Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Μη λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισε ο εργοδότης. Κρίση ότι η μη προσκόμισή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οφείλεται σε βαριά αμέλεια του εναγόμενου. Οφειλή επιδομάτων αδείας. Εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Υπέρβαση νομίμου ωραρίου απασχόλησης. Δέχεται έφεση της εργαζόμενης. Της επιδικάζει το συνολικό ποσό των 16.502,78 Ευρώ για επιδόματα αδείας, υπερβάσεις ωραρίου, Σάββατα, Κυριακές. Απορρίπτει την έφεση του εργοδότη.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ
4008/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσούλα Φιλιππίδου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Μαρία Τότσικα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2014 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ των :
Α. Της εκκαλούσας : …………., κατοίκου Αθηνών (………….), η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο , παρισταμένου αυτού βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ .
Του εφεσίβλητου : …………., κατοίκου …………. Αττικής (………….) , ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Γεώργιο Σταμαδιανό, παρισταμένου αυτού βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Β. Του εκκαλούντος : …………., κατοίκου …………. Αττικής (………….) , ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Γεώργιο Σταμαδιανό, παρισταμένου αυτού βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης : …………., κατοίκου Αθηνών (………….), η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο , παρισταμένου αυτού βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ .
Η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Α υπόθεση ( και εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο Β υπόθεση ) άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας την από 21-11-2011 ( και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …………./2011) αγωγή της κατά του εφεσίβλητου στην αυτή υπόθεση ( και αντιστοίχως εκκαλούντος στην υπό στοιχείο Β υπόθεση ) . Το ανωτέρω Δικαστήριο με την με αριθμό 283/2013 οριστική απόφασή του , έκανε εν μέρει δεκτή την ανωτέρω αγωγή . Κατά της ανωτέρω αποφάσεως , η ως άνω ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ( και αντιστοίχως εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο Β υπόθεση ) , άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, την από 2-10-2013 (και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως …………./4-10-2013 ) έφεσή της , αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου , με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./…………./2013 , για τη συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο . Εξάλλου και ο εναγόμενος – εφεσίβλητος ( και αντιστοίχως εκκαλών στην υπό στοιχείο Β υπόθεση ) άσκησε κατά της αυτής αποφάσεως την από 20-9-2013 ( και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 45/20-9-2013 ) έφεσή του , αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου , με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./…………./2013 , για τη συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο .
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω υποθέσεων , οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν κατ’άρθρο 246 ΚΠολΔ , λόγω της προδήλου συνάφειάς των, καθώς και για λόγους οικονομίας της δίκης ( άρθρα 591 παρ.1 εδ. β , 663 επ. και 246 ΚΠολΔ) , οι ως άνω κατονομαζόμενοι πληρεξούσιοι Δικηγόροι αμφότερων των διαδίκων , ύστερα από εκατέρωθεν μονομερείς δηλώσεις τους , που έγιναν σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 242 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά παρακατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ.
Στην υπό στοιχείο Α υπόθεση η έφεση της ενάγουσας , ήδη εν προκειμένω εκκαλούσας (και αντιστοίχως εφεσίβλητης στην υπό στοιχείο Β υπόθεση ) , κατά της με αριθμό 283/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας , το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, – κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση εργατικών διαφορών (άρθρα 663-675 ΚΠολΔ) – την από 21-1-2011 ( και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …………./2011 ) αγωγή της ιδίας κατά του εναγόμενου- εφεσίβλητου ( και αντιστοίχως εκκαλούντος στην υπό στοιχείο Β υπόθεση ) , την οποία έκανε εν μέρει δεκτή , ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως προ πάσης επιδόσεως , αφού από την επισκόπηση της όλης δικογραφίας προκύπτει ότι δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επιδόσεως , ο δε εφεσίβλητος δεν αντιλέγει προς τούτο, ενώ δεν έχει παρέλθει τριετία από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης ( η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε στις 26-4-2013 , η δε υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 4-10-2013 , βλ σχετική έκθεση καταθέσεως της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας { άρθρα 495, 511,513 παρ. 1 εδ. β, 516 και 518 ΚΠολΔ) }. Επομένως παραδεκτά και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ( άρθρα 17 A , το οποίο προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ν. 3994/2011, 495 παρ. 1 ,498, 511,513 παρ., 516,517, 518 ,520 , 525-528 ΚΠολΔ ),πρέπει δε να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία , ως προς το παραδεκτό και το ουσιαστικά βάσιμο των λόγων της ( άρθρο. 533 ΚΠολΔ ) .
Στην υπό στοιχείο Β υπόθεση η έφεση του εναγόμενου , ήδη εν προκειμένω εκκαλούντος ( και αντιστοίχως εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο Α υπόθεση ) ομοίως κατά της αυτής εκκαλουμένης απόφασης, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως προ πάσης επιδόσεως , αφού από την επισκόπηση της όλης δικογραφίας προκύπτει ότι δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επιδόσεως , η δε εφεσίβλητη δεν αντιλέγει προς τούτο , ενώ δεν έχει παρέλθει τριετία από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης ( η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε στις 26-4-2013 , η δε υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 20-9-2013 , βλ σχετική έκθεση καταθέσεως της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας { άρθρα 495, 511,513 παρ. 1 εδ. β, 516 και 518 ΚΠολΔ) }. Επομένως παραδεκτά και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ( άρθρα 17 Α , το οποίο προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ν. 3994/2011, 495 παρ. 1 ,498, 511,513 παρ., 516,517, 518 ,520 , 525-528 ΚΠολΔ ), πρέπει δε να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία , ως προς το παραδεκτό και το ουσιαστικά βάσιμο των λόγων της ( άρθρο 533 ΚΠολΔ ) .
Οι ανωτέρω εφέσεις , οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει να συνεκδικασθούν , καθόσον κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου , λόγω της προδήλου συνάφειάς τους , αφού αμφότερες αφορούν την αυτή εκκαλουμένη απόφαση , διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής ( άρθρα 246, 591 παρ. 1 εδάφιο β και 663-675 ΚΠολΔ).
Η ενάγουσα- εκκαλούσα — εφεσίβλητη , με αγωγή που άσκησε ενώπιον του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, εξέθεσε ότι απασχολήθηκε με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως λαντζέρισσα – καθαρίστρια στο καφενείο του εναγόμενου- εφεσίβλητου- εκκαλούντος, κατά το χρονικό διάστημα από 16-11-2009 έως 20-9-2011, οπότε ο τελευταίος κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα , εργάσθηκε , κατά παρέκκλιση του συμφωνηθέντος χρόνου εργασίας σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο ημερησίως , επί έξι ημέρες την εβδομάδα ( ήτοι από Τρίτη ως Κυριακή) από τις 17.00 έως τις 2.30 το πρωί της επομένης, ήτοι επί 9 ½ ώρες ημερησίως, έναντι μισθού 1.000 ευρώ μηνιαίως «καθαρά» (1.197,60 ευρώ μεικτά). Ότι ο εναγόμενος- εφεσίβλητος- εκκαλών δεν της έχει χορηγήσει για το ως άνω χρονικό διάστημα την κανονική άδεια , παρόλο που η ίδια την αιτήθηκε , και δεν της έχει καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές, καθώς και το επίδομα αδείας. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά , ζητεί, να υποχρεωθεί ο τελευταίος, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή , με βάση τη μεταξύ των συναφθείσα σύμβαση εργασίας, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να της καταβάλει : α) το ποσό των 3.568,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια , καθώς επίσης και σε μη καταβληθέν επίδομα αδείας, για τα έτη 2009 και 2010 β) το ποσό των 2.582,65 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποζημίωση για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση κατά τις εργάσιμες ημέρες, γ) το ποσό των 7.689,81 ευρώ , το οποίο αντιστοιχεί σε αμοιβή και αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση που πραγματοποιήθηκε κατά την ημέρα του Σαββάτου και δ) το ποσό των 5.674,75 ευρώ , το οποίο αντιστοιχεί σε αμοιβή και αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση , που πραγματοποιήθηκε κατά την ημέρα της Κυριακής, ως ειδικότερα τα επιμέρους κονδύλια που συγκροτούν τα εν λόγω αγωγικά κεφάλαια αναλύονται στην αγωγή , ήτοι συνολικά το ποσό των 19.516,01 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επίσης ζητεί να απειληθεί σε βάρος του εναγομένου εφεσίβλητου- εκκαλούντος προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσον εκτελέσεως της αποφάσεως . Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του , έκανε εν μέρει δεκτή την ανωτέρω αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο – εφεσίβλητο – εκκαλούντα να καταβάλει στην ενάγουσα- εκκαλούσα – εφεσίβλητη για τις ανωτέρω αιτίες , το συνολικό ποσόν των 10.873,09 ευρώ, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα της λύσης της σύμβασης εργασίας , ήτοι από 21-9-2011, και μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως.
Ήδη κατά της εκκαλουμένης απόφασης η ενάγουσα- εκκαλούσα , με την υπό κρίση έφεσή της , παραπονείται με τους αναφερόμενους στο δικόγραφο αυτής λόγους , οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του νόμου , καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί , άλλως να μεταρρυθμισθεί , η εκκαλουμένη απόφαση , επί τω σκοπώ όπως γίνει καθόλο το αιτητικό της δεκτή η ως άνω αγωγή της Οι ανωτέρω λόγοι είναι νόμιμοι και θα πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω και κατ’ουσίαν.
Εξάλλου κατά της αυτής αποφάσεως και ο εναγόμενος- εκκαλών , παραπονείται με την υπό κρίση έφεσή του , με τους αναφερόμενους στο δικόγραφο αυτής λόγους , οι οποίοι ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση , επί τω σκοπώ όπως απορριφθεί εν όλω η ως άνω αγωγή . Οι ανωτέρω λόγοι είναι νόμιμοι και θα πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω και κατ’ουσίαν
Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων , που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν με επίκληση , είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια , από τα διδάγματα της κοινής πείρας , που λαμβάνονται από το Δικαστήριο υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη ( άρθρο 336 παρ. 4 σε συνδυασμό με 663 επ. και 591 παρ.1 ΚΠολΔ ) , καθώς επίσης από τις κάτωθι ένορκες βεβαιώσεις : 1) από την με αριθμό …………./1-3-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος της ενάγουσας- εκκαλούσας ( και εφεσίβλητης) …………., που λήφθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Αργειτάκου- Φούλια, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου- εφεσίβλητου ( και εκκαλούντος) προ 24 ωρών { βλ σχετικά την με αριθμό …………./28-2-2013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη } , 2) από την με αριθμό …………./10-4-2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος της ενάγουσας- εκκαλούσας ( και εφεσίβλητης ), …………., που λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου- εφεσίβλητου ( και εκκαλούντος) προ 24 ωρών { βλ σχετικά την με αριθμό …………./5-4-2012 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω Δικαστικού Επιμελητή } , 3) την με αριθμό …………./26-2-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος του εναγόμενου- εκκαλούντος ( και εφεσίβλητου ) , …………., που λήφθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Καραμπάτσου , μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας- εφεσίβλητης ( και εκκαλούσας ) προ 24 ωρών { βλ σχετικά την με αριθμό …………./22-2-2013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ηλία Αρκουμάνη }, 4) την με αριθμό …………./26-2-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος του εναγόμενου- εκκαλούντος ( και εφεσίβλητου ) , …………., που λήφθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Καραμπάτσου , μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας- εφεσίβλητης (και εκκαλούσας ) προ 24 ωρών { βλ ό.π την αυτή με αριθμό …………./2013 έκθεση επιδόσεως ), χωρίς ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη οι με αριθμό …………. και …………. /29-1-2014 ένορκες βεβαιώσεις αντιστοίχως των μαρτύρων …………. και …………., που λήφθηκαν επιμελεία του εναγόμενου- εφεσίβλητου- εκκαλούντος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Ανδρεάδου και προσκομίζονται με αντίστοιχη επίκληση το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι η μη προσκόμισή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οφείλεται σε βαριά αμέλεια του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος- εφεσίβλητου , δεδομένου ότι αυτός ουδόλως δικαιολογεί για ποιο λόγο δεν μερίμνησε για την έγκαιρη λήψη και προσκόμισή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ( άρθρο 529 ΚΠολΔ ) , αποδείχθηκαν σε σχέση με τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος – εκκαλών- εφεσίβλητος , διατηρεί ατομική επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείο) στην περιοχή του …………. Αττικής. Για τις ανάγκες λειτουργίας της επιχείρησής του αυτής, προσέλαβε την ενάγουσα- εκκαλούσα- εφεσίβλητη , με άτυπη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της , με την ειδικότητα της λαντζέρισσας – καθαρίστριας, απασχολούμενη κατά πλήρες ωράριο, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εναγόμενου -εφεσίβλητου -εκκαλούντος, τους οποίους επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ως ουσία αβάσιμων , αντί μηνιαίου μισθού ύψους 1.000 ευρώ (καθαρά), ήτοι 1.197,60 ευρώ (μικτά). Η τελευταία παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες της στον ανωτέρω , κατά το χρονικό διάστημα από 16-11-2009 έως 20-9-2011, οπότε και λύθηκε η μεταξύ των συναφθείσα σύμβαση εργασίας . Ειδικότερα στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας- εκκαλούσας- εφεσίβλητης , προβαλλόμενος με σχετικό λόγο έφεσης , ερειδόμενος στο, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, και για το λόγο αυτό πάσχει η εκκαλουμένη , καθώς για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη και τις με αριθμό …………./26-2-2013 και …………./26-2-2012 ένορκες βεβαιώσεις αντιστοίχως των ως άνω κατονομαζόμενων μαρτύρων , τις οποίες προσκόμισε ο ενάγων – εφεσίβλητος- εκκαλών ενώπιον αυτού ( ήτοι του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ) , καίτοι δεν έγινε επίκληση με τις έγγραφες προτάσεις του , των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον του κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι διά σαφούς προσδιορισμού του αριθμού ονομάτων των μαρτύρων , τυγχάνει αβάσιμος . Από την επισκόπηση των σχετικών προτάσεων της ενάγουσας- εκκαλούσας- εφεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου , προκύπτει , ότι ο τελευταίος είχε επικαλεστεί τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις , στην δε εκκαλουμένη απόφαση αναφέρεται, ότι έχουν αυτές ληφθεί νόμιμα, , ήτοι μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου αυτού , η δε ενάγουσα- εκκαλούσα- εφεσίβλητη δεν επικαλέσθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έλλειψη κλητεύσεώς της προς παράσταση κατά την εξέταση των μαρτύρων, ούτε αμφισβήτησε κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο την εγκυρότητα της δόσεως των ένορκων αυτών βεβαιώσεων , η οποία άλλωστε ούτε με το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως αμφισβητείται ( βλ σχετικά επί αυτού ΑΠ 1529/2012 ΕΦΑΔ 2013/352 ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος- εκκαλών – εφεσίβλητος ωστόσο δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα τα εξής ποσά : 1) την αναλογία επιδόματος αδείας για το έτος 2009, το οποίο ανέρχεται στο ποσόν των 143,72 ευρώ, ήτοι 3/25 των μηνιαίων μεικτών αποδοχών της, αφού εργάσθηκε επί 1 ½ μήνα κατά το έτος αυτό ( βλ σχετικά Κ. Λαναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, έκδοση 2005, σελίς 373), και 2) το επίδομα αδείας για το έτος 2010, το οποίο ανέρχεται στο ποσόν των 598,80 ευρώ, ήτοι στο ήμισυ των μηνιαίων μεικτών αποδοχών της . Το αιτούμενο ωστόσο κονδύλιο της αποζημίωσης λόγω μη ληφθείσας άδειας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2009 και 2010 , πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, καθόσον αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση του εναγομένου-εκκαλούντος- εφεσίβλητου, κατά τον μήνα Αύγουστο ήταν κλειστή και επομένως η ενάγουσα είχε λάβει την κανονική άδεια για το έτος 2010, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία αιτήθηκε της σχετικής αδείας η οποία και δεν της εδόθη από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο – εκκαλούντα . Σημειώνεται επίσης ότι το αίτημα για χορήγηση αποζημίωσης , λόγω μη χορήγηση αδείας εντός του έτους 2009, πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητάς του , τυγχάνει εξαρχής πρωτίστως μη νόμιμο , καθόσον με βάση το χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας- εκκαλούσας-εφεσίβλητης ( 16-9-009 ) , δεν είχε εντός του ιδίου έτους συμπληρωθεί το απαιτούμενο χρονικό διάστημα συνεχούς απασχόλησης των 12 μηνών και ήδη , υπό την ισχύ της 2002-2003-Πράξης Κατάθεσης Υπ. Εργασίας 19/29-4-2002 , 10 μηνών , ώστε να έχει αυτή αποκτήσει το δικαίωμα ετήσιας άδειας και να δύναται να αιτηθεί τη χορήγηση αυτής ( βλ ΑΠ 193/2011 Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ) . Το Δικαστήριο κατά τον σχηματισμό της εν λόγω κρίσεώς του έλαβε υπόψιν του τις σχετικές καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως , σε συνδυασμό και με το ότι σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας , κατά το μήνα Αύγουστο οι περισσότερες ατομικές επιχειρήσεις είθισται να παραμένουν κλειστές , ένεκα του ότι με βάση τα κοινωνικά στερεότυπα που επικρατούν , το μεγαλύτερο ποσοστό των καταναλωτών, απουσιάζει από το άστυ κατά τον εν λόγω μήνα λόγω των θερινών διακοπών . Επομένως για την αιτία αυτή ο εναγόμενος-εκκαλών – εφεσίβλητος οφείλει στην ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των 742,52 ( 143,72 +598,80 ) ευρώ. Περαιτέρω, ενώ η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη με βάση την ισχύουσα ΕΣΣΕ για το προσωπικό των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων ( εστιατόρια , ταβέρνες , καφενεία , μπαρ κλπ ) , υπαγόταν στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, εντούτοις αποδείχθηκε ότι εργαζόταν καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα επί έξι ημέρες την εβδομάδα , από Τρίτη έως και Κυριακή από 17.00 έως 2.30 το πρωί (ήτοι επί 9 ώρες ημερησίως ) , ενώ λάμβανε, ένεκα της απασχόλησής της κατά την ημέρα της Κυριακής , τη Δευτέρα ως αναπληρωματική μέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης . Ωστόσο κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας , δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Συνεπώς , ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερησία εργασία , υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως , ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975 , έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου ( βλ σχετικά επ’αυτού ΑΠ 441/2014 A ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕΦ ΑΘ 572/2009 ομοίως δημοσιευθείσα στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ) . Έτσι η ενάγουσα- εκκαλούσα- εφεσίβλητη πραγματοποίησε εκάστη εβδομάδα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα 2 ώρες υπερωριακής εργασίας , η οποία, παρασχεθείσα χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων τον άρθρου 3 του Ν. 515/70 ( ήτοι χωρίς έγγραφη αναγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας και παροχή της σχετικής αδείας ) είναι παράνομη και αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του ωρομίσθιου , και ήδη μετά την 15-7-2010 που ισχύει ο Ν. 3863/2010 , με προσαύξηση του ωρομισθίου κατά 80% . Επομένως ο εναγόμενος-εκκαλών -εφεσίβλητος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητο για την απασχόλησή της πέραν του νομίμου ωραρίου για το επίδικο χρονικό διάστημα τα εξής ποσά : α) για το χρονικό διάστημα από 16-11-2009 έως 14-7-2010 ( εργάσιμες ημέρες) οπότε και απασχολήθηκε συνολικά επί 64 ώρες ( 32 εβδομάδες X 2 ώρες εκάστη βδομάδα ) , οφείλει το ποσόν των 920,32 ευρώ (64 ώρες X 7,19 ευρώ ημερομίσθιο {1.197,60 ευρώ μηνιαίος μισθός : 6/25: 40 , βλ Λαναρά ό.π σελίς 387 } + 100% προσαύξηση και β) για το χρονικό διάστημα από 15-7-2010 έως 20-9-2011( εργάσιμες ημέρες ) , οπότε και απασχολήθηκε επί 114 ώρες ( 57 εβδομάδες X 2 ώρες εκάστη εβδομάδα ) , οφείλει το ποσόν των 1.475,38 ευρώ ( ήτοι 114 ώρες X 7,19 ευρώ +80 % ) . Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο αυτό συμπέρασμα ως και το παρόν Δικαστήριο και επιδίκασε για τις αιτίες αυτές ( ήτοι για μη καταβληθέν επίδομα αδείας έτους 2009-2010 , καθώς και για παράνομη υπερωριακή απασχόληση παρασχεθείσα κατά τις εργάσιμες ημέρες ) τα ως άνω ποσά , ορθώς το νόμο εφάρμοσε και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και ως εκ τούτου οι σχετικές αιτιάσεις , προβαλλόμενες ,εκατέρωθεν των διαδίκων, με σχετικό λόγο εφέσεως , τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι . Επίσης από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη , καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα εργάσθηκε και κατά την ημέρα του Σαββάτου, ομοίως από 17.00 έως 2.30 το πρωί , χωρίς ο εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος να της καταβάλει ουδεμία αμοιβή ή αποζημίωση .Ωστόσο αν ο μισθωτός εργάστηκε σε επιχείρηση που εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας (άρθρο 42 παρ. 4 και 5 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 1937/1991, για τα κατ/τα) και έκτη ημέρα (Σάββατο) την εβδομάδα (εκτός, δηλαδή, Κυριακής ή εξαιρετέας ή ημέρας αναπληρωματικής αναπαύσεως λόγω εργασίας την Κυριακή ), η απασχόληση του την ημέρα αυτή είναι άκυρη γιατί πρόκειται για εργασία παρεχόμενη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή σε ημέρα ανάπαυσης. Για την εργασία του αυτή δεν δικαιούται ανάπαυση (όπως για τις Κυριακές) σε άλλη ημέρα της εβδομάδας . Δικαιούται όμως, αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (αρθρ. 904 του ΑΚ), έστω και αν κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας εργάστηκε λιγότερες ώρες από το εβδομαδιαίο ωράριό του (ΑΠ 2161/2007 ΔΕΝ 2008-291). Δικαιούται, δηλαδή, να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή τέτοιας εργασίας. Η ωφέλεια δε αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, που θα απασχολούσε κατά την παραπάνω ημέρα (Σάββατο) με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ’ αυτή απασχοληθέντα ( βλ σχετικά επί αυτού ΕΦ ΛΑΜ 8/2010 Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ ΤΝΠ ). Συνεπώς , κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα , αυτή δικαιούται να λάβει τα εξής ποσά : Α) κατά το χρονικό διάστημα από 16-11-2009 έως 10-5-2010, οπότε και εργάσθηκε επί 25 Σάββατα , επί 9 ½ ώρες έκαστο , ήτοι εργάσθηκε πέραν του οκταώρου συνολικά επί 37 ½ ώρες ( 25 Σάββατα X 1 ½ ώρα ), και δεδομένου ότι το νόμιμο ημερομίσθιο της λαντζέρισσας – καθαρίστριας σε καφενείο, ανερχόταν , δυνάμει της Δ.Α 16/2009 « για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων , που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 25215/2057/6-8-2009 ( ΦΕΚ Β 1651/11-8-2009) στο ποσόν των 36, 47 ευρώ , δικαιούται : α) για την παρασχεθείσα εργασία εντός του Σαββάτου, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού , το ποσόν των 911,75 ευρώ ( 25 ημερομίσθια X 36,47 ευρώ, το νόμιμο ημερομίσθιο λαντζέρισσας- καθαρίστριας σε καφενείο = 911,75 ) και β) για την εργασία πέραν του οκταώρου, το ποσό των 539,25 ευρώ (25 Σάββατα X 1,5 ώρα ήτοι 7,19 ευρώ X 37,5 ώρες + 100%), Β) για το χρονικό διάστημα από 11-5-2009 έως 14-7- 2010, οπότε και εργάσθηκε επί 9 Σάββατα , επί 9 ½ ώρες έκαστο , ήτοι εργάσθηκε πέραν του οκταώρου συνολικά επί 13 ½ ώρες ( 9 Σάββατα X 1 ½ ώρα ), και το νόμιμο ημερομίσθιο της λαντζέρισσας – καθαρίστριας σε καφενείο, ανερχόταν , δυνάμει της ανωτέρω Δ.Α στο ποσόν των 47,90 ευρώ , δικαιούται: α) για την παρασχεθείσα εργασία εντός του Σαββάτου , με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού , το ποσόν των 560,43 ευρώ ( 9 ημερομίσθια X 47,90 ευρώ + προσαύξηση 30% { άρθρο 8 του ν. 3846/2010 , ΦΕΚ Α 66/11-5-2010 ) = 560,43 ) και β) για την εργασία πέραν του οκταώρου, δικαιούται ένα ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% κατά τα ανωτέρω και περαιτέρω προσαυξημένο κατά 100% , ήτοι συνολικώς το ποσόν των 252,45 ευρώ ( 9,35 ευρώ ωρομίσθιο { 7,19 ευρώ + 30%{ άρθρο 8 του ν. 3846/2010 , ΦΕΚ Α 66/11-5-2010 ) } X 13 ½ ώρες + 100% = 252,45 ) , και Γ) για το χρονικό διάστημα από 15-7-2010 έως 20-9-2011 , οπότε και εργάσθηκε επί 62 Σάββατα , επί 9 ½ ώρες έκαστο , ήτοι εργάσθηκε πέραν του οκταώρου συνολικά επί 93 ώρες ( 62 Σάββατα Χ 1 ½ ώρα ), και δεδομένου ότι το νόμιμο ημερομίσθιο της λαντζέρισσας – καθαρίστριας σε καφενείο, ανερχόταν , δυνάμει της ανωτέρω Δ.Α στο ποσόν των 47,90 ευρώ , δικαιούται: α) για την παρασχεθείσα εργασία εντός του Σαββάτου, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού , το ποσόν των 3.860,74 ευρώ ( 62 Σάββατα X 47,90 ευρώ + προσαύξηση 30% { άρθρο 8 του ν. 3846/2010 , ΦΕΚ A 66/11-5-2010 ) = 3.860,74 ) και β) για την εργασία πέραν του οκταώρου, δικαιούται ένα ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% κατά τα ανωτέρω και περαιτέρω προσαυξημένο κατά 100% , ήτοι συνολικώς το ποσόν των 1.565,19 ευρώ ( 9,35 ευρώ ωρομίσθιο { 7,19 ευρώ + 30% } X 93 ώρες + 100% = 1.565,19 ) . Έτσι για την αιτία αυτή η ενάγουσα- εκκαλούσα- εφεσίβλητη δικαιούται το συνολικό ποσόν των 7.689,81 ευρώ και συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε για την εν λόγω αιτία μόνο το ποσόν των 1. 531,47 ευρώ (ήτοι 1.337,34 + 194,13 ) , χωρίς δηλαδή να επιδικάσει αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου , έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου , ως βασίμως αυτή διατείνεται με το σχετικό λόγο εφέσεώς της , απορριπτομένου συνακολούθως του αντίστοιχου λόγου εφέσεως ( περί απορρίψεως του εν λόγω αγωγικού κεφαλαίου στο σύνολό του ) του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο Β υπόθεση ως ουσία αβάσιμου . Περαιτέρω, Α) για το χρονικό διάστημα από 16-11-2009 έως 14-7-2010, οπότε η ενάγουσα – εκκαλούσα- εφεσίβλητη εργάσθηκε επί 34 Κυριακές , επί 9 ώρες εκάστη, και πέραν του οκταώρου εργασίας της επί 51 ώρες ( 34 Κυριακές X 1/4 ώρα εκάστη εβδομάδα ) , και το νόμιμο ημερομίσθιο της λαντζέρισσας – καθαρίστριας σε καφενείο, ανερχόταν , δυνάμει της ως ανωτέρω Δ.Α 16/2009 , στο ποσόν των 36, 47 ευρώ , αυτή δικαιούται: α) για την παρασχεθείσα εργασία εντός της Κυριακής , το ποσόν των 929,99 ευρώ ( 34 Κυριακές X 36,47 ευρώ το ημερομίσθιο X 75 % ) και β) για την εργασία πέραν του οκταώρου, το ποσό των 1.151,58 ευρώ ( 7,19 καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου εκ 4,10 ευρώ { 5,47 X 75 %) = 11,29 ευρώ + 100% προσαύξηση = 22,58 ευρώ X 51 ώρες = 1.151,58 ) , Β) για το χρονικό διάστημα από 15-7-2010 ως 30-6-2011, οπότε η ενάγουσα εργάστηκε επί 50 Κυριακές επί 9 ½ ώρες έκαστη και πέραν του οκταώρου επί 75 ώρες, ο εναγόμενος της οφείλει α) για προσαύξηση απασχόλησης εντός του οκταώρου το ποσό των 1.367,63 ευρώ (50 X 36,47 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο X 75%) και β) για εργασία πέραν του οκταώρου το ποσό των 1.524 ευρώ (7,19 ευρώ ωρομίσθιο + 75% + 80% X 75 ώρες) και Γ) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 20-9-2011, οπότε η ενάγουσα εργάστηκε επί 12 Κυριακές επί 9 1/2 ώρες έκαστη και πέραν του οκταώρου επί 18 ώρες, και το νόμιμο ημερομίσθιο της λαντζέρισσας – καθαρίστριας σε καφενείο, ανερχόταν , δυνάμει της Δ.Α 36/2010 ως ανωτέρω , η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11330/676/2011 (ΦΕΚ Β 1448/17-6-2011 ) ,από 2-8-2010 στο ποσόν των 37,05 ευρώ ,ο εναγόμενος της οφείλει α) για προσαύξηση απασχόλησης εντός του οκταώρου το ποσό των 333,45 ευρώ (12 X 37,05 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο X 75%) και β) για εργασία πέραν του οκταώρου το ποσό των 368,10 ευρώ (7,19 ευρώ ωρομίσθιο + 75% + 80% X 18 ώρες). Έτσι για την απασχόληση κατά την ημέρα της Κυριακής οφείλεται το συνολικό ποσόν των 5.674, 75 ευρώ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία το αυτό ως άνω ποσόν, ορθώς έκρινε και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων , ως αβασίμως διατείνεται ο εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος , με σχετικό λόγο εφέσεως, ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος . Έτσι ο εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη το συνολικό ποσόν των 16.502,78 ευρώ ( ήτοι 143,72+598,80 + 920,32 +1.475,38 +7.689,81 +5.674,75 ) και δη νομιμοτόκως ως εξής : α) το ποσόν των 742,52 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποδοχές αδείας ετών 2009 και 2010 , από το τέλος του έτους στο οποίο έγιναν απαιτητές, ήτοι από την 31 Δεκεμβρίου του έτους 2009 του επιμέρους ποσού των 143,72 ευρώ και από την 31 Δεκεμβρίου του έτους 2010 του επιμέρους ποσού των 598,80 ευρώ , και μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως, β) του ποσού των 5.332,92 ευρώ (911,75+560,43+3.860,74) , που αντιστοιχεί σε πραγματοποιηθείσα εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου , η οποία κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα οφείλεται με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού , από την επομένη της επιδόσεως της ως άνω αγωγής και μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως , γ) του δε λοιπού ποσού των 10.427,34 ευρώ ,το οποίο αντιστοιχεί σε μη καταβληθείσες αποδοχές για πραγματοποιηθείσα παράνομη υπερωριακή εργασία κατά τις εργάσιμες ημέρες , κατά την ημέρα του Σαββάτου και της Κυριακής , από τη δήλη ημέρα της λύσης της σύμβασης , ήτοι από 21-9-2011 και μέχρι της πλήρους εξόφλησης , καθώς στην ιστορική βάση της ως άνω αγωγής δεν εξειδικεύεται ο μήνας κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εν λόγω εργασία , αλλά εκτίθεται μόνο το χρονικό διάστημα εντός του οποίου παρασχέθηκε και ως εκ τούτο το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε επιδίκαση τόκων από την πρώτη ημέρα εκάστου επόμενου ημερολογιακού μήνα από αυτόν τον οποίο αφορούν . Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι το επιδικασθέν κεφάλαιο για τις ως άνω αιτίες , οφείλεται νομιμοτόκως από την 21-9-2011 , έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου , και πρέπει, γενόμενου δεκτού του προβαλλόμενου λόγου εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας -εκκαλούσας-εφεσίβλητης , να γίνει εν μέρει δεκτός κατά τα ανωτέρω λεχθέντα .Συνακολούθως των ανωτέρω η από 20-9-2012 έφεση , υπό στοιχείο Β υπόθεση , και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./………./2013 , μετά την απόρριψη όλων των προβαλλόμενων λόγων εφέσεως , πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης αναφορικά με τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει , γενομένου δεκτού σχετικού αιτήματος της ( άρθρο 191 αρ. 2 ΚΠολΔ ) , να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος , λόγω της ήττας αυτού ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) , κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
Περαιτέρω η από 2-10-2013 έφεση, υπό στοιχείο Α υπόθεση , και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./………./2013 , πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν , να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και κατά το μη θιγέν μέρος αυτής , χάριν της ενότητας της εκτελέσεως εν ευρεία έννοια, ώστε να εκδοθεί ενιαία απόφαση, στην οποία περιλαμβάνονται όσα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως παρέμειναν αλώβητα και όσα έχουν μεταρρυθμισθεί στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη. Στη συνέχεια, πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί εκ νέου η αγωγή ( άρθρο 535 παρ. 1 του Κ,Πολ.Δ.), η οποία είναι νόμιμη , να γίνει εν μέρει αυτή δεκτή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος – εφεσίβλητος ( και εκκαλών στην υπό στοιχείο Β υπόθεση ) να καταβάλει στην ενάγουσα – εκκαλούσα ( και εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο Β υπόθεση ) , το συνολικό ποσόν των 16.502,78 ευρώ ( ήτοι 143,72 + 598,80 + 920,32 +1.475,38 +7.689,81 +5.674,75 ) και δη νομιμοτόκως ως εξής : α) το ποσόν των 742,52 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποδοχές αδείας ετών 2009 και 2010 , από το τέλος του έτους στο οποίο έγιναν απαιτητές, ήτοι από την 31 Δεκεμβρίου του έτους 2009 του επιμέρους ποσού των 143,72 ευρώ και από την 31 Δεκεμβρίου του έτους 2010 του επιμέρους ποσού των 598,80 ευρώ , και μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως, β) το ποσόν των 5.332,92 ευρώ ( 911,75+ 560,43+ 3.860,74 ) , που αντιστοιχεί σε πραγματοποιηθείσα εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου , η οποία οφείλεται με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού , από την επομένη της επιδόσεως της ως άνω αγωγής και μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως , γ) το δε λοιπό ποσόν των 10.427,34 ευρώ ,το οποίο αντιστοιχεί σε μη καταβληθείσες αποδοχές για πραγματοποιηθείσα παράνομη υπερωριακή εργασία κατά τις εργάσιμες ημέρες , κατά την ημέρα του Σαββάτου και της Κυριακής , από τη δήλη ημέρα της λύσης της σύμβασης , ήτοι από 21-9-2011 , και μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως. Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών, δικαιοδοσίας καθοριζόμενα εξαρχής θα επιβληθούν εν μέρει σε βάρος του εναγόμενου- εφεσίβλητου, λόγω της εν μέρει ήττας του , γενομένου δεκτού σχετικού αιτήματος της ενάγουσας- εκκαλούσας ( άρθρα 178, 183 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 2-10-2013 ( και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./………./2013 ) έφεση , καθώς και την από 20-9-2013 ( και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./………./2013 ) έφεση, αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 2-10-2013 ( και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./………./2013 ) έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμό 283/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της ουσίας την από 21-11-2011 ( και με αριθμό κατάθεσης ………./2011 ) αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ως άνω αγωγή .
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο – εφεσίβλητο να καταβάλει στην ενάγουσα- εκκαλούσα το συνολικό ποσόν των δεκαέξι χιλιάδων πεντακοσίων δύο ευρώ ( 16.502,78 ) και εβδομήντα οκτώ λεπτών του ευρώ, νομιμοτόκως ως ορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας .
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εφεσίβλητου , μέρος της δικαστικής δαπάνης της εκκαλούσας , το ύψος της οποίας ορίζει και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στο ποσόν των τετρακοσίων ( 400) ευρώ .
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20-9-2013 ( και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./………./2013 ) έφεση κατά το τυπικό μέρος της ΚΑΙ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατά το ουσιαστικό μέρος της .
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης , του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας , τα οποία ορίζει στο ποσόν των διακοσίων πενήντα ( 250) ευρώ .
Κρίθηκε , αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 19-6-2014 , χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους.
