αστικό - δικονομίαΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 16239/2019

Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022

Περίληψη: Αγωγή με καταψηφιστικό αίτημα. Μολονότι το αίτημα της ένδικης αγωγής είναι καταψηφιστικό, εντούτοις, η ενάγουσα δεν προσκόμισε το απαιτούμενο για το αντικείμενο της ένδικης αγωγής τέλος δικαστικού ενσήμου, ούτε το επικαλείται στις προτάσεις της. Η ενάγουσα λογίζεται στην υπό κρίση υπόθεση ερήμην δικαζόμενη και η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί, λόγω της πλασματικής της ερημοδικίας, κατ’ άρθρο 2§4 του Ν. Γ)ΟΗ’/1912.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

16239/2019

(Αριθμός έκθεσης κατάθεσης αγωγής: ……/ ……/10-07-2017)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Διονύσιο Χατζή, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από το γραμματέα Αριστοτέλη Παναγιώτου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 14η Νοεμβρίου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …… …… του ……, κατοίκου ……, στην οδό …… …, η οποία προκατέθεσε προτάσεις, που υπογράφονται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέη (AM ΔΣΑ 12715), δυνάμει της από 15-11-2017 υπεύθυνης δήλωσής της, επέχουσας θέση εξουσιοδότησης, στην οποία έχει βεβαιωθεί η γνησιότητα της υπογραφής της εξουσιοδοτούσας, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 96 ΚΠολΔ, και δεν παρέστη κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο στο ακροατήριο (επισυνάπτεται το με Νο……/15-11-2017 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ).

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …… …… ……, κατοίκου …… Αττικής, στην οδό …… …, με Α.Φ.Μ. ……, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις, που υπογράφονται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο (AM ΔΣΑ 29922), δυνάμει της από 09-11-2017 εξουσιοδότησης, στην οποία έχει βεβαιωθεί η γνησιότητα της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 96 ΚΠολΔ, και δεν παρέστη κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο στο ακροατήριο (επισυνάπτεται το με Νο……/14-11 -2017 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ).

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 06-07-2017 αγωγή της, που κατατέθηκε την 10-07-2017 στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, έλαβε γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2017 και ……/2017, αντίστοιχα, και προσδιορίσθηκε, μετά το πέρας των προβλεπόμενων στο άρθρο 237 ΚΠολΔ προθεσμιών, όπως τροποποιήθηκαν με το Ν. 4335/2015, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οπότε γράφτηκε στο με στοιχεία …… πινάκιο υπό τον αριθμό ….

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους στις προτάσεις που προκατέθεσαν και ζήτησαν αυτοί να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 06-07-2017 αγωγή της, που κατατέθηκε την 10-07-2017 στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, έλαβε γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2017 και ……/2017, αντίστοιχα, και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 13-07-2017, δηλαδή εντός της οριζόμενης από το άρθρο 215§2 ΚΠολΔ (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015) τριακονθήμερης προθεσμίας (βλ. τη νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσα από την ενάγουσα υπ’ αριθμόν ……/13-07-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γεωργίου Δήμου). Για την υπόθεση υποβλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα προτάσεις από τα διάδικα μέρη, προσδιορίστηκε δε αυτή, με πράξη του αρμοδίου δικαστή, για τη δικάσιμο της 14-11-2019. Με πρωτοβουλία του γραμματέα έγινε η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ……, η οποία ισχύει, κατ’ άρθρο 237§4 εδ. ε’ ΚΠολΔ (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015), ως κλήτευση όλων των διαδίκων, και ακολούθησε, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, η συζήτησή της, αντιμωλία των διαδίκων. Να σημειωθεί ότι, εφόσον τα διάδικα μέρη κατέθεσαν τις προτάσεις τους εμπροθέσμως (άρθρο 237§1 ΚΠολΔ), δηλ. εντός εκατό ημερών από την κατάθεση της αγωγής, λαμβανομένης υπόψη της κατ’ άρθρο 147§2 ΚΠολΔ αναστολής της προθεσμίας του άρθρου 237§1 ΚΠολΔ για το χρονικό διάστημα από 01 έως 31 Αυγούστου, έλαβαν μέρος στη δίκη κανονικά, η δε απουσία τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (βλ. τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης) δεν επάγεται την ερημοδικία τους, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237§4 εδ. ζ’ ΚΠολΔ (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015), η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι για κάποια έτη ήταν μέτοχος της εταιρείας «……», την οποία είχε ιδρύσει ο πατέρας της, …… ……. Ότι το 2013 αποφάσισε να αυτονομηθεί και, την 07-08-2013, ίδρυσε τη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία «……», η οποία είχε παρόμοιο αντικείμενο εταιρικού σκοπού με την «……». Ότι, ήδη από τα τέλη του 2011, η «……» άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, με συνέπεια να καθυστερεί στην καταβολή των μισθολογικών της υποχρεώσεων και τη δημιουργία, όσον αφορά στον εναγόμενο, χρέους ύψους 6.302,20€, που αφορούσε μέρος από τους δεδουλευμένους μισθούς του μεταξύ Δεκεμβρίου 2011 και Οκτωβρίου 2012. Ότι απασχόλησε τον εναγόμενο από τον Οκτώβριο του 2014 μέχρι και το Δεκέμβριο του 2015 στην «……», βάσει σύμβασης δανεισμού του από την «……» στην «……». Ότι, όταν, περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2015, του ανακοίνωσε ότι με τη λήξη της σύμβασης δανεισμού θα σταματούσε να τον απασχολεί, εκείνος, από λόγους εκδικητικότητας, στράφηκε, ψευδώς και δολίως, δικαστικά τόσο εναντίον της προσωπικά όσο και κατά των δύο ανωτέρω εταιρειών, με την από 17-10-2016 αγωγή του, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε να υποχρεωθούν άπασες οι εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενες, να του καταβάλουν το ανωτέρω ποσό των 6.302,20€, το οποίο, κατά τους αγωγικούς του ισχυρισμούς, εξακολουθούσαν να του οφείλουν. Ότι η ίδια, κατόπιν αιτήματος του πατέρα της, που απεβίωσε αιφνίδια το Δεκέμβριο του 2014, κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 30.876,50€. Ότι ο πατέρας της της είχε ζητήσει να καταβάλει στον εναγόμενο το ανωτέρω ποσό (των 30.876,50€) ευρισκόμενος σε πλάνη και ενώ η πραγματική οφειλή της «……» προς τον εναγόμενο ανερχόταν μόλις στο προαναφερθέν ποσό των 6.302,20€. Ότι, τηρώντας την υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα της, η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ως άνω συνολικό ποσό των 30.876,50€, με τις αναλυτικά παρατιθέμενες στην αγωγή καταβολές της, που έλαβαν χώρα από 10-03-2014 έως και 16-10-2015. Ότι οι καταβολές αυτές δεν αφορούσαν ούτε την τότε τρέχουσα μισθοδοσία του ενάγοντος ούτε τυχόν εξοδολόγιά του, αφού για τα ποσά αυτά γίνονταν αυτοτελείς καταθέσεις, αλλά, αντίθετα, κάλυπταν αποκλειστικά προγενέστερες, δεδουλευμένες μισθολογικές του αξιώσεις. Ότι, βάσει των ανωτέρω, η ενάγουσα κατέβαλε αχρεωστήτως στον εναγόμενο συνολικό ποσό (30.876,50€ – 6.302,20€=) 24.574,30€, δεδομένου ότι η μόνη προς αυτόν οφειλή της «……», την οποία, κατόπιν αιτήματος του πατέρα της, του κατέβαλε, ανερχόταν στο ποσό των 6.302,20€, ενώ το υπερβάλλον ποσό των 24.574,30€ του το κατέβαλε άνευ νομίμου αιτίας. Ότι, δολίως και κατά παράβαση των χρηστών ηθών, ο νυν εναγόμενος με την προαναφερθείσα εργατική αγωγή του ζητεί από την ενάγουσα να του καταβάλει τα αιτούμενα με αυτήν ποσά, ενώ, με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τούτος όχι μόνο είχε εξοφληθεί στο ακέραιο, αλλά, επιπλέον, της όφειλε -ως αχρεωστήτως καταβληθέν- το παραπάνω ποσό των 24.574,30€. Ότι από τη συζήτηση της ως άνω εργατικής αγωγής του νυν εναγόμενου η ενάγουσα υπέστη αφόρητη στεναχώρια, γιατί δεκάδες δικηγόροι και διάδικοι άλλων υποθέσεων έλαβαν γνώση του περιεχομένου της εν λόγω αγωγής, το οποίο ήταν συκοφαντικό για την ενάγουσα, δεδομένου ότι την εμφάνιζε στους ανωτέρω, που έλαβαν γνώση αυτού, ως αφερέγγυα και ασυνεπή εργοδότη, που δήθεν όφειλε δεδουλευμένες αποδοχές στο νυν εναγόμενο, δηλ. ως κακόπιστη οφειλέτη, ενώ εκείνος γνώριζε ότι το περιεχόμενο αυτό της αγωγής και τα αιτήματά της δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι δεν του οφειλόταν ούτε ένα ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί να καταδικαστεί ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 24.574,30€ εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 6.000€ ως αποζημίωση της ηθικής της βλάβης, καθώς και να καταδικαστεί στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και με αυτά τα αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 9 εδ. α’, β’ και γ’, 14§2, 22 και 35 ΚΠολΔ), είναι ορισμένη και νόμω βάσιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 299, 346, 904, 914 και 932 ΑΚ και 68 και 176 ΚΠολΔ. Εν προκειμένω, όμως, μολονότι το αίτημα της ένδικης αγωγής είναι καταψηφιστικό, όπως αναμφίβολα προκύπτει από το αιτητικό αυτής (βλ. στο τέλος της σ. 10 της αγωγής: «επειδή η αγωγή μου είναι παραδεκτή και βάσιμη ζητώ: 1) να καταδικαστεί ο εναγόμενος να μου καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των (30.876,50€ – 6.302,20=) 24.574,30€ εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού. 2) να καταδικαστεί ο εναγόμενος να μου καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 6.000€ για αποζημίωση της ηθικής μου βλάβης») και παρέμεινε τέτοιο (βλ. στη σ. 1 των προτάσεων της ενάγουσας: «εμμένω στα αγωγικά μου αιτήματα», καθώς και την ταυτόσημη με ανωτέρω επανάληψη του αιτητικού της αγωγής στη σ. 10 των προτάσεών της), εντούτοις, η ενάγουσα δεν προσκόμισε το απαιτούμενο για το αντικείμενο της ένδικης αγωγής τέλος δικαστικού ενσήμου, ούτε το επικαλείται στις προτάσεις της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ν. Γ)ΟΗ’/1912 «περί δικαστικών ενσήμων», όπως αυθεντικά ερμηνεύθηκε με το άρθρο 7§§ 1 και 2 του ν. δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε αρχικά μεν με το ν. δ. 4189/1961 ακολούθως δε με την περ. 6 της υποπαρ. ΙΓ. 1. του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 40 του Ν. 4111/2013, με εξαίρεση τις για προσωρινά μέτρα αγωγές, κάθε άλλη καταψηφιστική αγωγή, της οποίας το αντικείμενο είναι αξίας μεγαλύτερης των 200€, υποβάλλεται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, εκείνος δε ο υπόχρεος που παραλείπει να καταβάλει το τέλος αυτό δικάζεται ερήμην και, επομένως, η αγωγή του απορρίπτεται. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 237§1 εδ. γ’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 4335/2015, «το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης». Σε συνέχεια των ανωτέρω, η ενάγουσα λογίζεται στην υπό κρίση υπόθεση ερήμην δικαζόμενη και η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί, λόγω της πλασματικής της ερημοδικίας, κατ’ άρθρο 2§4 του Ν. Γ)ΟΗ’/1912. Κατόπιν δε σχετικού υποβληθέντος αιτήματος του εναγόμενου, η ενάγουσα πρέπει να υποχρεωθεί, με βάση το άρθρο 176 ΚΠολΔ, να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου, ενώ, εφόσον δεν υποβλήθηκε από το νικήσαντα εναγόμενο κατάλογος των δικαστικών του εξόδων, το Δικαστήριο θα προβεί, κατ’ άρθρο 191§2 ΚΠολΔ, στην εκκαθάρισή τους, με βάση το νυν ισχύοντα Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013). Τέλος, πρέπει να καθορισθεί το προκαταβλητέο παράβολο, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, με βάση τα άρθρα 501, 502§1 και 505§ περ. β’ ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην της ενάγουσας.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200 €).

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων ευρώ (600 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, την 30-12-2019.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies