Περίληψη: Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου επειδή έγινε χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Μισθοί υπερημερίας. Άκυρη η παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας. Η παραλαβή του εγγράφου της καταγγελίας χωρίς επιφύλαξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραίτηση από το δικαίωμα για επίκληση ακυρότητας ή ως δήλωση εξόφλησης της αποζημίωσης. Πότε είναι άκυρη η καταγγελία ως καταχρηστική. Η καταγγελία προκλήθηκε από λόγους εμπάθειας στο πρόσωπο του εργαζομένου, εξαιτίας της διεκδίκησης των εργασιακών δικαιωμάτων του και είναι καταχρηστική. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Πότε είναι ορισμένος ο λόγος της έφεσης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Πλημμέλειες που εξετάζει αυτεπάγγελτα το εφετείο. Δεν ελέγχεται το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, διότι δεν διατυπώθηκε σχετικό παράπονο της εκκαλούσας. Απορρίπτει την έφεση του εργοδότη.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 4539/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
3ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία – Γεωργία Τσάμη, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Ιωαννίδης.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …………., κατοίκου Αθηνών, οδός …….., αριθμ. …., τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 18 Ιουλίου 2014 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που είχε κατατεθεί με αριθμό ……./14, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 9541/ 2015 οριστική απόφασή του, αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – εναγομένη, με την από 5 Μαΐου 2015 (αριθμ. καταθ. ……/ 2015) έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο και ζητεί να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου κατέθεσε τις προτάσεις του και παραστάθηκε με δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΝΩΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 15.05.2015 (με αριθ. έκθ. κατ. ……/ 2015) έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας εναγόμενης εταιρίας κατά της 954/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την ισχύ του ν. 4335/2015), αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495 επ., 511επ., 518 παρ. 2 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ [όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τον ν. 4335/2015, ενόψει του χρόνου άσκησης της έφεσης προ της 01ης.01.2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015)]. Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
ΙΙ. Με την από 18-7-2014 (αριθμ. εκθ. Κατ. …../2014) αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρία την 23-8-2006 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως εργάτης αποθήκης. Ότι η εναγόμενη καθυστερούσε από το έτος 2010 να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του, ότι εργαζόταν πέραν του νομίμου ωραρίου του, χωρίς να λάβει άδεια και επίδομα αδείας μέχρι την 21-5-2014, οπότε και απολύθηκε άτυπα. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του, αλλά και ως καταχρηστική, καθώς έγινε από λόγους εμπάθειας της εναγόμενης προς το πρόσωπό του, επειδή αυτός διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του ενώπιον της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 33.651,65 ευρώ, ήτοι 14.297,53 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας, 9.518,24 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, 4.835,88 για αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και επίδομα αδείας, 5000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγόμενης και, σε περίπτωση που κριθεί νόμιμη η καταγγελία, το ποσό των 1.343,30 ευρώ για την νόμιμη αποζημίωσή του και επιπλέον αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και επίδομα αδείας έτους 2014, περαιτέρω δε, για την περίπτωση που η σύμβαση ήθελε κριθεί άκυρη, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τους νόμιμους τόκους από τη δήλη ημέρα πληρωμής κάθε επιμέρους παροχής, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ ημερησίως σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της. Με την εκκαλουμένη απόφαση η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη πλην του αιτήματος να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απειλή χρηματικής ποινής, καθώς και της επικουρικής βάσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ακολούθως, η αγωγή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και, αφού αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως γιατί ασκήθηκε καταχρηστικά, υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.953,39 ευρώ νομιμοτόκως. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη η εκκαλούσα -εναγομένη με τον μοναδικό λόγο που περιέχεται στην κρινόμενη έφεση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την λύση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 226/2016, ΑΠ845/2011, ΑΠ279/2010). Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ίδιου κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529 /2001). Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2011, ΑΠ 781/2017 ΤΝΠ Ισοκράτης). Περαιτέρω ο λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων προσδιορίζεται επαρκώς όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού(ΑΠ258/2015 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 669 ΑΚ και 1 του ν.2112/1920 και 1 και 5 του ν.3198/1955,η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Για να είναι όμως έγκυρη, και συνακόλουθα να επιφέρει τη λύση της σύμβασης, από την πλευρά του εργοδότη, πρέπει να είναι έγγραφη και, εφόσον η απασχόληση του εργαζόμενου είχε υπερβεί τους δύο μήνες, να συνοδεύεται από τη ανάλογη αποζημίωση απόλυσης. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος ,η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Η καταγγελία, δε, της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζόμενου. Περαιτέρω δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 553/2010 ΤΝΠ Ισοκράτης). Στην προκείμενη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την υπ’ αριθμ. …./10-02-2014 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε επιμελεία του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/24-7-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Τζινιέρη), τις υπ’ αριθμ. …., ….. και …. /13-2-2015 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν επιμελεία της εναγόμενης ενώπιον του ως άνω Ειρηνοδίκη, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ. …./11-2-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Βασιλικής Ταγκλή) – πλην της υπ’ αριθμ. …../2015 ένορκης βεβαίωσης του νομίμου εκπροσώπου και μέλους της διοίκησης της εκκαλούσας εταιρίας (βλ. ΦΕΚ ……/6-12-2012), κατά το χρόνο της βεβαίωσης αυτής, ………., ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία (ένορκη βεβαίωση) αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως τέτοιο (δηλαδή ως αποδεικτικό μέσο) που δεν πληροί τους όρους του νόμου, αφού η απόκλιση που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 671 παρ. 1 και 674 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 715/2013 ΝοΒ 2013.2204) – και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία εμπορίας σχολικών και συναφών ειδών με την επωνυμία «…………»>, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, προσέλαβε την 23-8-2006, με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον ενάγοντα, προκειμένου ο τελευταίος να εργασθεί ως εργάτης αποθήκης υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και επί πενθήμερο, έναντι ημερομισθίου ύψους 38,38 ευρώ μικτά, από την 1-11-2012 και εντεύθεν. Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του, πλην όμως από το έτος 2010 και μετά η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων του. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για το λόγο αυτό επανειλημμένως στους νόμιμους εκπροσώπους της εναγομένης και τελικά την 16-5-2014 προσέφυγε στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Δυτικού Τομέα Αθηνών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για την προάσπιση των δικαιωμάτων του. Συντάχθηκε δε το με αριθμό …../2014 δελτίο εργατικής διαφοράς και χρόνος πρώτης συζήτησης ορίστηκε η 23-6-2014. Στο μεταξύ η ενανόμενη την 21-5-2014 προέβη σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης και χωρίς να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό τη νόμιμη αποζημίωση. Ισχυρίζεται η εναγόμενη, απαντώντας στην αγωγή και ήδη με τον λόγο εφέσεώς της, ότι ο ενάγων απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, εξαιτίας παράλληλης νυχτερινής του απασχόλησης σε κέντρο διασκέδασης και αδυναμίας του να ανταποκριθεί στην πρωινή του εργασία και ως εκ περισσού έλαβε την νόμιμη αποζημίωσή του ποσού 1.323,00 ευρώ. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της επικαλέστηκε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εκτός των άλλων, την με αριθμό ……/13-5-2014 απόδειξη πληρωμής, την οποία προσκομίζει το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, παραδεκτά κατ’ άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι αυτό δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλεια της εναγόμενης, αλλά στα σοβαρά προβλήματα υγείας που παρουσιάσθηκαν τότε (συζήτηση στον πρώτο βαθμό) στον πληρεξούσιο δικηγόρο της, εξαιτίας των οποίων αυτός απεβίωσε. Ωστόσο, από το περιεχόμενο της άνω απόδειξης σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν προκύπτει ότι καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης στον ανάγοντα. Ειδικότερα, αναγράφεται στην εν λόγω απόδειξη ότι πληρώθηκε το ποσό των 2.000 ευρώ, έναντι μισθοδοσίας το ποσό των 677,00 ευρώ, ενώ με γράμματα μικρότερου μεγέθους και διαφορετικό στυλό (εντονότερου χρώματος μελάνι), όπως ορθά επισημαίνει με τις προτάσεις του και ο ενάγων, σημειώνεται επιπλέον, αποζημίωση 1.323,00 ευρώ. Ο μάρτυρας ανταπόδειξης που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγόμενης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και διατηρούσε τη θέση του υπεύθυνου πωλήσεων της εταιρίας κατέθεσε ανεπιφύλακτα ότι το ποσό των 2.000 ευρώ καταβλήθηκε στον ενάγοντα ως δώρο, αν και ο ίδιος (ο μάρτυρας) διαφωνούσε με αυτό. Επίσης κατέθεσε κατηγορηματικά ότι ο ενάγων δεν έλαβε αποζημίωση. Περαιτέρω η εκκαλούσα με τον ως άνω λόγο εφέσεως επικαλείται, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτοβούλως απεχώρησε από την εργασία του ο μισθωτός και ταυτόχρονα ότι ο τελευταίος παραμελούσε τα καθήκοντά του στην εργασία του καλλιεργώντας το έδαφος για την αποχώρησή του. Αν πράγματι ο μισθωτός δημιουργούσε προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση εργασίας του και στις ανάγκες της επιχείρησης, η τελευταία θα προέβαινε στην έγγραφη καταγγελία της επίδικης σύμβασης συνεπεία πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης του. Αντίθετα, αν ο ίδιος προέβαινε σε οικειοθελή αποχώρηση (παραίτηση), δεν θα του κατέβαλε ως εκ περισσού, όπως ισχυρίζεται ή ίδια, αποζημίωση ή εκ χαριστικής αιτίας, σύμφωνα με τον μάρτυρα ανταπόδειξης, το παραπάνω ποσό. Δεν θα τον επιβράβευε και με το ποσό της αποζημίωσης για την παραμέληση των καθηκόντων του επί μακρό χρονικό διάστημα, όπως ισχυρίζεται. Όπως προαναφέρθηκε, η εκκαλούσα προέβη στις 21-5-2014, ήτοι σχεδόν αμέσως μετά την προσφυγή του εφεσιβλήτου στις 16-5-2014 στην Επιθεώρηση Εργασίας, στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης, χωρίς να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση. Ο δε απολυόμενος παρέλαβε αυθημερόν το έγγραφο της καταγγελίας, το οποίο φέρει μόνο υπογραφή του, χωρίς να σημειώνεται κάποια επιφύλαξη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του πρωτοτύπου εγγράφου που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η εκκαλούσα. Αντίγραφο του ίδιου εγγράφου προσκομίζει ο εφεσίβλητος με την σημείωση αυτολεξεί «ΜΕ ΕΠΙΦΙΛΑΞΗ ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΙΩ ΜΑ ΜΟΥ». Ανεξάρτητα όμως αν διατήρησε επιφύλαξη ή όχι ο εφεσίβλητος, η παραίτηση από την οφειλόμενη αποζημίωση ανεξάρτητα αν γίνεται πριν ή μετά την απόλυση είναι άκυρη (ΑΠ 1691/2012, ΑΠ 1191/1990 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Ούτε εξάλλου η παραλαβή του εγγράφου της καταγγελίας, χωρίς να σημειώνεται η διατήρηση οποιασδήποτε επιφύλαξης, μπορεί να θεωρηθεί ως παραίτηση από το δικαίωμα για επίκληση της ακυρότητας της καταγγελίας ή ως δήλωση εξόφλησης της υποχρέωσης για καταβολή αποζημίωσης. Ο εφεσίβλητος-ενάγων ενώπιον του Σώματος της Επιθεώρησης Εργασίας τόσο κατά την αρχική ημερομηνία συζήτησης στις 23-6-2014, όσο και στις 9-7-2014, οπότε τελικά συζητήθηκε η υπόθεση (χωρίς να επιλυθεί), ισχυρίστηκε ότι η εκκαλούσα- εναγόμενη προέβη στην επίδικη καταγγελία, η οποία είναι παράνομη και εκδικητική, διότι έλαβε χώρα πέντε ημέρες μετά την προσφυγή του και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του. Η εκκαλούσα- εναγόμενη, από την άλλη πλευρά, ισχυρίσθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της ότι την 21-5-2014 καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση στον ενάγοντα. Δεν προσκόμισε όμως ,ούτε εξάλλου αναφέρθηκε στην με αριθμό …../13-5-2014 απόδειξη πληρωμής, την οποία, όπως προεκτέθηκε, επικαλείται το πρώτον ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προσκομίζεται δε ενώπιον του δευτεροβάθμιου, και ισχυρίζεται με τον μοναδικό λόγο εφέσεως ότι αποτελεί την εξοφλητική απόδειξη καταβολής της αποζημίωσης. Η καταβολή του ποσού των 2.000 ευρώ στις 13-5-2014 αφορούσε οφειλές της εταιρίας προς τον εργαζόμενο, προγενέστερου χρονικού διαστήματος. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγόμενης, που δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον αντικρούονται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης κατά τα ανωτέρω. Από το σύνολο των προαναφερθέντων το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η επίδικη καταγγελία προκλήθηκε από λόγους εμπάθειας της εκκαλούσας- εναγόμενης προς το πρόσωπο του εφεσίβλητου -ενάγοντα και εκδίκησης αυτού, εξαιτίας της διεκδίκησης από τον τελευταίο των εργασιακών δικαιωμάτων, ήτοι της απόληψης δεδουλευμένων αποδοχών του. Επομένως, η καταγγελία, τα ταπεινά κίνητρα της οποίας, άλλωστε, επιβεβαιώνονται και από το ελάχιστο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της προσφυγής του εφεσίβλητου-ενάγοντος στην Επιθεώρηση Εργασίας και της απόφασης της εκκαλούσας-εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, είναι προφανώς αντίθετη προς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη όρια και αντίκειται στον κοινωνικό και στον οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος, αφού χρησιμοποιήθηκε ως μέσο τιμωρίας του εργαζόμενου ,για μια καθ’ όλα νόμιμη συμπεριφορά του, μη αρεστή όμως στην εργοδότρια, με σκοπό βλάβης του πρώτου, με συνέπεια να παρίσταται καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα θεμιτά όρια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος και συνακόλουθα ,άκυρη και ως τέτοια να μην επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης. Ως εκ τούτου η εκκαλούσα -εναγόμενη περιήλθε σε υπερημερία δανειστή, οπότε και οφείλει πλέον να καταβάλει τις αποδοχές στο μισθωτό της που απολύθηκε άκυρα. Κρίνοντας κατά τον προαναφερθέντα τρόπο το πρωτόδικο δικαστήριο, καθ’ ο μέρος αποφάνθηκε περί της ακυρότητας της επίδικης καταγγελίας, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, καθώς και λόγω καταχρηστικότητας και υποχρεώνοντας την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του μοναδικού λόγου της εφέσεως με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη για την κρίση της αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Σημειώνεται ότι η εκκαλούσα δεν παραπονέθηκε με λόγο έφεσης για την αποδοχή της αγωγής ως προς το κεφάλαιο των δεδουλευμένων αποδοχών. Ούτε παράπονο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εξαιτίας της οποίας οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό διατυπώνεται. Στο δικόγραφο της έφεσης αναφέρεται συγκεκριμένα: ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα προσκομισθέντα έγγραφα στοιχεία, ειδικότερα την προαναφερόμενη λογιστική απόδειξη πληρωμής της αποζημίωσης, καθώς και τις αναφερόμενες ένορκες καταθέσεις που αποδείκνυαν ότι εργαζόμενος απολύθηκε νομίμως. Στο εφετήριο, επιπλέον, παρατίθεται μέρος των ενόρκων βεβαιώσεων σχετικά με την συμπεριφορά του εργαζόμενου που οδήγησε στη λύση της συμβάσεως εργασίας και στο τέλος διηγηματικά αναφέρεται ότι τίποτε δεν του οφείλουμε, χωρίς να διαλαμβάνεται λόγος έφεσης που να περιέχει παράπονο για το κεφάλαιο της απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή ως προς το αίτημά καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών (μισθών, δώρων, επιδομάτων αδείας, αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας). Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το αίτημα της έφεσης να απορριφθεί η αγωγή, αφού το αίτημα αυτό δεν στηρίζεται και σε λόγο έφεσης που να αναφέρεται στο κεφάλαιο της επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη. Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η εκκαλούσα – εναγόμενη στη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου-ενάγοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 183, 191 παρ. 2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ουσιαστικά την έφεση.
ΕΠΙΒΑΛΕΙ την δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου-ενάγοντος του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας ,την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ, σε βάρος της εκκαλούσας – εναγόμενης.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 14 Σεπτεμβρίου 2018 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
