Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022
Περίληψη: Καταχρηστική η καταγγελία σύμβασης εργασίας που οφείλεται στη διεκδίκηση νόμιμων δικαιωμάτων από τον εργαζόμενο ενώπιον της Επιθεώρησης εργασίας. Ένσταση εξόφλησης. Στοιχεία ορισμένου αυτής. Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας. Υπολογισμός αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας. Επιδόματα εορτών. Αποζημίωση για την εντός και εκτός του οκταώρου απασχόληση κατά την ημέρα του Σαββάτου. Νόμιμη προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές, τις νύχτες και τις αργίες. Υπολογισμός αμοιβής. Προσβολή προσωπικότητας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 72.530,00 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 139/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή, Μιχαήλ-Άγγελο Γιαννακάκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα, Μαρία Βασδέκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας : …………., ιδ. Υπαλλήλου, κατοίκου Αθηνών, οδός ………….αρ. … με ΑΦΜ …………., η οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της, Δημήτριο ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ.
Του εναγομένου: Του …………., κατοίκου Αθηνών οδός …………. αρ. …………. με ΑΦΜ …………., ο οποοίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του, Δημήτριο ΒΛΟΥΤΟΓΛΟΥ.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 27-11-2015 αγωγή της, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης …………./2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./2015, προσδιορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 12-5-2016, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα ανέφεραν στις προτάσεις τους και στα πρακτικά.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενάγουσα εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή της ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα της λαντζέρισσας σε πιτσαρία-ψησταριά που εκμεταλλεύεται στην Αθήνα, με το μισθό, το ωράριο και τους όρους που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι ο εναγόμενος καθυστερούσε στην πληρωμή των δεδουλευμένων αποδοχών της και για το λόγο αυτό η εναγομένη προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της στις 31 Αυγούστου 2015 αποκλειστικά λόγω της προσφυγής της στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι μετά ταύτα, η εναγομένη προσέφυγε για δεύτερη φορά στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι η ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη διότι έλαβε χώρα προφορικώς, αζημίως και χωρίς ο εναγόμενος να έχει ασφαλίσει την ενάγουσα στο ΙΚΑ. Ότι από την ως άνω άκυρη καταγγελία και ύστερα, ο εναγόμενος έχει καταστεί υπερήμερος εργοδότης και του οφείλει για το χρονικό διάστημα από 1 Σεπτεμβρίου 2015 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 το συνολικό ποσό των 15.497,81 ευρώ για μισθούς υπερημερίας πλέον δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας. Ότι ο εναγόμενος της οφείλει για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 6.666.64 ευρώ, για αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και επίδομα αδείας το ποσό των 6.773,13 ευρώ, για επιδόματα εορτών το συνολικό ποσό των 7.079,60 ευρώ για αποζημίωση για απασχόληση κατά τα Σάββατα το συνολικό ποσό των 10.084 ευρώ, για αμοιβή και αποζημίωση για απασχόληση κατά τις Κυριακές το συνολικό των 28.256,64 ευρώ και για προσαύξηση για απασχόληση κατά τις αργίες το ποσό των 534,41 ευρώ, για προσαύξηση για απασχόληση κατά τις νύχτες το ποσό των 6.287,61 ευρώ. Ότι η απόλυση της για λόγους εκδίκησης της προκάλεσε ηθική βλάβη που αποτιμάται σε 5.000 ευρώ.
Με βάση το ως άνω ιστορικό η ενάγουσα ζητεί – μετά από παραδεκτό περιορισμό α) αναφορικά με το κονδύλιο των μισθών υπερημερίας κατά το ποσό των 10.649,81 ευρώ διαμορφούμενο έτσι στο ποσό των (15.497,81- 10.649,84 = ) 4.847,97 ευρώ β) κατόπιν επιτρεπτής μετατροπής (περιορισμού) (βλ. ΟλΑΠ 30/2007 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 971/2013 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 32/2013 «ΝΟΜΟΣ»), του κυρίου καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος για απόληψη αμοιβής και αποζημίωσης απασχόλησης κατά τις Κυριακές, ποσού 28.256,64 ευρώ και του κυρίου καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος για απόληψη προσαύξησης απασχόλησης κατά τις νύχτες ποσού 6.287,61 ευρώ σε έντοκα αναγνωριστικά (μετατροπή) που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της ενάγουσας, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις έγγραφες προτάσεις της [άρθρα 295 παρ. 1 εδ.β, 297, 223, 224, και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ] [ βλ. και ΑΠ 491/2015 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 315/2010 «ΝΟΜΟΣ»], – ζητεί να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31 Αυγούστου 2015 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας από πλευράς του εναγομένου, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 4.847,97 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας, β) το ποσό των 6.666,64 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, γ) το ποσό των 6.773,13 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και επίδομα αδείας, δ) το ποσό των 7.079,60 ευρώ για επιδόματα εορτών, ε) το ποσό των 10.084 ευρώ για αποζημίωση κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα, στ) το ποσό των 534,41 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις αργίες, και ζ) το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 28.256,64 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές και β) το ποσό των 6.287,61 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις νύχτες. Επίσης, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης και να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή ύψους τουλάχιστον 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή του. Επικουρικώς, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας μετά του εναγομένου έχει λυθεί, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος α) να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης εκ 3.888,87 ευρώ και επιπλέον 472,73 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας έτους 2015 καθώς και 416,67 ευρώ για επίδομα αδείας 2015 νομίμως εντόκως από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας (31-8-2015) άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και β) να της χορηγήσει, κατ’άρθρο 678 παρ. 1 και 2 του ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, καθώς και η διαγωγή της και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησόμενη υποχρέωσή του, να διαταχθεί σε βάρος του ενάγοντος προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης για την είσπραξη του επιδικασθησομένου ποσού. Τέλος, ο ενάγων ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης.
Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η αγωγή, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενης υπόψη από το Δικαστήριο τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο των μισθών υπερημερίας, αλλά και της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ 2 του ν.3198/1955 για το επικουρικώς προβλεπόμενο αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης απόλυσης, [ΑΚ 279, 280, Ολ.ΑΠ 16/1994, ΑΠ 192/2009 ΕΕργΔ 68(2009). 1344], καθώς με επικαλούμενο από την ενάγουσα ως χρόνο καταγγελίας, εκ μέρους του εναγομένου, της επίδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας η την 31η-8ου-2015 η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 30-11-2015 (βλ. την υπ’ αριθ. …………./ 30-11-20165 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη) – η αγωγή αρμοδίως εισάγεται, καθ’ύλην και κατά τόπον, προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ.2, 22 33, και 664-676 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως οι ως άνω διατάξεις (664-676, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος (1-1-2016) του ν.4335/2015 (που αφορά στις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ), καθόσον σύμφωνα με το άρθρο ένατο (μεταβατικές και άλλες διατάξεις), στην παρ 2. του ως άνω ν. 4335/2015 «Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές», ενώ η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου πριν από την 1η-1ου-2016 και δη στις 30-11-2015. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 330, 349, 350, 353, 361, 340, 341, 345, 346,904 επ. 914 και 932 ΑΚ, 3 του ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955, 5 του β.δ/τος της 16/18-7-1920, 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, 1 παρ.1 και 2 του Ν. 1082/1980 και 1 παρ.1&2, 2, 3 παρ.1, 6 και 10 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, 1 παρ. 2 ΝΔ 454/1966, Ν. 3 και 1 3π. του Ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966, Υ.Α 18310/46, άρθρο 8 του ν. 3846/2010, 2 παρ. 1 του ν.δ 375557, 2 του ν. 435/76, 4 παρ. 1 και 2 και 5 του ΒΔ 748/66, ΥΑ Υπ. Οικ. Και Eργ αρ. 18310.1946, 74 του Ν.3863/2010, 8 του Ν. 3846/2010, 8900/1946 ΚΥΑ, 25825/1951 ΚΥΑ, άρθρο 2 του Ν.Δ 3755/1955, Β.Δ 748/1966, όπως συμπληρώθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 435/1976, ΑΝ. 539/1945, Ν. 3766/57, Ν. 4547/1966, Ν. 1346/83, Ν. 3302/2004, 68, 70, (αναφορικά με τα αναγνωριστικά αιτήματα), 907 και 908 αρ.1 εδ. ε’, 910 αρ. 4 (αναφορικά με τα καταψηφιστικά αιτήματα), 176 και 189 παρ. 1 σε συνδ. με 191 αρ. 2 του ΚΠολΔ και 63 παρ. 1, 68 παρ. 1, 84 παρ. 1 του Κωδ.Δικηγόρων Ν.4194/2013, (ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013). Αντιθέτως, πρέπει ν’απορριφθεί ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής αναφορικά με τα κύρια αγωγικά αιτήματα, τα οποία κατά τα ανωτέρω μετετράπησαν από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, καθόσον προσωρινά εκτελεστές κηρύσσονται μόνον οι καταψηφιστικές αποφάσεις και όχι εκείνες που προβαίνουν σε αναγνώριση δικαιώματος, ήτοι οι αναγνωριστικές αποφάσεις οι οποίες και τελεσίδικες να καταστούν δεν αποτελούν εκτελεστούς τίτλους [Εφ. Θεσ. 28365/2011 Αρμ. 2012 σελ. 914,Εφ.Αθ. 628/2003 Ελλ.Δνη 2004,1470, Π.Πρ.ΑΘ.1232/2011 «ΝΟΜΟΣ», βλ. επίσης Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας», τόμος II, έκδοση 2000 υπό το άρθρο 907, σελ. 1721 αρ.3, Β.Βαθρακοκοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνευτική Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’άρθρο), τόμος Ε’, σελ. 48 αριθμ. 3 και σελ. 156 αριθμ.6 ]. Συνεπώς, πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, καθόσον ή ενάγουσα κατέβαλε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου [βλ. το προσκομιζόμενο e-Παράβολο του Υπουργείου Οικονομικών (Γενική Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων) με κωδικό ………….], χωρίς να απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, καθόσον μετά τον ως άνω περιορισμό το αγωγικό αίτημα δεν υπερβαίνει το όριο της καθ’υλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (βλ. άρθρο 14 αριθμ 1 εδ. α’ ΚΠολΔ σε συνδ. με 71 του ΕισνΚΠολΔ.)
Σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση, όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επομένως, για να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης χρηματικής απαίτησης, που έχει ως βάση είτε περισσότερες της μιας καταβολές, είτε το συμψηφισμό περισσότερων της μιας ανταπαιτήσεων του ενιστάμενου κατά του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικώς τα επιμέρους ποσά, που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται καταβληθέν ή προταθέν σε συμψηφισμό (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 1163/2011, ΑΠ 960/2011, ΑΠ 178/2010 ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008, ΕφΑθ 721/2011 δημ. σε ΤρΝομΠλ Νόμος, ΕφΠειρ 361/2013 ΕΝΔ 2013.208) και ειδικώς, για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζόμενου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού, περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται, κατά τρόπο γενικό, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στο μισθωτό, για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να μνημονεύονται και τα επιμέρους ποσά, που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων, που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του, για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών.
Ο εναγόμενος, με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του, καταχωρισθείσα στα πρακτικά κα με τις έγγραφες προτάσεις του προτείνει την ένσταση εξόφλησης. Η ως άνω ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι υπεβλήθη επιγραμματικά και δεν περιλαμβάνει τα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά και συγκεκριμένα την αιτία, δηλαδή κάθε επιμέρους απαίτηση της ενάγουσας η οποία φέρεται να εξοφλήθηκε, τα ακριβή ποσά που εξοφλήθηκαν και τον ακριβή χρόνο καταβολής τους.
Από την εκτίμηση Α) των ενόρκων καταθέσεων στο ακροατήριο των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ένας από κάθε διάδικο μέρος), οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, Β) του συνόλου των εγγράφων που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως, [ ΑΠ 169/2005 ΕλΔ 47(2006).468 για την υποχρέωση επικλήσεως των προσκομιζόμενων εγγράφων και στις ειδικές διαδικασίες, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 1351/2003 ΕλΔ 45(2004). 1037, ΑΠ 1150/2003 ΕλΔ 46(2005).405], αποδείχθηκαν τ’ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από τον εναγόμενο στις 7 Ιουνίου 2008 με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει σε αυτόν τις υπηρεσίες της με τη ειδικότητα της λαντζέρισσας σε πιτσαρία-ψησταριά που εκμεταλλευόταν επί της οδού …….….. αρ. ….. στην Αθήνα, στο κατάστημα αυτό η εναγομένη εργάστηκε μέχρι τις 30-4-2009 και στη συνέχεια μετατέθηκε σε άλλο κατάστημα που εκμεταλλεύεται ο εναγόμενος επί της οδού ………….αρ. …. Για την εργασία της συμφωνήθηκε να αμείβεται με 700 ευρώ καθαρά, ήτοι 833,33 ευρώ μικτά (700 ευρώ + 133,33 ευρώ εισφορές ασφαλισμένου). Η ενάγουσα εκτελούσε προσηκόντως τα καθήκοντά της. Επειδή, όμως, ο εναγόμενος δεν της κατέβαλλε μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών της, η ενάγουσα προσέφυγε στις 17-8-2015 στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων …………. του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και υπέβαλε έγγραφη αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς. Ο εναγόμενος, μόλις έμαθε την ως άνω ενέργεια της ενάγουσας της ζητούσε επίμονα να ανακαλέσει την αίτησή της ενώπιον του ΣΕΠΕ. Στις 31 Αυγούστου 2015 μετά από ένα έντονο επεισόδιο που προκάλεσε ο εναγόμενος λόγω της προαναφερόμενης προσφυγής της ενάγουσας στο ΣΕΠΕ, ο εναγόμενος κατήγγειλε προφορικά της σύμβασης εργασίας του χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ως εκ τούτου η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη. Εφόσον η καταγγελία δεν έχει νομική ισχύ, ως εκ τούτου θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174,180 με συνέπεια να εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ο εναγόμενος, ο οποίος αρνείται από τις 31-8-2015 και εφεξής να αποδέχεται τις πραγματικές και προσήκουσες υπηρεσίες της ενάγουσας να έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη (άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ ) και να υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές εκείνες τις οποίες η ενάγουσα θα λάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της (ΑΠ 1165/2007 ΕΕργΔ 67 (2008).626] και εφόσον οι αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας της ενάγουσας [ΑΠ 752/2007 ΕλΔ 48 (2007) 807]. Κατ’ακολουθίαν η ενάγουσα καταρχήν δικαιούται να λάβει ως αποδοχές υπερημερία για το χρονικό διάστημα από τις 1 Σεπτεμβρίου 2015 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 το συνολικό ποσό των 15.497,81 ευρώ. Από το ως άνω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 10.649,84 ευρώ το οποίο και περιόρισε η ενάγουσα με δήλωση στα πρακτικά και με τις προτάσεις της, προερχόμενο από την εργασία της που προσέφερε σε άλλους εργοδότες, οπότε απομένει υπόλοιπο ύψους (15.497,81-10.649,84=) 4.847,97 ευρώ.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει στην ενάγουσα και της οφείλει από δεδουλευμένες αποδοχές της χρονικής περιόδου από Ιανουαρίου 2015 έως 31 Αυγούστου 2015. Επομένως, η οφειλή του εναγομένου προς την ενάγουσα για τις ως άνω αιτίες ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (833,33 X 8=) 6.666,64 ευρώ.
Περαιτέρω, η ενάγουσα έχει ως αξίωση από τον εναγόμενο για μη ληφθείσα άδεια τα εξής ποσά :
Α) Για το έτος 2015 η ενάγουσα στερήθηκε 11 ημέρες αδείας, και επομένως της οφείλει το ποσό των (26 X 833,33/25=866,66/21 X 11=453,97 ευρώ + 100 % =907,94 ευρώ) καθώς και το ποσό των 416,67 ευρώ για επίδομα αδείας (ήμισης μηναίος μισθός)
β) Για το έτος 2011, που ο εναγόμενος στέρησε από την ενάγουσα 12 ημέρες άδειας, το ποσό των 945,46 Ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας (26 χ 833,33/ 25 = 866,66/22 χ 12 = 472,73 Ευρώ + 100 = 945,46) καθώς και το ποσό των 416,67 Ευρώ για επίδομα αδείας (ήμισυς μηνιαίος μισθός).
γ) Για το έτος 2012, που της στέρησε 12 ημέρες άδειας, το ποσό των 945,46 Ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας (26 χ 833,33/ 25 = 866,66 122 χ 12 = 472,73 Ευρώ + 100 = 945,46) καθώς και το ποσό των 416,67 Ευρώ για επίδομα αδείας (ήμισυς μηνιαίος μισθός).
δ) Για το έτος 2013, που της στέρησε 12 ημέρες άδειας, το ποσό των 945,46 Ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας (26 χ 833,33/ 25 = 866,66/22 χ 12 = 472,73 Ευρώ + 100 = 945,46) καθώς και το ποσό των 416,67 Ευρώ για επίδομα αδείας (ήμισυς μηνιαίος μισθός).
ε) Για το έτος 2014, που της στέρησε 12 ημέρες άδειας, το ποσό των 945,46 Ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας (26 χ 833,33/ 25 = 866,66/22 χ 12 = 472,73 Ευρώ + 100 = 945,46) καθώς και το ποσό των 416,67 Ευρώ για επίδομα αδείας (ήμισυς μηνιαίος μισθός).
Επομένως, για την αιτία αυτή (αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και επίδομα αδείας) ο εναγόμενος οφείλει εν συνόλω το ποσό των 6.773,13 ευρώ (907,94 + 416,67 + 945,46 + 416,67 + 945,46 + 416,67 + 945,46 + 416,67 + 945,46 + 416,67).
Περαιτέρω, ο εναγόμενος ουδέποτε κατέβαλε στην ενάγουσα επιδόματα εορτών, γι’αυτό και της οφείλει τα παρακάτω ποσά, για όσα έτη υπάρχει ενεργή αξίωσή της:
α) Για επίδομα Πάσχα 2010: 434,02 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833,33 /2 χ 1,04166 = 434,02),
β) για επίδομα Χριστουγέννων 2010 : 868,05 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833,213 χ 1,04166 = 868,05),
γ) για επίδομα Πάσχα 2011: 434,02 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833,33 12 χ 1,04166 = 434,02),
δ) για επίδομα Χριστουγέννων 2011: 868,05 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833,33χ 1,04166 = 868,05),
ε) για επίδομα Πάσχα 2012: 434,02 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833,33 12 χ 1,04166 = 434,02),
στ) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012: 558,47 Ευρώ (2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1/8/2012 έως 31/12/2012, εκ 33,33 Ευρώ έκαστο [833,33 / : 2 χ 33,33 χ 8,05 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166J = 558,47), με τη σημείωση ότι το χρονικό διάστημα από 1/5/2012 έως 31/7/2012, κατά το οποίο η ενάγουσα είχε λάβει άδεια άνευ αποδοχών, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό,
ζ) για επίδομα Πάσχα 2013: 434,02 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833,33 /2: χ 1,04166 = 434,02),
η) για επίδομα Χριστουγέννων 2013: 868,05 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833.,33 χ 1,04166 = 868,05),
θ) για επίδομα Πάσχα 2014: 434,02 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833,33 12 χ 1,04166 = 434,02),
ι) για επίδομα Χριστουγέννων 2014: 868,05 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833.33 χ 1,04166 = 868,05),
ια) για επίδομα Πάσχα 2015: 434,02 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 833,33/2χ 1,04166 = 434,02),
ιβ) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015: 444,81 Ευρώ (2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1/5/2015 έως 31/8/2015 [ημεροχρονολογία. απόλυσης), εκ 33,33 Ευρώ έκαστο [833,33 /25}: 2 χ 33,33 χ 6,47 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166} = 444,81).
Επομένως, για την αιτία αυτή (επιδόματα εορτών) οφείλεται στην ενάγουσα συνολικώς το ποσό των 7.079,60 Ευρώ (434,02 + 868,05 + 434,02 + 868,05 + 434,02 + 558,47 + 434,02 + 868,05 + 434,02 + 868,05 + 434,02 + 444,81). Περαιτέρω η ενάγουσα καθ’όλη τη διάρκεια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης εργασίας έως την απόλυσή της, υποχρεώθηκε να εργάζεται, κατά τα Σάββατα από τις 13.30 έως τη 01.30 το πρωί της επομένης, ήτοι επί δωδεκάωρο. Για την απασχόλησή της πέραν του οκταώρου (τέσσερις ώρες κάθε Σάββατο), ο εναγόμενος ουδέποτε της κατέβαλε αποζημίωση. Επομένως, με δεδομένο ότι το καταβλητέο ωρομίσθιό της ενάγουσας ήταν 5,00 Ευρώ (833,33 / 25 χ 6/40), δικαιούται αυτή τα εξής ποσά, για όσα έτη υπάρχει ενεργός αξίωσή της:
α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2010 έως 14/7/2010, εργάστηκε επί 28 Σάββατα επί 4 ώρες πέραν του οκταώρου το κάθε ένα, δηλαδή εργάστηκε υπερωριακώς συνολικά επί 112 ώρες (28 χ 4), οπότε δικαιούται για την αιτία αυτή, ένα ωρομίσθιο για κάθε ώρα προσαυξημένο κατά 100 % (κατ’ εξαίρεση υπερωρία) και συνολικά το ποσό των 1.120 Ευρώ (5,00 Ευρώ ωρομίσθιο χ 112 ώρες + 100 = 1.120,00).
β) Κατά το χρονικό διάστημα από 15/7/2010 έως 31/8/2015, εργάστηκε επί 249 Σάββατα επί 4 ώρες πέραν του οκταώρου το κάθε ένα, δηλαδή εργάστηκε υπερωριακώς συνολικά επί 996 ώρες (249 χ4), οπότε δικαιούται για την αιτία αυτή, ένα ωρομίσθιο για κάθε ώρα προσαυξημένο κατά 80 (κατ’ εξαίρεση υπερωρία) και συνολικά το ποσό των 8.964,00 Ευρώ (5,00 Ευρώ ωρομίσθιο χ 996 ώρες + 80 = 8.964,00). Γίνεται μνεία ότι από το ως άνω χρονικό διάστημα έχουν αφαιρεθεί, για τον υπολογισμό των ημερών και ωρών εργασίας, δεκαεννέα Σάββατα κατά τα οποία η ενάγουσα έλειπε με κανονική άδεια ή άδεια άνευ αποδοχών (11/9/2010, 10/9/2011,5/5/2012,12/5/2012, 19/5/2012, 26/5/2012, 21612012, 9/6/2012, 16/6/2012, 23/6/2012, 30/6/2012, 7/7/2012, 14/7/2012, 21/7/2012, 28/7/2012, 8/9/2012, 7/9/2013, 13/9/2014 και 11/4/2015: 268 Σάββατα συνολικά μείον 19 = 249).
Επομένως, για την αιτία αυτή (αποζημίωση για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα) μου οφείλεται συνολικώς το ποσό των 10.084,00 Ευρώ (1.120,00 + 8.964,00).
Περαιτέρω κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2 § 1 του ν.δ. 3755/57, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/76, οι εργαζόμενοι κατά τις Κυριακές δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της σύμβασης, περί της απασχόλησης αυτής α) Την, υπό της, υπ’ αριθμ. 8900/46, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή αυθεντικώς ερμηνεύθηκε, με την, υπ’ αριθμ. 25825/51 τοιαύτη, προβλεπομένη προσαύξηση εκ ποσοστού 75 % επί του νομίμου ημερομισθίου και β) αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, η οποία ανέρχεται στο ύψος του ημερομισθίου που θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλον μισθωτό, των αυτών προσόντων με τον εργασθέντα, κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του.
Εάν η εργασία του μισθωτού κατά τις Κυριακές υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης – δηλαδή τις οκτώ ώρες – για την εργασία που παρέχεται πέραν του οκταώρου, η οποία αποτελεί υπερωρία, οφείλεται αμοιβή κατά τις περί αυτής διατάξεις, η προσαύξηση δε στην αμοιβή της υπερωριακής εργασίας υπολογίζεται επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου, το οποίο προηγουμένως έχει προσαυξηθεί με συντελεστή 75 % επί του νομίμου ημερομισθίου, λόγω Κυριακής.
Σ τ η ν π ρ ο κ ε ι μ έ ν η π ε ρ ί π τ ω σ η, όπως προεκτέθηκε, καθ’όλη τη διάρκεια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης εργασίας έως την απόλυσή της ενάγουσας, η τελευταία υποχρεώθηκε να εργάζεται κατά τις Κυριακές, από τις 13.30 έως την 01.30 το πρωί της επομένης, ήτοι επί δωδεκάωρο. Για την εργασία της αυτή ο εναγόμενος ουδέποτε της κατέβαλε αμοιβή ή αποζημίωση ούτε της χορήγησε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, εκτός από τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο κάθε έτους, που λάμβανε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης κάθε Τετάρτη. Επομένως η ενάγουσα δικαιούται για την αιτία αυτή τα εξής ποσά, για όσα έτη υπάρχει ενεργός αξίωσή της:
α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2010 έως 14 Ιουλίου 2010 που το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ήταν, με βάση την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 29,58 Ευρώ (739,56 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 = 29,58), το νόμιμο ωρομίσθιο 4,44 Ευρώ (739,56 / 25 χ 6 / 40), το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο της ήταν 33,33 Ευρώ και το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν 5,00 Ευρώ και εργάστηκα επί 28 Κυριακές, επί 12 ώρες την κάθε μία, ήτοι εργάστηκε πέραν του οκταώρου συνολικά επί 112 ώρες (28 χ 4), δικαιούται: ί) για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές (εντός του οκταώρου) το ποσό των 621,18 Ευρώ (28 νόμιμα ημερομίσθια χ 29,58 Ευρώ χ 75), ίί) για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το ποσό των 733,26 Ευρώ (22 καταβαλλόμενα ημερομίσθια [28 μείον 6 = 22] χ 33,33 Ευρώ) και ίίί) για την εργασία της πέραν του οκταώρου, το ποσό 1.865,92 Ευρώ (5,00 Ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο πλέον προσαύξησης 75 % επί του νομίμου ωρομισθίου λόγω Κυριακής εκ 3,33 Ευρώ =8,33 Ευρώ + 100 % προσαύξηση για παροχή κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης 16,66 Ευρώ χ 112 ώρες = 1.865,92). Γίνεται μνεία ότι για την εργασία της ενάγουσας κατά τις Κυριακές των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου (συνολικά 6) έλαβε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, για τις οποίες δεν ζητείται αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης).
β) Κατά το χρονικό διάστημα από 15η Ιουλίου 2010 έως 30 Ιουνίου 2011, που το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ήταν, με βάση την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 29,58 Ευρώ (739,56 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 = 29,58), το νόμιμο ωρομίσθιο 4,44 Ευρώ (739,56/25 χ 6/40), το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό της 33,33 Ευρώ και το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της 5,00 Ευρώ και εργάστηκε επί 49 Κυριακές, επί 12 ώρες την κάθε μία, ήτοι εργάστηκε πέραν του οκταώρου συνολικά επί 196 ώρες (49 χ 4), δικαιούται: ί) για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές (εντός του οκταώρου) το ποσό των 1.087,07 Ευρώ (49 νόμιμα ημερομίσθια χ 29,58 Ευρώ χ 75), ίί) για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το ποσό των 1.266,54 Ευρώ (38 καταβαλλόμενα ημερομίσθια [49 μείον 11 = 38) χ 33,33 Ευρώ) και ίίί) για την εργασία της πέραν του οκταώρου, το ποσό των 2.938,04 Ευρώ (5,00 Ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο πλέον προσαύξησης 75 % επί του νομίμου ωρομισθίου λόγω Κυριακής εκ 3,33 Ευρώ = 8,33 Ευρώ + 80 % προσαύξηση για παροχή κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης = 14,99 Ευρώ χ 196 ώρες = 2.938,04). Γίνεται μνεία ότι για την εργασία της κατά τις Κυριακές των μηνών Ιουλίου 2010, Αυγούστου 2010 και Ιουνίου 2011 (συνολικά 11) έλαβε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Επίσης, γίνεται μνεία ότι από το ως άνω χρονικό διάστημα έχει αφαιρεθεί, για τον υπολογισμό των ήμερων και ωρών εργασίας η Κυριακή 12/9/2010, κατά την οποία έλειπε με κανονική άδεια.
γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου 2011 έως 13 Φεβρουαρίου 2012, που το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ήταν, με βάση την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 30,06 Ευρώ (751,39 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 = 30,06), το νόμιμο ωρομίσθιο 4,51 Ευρώ (751,39 / 25 χ 6 / 40), το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό μου 33,33 Ευρώ και το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό μου 5,00 Ευρώ και εργάστηκα επί 32 Κυριακές, επί 12 ώρες την κάθε μία, ήτοι εργάστηκε πέραν του οκταώρου συνολικά επί 128 ώρες (32 χ 4), δικαιούται: ί) για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές (εντός του οκταώρου) το ποσό των 721,44 Ευρώ (32 νόμιμα ημερομίσθια χ 30,06 Ευρώ χ 75), ίί) για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το ποσό των 766,59 Ευρώ (23 καταβαλλόμενα ημερομίσθια [32 μείον 9 = 23) χ 33,33 Ευρώ) και ίίί) για την εργασία της πέραν του οκταώρου, το ποσό των 1.930,24 Ευρώ (5,00 Ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο πλέον προσαύξησης 75 % επί του νομίμου ωρομισθίου λόγω Κυριακής εκ 3,38 Ευρώ = 8,38 Eυρώ + 80 % προσαύξηση για παροχή κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης = 15,08 Ευρώ χ 128 ώρες = 1.930,24). Σημειώνεται, ότι για την εργασία της κατά τις Κυριακές των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου 2011 (συνολικά 9) έλαβε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης.
δ) Κατά το χρονικό διάστημα από 14 Φεβρουαρίου 2012 έως 31 Αυγούστου 2015, που το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου άνω των 25 ετών (όπως η ενάγουσα) χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ήταν, με βάση την Π.Υ.Σ. 6/2012, 23,44 Ευρώ (586,08 Ευρώ μηνιαίος μισθός /25 = 23,44), το νόμιμο ωρομίσθιο 3,52 Ευρώ (586,08 / 25 χ 6 / 40), το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό της 33,33 Ευρώ και το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της 5,00 Ευρώ και εργάστηκε επί 168 Κυριακές, επί 12 ώρες την κάθε μία, ήτοι εργάστηκα πέραν του οκταώρου συνολικά επί 672 ώρες (168 χ 4), δικαιούται: ί) για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές (εντός του οκταώρου) το ποσό των 2.953,44 Ευρώ (168 νόμιμα ημερομίσθια χ 23,44 Ευρώ χ 75 %), ίί) για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το ποσό των 4.132,92 Ευρώ (124 καταβαλλόμενα ημερομίσθια [168 μείον 44 = 124] χ 33,33 Ευρώ) και ίίί) για την εργασία της πέραν του οκταώρου, το ποσό των 9.240,00 Ευρώ (5,00 Ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο πλέον προσαύξησης 75 % επί του νομίμου ωρομισθίου λόγω Κυριακής εκ 2,64 Ευρώ = 7,64 Ευρώ + 80% προσαύξηση για παροχή κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης = 13,75 Ευρώ χ 672 ώρες = 9.240,00
Επομένως για την αιτία αυτή (αμοιβή και αποζημίωση για απασχόληση κατά τις Κυριακές) οφείλεται στην ενάγουσα συνολικώς το ποσό των 28.256,64 Ευρώ (621,18 + 733,26 + 1.865,92 +1.087,07 + 1.266,54 + 2.938,04 + 721,44 + 766,59 + 1.930,24 + 2.953,44 + 4.132,92 + 9.240,00).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 και 5 του ΒΔ 748/66, όπως συμπληρώθηκε και ισχύει, ημέρες αργίας αποτελούν: η 25η Μαρτίου, η Δευτέρα του Πάσχα, η 1 Μαΐου, η 15η Αυγούστου, η 28η Οκτωβρίου και η 25η Δεκεμβρίου. Στους μισθωτούς που εργάζονται κατά τις ημέρες αυτές οφείλεται προσαύξηση 75 % επί του νομίμου ημερομισθίου.
Σ τ η ν π ρ ο κ ε ι μ έ ν η π ε ρ ί π τ ω σ η, όπως προαναφέρθηκε, καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, η ενάγουσα υποχρεώθηκε να εργάζεται κατά τις αργίες, χωρίς να της χορηγείται η προβλεπόμενη προσαύξηση, δι’ο και υποχρεούται ο εναγόμενος, σε συνδυασμό με τα προεκτεθέντα, να καταβάλει στην ενάγουσα τα εξής ποσά, για όσα έτη υπάρχει ενεργός αξίωσή της:
α) Για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2010 έως 30 Ιουνίου 2011, που το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ήταν, με βάση την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 29,58 Ευρώ και εργάστηκε επί 7 αργίες (25η Μαρτίου 2010, Δευτέρα του Πάσχα 2010, 1 η Μαΐου 2010, 28η Οκτωβρίου 2010, 25η Δεκεμβρίου 2010, 25η Μαρτίου 2011 και Δευτέρα του Πάσχα 2011), η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 155,30 Ευρώ (7 χ 29,58 χ 75).
β) Για το χρονικό διάστημα από 1 ης Ιουλίου 2011 έως 13 Φεβρουαρίου 2012, που το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ήταν, με βάση την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 30,06 Ευρώ και η ενάγουσα εργάστηκε επί 2 αργίες (15η Αυγούστου 2011 και 28η Οκτωβρίου 2011), δικαιούται το ποσό των 45,09 Ευρώ (2 χ 30,06 χ 75 %).
γ) Για το χρονικό διάστημα από 14 Φεβρουαριου 2012 έως 31 Αυγούστου 2015, που το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου άνω των 25 ετών (όπως η ενάγουσα) χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ήταν, με βάση την Π.Υ.Σ. 6/2012, 23,44 Ευρώ και εργάστηκε επί 19 αργίες (Δευτέρα του Πάσχα 2012, 15η Αυγούστου 2012, 25η Δεκεμβρίου 2012, 25η Μαρτίου 2013, Δευτέρα του Πάσχα 2013, 1η Μαΐου 2013, 15η Αυγούστου 2013, 28η Οκτωβρίου 2013, 25η Δεκεμβρίου 2013, 25η Μαρτίου 2014, Δευτέρα του Πάσχα 2014, 1η Ιανουαρίου 2014, 15η Αυγούστου 2014, 28η Οκτωβρίου 2014, 25η Δεκεμβρίου 2014, 25η Μαρτίου 2015, Δευτέρα του Πάσχα 2015, 1η Μαΐου 2015 και 15η Αυγούστου 2015), δικαιούται το ποσό των 334,02 Ευρώ (19 χ 23,44 χ 75 %).
Επομένως, για την αιτία αυτή (προσαύξηση για απασχόληση κατά τις αργίες) οφείλεται στην ενάγουσα συνολικώς το ποσό των 534,41 Ευρώ (155,30 + 45,09 + 334,02).
Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση εργασίας μετά τις 22.00 και έως τις 06.00, ο μισθωτός δικαιούται προσαύξηση στην αμοιβή του ίση με το 25 % του ελάχιστου ορίου του μισθού του (Υ.Α. Υπ. Οικ. και Εργ. αρ. 18310/1946). Ως βάση για τον υπολογισμό, χρησιμοποιείται ο νόμιμος μισθός.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η τελευταία υποχρεώθηκε να εργάζεται καθημερινά μετά τις 22.00 επί 3,50 ώρες, χωρίς να της χορηγείται η προβλεπόμενη προσαύξηση, δι’ ο και υποχρεούται ο εναγόμενος, σε συνδυασμό με τα προεκτεθέντα, να της καταβάλει τα εξής ποσά, για όσα έτη υπάρχει ενεργός αξίωσή της ενάγουσας :
α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2010 έως 30 Ιουνίου 2011, που το νόμιμο ωρομίσθιό του ήταν 4,44 Ευρώ, απασχολήθηκε μετά τις 22.00 συνολικά επί 1.816,50 ώρες (519 ημέρες [546 συνολικά – 10 που έλειπε με κανονική άδεια – 17 που έλαβε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω = 519) χ 3,50 ώρες ημερησίως), συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 2.016,32 Ευρώ (1.816,50 ώρες χ 4,44 Ευρώ νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% προσαύξηση για παροχή νυχτερινής εργασίας = 2.016,32 Ευρώ).
β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου 2011 έως 13 Φεβρουαρίου 2012, που το νόμιμο ωρομίσθιό της ήταν 4,51 Ευρώ, απασχολήθηκε μετά τις 22.00 συνολικά επί 731,50 ώρες (209 ημέρες [228 συνολικά – 10 που έλειπα με κανονική άδεια – 9 που έλαβε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω = 209] χ 3,50 ώρες ημερησίως), συνεπώς δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 824,77 Ευρώ (731,50 ώρες χ 4,51 Ευρώ νόμιμο ωρομίσθιο χ 25 % προσαύξηση για παροχή νυχτερινής εργασίας = 824,77 Ευρώ).
γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 14 Φεβρουαρίου 2012 έως 31 Αυγούστου 2015, που το νόμιμο ωρομίσθιο της ενάγουσας ήταν 3,52 Ευρώ, απασχολήθηκε μετά τις 22.00 συνολικά επί 3.916,50 ώρες (1.119 ημέρες [1.295 συνολικά – 40 που έλειπε με κανονική άδεια – 92 που έλειπε με άδεια άνευ αποδοχών – 44 που η ενάγουσα έλαβε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω = 1.1119] χ 3,50 ώρες ημερησίως), συνεπώς δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 3.446,52 Ευρώ (3.916,50 ώρες χ 3,52 Ευρώ νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% προσαύξηση για παροχή νυχτερινής εργασίας = 3.446,52 Ευρώ).
Επομένως, για την αιτία αυτή (προσαύξηση για απασχόληση κατά τις νύχτες) οφείλεται στην ενάγουσα συνολικώς το ποσό των 6.287,61 ευρώ (2.016,32 + 824,77 + 3.446,52).
Περαιτέρω, η αποπομπή της ενάγουσας από την εργασία της υπό τις προεκτιθέμενες συνθήκες και για τον αποκλειστικό λόγο ότι αυτή διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά της προσέβαλλε την προσωπικότητά της και της προξένησε ηθική βλάβη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποτιμάται σε 2.000 ευρώ, γενομένου εν μέρει δεκτό του σχετικού αγωγικού αιτήματος.
Κατ’ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και περαιτέρω, πρέπει να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της από 31-8-2015 καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένου της επίδικης συμβάσεως εργασίας, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα τα συνολικό ποσό των 37.985,75 ευρώ(που αναλύεται σε 4.847,97 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας+ 6.666,64 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές + 6.773,13 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και επίδομα αδείας + 7.079,60 ευρώ για επιδόματα εορτών + 10.084 ευρώ για αποζημίωση κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα + 534,41 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις αργίες + 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 34.544,25 ευρώ (ήτοι το ποσό των 28.256,64 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές + 6.287,61 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις νύχτες) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα και ως εκ τούτου το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής αναφορικά με την προαναφερόμενη καταψηφιστική της διάταξη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσιαστικά, βάσιμο και δη για το ποσό των 10.000 ευρώ.
Περαιτέρω πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης και να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή του, κηρυσσόμενης της διάταξης αυτής προσωρινά εκτελεστής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας θα επιβληθούν, κατόπιν αιτήματος της [191 παρ. 2, 106 ΚΠολΔ, ΑΠ 953/2006 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 100/2002 ΕλΔ 43(2002).1033] και χωρίς κατάλογο εξόδων από αυτή, σε βάρος της εναγομένης [ άρθρ. 176 , 189 αρ. 1, ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρα 63 παρ. 1, 68 παρ.1, 84 παρ. 1 του Κωδ.Δικηγόρων Ν.4194/2013, (ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013 ], θα επιβληθούν, δε, στο σύνολό τους, κατ’άρθρο 178 παρ. 2 ΚΠοΔ, καθώς στο μέρος που απορρίφθηκε από την αγωγή είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (βλ. και Β. Βαρθακοκοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνευτική Νομολογιακή Ανάλυση κατ’άρθρο τόμος Α’ έκδ. 1996 σελ. 1028 αριθμ. 9).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (37.985,75 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κηρύσσει την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και δη για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
Αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (34.544,25 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης και να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή του.
Κηρύσσει την απόφαση ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή.
Καταδικάζει τον εναγόμενο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (2.750) ευρώ.
-Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 19-01-2018 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους.
