Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Σύμβαση εταιρίας. Έννοια και διακρίσεις. Περίπτωση αφανούς εταιρίας. Η σύμβαση της εταιρείας δεν αποκλείει και την παράλληλη σύναψη, μεταξύ ενός από τους εταίρους και του διαχειριστή της εταιρίας, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με την οποία ο πρώτος προσλαμβάνεται ως υπάλληλος για να προσφέρει, αντί μισθού, την εργασία του που δεν περιλαμβάνεται στην εταιρική εισφορά του. Εταιρία υπάρχει όταν συντρέχει πρόθεση εταιρικής συνεργασίας για επιδίωξη κοινού σκοπού με ανάληψη κοινών κινδύνων, ενώ – αντιθέτως – υφίσταται σύμβαση εργασίας όταν δεν επιδιώκεται κοινός σκοπός, αλλά κάθε μέρος προβαίνει στην παροχή του (εργασία και μισθό) αποβλέποντας στην αντιπαροχή του άλλου, η δε εργασία παρέχεται σύμφωνα με τις εντολές και με τον έλεγχο του εργοδότη. Η ενάγουσα ενόσω παρείχε τις υπηρεσίες της καθ’ υπέρβαση του οκταώρου κατά τις νυχτερινές ώρες ως αφανής εταίρος και προς κάλυψη της εισφοράς της, ουδεμία αξίωση έχει κατά τις εργατικού δικαίου διατάξεις για αμοιβή για την ανωτέρω αιτία. Έννοια διευθύνοντος υπαλλήλου. Το γεγονός ότι η ενάγουσα υπέγραφε στο βιβλίο νεοπροσλαμβανομένων που διατηρούσε η επιχείρηση ή, πολλές φορές, πλήρωνε το προσωπικό υπογράφοντας παράλληλα και στις σχετικές αποδείξεις πληρωμής, δεν προσδίδει σε αυτήν, άνευ ετέρου, την ιδιότητα του διευθυντικού υπαλλήλου της επιχείρησης. Απαγορεύεται ο υπό του εργοδότη (μονομερής) συμψηφισμός (ακριβέστερα: καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπέρτερων αποδοχών προς οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία τις Κυριακές και τις νύχτες, ενώ αντιθέτως δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη ειδικής συμφωνίας περί συμψηφισμού στις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές και κάθε τυχόν αξιώσεως από τις προσαυξήσεις αυτές. Τέτοια συμφωνία όμως δεν επιτρέπεται ως προς τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας. Επιδίκαση αμοιβής υπερεργασίας, αμοιβής και αποζημίωσης κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης, αμοιβής για απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις νύχτες. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 39.346,97 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης: 2458/2014
Αρ. καταθ. αγωγής: ……../ ……../2012
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Καλλιόπη – Αντιγόνη Αδάμ, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Κωνσταντίνα Τσιαχρή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …….. …….. του …….., κατοίκου Αθηνών, (οδός ………..), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: …….. συζ. …….. …….., κατοίκου …….. Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου Δικηγόρου Απόστολου Φέστα.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 30.10.2012 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2012 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../2012 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 05.12.2012, κατόπιν δε νομίμων αναβολών για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. Α.Κ. 6 του Ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος που παρέχει την εργασία του με μισθό – ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει τον χαρακτήρα της ως άνω συμβάσεως – υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει στον τελευταίο δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της παρεχόμενης εργασίας. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 541/2010, σε ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, κατά το άρθρο 741 ΑΚ, με τη σύμβαση εταιρίας δύο ή περισσότεροι έχουν αμοιβαίως υποχρέωση να επιδιώκουν με κοινές εισφορές κοινό σκοπό ιδίως οικονομικό. Η εισφορά των εταίρων μπορεί να συνίσταται στην εργασία τους (άρθρο 742 ΑΚ), η οποία όταν είναι η μοναδική εισφορά τους μπορεί να συνδυασθεί με συμφωνία μη συμμετοχής στις ζημίες (άρθρο 764 παρ. 2 ΑΚ), ενώ η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ανήκει – αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά – σε όλους μαζί τους εταίρους (άρθρο 748 ΑΚ), γι’ αυτήν δε μπορεί να συμφωνηθεί αμοιβή (άρθρο 754 παρ. 2 ΑΚ). Η σύμβαση της εταιρείας δεν αποκλείει και την παράλληλη σύναψη, μεταξύ ενός από τους εταίρους και του διαχειριστή της εταιρείας, συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, με την οποία ο πρώτος προσλαμβάνεται ως υπάλληλος για να προσφέρει, αντί μισθού, την εργασία του που δεν περιλαμβάνεται στην εταιρική εισφορά του (ΑΠ 1147/2004, ΕλλΔ/νη 2005.1380). Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι εταιρία υπάρχει όταν συντρέχει πρόθεση εταιρικής συνεργασίας για επιδίωξη κοινού σκοπού με ανάληψη κοινών κινδύνων, ενώ – αντιθέτως – υφίσταται σύμβαση εργασίας όταν δεν επιδιώκεται κοινός σκοπός, αλλά κάθε μέρος προβαίνει στην παροχή του (εργασία και μισθό) αποβλέποντας στην αντιπαροχή του άλλου, η δε εργασία παρέχεται σύμφωνα με τις εντολές και με τον έλεγχο του εργοδότη (ΑΠ 44/1997, ΕλλΔ/νη 1997 .1570). Τέλος, αφανής ή μετοχική εταιρεία είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική επωνυμία και περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στην κατανομή των κερδοζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι, χωρίς να εκπροσωπεί τον αφανή εταίρο. Ο σχηματισμός της εταιρίας, η αναλογία κάθε εταίρου στα κέρδη και στις ζημίες και οι υπόλοιπες συνθήκες λειτουργίας της εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, με την έννοια ότι, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα άρθρα, οι συνθήκες ίδρυσης και λειτουργίας ρυθμίζονται, κύρια, από τις μεταξύ των μετόχων συμφωνίες (ΕφΘ 1877/2003, σε ΤΝΠ Νόμος), ενώ σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιων συμφωνιών εφαρμόζονται συμπληρωματικά, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Εμπ.Ν., οι διατάξεις περί εταιριών του Αστικού Κώδικα (741 επ. ΑΚ) (ΑΠ 535/2011, σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 860/2002 ΕλλΔ/νη 2003.1325), οι οποίες αφορούν εταιρίες που δεν έχουν, όπως οι συμμετοχικές, νομική προσωπικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρίας ως εσωτερικής εταιρίας που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνεια της (ΑΠ 860/2002 ό.π.).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία, ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα σε αυτήν ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί, που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ (ΥΑ 11770/20.3.1984. ΦΕΚ Β’ 181 – ΔΕΝ 1984 σελ. 155), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε, από 1.1.1984, σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι, για τον υπολογισμό της υπερωριακής απασχόλησης, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή απασχόληση, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (ή πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως, για όσους απασχολούνται με εργασία έξι ημερών την εβδομάδα), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 «Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις», από 1.4.2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα, καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε ωρών την εβδομάδα (παρ. 1), σε τέτοιες επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού με αντίστοιχη υποχρέωση του τελευταίου, για παροχή εργασίας για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η, 43η ώρα) την εβδομάδα η οποία ορίζεται ως ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση (παρ. 2), η απασχόληση του μισθωτού, πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα, θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης (παρ. 3), οι μισθωτοί, που απασχολούνται υπερωριακά, δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, για την πέραν δε των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976 (παρ. 4), τέλος, ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας. Η έκφραση, όμως, του ως άνω νόμου ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας. Έτσι, υπερωρία εξακολουθεί να αποτελεί και η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου εργασίας της ημέρας, το οποίο και μετά την 1.4.2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρύθμισης, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο (ή το 9ωρο επί πενθημέρου) (βλ. Α. Χαλαμάνη, Η υπερωριακή απασχόληση των μισθωτών, ΔΕΝ 2001.41, X. Πετίνη, ΔΕΝ 2002. 508). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005, που ισχύει από 1/10/2005 τροποποιήθηκε το ως άνω άρθρο του ν. 2874/2000, επανορίσθηκε ότι οι πρώτες πέντε ώρες μετά τη συμπλήρωση του συμβατικού ωραρίου των 40 ωρών (οκτώ ώρες για όσους ισχύει σύστημα εργασίας έξι εργάσιμων ημερών την εβδομάδα και εννέα ώρες για όσους ισχύει πενθήμερο) αποτελούν υπερεργασία, η οποία αμείβεται με προσαύξηση 25% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, ότι οι πέραν των 45 ωρών (ή 48 ωρών αντίστοιχα) απασχόληση, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, αποτελεί κατ’ εξαίρεση υπερωρία, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% και ότι διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 74 παρ. 10 του ν.3863/2010 (ΦΕΚ Α’ 115/15-07-2010): «Οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3385/ 2005 (ΦΕΚ 210 A’) αντικαθίστανται ως εξής: 1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα), 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%) και 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)».
Εν προκειμένω η ενάγουσα, με την κρινόμενη αγωγή της, ιστορεί ότι, δυνάμει του από 01.05.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, συστήθηκε μεταξύ αυτής, της εναγομένης και του συζύγου της, αφανής εταιρία, αόριστης διάρκειας, με σκοπό την εκμετάλλευση εστιατορίου που λειτουργούσε ήδη κατά το χρόνο εκείνο, ιδιοκτησίας της εναγομένης. Ότι στην εταιρία αυτή η ίδια συμμετείχε ως αφανής εταίρος, με ποσοστό 15%, ενώ ως εμφανής εταίρος, με ποσοστό συμμετοχής 15% και διαχειρίστρια της εταιρίας ορίστηκε η εναγομένη. Ότι της σύστασης της ανωτέρω εταιρίας προηγήθηκε άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της εναγομένης και της ίδιας, προκειμένου αυτή να παρέχει τις υπηρεσίες της στο ως άνω εστιατόριο, ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της μαγείρισσας Γ’, με πενθήμερο σύστημα εργασίας και κατά πλήρες ωράριο, για την κάλυψη της πρωινής βάρδιας (από 10.00 έως 18.00), αντί μηνιαίου μισθού ύψους, κατά το χρόνο πρόσληψης, 791,75€ και μετά από σταδιακή αναπροσαρμογή, 1.005,17€. Ότι τα καθήκοντά της συνίσταντο την προετοιμασία και παρασκευή του φαγητού που διετίθετο από το εστιατόριο, υπό τις οδηγίες και εντολές της εναγομένης, η οποία είχε τη γενική εποπτεία της λειτουργίας της επιχείρησης. Ότι, επιπλέον της ως άνω εξαρτημένης εργασίας της, συμφωνήθηκε να παρέχει, προς κάλυψη της εταιρικής της εισφοράς, η αξία της οποίας υπολογίστηκε σε 17.500,00€, επιπλέον προσωπική εργασία, 40 ωρών εβδομαδιαίως, με τα ίδια ως άνω καθήκοντα, η οποία αποτιμήθηκε στο ποσό των 1.200,00€ μηνιαίως. Ότι περαιτέρω συμφωνήθηκε, μετά την κάλυψη της εταιρικής της εισφοράς, ήτοι από 18.07.2008 να συνεχίσει να εργάζεται βάσει της ίδιας ως άνω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Ότι η εναγομένη, παρά τη μεταξύ τους ρητή συμφωνία, επέβαλε σε αυτήν να εργάζεται και κατά τα Σάββατα, από τις 10.00 έως τις 02.00 και τις Κυριακές, επί οκτάωρο (18.00 – 02.00), χωρίς να της καταβάλει καμία πρόσθετη αμοιβή και αποζημίωση, ενώ, μετά την 17.07.2008, οπότε καλύφθηκε η εισφορά της, συνέχισε να την απασχολεί κατά τις εργάσιμες ημέρες, επί δέκα έξι ώρες ημερησίως, χωρίς να της καταβάλει καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση. Ότι στις 28.02.2010 και λόγω των προστριβών που είχαν δημιουργηθεί από τη μη τήρηση της μεταξύ τους συμφωνίας, σχετικά με το ωράριο εργασίας της ίδιας, η εναγομένη κατήγγειλε την εργασιακή της σύμβαση, ακολούθως δε, στις 13.05.2011, την επαναπροσέλαβε, με τους ίδιους όρους και στην ίδια θέση εργασίας, με την υπόσχεση εξόφλησης των απαιτήσεών της, προκειμένου να συνετίσει και η λειτουργία της εταιρίας. Ωστόσο, η εναγομένη εξακολούθησε να απασχολεί αυτήν με το ίδιο ωράριο, χωρίς την καταβολή των προβλεπόμενων αμοιβών και αποζημιώσεων και τελικά, στις 08.03.2012, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, παράλληλα δε κατήγγειλε, ατύπως, και τη σύμβαση εταιρείας. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού της αγωγής της με την τροπή μέρους των αιτημάτων της από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης και επαναλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις του (άρθ. 223 , 295§1 Κ.Πολ.Δ.), ζητεί, κύρια με βάση τη σύμβαση εργασίας και τις νομικές διατάξεις που τη διέπουν και επικουρικά κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις : Α. να αναγνωριστεί ότι από 01.05.2007 συνδέθηκε με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία διήρκησε μέχρι τις 28.02.2010 και ότι στις 13.05.2011 επανασυνδέθηκε με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που λύθηκε στις 08.03.2012, Β. να υποχρεωθεί η εναγομένη, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση και υπό την απειλή προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός (1) έτους, να της καταβάλει, ως αμοιβή για την υπερεργασία της τη χρονική περίοδο από 18.07.2008 έως 08.03.2012, όπως αυτή αναλυτικά εκτίθεται, κατά τα επιμέρους διαλαμβανόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, το συνολικό ποσό των 4.155,77€ και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση, για την ίδια ως άνω χρονική περίοδο, υπό τις ειδικότερες αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, το συνολικό ποσό των 45.556,91€, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός που οφείλονται, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και Γ. να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη της οφείλει, για την απασχόληση της, από 01.05.2007 έως 08.03.2012, κατά τα Σάββατα, και για την πέραν του οκταώρου εργασία της κατά την ημέρα αυτή, το συνολικό ποσό των 19.458.93€, για την απασχόλησή της κατά τις Κυριακές, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, την προβλεπόμενη νόμιμη προσαύξηση και αποζημίωση, ύψους, συνολικά, 3.259,04€ και ως προσαύξηση για τη νυχτερινή της εργασία, ήτοι για την απασχόλησή της από τις 22.00 έως τις 02.00, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των 5.398,98€, όλα δε τα ανωτέρω από το τέλος εκάστου μηνός που οφείλονται, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως και την εξόφληση. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο έχει δικαιοδοσία και είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 3§1, 14 § 2, 16 αρ. 2, 22, 33, 664 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 Κ.Πολ.Δ.), πλην αφενός του υπό στοιχείο Α’ αιτήματος, περί αναγνώρισης της ύπαρξης της ένδικης έννομης σχέσης εργασίας, που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως αόριστο, δεδομένου ότι στην αγωγή ουδόλως εκτίθενται στοιχεία θεμελιωτικά του εννόμου συμφέροντος, κατ’ άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., προς υποβολή του, όπως αμφισβήτηση της έννομης αυτής σχέσης από την πλευρά της εναγομένης ή άλλα περιστατικά από τα οποία να δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη της ως άνω έννομης σχέσης (Βλ. ΑΠ 541/2003, ΑΠ 1391/1991, σε ΤΝΠ Νόμος, Νίκα σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμ. Κ.Πολ.Δ., 2000, υπό άρθρο 70, αρ.ΙΙΙ 6) και να προκαλείται αμέσως ή εμμέσως κίνδυνος για τα συμφέροντα της ενάγουσας (ΑΠ 260/2008, 475/1991), ο οποίος δεν μπορεί να αποτραπεί παρά μόνο μέσω της -αναγνωριστικής- απόφασης και αφετέρου της επικουρικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι στην αγωγή δεν γίνεται επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, ώστε να θεμελιώνεται η σχετική αξίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904επ. ΑΚ, ενόψει και της απόλυτης ουσιαστικής επικουρικότητας των σχετικών διατάξεων (βλ. Ολ.Α.Π. 23/2003 ΝοΒ 2004. 1.179, Ολ. Α.Π. 22/2003 ΕλλΔ/νη 2003. 1.261, ΑΠ 456/2010, ΕφΛαμ 42/2013, σε ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή η αγωγή είναι νόμιμη, εφαρμοζομένου του ελληνικού δικαίου (άρθρ. 25 ΑΚ) στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, καθώς και σε αυτές των άρθρων 648, 653, 659, 904επ. ΑΚ (για την εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος, δεδομένου και ότι το άρθρο 8 του Ν. 3846/2010 δεν εφαρμόζεται στους εργαζομένους σε επισιτιστικές επιχειρήσεις), 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τις Κυριακές και εορτές», όπως ερμηνεύτηκε με την υπ’ αριθμ. 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 του ν.δ. 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη των άρθρων 4 παρ. 1 και παρ. 2, 5, 10 παρ. 1 και 7 παρ. 1 περ. θ β.δ. 748/1966 (προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και εορτές), 18310/1946 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύθηκε από την 25825/1951 όμοια Κ.Υ.Α., 340, 345 και 346 ΑΚ, 68, 70, 176, 191 αρ.2, 907, 908 και 910 αρ.4 του Κ.Πολ.Δ., πλην : α) του αιτήματος περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα την προσαύξηση της νυχτερινής εργασίας, κατά το μέρος που αυτό αφορά στο χρονικό διάστημα από 01.05.2007 έως και 17.07.2008, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, κατά το διάστημα αυτό η ενάγουσα απασχολείτο δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας κατά την πρωινή βάρδια του εστιατορίου (ώρες 10.00 – 18.00), ενώ, κατά τις νυχτερινές ώρες, παρείχε τις υπηρεσίες της, σύμφωνα με τους ίδιους ισχυρισμούς, ως εταίρος της από 01.05.2007 συσταθείσης αφανούς εταιρίας, προς κάλυψη της εισφοράς της και ως εκ τούτου ουδεμία αξίωση έχει κατά τις εργατικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα ως προς την προβλεπόμενη από την 18310/1946 Κ.Υ.Α. (όπως συμπλ. και ερμην. από 25825/1951 Κ.Υ.Α.) προσαύξηση της νυχτερινής εργασίας και β) του παρεπομένου αιτήματος περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος της εναγομένης, καθόσον μόνη η παράλειψη του εργοδότη να καταβάλει οφειλόμενες νόμιμες αποδοχές, δε συνεπάγεται απώλεια τούτων, ώστε να προκαλείται στον εργαζόμενο ισόποση με τις αποδοχές του ζημία, η οποία να έχει ως αίτιο το κατά το άρθρο μόνο του α.ν. 690/1945, (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995), αδίκημα (ΑΠ 1436/2002 Ελλ Δ/νη 45.757, ΕφΙωαν 231/2006 Αρμ 2007.79, ΕφΑθ 5486/2000 Ελλ Δ/νη 42.788), τα οποία ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμα. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι, για το καταψηφιστικό αντικείμενό της, κατά το ποσό που αυτό υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (ήτοι το ποσό των 20.000 ευρώ, βλ. άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997, σε συνδυασμό με Υ.Α. 125804/30-7-2003 Δικ/νης ΦΕΚ 1-8-2003 Β’, σε ΔΕΝ 2003.1279 και άρθ. 7 παρ.3 ν.δ. 1544/1942 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 21 παρ.1 ν. 4055/2012), η ενάγουσα προσκομίζει και επικαλείται τα υπ’ αριθ. ………., ………. Σειράς Α’ έντυπα δικαστικού ενσήμου, με τα επικολληθέντα επ’ αυτών ένσημα υπέρ του Τ.Ν. και Ε.Τ.Α.Α.- Τ.Π.Δ.Α..
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. Α’ της Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον περί καθορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, που κυρώθηκε με το νόμο 2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά την εν λόγω σύμβαση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα τα οποία, επειδή διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα, ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, έτσι ώστε ότι μόνον να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, επωμίζονται ακόμη και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για το συμφέρον των εργαζομένων, διαθέτουν πρωτοβουλία και λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις για την επίτευξη του σκοπού στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης, αμειβόμενοι συνήθως με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές. Δεν είναι δε αναγκαίο να συντρέχουν όλες αυτές ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηριστεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος. Γι’ αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που αφορούν τα χρονικά όρια εργασίας, την εβδομαδιαία ανάπαυση, τη λήψη αδειών αναψυχής και την αποζημίωση ή προσαύξηση για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες εορτές ή κατά τη νύχτα ή εκτός έδρας, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβαση τους. Η έννοια δε της διευθυντικής θέσης, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή ότι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς υπαλλήλους (βλ. ΑΠ 1030/2005 ΔΕΝ 2005. 1334, ΑΠ 1511/2004 Νόμος, ΑΠ 973/2002 Νόμος, ΑΠ 70/2002 ΕΕργΔ 2003.938, ΑΠ 29/98 ΕΕργΔ 58.132, ΕφΘεσ 495/2004 Αρμ 2004.733, ΕφΛαρ 27/2004 Δικογραφία 2004.293, ΕφΑθ 361/2003 ΕΕργΔ 2003.1314, Ιω. Ληξουριώτης, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, έκδ. 2005, σελ. 1999).
ΙΙ. Οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της υπ’ αριθμ. 25825/1951 αποφάσεως των υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 και με την οποία ερμηνεύτηκαν αυθεντικώς η απόφαση υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 «περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας «και η απόφαση υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 18310/1946» περί διευκρινίσεως των δικαιουμένων οικονομικών ενισχύσεων διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων», οι οποίες προβλέπουν τις προσαυξήσεις των αποδοχών των μισθωτών που εργάζονται κατά τις Κυριακές και τις νύκτες, ορίζουν ότι οι προσαυξήσεις αυτές δεν συμψηφίζονται προς τυχόν καταβαλλόμενες, ανώτερες των ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων, αποδοχές. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνο ο υπό του εργοδότη (μονομερής) συμψηφισμός (ακριβέστερα: καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπέρτερων αποδοχών προς οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία τις Κυριακές και τις νύχτες, ενώ αντιθέτως δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη ειδικής συμφωνίας περί συμψηφισμού στις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές και κάθε τυχόν αξιώσεως από τις προσαυξήσεις αυτές. Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 3,174,664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός λαμβάνει αυτά που έχουν οριστεί από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις και ελάχιστα νόμιμα όρια αποδοχών μετά των προβλεπόμενων προσαυξήσεων, δηλαδή είναι έγκυρη μόνο για το πέραν των ελαχίστων νομίμων αποδοχών μέρος, το αυτό δε ισχύει για τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, την πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας και την αποζημίωση λόγω απασχολήσεως την Κυριακή και στερήσεως της εβδομαδιαίας αναπαύσεως (ΑΠ 220/2007 ΧρΙΔ 2007656, ΑΠ 1129/2007 Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 1321/2006 ΕλλΔνη 48.806, ΑΠ 1373/2003 ΕλλΔνη 46.773, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.16, ΑΠ 930/1990 ΔΕΝ 1991.692, ΑΠ 825/1984 ΔΕΝ 1985.375, ΕφΑθ 9298/2003 ΕλλΔνη 45.1481, ΕφΑθ 3548/2003 ΕλλΔνη 44.16555, ΕφΑθ 2708/1998 ΕλλΔνη 39.907, ΕφΑθ 60/1991 ΕλλΔνη 34.146, ΕφΑθ 11230/1990 ΕλλΔνη 34.146 ΕφΘεσ 2032/1989 ΔΕΝ 1990.25). Αντιθέτως, τοιαύτη συμφωνία περί καταλογισμού δεν επιτρέπεται: α) ως προς τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, διότι κατά το σκοπό του νομοθέτη οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας πρέπει να προκαταβάλλονται στο μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας, ώστε να πραγματοποιείται κατ’ αυτόν τον τρόπο ο κοινωνικός σκοπός των σχετικών διατάξεων, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της οικονομικής δυνατότητας του δικαιούχου να απολαύσει τις διακοπές του (ΑΠ 1129/2007 ΔΕΝ 63.897, ΑΠ 1321/2006 ό.π., ΕφΘεσ 1967/2007 δημοσίευση Νόμος, ΕφΑθ 1064/2006 ΕλλΔνη 48.287, ΕφΑθ 9892/2003 ό.π. ΕφΑθ 60/1991 ό.π. ΕφΘεσ 2032/1989 ό.π., ΕφΑθ 580/1985 ΔΕΝ 1985.1008) και β) κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959 ως προς τις αμοιβές για νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή απασχόληση (ΑΠ 220/2007 ό.π. :ΑΠ. 1321/2006 ό.π., ΑΠ 1269/2005 ΝοΒ 54.212, ΕφΑθ 9892/2003 ό.π).
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ’ απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. (Ολ.ΑΠ 62/1990, Ολ.ΑΠ 56/1990, ΑΠ 1103/2013, 379/2006, 1236/2004, δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Η εναγομένη, με δήλωσή της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και περιλαμβάνεται και στις προτάσεις της και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου των προτάσεών της, αρνείται κατ’ αρχήν την αγωγή, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της, ως μαγείρισσα, στο εστιατόριο ιδιοκτησίας της (της εναγομένης), με την ιδιότητά της ως αφανούς εταίρου, παρέχοντας τις οφειλόμενες προσωπικές υπηρεσίες προς ευόδωση του εταιρικού σκοπού και αμειβόμενη γι’ αυτές, από την 18.07.2008 και έπειτα, ήτοι αφού κάλυψε την εισφορά της στην εταιρία με την παροχή προσωπικής εργασίας, με το ποσό των 1.709,00€ (μικτές αποδοχές) και 1.200,00€ (καθαρές αποδοχές) μηνιαίως, ενώ η τυχόν παροχή από αυτήν πρόσθετης χρονικά εργασίας, δεν συνιστά υπερεργασία, υπερωρία κλπ, κατά την έννοια των διατάξεων του εργατικού δικαίου, σύμφωνα και με ρητή πρόβλεψη στο εταιρικό συμφωνητικό, αλλά εντάσσεται στα πλαίσια των προσωπικών υπηρεσιών που όλοι οι εταίροι ανέλαβαν να προσφέρουν για την επίτευξη του οικονομικού σκοπού της εταιρίας και ως εκ τούτου δεν δημιουργεί αντίστοιχες έννομες αξιώσεις της ενάγουσας. Επικουρικά δε η εναγομένη θεμελιώνει την ανυπαρξία των ως άνω αξιώσεων στο γεγονός ότι η ενάγουσα είχε τη θέση «διευθύνοντος υπαλλήλου» στην εν λόγω επιχείρηση, έχοντας καταλάβει θέση εποπτείας, διεύθυνσης και εμπιστοσύνης ταυτιζόμενη ουσιαστικά με το πρόσωπο του εργοδότη. Επίσης επικουρικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι μεταξύ των εταίρων είτε συμφωνηθεί, όπως οι ως άνω καταβαλλόμενες στην ενάγουσα μηνιαίες αποδοχές, κατά το μέρος που υπερέβαιναν τις νόμιμες που προβλέπονταν για την ειδικότητά της, ήτοι αυτή του «μάγειρα Γ», θα κάλυπταν τυχόν αξιώσεις της από πρόσθετη χρονικά εργασία της και συνεπώς το ποσό των (1.200,00 – 719,00=) 481,00€, το οποίο καταβαλλόταν πλέον των νομίμων αποδοχών έχει συμψηφιστεί προς τις ένδικες αξιώσεις της. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά νόμιμη, κατ’ άρθρο 416 ΑΚ, ένσταση εξόφλησης, πλην όμως κατά το μέρος που αντιτάσσεται στις αξιώσεις της ενάγουσας που πηγάζουν από την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη (υπό στοιχείο II), τέτοια συμφωνία συμψηφισμού (καταλογισμού) δεν είναι επιτρεπτή ως προς την αξίωση αποζημίωσης για την παραπάνω αιτία. Επίσης η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, καθώς η ενάγουσα απασχολήθηκε σε εταιρικής μορφής επιχείρηση και ότι σε ατομική επιχείρηση της ιδίας. Ο ισχυρισμός αυτός άπτεται της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και δεν αφορά στην εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, δεδομένου ότι με την κρινόμενη αγωγή η εναγομένη παραδεκτώς ενάγεται, υπό την ιδιότητά της ως εργοδότριας της ενάγουσας, η οποία θεμελιώνεται στα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτήν (αγωγή) πραγματικά περιστατικά και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, όλως αορίστως η εναγομένη υποστηρίζει ότι η κρινόμενη αγωγή ασκείται καταχρηστικά, χωρίς να κάνει μνεία των προϋποθέσεων που αξιώνει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. όπως αυτές εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη (υπό στοιχείο III), ώστε η άσκηση των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας να καθίσταται καταχρηστική, υπό την έννοια ότι έχει επαχθείς για την εναγομένη συνέπειες, δεν δικαιολογείται επαρκώς και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, περί συμψηφισμού των ένδικων αξιώσεων στην απαίτηση που διατηρεί η ίδια έναντι της ενάγουσας για τη συμμετοχή της τελευταίας, κατά το προβλεπόμενο ποσοστό της, στις ζημίες που εμφάνιζε η μεταξύ τους εταιρία, απαραδέκτως προβάλλεται, αφού δεν έγινε σχετική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση και, συνεπώς, δεν δύναται να ερευνηθεί περαιτέρω από απόψεως παραδεκτού και βασιμότητάς του.
Από την εκτίμηση του περιεχομένου των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων ………. ………. και ………. ………., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία λαμβάνονται υπόψην είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως η υπ’ αριθ. ………./28.03.2013 ένορκη βεβαίωση του ………. ………., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσής Φέστα, η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης -ποινικής- δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων και κρίνεται ότι δεν δόθηκε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη (Βλ. σχετ. ΑΠ 218/2007, σε ΤΝΠ Νόμος), από τις με αριθμούς ………., ………. και ………./29.11.2012 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθ. ………./01.11.2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη) και τις με αριθμούς ………., ………. και ………./30.05.2013 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον του ίδιου ως άνω Ειρηνοδίκη, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. την υπ’ αριθ. ………./27.05.2013 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σωτηρίας Μπακρατσή) και μη λαμβανομένης υπόψην της υπ’ αριθ. ………./30.05.2013, ένορκης βεβαίωσης -ούτε ως μη πληρούντος τους όρους του νόμου αποδεικτικού μέσου, ως τέταρτης, κατά σειρά επίκλησης προσκομιζόμενης ένορκης βεβαίωσης- καθώς δεν γίνεται νόμιμη επίκληση αυτής με τις προτάσεις της εναγομένης, ήτοι σαφής προσδιορισμός των στοιχείων της, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά της, αφού ελλείπει η αναγραφή ολόκληρου του αριθμού αυτής και συγκεκριμένα αναγράφονται μόνο τα δύο πρώτα ψηφία του, ενώ γίνεται νόμιμη επίκληση των λοιπών ενόρκων βεβαιώσεων, με αναφορά του αριθμού και των λοιπών στοιχείων τους, ήτοι του οργάνου ενώπιον του οποίου έγιναν και της εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου (βλ. σχετ. ΑΠ 1263/2010, σε ΤΝΠ Νόμος), από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές ειδικώς και περιοριστικώς μνημονεύονται κατωτέρω, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: την 01.05.2007 συστήθηκε μεταξύ της ενάγουσας, της εναγομένης και του συζύγου αυτής, ………. ………., αφανής εταιρία, με αντικείμενο της εκμετάλλευση καταστήματος εστιατορίου, το οποίο λειτουργούσε ήδη στην Αθήνα, επί της οδού ………., αρ. …, στην ………., στο όνομα της εναγομένης, στο οποίο είτε εκδοθεί και η σχετική άδεια λειτουργίας του. Η επιχείρηση, ως ήδη λειτουργούσα, διέθετε πλήρη εξοπλισμό σε μηχανήματα και εγκαταστάσεις, η συνολική αξία των οποίων εκτιμήθηκε από τους ως άνω συμβαλλόμενους στο συνολικό ποσό των 70.000.00€, το οποίο αναγνωρίστηκε ότι έχει καλυφθεί εξ ολοκλήρου από την εναγομένη και το σύζυγό της. Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η επιχείρηση θα συνέχιζε να λειτουργεί στο όνομα της εναγομένης, η οποία θα ενεργούσε ως εμφανής εταίρος και διαχειρίστρια της εταιρίας, με ποσοστό συμμετοχής σε αυτήν 15%, ενώ ο ………. ………. και η ενάγουσα συμφωνήθηκε να συμμετάσχουν σε αυτήν, ως αφανείς εταίροι, με ποσοστό 60% ο πρώτος και 25% η δεύτερη. Περαιτέρω, με το ανωτέρω συμφωνητικό (άρθρο 3), προβλέφθηκε ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται στην παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην εταιρία και συγκεκριμένα ότι θα προσφέρουν υπηρεσίες η μεν εναγομένη σχετικές με την κάλυψη των λογιστικών, ασφαλιστικών και πάσης φύσεως διοικητικών αναγκών της, ενόψει και της επαγγελματικής της ιδιότητας ως λογίστριας, ο σύζυγός της σχετικές με την αγορά πρώτων υλών, προμηθειών, και διεκπεραίωσης πάσης φύσεως συναλλαγών με τρίτους, καθώς και με την παρουσία του στην επιχείρηση για την επίλυση οποιουδήποτε προβλήματος αυτής, η δε ενάγουσα σχετικές με τη λειτουργία της επιχείρησης, με κύρια απασχόλησή της στην κουζίνα. Συμφωνήθηκε δε σαφώς και ρητώς (στο ίδιο ως άνω άρθρο του συμφωνητικού) ότι η προσφορά των ανωτέρω υπηρεσιών της ενάγουσας θα έχει τη μορφή παροχής εξαρτημένης εργασίας, με ασφαλιστική κάλυψη από το ΙΚΑ, επί οκταώρου βάσεως ημερησίως. Πέραν δε της εργασίας που θα παρείχε η ενάγουσα δυνάμει της ως άνω συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, συνομολογήθηκε πρόσθετη υποχρέωσή της για επιπλέον προσωπική εργασία, προκειμένου να καλύψει την αξία της εισφοράς της στην εταιρία, η οποία ανερχόταν στο ποσό των (70.000,00€ X 25%=) 17.500,00€. Η πρόσθετη αυτή εργασία της, πέραν δηλαδή του συμβατικού ωραρίου, στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα (προετοιμασία και παρασκευή του φαγητού που διετίθετο από το εστιατόριο), αποτιμήθηκε στο ποσό των 1.200,00€ μηνιαίως, την οποία θα προσέφερε, κατά τα ανωτέρω, μέχρι την κάλυψη της εταιρικής της εισφοράς και συγκεκριμένα έως τις 17.07.2008, χωρίς, κατά ρητή πρόβλεψη, να διατηρεί γι’ αυτήν αξίωση έναντι της εναγομένης, για οποιοδήποτε λόγο και αιτία, ήτοι για αμοιβή της, για υπολογισμό της σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις, για αμοιβή της ως υπερεργασία, υπερωρία, για επιδόματα εορτών αδείας, επιδόματος αδείας, για Κυριακές, αργίες κλπ. Παράλληλα δε προβλέφθηκε (άρθρο 5) ότι τυχόν εκ μέρους της ενάγουσας παροχή πρόσθετης εργασίας μετά την 17.07.2008, ήτοι μετά την κάλυψη της εταιρικής εισφοράς της, δεν θα θεμελιώνει αντίστοιχη αξίωσή της, για το λόγο ότι αυτή θα συμμετέχει πλέον στην επιχείρηση ως πρόσωπο διοίκησης και διεύθυνσης αυτής. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κάλυψε προσηκόντως την εισφορά της στην εταιρία, γεγονός που συνομολογείται και από την πλευρά της εναγομένης, παρέχοντας πρόσθετη χρονικά εργασία, πέραν του οκταώρου ημερησίως, για την οποία, ωστόσο, ουδεμία αξίωση, με βάση τις διατάξεις του εργατικού δικαίου, έχει, καθώς η πρόσθετη αυτή παροχή των υπηρεσιών της προς την εταιρία έγινε αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη της εταιρικής της εισφοράς, ήτοι προς εκπλήρωση της αντίστοιχης ενοχικής υποχρέωσης που ανέλαβε δυνάμει της εταιρικής σύμβασης και δεν έχει ως βάση της τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 10.04.2007 (βλ. προσκομιζόμενο απόσπασμα βιβλίου νεοπροσλαμβανομένων του ΙΚΑ) έως τις 17.07.2008, εργαζόταν στο εστιατόριο που εκμεταλλευόταν πλέον η ως άνω συσταθείσα αφανής εταιρία, από Δευτέρα έως και Σάββατο, κατά τις ώρες 10.00 έως 01.00. Ειδικότερα, ως προς το χρόνο προσέλευσης της ενάγουσας στην εργασία της, το Δικαστήριο καταλήγει στην ανωτέρω κρίση βασιζόμενο στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, την υπ’ αριθ. ………./2013 ένορκη βεβαίωση, αλλά και στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής σχετικά με τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας της κουζίνας στα εστιατόρια αυτού του είδους, ο οποίος κρίνεται ότι δεν υπερβαίνει τη μία ώρα. Όσον αφορά δε στην ώρα που η ενάγουσα αποχωρούσε από την εργασία της, το Δικαστήριο καταλήγει στην ανωτέρω κρίση λαμβάνοντας υπόψην το γεγονός ότι το εστιατόριο λειτουργούσε έως τις 00.30, πλην ενός μικρού χρονικού διαστήματος που λειτουργούσε έως τις 00.00 (βλ. προσκομιζόμενα διαφημιστικά φυλλάδια), συνυπολογιζομένου ενός ευλόγου και ικανού χρόνου 30 λεπτών για την εκτέλεση των τελευταίων παραγγελιών και συνεκτιμώντας την εξώδικη ομολογία της εναγομένης, στην από 20.05.2009 και με αριθμό κατάθεσης ………./ ………./2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε κατά της ενάγουσας, στην οποία ιστορεί, σε αντίθεση με τους περιεχόμενους στις προτάσεις της στην παρούσα δίκη σχετικούς ισχυρισμούς, ότι η ενάγουσα απασχολείτο από την ημερομηνία κάλυψης του κεφαλαίου της (Ιούλιο του 2008) κι έπειτα, τις εργάσιμες ημέρες, από την 12.00 ώρα το μεσημέρι έως την 12.30 ώρα περίπου τα μεσάνυχτα απασχολούμενη Σάββατα επίσης τις ίδιες ώρες. Η ένορκη κατάθεση του ………. ………., αλλά και η υπ’ αριθ. ………./2013 ένορκη βεβαίωση, σύμφωνα με τις οποίες η ώρα αποχώρησης της ενάγουσας από την εργασία της τοποθετείται μεταξύ 19.00 – 21.00, δεν κρίνονται πειστικές ως προς το εν λόγω αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, ως ερχόμενες σε αντίθεση με τα ανωτέρω και ιδίως με την προμνησθείσα ομολογία της εναγομένης. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε η εργασία της ενάγουσας κατά τις Κυριακές, καθώς και σε αυτές τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, δεν μνημονεύεται εργασία της κατά την ημέρα αυτή, αντιθέτως, αναφέρεται ότι αυτή εργαζόταν από Δευτέρα έως και Σάββατο, η δε κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης στο ακροατήριο, κατά την οποία η ενάγουσα εργαζόταν και τις Κυριακές δεν κρίνεται πειστική, ως ερχόμενη σε αντίθεση με τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν από πρόσωπα που είχαν άμεση αντίληψη περί των συνθηκών εργασίας της ενάγουσας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα στην ουσία τους τα κονδύλια της αγωγής που αφορούν αφενός την εργασία της ενάγουσας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος για το χρονικό διάστημα από 01.05.2007 έως 17.07.2008, καθώς, όπως προεκτέθηκε, κατά το διάστημα αυτό η ενάγουσα δεν διατηρεί εργατικές απαιτήσεις από την πρόσθετη παροχή των υπηρεσιών της και αφετέρου την εργασία της κατά τις Κυριακές, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν από Δευτέρα έως και Σάββατο, όχι δε και κατά τις Κυριακές, κατά τις οποίες παρείχε προσωπική εργασία στο κατάστημα ο σύζυγος της εναγομένης. Όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα που ειδικώς μνημονεύονται ανωτέρω η ενάγουσα απασχολείτο με το ίδιο ως άνω ωράριο καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σύμβασης, ήτοι και μετά την κάλυψη της εταιρικής της εισφοράς, οπότε δεν υποχρεούτο πλέον από την εταιρική σύμβαση σε παροχή πρόσθετης εργασίας, έως την 28.02.2010, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και ξανά από τις 13.05.2011, οπότε η τελευταία την επαναπροσέλαβε, με τη συμφωνία να της καταβάλει τις νόμιμες αμοιβές και αποζημιώσεις για την πρόσθετη χρονικά εργασία που προσέφερε, έως τις 08.03.2012, χρονικό σημείο κατά το οποίο η εναγομένη κατήγγειλε τόσο τη σύμβαση εργασίας όσο και αυτή της εταιρίας. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η ενάγουσα αμειβόταν με σταθερό μισθό, που ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 1.200,00€, το οποίο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες καρτέλες προμηθευτών όπου καταγράφετο ο μισθός της, σε συνδυασμό με την ένορκη περί αυτού κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης. Άλλωστε θα ήταν αντίθετο στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η ενάγουσα να εργάζεται με το ανωτέρω ωράριο, με τις κατώτατες αποδοχές, που αναγράφονται στον προσκομιζόμενο λογαριασμό ασφαλισμένου του ΙΚΑ. Αποδείχθηκε εξάλλου ότι ο μισθός αυτός, κατόπιν συμφωνίας των μερών, κατά το μέρος που υπερέβαινε τις νόμιμες προβλεπόμενες για την ειδικότητα της ενάγουσας, ως μαγείρισσας Γ’, αποδοχές, καταβαλλόταν λόγω της πρόσθετης χρονικά εργασίας που παρείχε η ενάγουσα και προς κάλυψη των σχετικών αξιώσεών της. Προσέτι δε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε τις ανωτέρω υπηρεσίες της με καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως άλλωστε οριζόταν και στο εταιρικό συμφωνητικό, αφού υπόκειτο στις εντολές και οδηγίες της εναγομένης, ως διαχειρίστριας της αφανούς εταιρίας και τελούσε σε νομική και προσωπική εξάρτηση από αυτήν. Η εναγομένη, η οποία διέθετε πείρα στο αντικείμενο της μαζικής εστίασης, ασκούσε εποπτεία στην επιχείρηση, άμεσα, παρακολουθώντας την οικονομική πορεία αυτής και ασχολούμενη με τις ασφαλιστικές, λογιστικές και πάσης φύσεως διοικητικές υποθέσεις του, και έμμεσα, μέσω του συζύγου της, ο οποίος τις απογευματινές ώρες καθημερινά βρισκόταν στην επιχείρηση επιβλέποντας την πορεία της και παρέχοντας τις προσωπικές του υπηρεσίες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το εταιρικό συμφωνητικό. Η εναγόμενη, που διατηρούσε λογιστικό γραφείο, επί της οδού ………. …, στην ………., απασχολείτο πλήρως στην εργασία της αυτή, ενώ λόγω και των οικογενειακών της υποχρεώσεων σπανίως πήγαινε στο εστιατόριο, ωστόσο εκείνη καθόριζε τους όρους εργασίας της ενάγουσας, μέσω τηλεφωνικών ή προσωπικών επαφών που είχαν, ή ακόμη και μέσω του συζύγου της. Η επιβολή, άλλωστε, εκ μέρους της, του προαναφερόμενου ωραρίου της ενάγουσας και η μη καταβολή της ανάλογης αμοιβής, αποτελούσε και τον κύριο λόγο των μεταξύ τους εντάσεων και προστριβών και, εν τέλει, της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας. Άλλωστε η ενάγουσα απέδιδε καθημερινά λογαριασμό εσόδων και εξόδων στο σύζυγο της εναγομένης, στον οποίον παρέδιδε και τις εισπράξεις, ενώ δεν συμμετείχε στη λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων, δεν είχε αρμοδιότητες σχετικές με την επιλογή των προμηθευτών, των ατόμων που στελέχωναν το προσωπικό της επιχείρησης, τους όρους εργασίας, το ύψος των αποδοχών και την ασφάλιση αυτών, τη διαφημιστική προώθηση της επιχείρησης ή τις διοικητικές εν γένει υποθέσεις αυτής, αλλά οι αρμοδιότητές της περιορίζονταν στο χώρο της κουζίνας, όπου παρείχε την εργασία της, ως μαγείρισσα, υπό τις δεσμευτικές εντολές της εναγομένης, ως εργοδότριας και του συζύγου της, που επέβλεπε για λογαριασμό της τη λειτουργία της επιχείρησης και την εργασία του προσωπικού. Για την εργασία της δε αυτή, όπως προεκτέθηκε, λάμβανε σταθερό μισθό και ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ. Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα υπέγραφε στο βιβλίο νεοπροσλαμβανομένων που διατηρούσε η επιχείρηση ή, πολλές φορές, πλήρωνε το προσωπικό υπογράφοντας παράλληλα και στις σχετικές αποδείξεις πληρωμής, δεν προσδίδει σε αυτήν, άνευ ετέρου, την ιδιότητα του διευθυντικού υπαλλήλου της επιχείρησης, αφού η αρμοδιότητά της αυτή ήταν καθαρά διεκπεραιωτική και είτε ανατεθεί σε αυτήν από την εναγομένη λόγω της πολύωρης καθημερινής παρουσίας της στο κατάστημα, αλλά και της παράλληλης ιδιότητάς της ως εταίρου. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν ασκούσε καθήκοντα διεύθυνσης της επιχείρησης ή εποπτείας του προσωπικού, όπως αποδεικνύεται και από τις ένορκες βεβαιώσεις υπαλλήλων που εργάστηκαν στην επιχείρηση (βλ. τις υπ’ αριθ. ………. και ………./2012 ένορκες βεβαιώσεις), οι περιορισμένης δε έκτασης και σημασίας αρμοδιότητές της, που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν την διέκριναν από τα λοιπά μέλη του προσωπικού, ούτε επηρέαζαν την πορεία της επιχείρησης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η ενάγουσα, για την πρόσθετη χρονικά εργασία που παρείχε στα πλαίσια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η οποία είτε συμφωνηθεί πενθήμερη και επί οκταώρου ημερησίως, δικαιούται: Α. για υπερεργασία, ήτοι για απασχόλησή της από την 41η έως και την 45η ώρα εβδομαδιαίως : για το χρονικό διάστημα από 18.07.2008 έως 31.12.2008 με βάση το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο που επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το επιπλέον αυτού καταβαλλόταν προς κάλυψη των αξιώσεων της ενάγουσας από την πρόσθετη χρονικά εργασία της (20 εβδομάδες, κατόπιν αφαίρεσης 4 εβδομάδων κανονικής αδείας που έλαβε η ενάγουσα το μήνα Αύγουστο X 5 ώρες=) 100 ώρες X (877,50€ μισθός /25Χ6 /40 =) 5,27€ ωρομίσθιο + 25% = 658,75 € , για το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 έως 28.02.2010 (56 εβδομάδες κατόπιν αφαίρεσης 4 εβδομάδων κανονικής αδείας που έλαβε η ενάγουσα το μήνα Αύγουστο X 5 ώρες=) 280 ώρες X (993,25€ μισθός /25 Χ6 /40=) 5,96€ ωρομίσθιο + 25% = 2.086,00€, για το χρονικό διάστημα από 13.05.2011 έως 08.03.2012 (39 εβδομάδες, κατόπιν αφαίρεσης 4 εβδομάδων κανονικής αδείας που έλαβε η ενάγουσα το μήνα Αύγουστο X 5 ώρες= ) 195 ώρες X (1.005,17/25 X 6/40=) 6,03€ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση = 1.411,02€, ήτοι για την παραπάνω αιτία η ενάγουσα δικαιούται συνολικά το χρηματικό ποσό των 4.155.77 ευρώ. Β. Για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση: για το χρονικό διάστημα από 18.07.2008 έως 31.12.2008 (20 εβδομάδες X 25 ώρες υπερωρία=) 500 ώρες X 5,27 + 100% = 5.270,00€ , για το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 έως 28.02.2010 (56 εβδομάδες X 25 ώρες=) 1.400 ώρες X 5,96 + 100%= 16.688,00 € και για το χρονικό διάστημα από 13.05.2011 έως 08.03.2012 (39 εβδομάδες X 25 ώρες =) 975 ώρες X 6,03 + 80%= 10.582,65€, ήτοι για την παραπάνω αιτία η ενάγουσα δικαιούται συνολικά το χρηματικό ποσό των 32.540.65€. Γ. για την εργασία της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος η ενάγουσα δικαιούται: για το χρονικό διάστημα από 18.07.2008 έως και 21.07.2008, που το νόμιμο ημερομίσθιο μάγειρα Γ’, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, με βάση την, από 29.05.2006 Σ.Σ.Ε. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Προσωπικού των Τουριστικών και Επισιτιστικών Καταστημάτων» (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 47/15.06.2006), που κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική δυνάμει της ΥΑ 12152/21.07.2006 (ΦΕΚ Β’1252/08.09.2006), από 15.06.2006, ήταν (745,09€ βασικός μισθός /25=) 30,16€ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο (30,16€ X 6 / 40 =) 4,52€ και εργάστηκε ένα Σάββατο (19/7): για την εργασία της εντός του οκταώρου το ποσό των 30,16€ και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση κατά την ημέρα αυτή το ποσό των (4,52€ X 6 ώρες + 100% =) 54,24 € , για το χρονικό διάστημα από 22.07.2008 έως 24.06.2009, που το νόμιμο ημερομίσθιο του μάγειρα Γ’, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, με βάση την από 01.07.2008 Σ.Σ.Ε. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Προσωπικού των Τουριστικών και Επισιτιστικών Καταστημάτων (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 72/22.07.2008), που κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική δυνάμει της ΥΑ 69016/3227/06.10.2008 (ΦΕΚ Β’2137/15.10.2008), από 22.07.2008, ήταν (811,32€ βασικός μισθός /25=) 32,45€ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο ήταν (32,45 X 6 /40=) 4,87€ και εργάστηκε επί 45 Σάββατα: για την εργασία της εντός του οκταώρου το ποσό των (45 X 32,45€=) 1.460,25 € και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση επί (45 Σάββατα X 6 ώρες=) 270 ώρες το ποσό των (270 X 4,87€ + 100%=) 2.629,80€, για το χρονικό διάστημα από 25.06.2009 έως 30.06.2009, που το νόμιμο ημερομίσθιο μάγειρα Γ’, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, με βάση την υπ’ αριθ. 16/2009 Δ.Α. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Προσωπικού των Τουριστικών και Επισιτιστικών Καταστημάτων» ήταν (835,66€ βασικός μισθός/25=) 33,43€ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο ήταν (33,43 X 6 /40=) 5,01€ και εργάστηκε ένα Σάββατο (27/6): για την εργασία της εντός του οκταώρου το ποσό των 33,43€ και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση το ποσό των (6 X 5,01 + 100%=) 60,12€, για το χρονικό διάστημα από 01.07.2009 έως 28.02.2010, που το νόμιμο ημερομίσθιο μάγειρα Γ’, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ήταν, δυνάμει της ως άνω Δ.Α. (860,73€ βασικός μισθός /25=) 34,43€ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο ήταν (34,43€ X 6 / 40=) 5,16€ και εργάστηκε επί 30 Σάββατα: για την εντός του οκταώρου εργασία της το ποσό των (30 X 34,43€=) 1.032,90€ και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση επί (30 Σάββατα X 6 ώρες=) 180 ώρες το ποσό των (180 X 5,16€ + 100%=) 1.857,60€, για το χρονικό διάστημα από 13.05.2011 έως 30.06.2011, που το νόμιμο ημερομίσθιο μάγειρα Γ’, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, με βάση την ως άνω Δ.Α., ήταν 34,43€ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο 5,16€ και εργάστηκε επί 7 Σάββατα: για την εντός του οκταώρου εργασία της το ποσό των (7 X 34,43€=) 241.01€ και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση επί (7 Σάββατα X 6 ώρες=) 42 ώρες το ποσό των (42 X 5,16€ + 80%=) 390,10€ και, τέλος, για το χρονικό διάστημα από 01.07.2011 έως 08.03.2012, που το νόμιμο ημερομίσθιο μάγειρα Γ’, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, βάσει της υπ’ αριθ. 36/2009 Δ.Α. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Προσωπικού των Τουριστικών και Επισιτιστικών Καταστηματων» (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 19/02.08.2010), που κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική δυνάμει της ΥΑ 11330/676/2011 (ΦΕΚ Β 1148/17.06.2011), από 02.08.2010, ήταν (874,50€ βασικός μισθος/25=) 34,98€ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο ήταν (34,98€ X 6 /40=) 5,25€ και εργάστηκε επί 32 Σάββατα: για την εντός του οκταώρου εργασία της το ποσό των (32 X 34,98€= ) 1.119,36 € και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση επί (32 Σάββατα X 6 ώρες=) 192 ώρες το ποσό των (192 X 5,25 + 80%=) 1.814,40€, ήτοι συνολικά η ενάγουσα δικαιούται για την εντός του οκταώρου εργασία της κατά τα Σάββατα το ποσό που θα κατέβαλε η εναγόμενη προκειμένου να απασχολήσει νομίμως άλλον μισθωτό, υπό τις ίδιες συνθήκες και με την ίδια ειδικότητα, το οποίο ανέρχεται συνολικά σε 3.917,11€ και το συνολικό ποσό των 6.806,32€, ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση κατά την ήμερα αυτή. Δ. Τέλος, η ενάγουσα, για την εργασία της κατά τις νυχτερινές ώρες και δη από τις 22,00 έως τη 01.00 δικαιούται : για το χρονικό διάστημα από 18.07.2008 έως 21.07.2008, κατά το οποίο εργάστηκε κατά τη νύχτα επί (3 ήμερες X 3 ώρες=) 9 ώρες, το ποσό των (9 X 4,52€ X 25% προσαύξηση=) 10,17 €, για το χρονικό διάστημα από 22.07.2008 έως 24.06.2009, κατά το οποίο εργάστηκε κατά τη νύχτα επί (44 εβδομάδες X 6 ημέρες X 3 ώρες=) 792 ώρες το ποσό των (792 X 4,87€ X 25% =) 964,26€, για το χρονικό διάστημα από 25.06.2009 έως 30.06.2009, κατά το οποίο εργάστηκε κατά τη νύχτα επί (5 ημέρες X 3 ώρες=) 15 ώρες, το ποσό των (15 X 5,01€ X 25%=) 18,79€, για το χρονικό διάστημα από 01.07.2009 έως 28.02.2010, κατά το οποίο εργάστηκε κατά τη νύχτα επί (31 εβδομάδες X 6 ημέρες X 3 ώρες=) 558 ώρες, το ποσό των (558 X 5,16 X 25%=) 719,82€, για το χρονικό διάστημα από 13.05.2011 έως 30.06.2011, κατά το οποίο εργάστηκε κατά τη νύχτα επί (7 εβδομάδες X 6 ημέρες X 3 ώρες=) 126 ώρες, το ποσό των (126 X 5,16€ X 25%=) 162,54€ και για το χρονικό διάστημα από 01.07.2011 έως 08.03.2012, κατά το οποίο εργάστηκε κατά τη νύχτα επί ( 32 εβδομάδες X 6 ημέρες X 3ώρες=) 576 ώρες, το ποσό των (576 X 5,25€ X 25%=) 756,00€, ήτοι συνολικά για την αιτία αυτή η ενάγουσα δικαιούται το χρηματικό ποσό των 2.631,58 ευρώ. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, η εναγόμενη κατέβαλλε στην ενάγουσα το ποσό των 1.200,00€ μηνιαίως, στο οποίο καταλογίζονται, κατά τη συμφωνία των μερών και κατά το μέρος που αυτό υπερβαίνει τις νόμιμες αποδοχές που προβλέπονταν για την ειδικότητα του μάγειρα Γ’, οι ανωτέρω αξιώσεις της τελευταίας, πλην αυτών που αφορούν στην κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της. Συγκεκριμένα η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα, επιπλέον των νομίμων αποδοχών της: το χρονικό διάστημα από 18.07.2008 έως 21.07.2008 το ποσό των 58.69€ [: αναλογία ποσού (1.200,00 – 745,09=) 454,91€ στις 4 ημέρες του Ιουλίου], το χρονικό διάστημα από 22.07.2008 έως 24.06.2009 το ποσό των [(1.200,00 – 811,32=) 388,68€ X 10 μήνες = 3.886,80 + 121,46€ (αναλογία για τον Ιούλιο 2008) + 310,94€ (αναλογία για τον Ιούνιο 2009)=] 4.319,206, το χρονικό διάστημα από 25.06.2009 έως 30.06.2009 το ποσό των 72,87€ [: αναλογία ποσού (1.200,00 – 835,66=) 364,34 € στις 6 ημέρες του Ιουνίου], το χρονικό διάστημα από 01.07.2009 έως 28.02.2010 το ποσό των [(1.200,00 – 860,73=) 339,27€ X 8 μήνες =] 2.714,16€ και το χρονικό διάστημα από 13.05.2011 έως 30.06.2011 το ποσό των [(1.200,00 – 860,73=) 339,27€ X 13 μήνες = 4.410,51€ + 207,93€ (αναλογία για τον Μάιο 2011) =] 4.618,44€, ήτοι συνολικά η εναγομένη έχει καταβάλει στην ενάγουσα, επιπλέον των νομίμων αποδοχών της, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, το ποσό των 11.783,36€, το οποίο είναι καταλογιστέο, συμμέτρως, στις αξιώσεις της για εργασία της κατά τη νύχτα, για υπερεργασία και εργασία της κατά τα Σάββατα -εντός του οκταώρου- με αποτέλεσμα αυτές να έχουν πλήρως και ολοσχερώς εξοφληθεί. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση, κατά την έκτη ήμερα της εβδομάδας του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, το ποσό των 6.806,32 ευρώ και να υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό των 32.540,65 ευρώ, ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση κατά τις εργάσιμες ημέρες του ίδιου χρονικού διαστήματος, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, το παρεπόμενό αίτημα για την κήρυξη της απόφασης, ως προς την παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη, προσωρινά εκτελεστής, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, ενώ μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματος της, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης, κατά το λόγο της νίκης και ήττας των διαδίκων (178, 191 §2 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ, εν μέρει, την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των έξι χιλιάδων οκτακοσίων έξι ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (6.806,32€), με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της ένδικης αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (32.540,65€), νομιμότοκα, ως ανωτέρω.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος του οποίου ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων πενήντα (1.450,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα , στις 21 Ιουλίου 2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
