άδειες εργαζόμενουοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 113/2016

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων μισθών, δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με τα τυχόν απαιτούμενα πιστοποιητικά, όπως εν προκειμένω με άδεια εργασίας, καθώς η ύπαρξη των πιστοποιητικών αυτών δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής με την οποία αυτός αξιώνει οφειλόμενες αποδοχές, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί κατ’ ένσταση την έλλειψή τους και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης. Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής συμβάσεως παρέχει την εργασία του στον εργοδότη, δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές, αλλά έχει αξίωση, κατά τις διατάξεις 904 επ. ΑΚ, για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης. Ωστόσο, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου – όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού – τις αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών. Ο εργοδότης, ναι μεν δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί τον μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρεούται όμως να καταβάλει αποζημίωση, λόγω της απόλυσής του. Απορρίπτει ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως αόριστο. Ο ενάγων εξέδωσε μεταγενέστερα άδεια εργασίας, συνεπώς και εφόσον η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας αλλοδαπού λόγω έλλειψης αδείας εργασίας θεωρείται κατ’ άρθ. 183 ΑΚ ότι καθίσταται έγκυρη εξ υπαρχής, εάν εκδοθεί στην συνέχεια η απαιτούμενη άδεια και ο μισθωτός αυτός εξακολουθήσει να εργάζεται χωρίς εναντίωση του εργοδότη. Επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Επίδομα και αποζημίωση αδείας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 14.670,68 Ευρώ.

Αριθμός Απόφασης 113/2016

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Δριβελέγκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από τον Γραμματέα Δημήτρη Βαρθολομαίο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16.10.2015, για να δικάσει την υπόθεση:

Του ενάγοντα: …….… ……. του …….., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.

Του εναγομένου: …….. …….. του …….., κατοίκου …….. Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Πορφυρή.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 30.6.2014 και με αριθ. καταθ. ……../2014 αγωγή του, η οποία προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 4.2.2015 και κατόπιν αναβολής για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της παραπάνω αγωγής, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο για να εργαστεί για αυτόν ως τεχνίτης και ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο με την ιδιότητα αυτή, έναντι των νομίμων αποδοχών και με το συμφωνημένο ωράριο καθημερινά μέχρι την 1.1.2014, οπότε ο εναγόμενος, παρά τις αντιδράσεις του ενάγοντα, αναίτια και μονομερώς έθεσε τον ενάγοντα σε καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, ενέργεια που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντα, ο δε ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο με τους προηγούμενους όρους. Ότι από το έτος 2010 ουδέποτε ο εναγόμενος του κατέβαλε επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, ενώ δεν του κατέβαλε και τις προσαυξήσεις του Σαββάτου μολονότι τον απασχολούσε και τα Σάββατα. Ότι στις 4.4.2014 ο εναγόμενος κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση εργασίας, χωρίς, όμως, να καταβάλει στον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, επομένως η καταγγελία είναι άκυρη λόγω μη καταβολής αποζημίωσης και μη ασφάλισης του ενάγοντα, ενώ ο εναγόμενος αρνείται να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερθείσες προς αυτόν υπηρεσίες του ενάγοντα. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητεί, κυρίως μεν να αναγνωρισθεί ότι η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 34.932,55 ευρώ που αντιστοιχεί, στις διαφορές των μισθών του από την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας του για το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 4.4.2014, στα οφειλόμενα επιδόματα εορτών, αδείας και προσαυξήσεις του Σαββάτου και στους μισθούς υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας και της εντεύθεν υπερημερίας του εναγομένου για το χρονικό διάστημα από 4.4.2014 έως 4.2.2015, νομιμότοκα όπως στην αγωγή και να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα απειλούμενης σε βάρος του χρηματικής ποινής σε περίπτωση άρνησης απασχόλησής του, επικουρικά, δε, και για την περίπτωση που κριθεί ότι η επίδικη καταγγελία ήταν ισχυρή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωσή του απόλυσης καθώς και τα αναφερόμενα στην αγωγή επιδόματα και αποζημιώσεις αδείας που ισχυρίζεται ότι του οφείλει και να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας κατ’ άρθρο 678 του Α.Κ., απειλούμενης σε βάρος του χρηματικής ποινής σε περίπτωση άρνησης και να απειληθεί σε βάρος του προσωπική κράτηση ως μέσο για την εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί. Με το περιεχόμενο αυτό, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την Ειδική Διαδικασία των Εργατικών Διαφορών (άρθρο 16 παρ. 2 και άρθρα 664 ως 676 Κ.ΠολΔ.), εντός της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 1 Ν. 3198/1955 ως προς τις αξιώσεις από την άκυρη καταγγελία της επίδικης σχέσης εργασίας, όπως εισφέρεται από τον ενάγοντα, τυγχάνει, δε, επαρκώς ορισμένη, καθώς για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων μισθών, δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με τα τυχόν απαιτούμενα πιστοποιητικά, όπως εν προκειμένω με άδεια εργασίας, καθώς η ύπαρξη των πιστοποιητικών αυτών δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής με την οποία αυτός αξιώνει οφειλόμενες αποδοχές, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί κατ’ ένσταση την έλλειψή τους και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης (βλ. σχ. Α.Π. 939/2011 ΝοΒ 2012.127). Περαιτέρω, τυγχάνει και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 648 επ., 653, 655, 656, 669, 678 Α.Κ., άρθρα 3 και 7 εδ. α του Ν. 2112/1920, αρ. 5 Ν. 3198/1955, Ν. 1082/1980 και Υ.Α. 19040/1981, Ν. 539/1945, αρ. 8 Ν. 3846/2010, αρ. 70,176, 908 παρ. 1 περ. δ και 946 Κ.ΠολΔ., πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον προκύπτει ότι έχει καταβληθεί για αυτήν το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ. τα υπ’ αριθ. …….. και …….. αγωγόσημα).

Ο εναγόμενος αρνείται την αγωγή στο σύνολό της και ισχυρίζεται, με τις προτάσεις του και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως, κατ’ αρχήν ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας λύθηκε όχι στις 4.4.2014, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά την 1.1.2014, επομένως μέχρι τις 4.7.2014, οπότε επιδόθηκε σε αυτόν η υπό κρίση αγωγή, παρήλθε η τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 6 § 1 Ν. 3198/1955 ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντα από την άκυρη καταγγελία, ισχυρισμός νόμιμος ο οποίος πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 2910/2001, που αναφέρεται στους αλλοδαπούς οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο και ορίζει ότι “Επιτρέπεται η είσοδος αλλοδαπού στην Ελλάδα για απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε συγκεκριμένο εργοδότη και για συγκεκριμένο είδος απασχόλησης, αν του χορηγηθεί άδεια εργασίας από το νομάρχη”, η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού, που δεν είναι υπήκοος κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι κατ’ αρχήν απολύτως άκυρη, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ. Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής συμβάσεως παρέχει την εργασία του στον εργοδότη, δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές, αλλά έχει αξίωση, κατά τις διατάξεις 904 επ. ΑΚ, για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης. Ωστόσο, σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου – όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού – τις αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών και ο εργοδότης, ναι μεν δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρεούται όμως να καταβάλει αποζημίωση, λόγω της απόλυσής του, διότι και στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας δημιουργείται, λόγω της πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού, εργασιακή σχέση και απολαμβάνει αυτός την προστασία των εργατικών νόμων, που αναφέρονται στη “σχέση εργασίας” ιδιαίτερα, δε όταν αυτοί επιβάλλουν υποχρεώσεις πρόνοιας, φέροντες έτσι το χαρακτήρα κανόνων αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί αποζημίωσης διατάξεις, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού ή καταγγελίας της εργασιακής σχέσης. Η αποζημίωση αυτή, αποτιμώμενη, συνίσταται στο μισθό που θα κατέβαλλε ο εργοδότης δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας σε άλλο μισθωτό του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την ίδια εργασία υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής της συνθήκες, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις που θα δικαιούνταν αυτός, εάν συνήπτε έγκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπο του ιδιαιτέρων περιστάσεων και ειδικότερα λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δε θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του εργαζομένου που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως, η οποία όμως δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες ΣΣΕ και Δ.Α. Στην περίπτωση αυτή (της άκυρης σύμβασης εργασίας) δικαιούται ο εργαζόμενος αποζημίωσης απόλυσης, η οποία οφείλεται άμεσα από τον νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (βλ. Α.Π. 131/2015 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων, μολονότι τυγχάνει αλλοδαπός υπήκοος Αλβανίας, δεν διέθετε άδεια εργασίας, για τον λόγο αυτό η επίδικη σύμβαση εργασίας είναι άκυρη και γεννά υποχρεώσεις μόνο κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ισχυρισμός επίσης νόμιμος, ο οποίος πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, μόνο όμως ως προς τις αποδοχές υπερημερίας και την υποχρέωση του εναγόμενου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην παραπάνω νομική σκέψη. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ασκεί το ένδικο δικαίωμά του καταχρηστικά, επειδή μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ουδέποτε του ανέφερε ότι του όφειλε επιδόματα εορτών, αδείας και προσαυξήσεις εργασίας κατά τα Σάββατα, ισχυρισμός απορριπτέος ως αόριστος, καθώς ο εναγόμενος επαναλαμβάνει με αυτόν τους λόγους για τους οποίους αρνείται την αγωγή και δεν επικαλείται κανένα αυτοτελές γεγονός ή συμπεριφορά του ενάγοντα που να υπερβαίνει αντικειμενικά τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του ένδικου δικαιώματος, εξαιτίας της οποίας μπορεί να του δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει τα ένδικα δικαιώματά του, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή τους να τον αιφνιδιάζει και να του προκαλεί εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες, δικαιολογούμενης έτσι της προφανούς υπέρβασης των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, από τις υπ’ αριθ. ….., ….. και …../15.10.2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Κωνσταντίνου Δανιά, που λήφθηκαν κατόπιν νομότυπου κλητεύσεως του αντιδίκου, καθώς και την υπ’ αριθ. …../20.10.2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε κατόπιν νομότυπου κλητεύσεως του αντιδίκου και προσκομίζεται για την αντίκρουση ισχυρισμών του εναγόμενου που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση οπότε προσκομίζεται παραδεκτά από τον ενάγοντα μετά τη συζήτηση και εντός της προθεσμίας προσθήκης – αντίκρουσης (Α.Π. 543/2014 ΕφΑΔ 2014.415), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων, ανήλικος τότε, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, ο οποίος ασκεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας κουφωμάτων αλουμινίου και σιδηροκατασκευών, ως ανειδίκευτος βοηθός τεχνίτη το έτος 2006 και εργάστηκε ως άνω για τον εναγόμενο μέχρι το έτος 2010, οπότε έκτοτε και μέχρι και το έτος 2013 εργαζόταν για τον εναγόμενο πλέον ως ειδικευμένος τεχνίτης στην τοποθέτηση κουφωμάτων και σιδηροκατασκευών σε οικοδομές, με πενθήμερη απασχόληση εβδομαδιαίως, έναντι καθαρών αποδοχών 1.000 ευρώ μηνιαίως και μικτών 1.197,61 ευρώ, δεν αποδείχθηκε, όμως, ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί της εργασίας του για τον εναγόμενο και κατά τα Σάββατα. Κατά την πρόσληψή του ο ενάγων, αλβανικής υπηκοότητας, δεν διέθετε άδεια εργασίας χορηγηθείσα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρ. 19 του Ν. 2910/2001, ωστόσο, από τις από 4.2.2010, 2.10.2011, 18.4.2012 και 21.1.2013 άδειες διαμονής και εργασίας που επικαλείται και προσκομίζει, προκύπτει ότι ο ενάγων εξέδωσε μεταγενέστερα άδεια εργασίας, συνεπώς και εφόσον η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας αλλοδαπού λόγω έλλειψης αδείας εργασίας θεωρείται κατ’ άρθ. 183 ΑΚ ότι καθίσταται έγκυρη εξ υπαρχής, εάν εκδοθεί στην συνέχεια η απαιτούμενη άδεια και ο μισθωτός αυτός εξακολουθήσει να εργάζεται χωρίς εναντίωση του εργοδότη (Α.Π. 1113/2013 ΝΟΜΟΣ), η ένδικη σύμβαση εργασίας κατέστη εξ υπαρχής έγκυρη, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του εναγόμενου ως αβάσιμου κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, οι διάδικοι στις 16.09.2013 συμφώνησαν να συνάψουν και εγγράφως πλέον την επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τροποποιώντας αυτήν σε εργασία μερικής απασχόλησης, με τους όρους της οποίας ο ενάγων θα απασχολούνταν στον εναγόμενο επί 5 ημέρες την εβδομάδα, 5 ώρες την ημέρα και έναντι ημερομισθίου 17,12 ευρώ, όροι με τους οποίους συμφώνησε ο ενάγων, εφόσον προσκομίζεται η παραπάνω σύμβαση υπογεγραμμένη και από αυτόν, ουδαμόθεν δε αποδείχθηκε ότι ήταν εικονική ως προς το περιεχόμενό της, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Η ένδικη σύμβαση εργασίας εξακολούθησε μέχρι τέλη του έτους 2013, οπότε ο ενάγων σταμάτησε αυτοβούλως να προσέρχεται στην εργασία του, προφανώς λόγω της μη ικανοποίησής του από την, κατά τα ως άνω, τροποποίηση των όρων εργασίας του, καταγγέλοντας, έτσι, αυτός σιωπηρά την επίδικη σύμβαση εργασίας. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχηκαν από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγόμενου, τις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί πιο σαφείς και αξιόπιστες από αυτές των μαρτύρων του ενάγοντα, οι οποίοι είναι η μητέρα του και ένας παλαιός συνάδερφός του στην επίδικη εργασία, ο οποίος, όμως, αποχώρησε το έτος 2011, συνεπώς δεν μπορούσε να γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως τα διαλαμβανόμενα τα έτη 2013 και 2014. Συνεπεία των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος προέβη μονομερώς και αυθαίρετα σε τροποποίηση των όρων εργασίας, ή ότι ακύρως κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας με τον ενάγοντα με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντα, αλλά αποδείχθηκε η οικειοθελής αποχώρηση του ενάγοντα από την εργασία του, συνεπεία της οποίας δεν δικαιούται αυτός αποζημίωση απόλυσης. Αποδείχθηκε, όμως, ότι από το έτος 2010 μέχρι και το έτος 2013, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τα επιδόματα και την αποζημίωση αδείας που δικαιούτο για το ως άνω χρονικό διάστημα, τα οποία δικαιούται. Συνεπεία των ανωτέρω του οφείλει, για το έτος 2010, για επίδομα Πάσχα (1.197,61 ευρώ:2 X 1,04166) 623,75 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων (1.197,61 ευρώ X 1,04166) 1.247,50 ευρώ, για το έτος 2011, για επίδομα Πάσχα (1.197,61 ευρώ:2 X 1,04166) 623,75 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων (1.197,61 ευρώ X 1,04166) 1.247,50 ευρώ, για το έτος 2012, για επίδομα Πάσχα (1.197,61 ευρώ:2 X 1,04166) 623,75 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων (1.197,61 ευρώ X 1,04166) 1.247,50 ευρώ και για το έτος 2013, για επίδομα Πάσχα (1.197,61 ευρώ:2 X 1,04166) 623,75 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων (1.197,61 ευρώ X 1,04166) 1.247,50 ευρώ, για το έτος 2010 για αποδοχές αδείας το ποσό των 1.197,61 ευρώ, για επίδομα αδείας το ποσό των 598,81 ευρώ, για το έτος 2011 για αποδοχές αδείας το ποσό των 1.197,61 ευρώ, για επίδομα αδείας το ποσό των 598,81 ευρώ, για το έτος 2012 για αποδοχές αδείας το ποσό των 1.197,61 ευρώ, για επίδομα αδείας το ποσό των 598,81 ευρώ και για το έτος 2013 για αποδοχές αδείας το ποσό των 1.197,61 ευρώ, για επίδομα αδείας το ποσό των 598,81 ευρώ. Του οφείλει, συνεπώς, το συνολικό ποσό των 14.670,68 ευρώ και πρέπει να υποχρεωθεί να του το καταβάλει, νομιμότοκα από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρις εξοφλήσεως. Το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση της αποφάσεως μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Επιπλέον, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας από το οποίο να προκύπτει η ειδικότητά του και η καλή ποιότητα της εργασίας του, διότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξελίχθηκε σε εξειδικευμένο τεχνίτη κουφωμάτων και σιδηροκατασκευών και καθ’ όλο το διάστημα που εργάστηκε για τον εναγόμενο υπήρξε συνεπής και καλός στην εργασία του, απειλούμενης σε βάρος του χρηματικής ποινής 50 ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του συμμορφώσεως με την ως άνω υποχρέωση του. Τέλος, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους και ανάλογα με την έκταση αυτή (άρθρο 178 παρ. 1 Κ.ΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε στο σκεπτικό απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (14.670,68 ευρώ), νομιμότοκα από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου κονδυλίου και μέχρις εξοφλήσεως.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την ως άνω καταψηφιστική διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας από το οποίο να προκύπτει η ειδικότητα του ενάγοντα και η καλή ποιότητα της εργασίας του, με την απειλή χρηματικής ποινής πενήντα (50) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς του.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγομένου ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα, το οποίο ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παραβρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, στις 13-01-2016.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies