξία της κατά το χρόνο του ατυχήματος. Συνεπώς, η μοτοσυκλέτα υπέστη ολική καταστροφή από οικονομικής άποψης, αφού η επισκευή της κρίνεται ασύμφορη, ήδη δε ο ενάγων την έχει θέσει σε ακινησία, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. …/22.07.2019 δήλωση ακινησίας ενώπιον της Δ.Ο.Υ. Α’ Περιστερίου. Από το ανωτέρω ποσό της εμπορικής της αξίας θα αφαιρεθεί ποσό 500,00 Ευρώ ως σώστρα, καθ’ ομολογία του ποσού από αμφότερες τις πλευρές, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, στο πλαίσιο του συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας του ενάγοντος, επομένως η ζημία του ενάγοντος της Α αγωγής από την ολική καταστροφή της μοτοσυκλέτας του ανέρχεται σε 1.500,00 Ευρώ, μειωμένο κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του, ήτοι σε ποσό 750,00 Ευρώ. Περαιτέρω, απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τυγχάνει το αγωγικό κονδύλι ύψους 700,00 για αποζημίωση λόγω καταστροφής του ρουχισμού και του κράνους του ενάγοντος, καθ’ ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω αντικείμενα καταστράφηκαν, πράγμα το οποίο δεν επιβεβαιώνεται από τις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα φωτογραφίες του τόπου και του χρόνου του ατυχήματος, ενώ η κατάθεση της μητρός του δεν κρίνεται επαρκής, περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε η αξία που είχαν αυτά κατά το χρόνο του ατυχήματος, καθόσον δεν προέκυψε ο ακριβής χρόνος αγοράς τους, ώστε να κριθεί η παλαιότητά τους και η εντεύθεν αξία τους. Οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα αξίες αφορούν το κόστος, που έχουν αυτά στην αγορά, ως καινούρια, και δεν ανταποκρίνονται στην αξία που πράγματι είχαν κατά το χρόνο του ατυχήματος. Ειδικά δε όσον αφορά το κράνος, δεν αποδείχθηκε, επιπλέον, ότι ο ενάγων το φορούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος. Επομένως, ο ενάγων δε θεμελιώνει αξίωση για καταβολή αποζημίωσης για καταστραφέντα προσωπικά είδη και το αιτούμενο κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του. Ακολούθως, εξαιτίας του ένδικου συμβάντος, ο ενάγων υπέστη σωματική βλάβη, δι’ ο και διεκοσμίσθη με ασθενοφόρο στο Γ.Ν.Ε. «ΘΡΙΑΣΙΟ», όπου διαγνώσθηκε με κάκωση αρ. άκρου, σύμφωνα με την από 13.05.2019 ιατρική βεβαίωση του Τμήματος της Γενικής Χειρουργικής του ανωτέρω νοσοκομείου, επανεξετάσθηκε δε στις 30.04.2019, όπου ανευρέθη με κάκωση αρ. μηριαίου – γόνατος – ευμέγεθες αιμάτωμα, συνεστήθη παράταση της αναρρωτικής του άδειας για 10 ημέρες από την λήξη της προηγούμενης, επανεξετάσθηκε στις 10.05.2019 και συνεστήθη παράταση της αναρρωτικής του άδειας για 5 ημέρες ακόμα και, τέλος, επανεξετάσθηκε στις 15.05.2019 και συνεστήθη παράταση της αναρρωτικής του άδειας για 5 ημέρες ακόμα. Έλαβε δηλαδή συνολικά αναρρωτική άδεια από την ημέρα του συμβάντος έως και τις 20.05.2019, ήτοι για ένα περίπου μήνα. Εξακολουθεί δε να πάσχει από γοναλγία και να έχει αιμάτωμα σε αποδρομή, σύμφωνα με την από 11.02.2020 ιατρική γνωμάτευση του Ορθοπεδικού Τμήματος του ανωτέρω νοσοκομείου. Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, αφού δεν είχε τοποθετηθεί γύψος ή νάρθηκας προς αποκατάσταση του τραυματισμού του, που τον εμπόδιζε να μετακινηθεί, αφού δεν έπαθε κάταγμα ή άλλη βλάβη των οστών του, παρά μόνο κάκωση και αιμάτωμα, ούτε και συστάθηκε η νοσηλεία του οίκοι ή η βοήθεια τρίτου προσώπου από τον θεράποντα ιατρό του ούτε και υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπείες προς αποκατάσταση της σωματικής του βλάβης, γεγονότα που θα υποδείκνυαν τη σοβαρότητα του τραυματισμού του και την τυχόν δυσκολία ή αδυναμία του να αυτοεξυπηρετηθεί, συνεπώς δεν κρίνεται ότι η βοήθεια που έλαβε από την μητέρα του, κατά τα αγωγικώς αναφερόμενα, ήτο απαραίτητη, αλλά οφειλόταν σε υπερβολική δική του επιμέλεια, σε κάθε δε περίπτωση δεν κρίνεται ότι η όποια βοήθεια τυχόν έλαβε από αυτή άγγιζε το βαθμό και την ένταση των υπηρεσιών που θα δεχόταν από αποκλειστική νοσοκόμα ή οικιακή βοηθό, συνεπώς το αγωγικό κονδύλι ύψους 700,00 Ευρώ τυγχάνει απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, δεκτής γενομένης και αντίστοιχης ένστασης της τρίτης εναγόμενης της Β αγωγής. Τέλος, εκτιμάται ότι ο ενάγων της Β αγωγής υπέστη ταλαιπωρία και σοκ από τον ελαφρύ, κατά τα άλλα, τραυματισμό του, ο πόνος εξαιτίας του οποίου τον ταλαιπωρεί έως σήμερα και από τις επισκέψεις του επί ένα μήνα στο νοσοκομείο προς επανεξέτασή του, που όμως δεν αποδεικνύεται τι περιλάμβανε και δη δεν αποδεικνύεται ότι υπόκειτο σε συνεχείς ακτινοβολίες, όπως στην αγωγή του διαλαμβάνει, ούτε αποδεικνύεται η επικαλούμενη πολυφαρμακία του, για το λόγο δε αυτό, σε συνδυασμό με την συνυπαιτιότητα του ίδιου, την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών, όχι όμως και της τρίτης εναγόμενης της Β αγωγής ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1114/2000 ΝΟΜΟΣ), του παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, το Δικαστήριο δε κρίνει ότι εύλογο ποσό αυτής είναι αυτό των 500,00 Ευρώ.
Συνεπώς το σύνολο της ζημίας του ενάγοντος της Β αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 1.250,00 Ευρώ (750,00 για την ολοσχερή καταστροφή της μοτοσυκλέτας του + 500,00 για ηθική βλάβη, ποσό που καλύπτεται από το παραμένον ως καταψηφιστικό αίτημα), ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει η τρίτη εναγόμενη ως η ασφαλίσασα το ζημιογόνο αυτοκίνητο για τις έναντι των τρίτων από την κυκλοφορία του προκαλούμενες ζημίες, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση, γενομένης δεκτής εν μέρει της υπό Β αγωγής. Ως προς το αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει πως δεν συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, γι’ αυτό και απορρίπτει ως ουσία αβάσιμο το αίτημα αυτό. Τα δικαστικά έξοδα του Β ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της τρίτης εναγόμενης της Β αγωγής, η οποία ηττήθηκε στη δίκη αυτή, θα πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα, καθόσον η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή (άρθρο 178 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και σύμφωνα με το νέο Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α’ 208/27.09.2013) (άρθρα 63 παρ. 1, 68 και 84).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την υπό Α) και με αρ. καταθ. ……../…/2019 αγωγή και την υπό Β) και υπ’ αρ. καταθ. ……/…/2019 αγωγή.
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της με αρ. καταθ. ……/…./2019 αγωγής.
ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗ ΔΙΚΗ ως προς τον πρώτο εναγόμενο.
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΜΕΡΙΚΩΣ αυτή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των εκατόν ογδόντα τριών Ευρώ και πενήντα λεπτών (183,50) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει σε εκατόν είκοσι πέντε (125,00) Ευρώ.
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της υπ’ αρ. κατάθ. ……./…../2019 αγωγής.
ΜΑΤΑΙΩΝΕΙ τη συζήτηση ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη εναγόμενους.
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΜΕΡΙΚΩΣ αυτή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την τρίτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250,00) Ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της τρίτης εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει σε εκατό (100,00) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στο Περιστέρι στις 27.7.2020, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
