Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Έκτακτη καταγγελία σύμβασης εργασίας συνεπεία υποβολής μήνυσης από πλευράς εργοδότη ή απαγγελίας κατηγορίας κατά του εργαζομένου. Η αθώωση του τελευταίου μετατρέπει την έκτακτη καταγγελία σε τακτική που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης απόλυσης. Νέα καταγγελία δεν απαιτείται. Αναβολή συζήτησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας. Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Διάκριση από σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή στον μισθωτό προσαύξησης των αποδοχών αδείας κατά 100% λόγω μη χορήγησης της αδείας εντός του έτους κατά την οποία την δικαιούταν, απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός των άλλων, ότι αυτός υπέβαλε αίτημα στον εργοδότη για τη χορήγηση της άδειάς του και ο τελευταίος από υπαιτιότητά του δεν τη χορήγησε. Απορριπτέα ως αόριστη η ένσταση του εργοδότη περί κακόβουλης παράλειψης ανεύρεσης εργασίας από πλευράς ενάγουσας. Απορριπτέα ως αόριστη η ένσταση του εργοδότη περί συμψηφισμού του ποσού, που τυχόν θα επιδικασθεί στην ενάγουσα, με τις απαιτήσεις που αυτός έχει κατά αυτής εξαιτίας ζημίας που του προξένησε από δόλο κατά την εκτέλεση της εργασίας της. Ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών καθώς και αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής αλλά και τις νύκτες. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 15.047,35 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΠΟΦΑΣΗ 823/2016
(Αριθμός κατάθεσης αγωγής: ………./2014)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Αδαμαντόπουλο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και τον Γραμματέα Θεόδωρο Βλαχάκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2015, για να δικάσει τη, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2014, αγωγή, με αντικείμενο εργατική διαφορά, μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ………., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γεωργίας Παπαδάκη, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τη, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2014, αγωγή της, δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά στις 2-2-2015 και μετ’ αναβολή η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η απόλυση του μισθωτού με τις διατυπώσεις και τους περιορισμούς των διατάξεων των Ν 2112/1920 και 3198/1955 αποτελεί τον κανόνα. Γι’ αυτό και όταν πρόκειται για αυτού του είδους την απόλυση γίνεται λόγος για τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Παράλληλα, όμως, με αυτή τη μορφή καταγγελίας, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου συγχωρείται από το νόμο η απόλυση, χωρίς να χρειάζεται η τήρηση αυτών των διατυπώσεων. Τότε γίνεται λόγος για έκτακτη καταγγελία (Κουκιάδης ΕργΔ 1995 σελ. 719 – 720, Γαμβρούδης εις ΔΕΝ 39 . 49, ΑΠ 255/1968 ΕΕΔ 27 . 735). Η απαλλαγή του εργοδότη από τις νόμιμες διατυπώσεις αναφέρεται τόσο στο χρόνο προειδοποίησης, όσο και στην αποζημίωση απόλυσης, παρόλο που ο νόμος δεν κάνει σαφή διάκριση. Η έκτακτη καταγγελία προϋποθέτει από τη φύση της τη συνδρομή ενός σπουδαίου λόγου. Ο νομοθέτης, όμως, σε αντίθεση με την τακτική που ακολούθησε στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, απέφυγε τη γενική ρήτρα του σπουδαίου λόγου. Αυτό πρέπει να καταλογιστεί στην πρόθεσή του να περιορίσει την έκτακτη καταγγελία μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, πράγμα που σημαίνει ότι η διεύρυνσή της με νέους λόγους είναι ανεπίτρεπτη (Κουκιάδης ό.π. σελ. 720, ΑΠ 317/1970 ΕΕΔ 29 . 799, ΑΠ 250/1977 ΕΕΔ 36 . 516). Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει σε άλλες νομοθεσίες, ο Έλληνας νομοθέτης απέφυγε να θεωρήσει ως δικαιολογητικό λόγο για μια έκτακτη καταγγελία οποιαδήποτε υπαίτια συμπεριφορά του μισθωτού και προτίμησε να περιορίσει τη δυνατότητα μιας τέτοιας καταγγελίας σε ορισμένες μόνο χαρακτηριστικές ειδικές περιπτώσεις, όπως είναι η υποβολή μήνυσης κατά του μισθωτού ή η απαγγελία κατηγορίας εναντίον του για πλημμέλημα. Ειδικότερα, σχετικά με τη διάπραξη αξιόποινης πράξης από το μισθωτό πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Η υποβολή μήνυσης κατά του μισθωτού μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη του, αρκεί αυτή να έγινε κατά τη διάρκεια της εργασίας. Η μήνυση δεν είναι αναγκαίο να υποβάλλεται από τον εργοδότη. Για αδικήματα που διαπράττονται εκτός υπηρεσίας επιτρέπεται η έκτακτη καταγγελία μόνο εφόσον πρόκειται για πλημμελήματα και προηγήθηκε η απαγγελία κατηγορίας γι’ αυτά εναντίον του μισθωτού (άρθρ. 5 Ν 2112/1920 και άρθρ. 6 β.δ. 16/18 Ιουλ. 1920 σε συνδυασμό με άρθρ. 7 Ν 3198/1955). Γίνεται, όμως, παραπέρα δεκτό ότι το πλημμέλημα που δεν διαπράττεται κατά την εκτέλεση της εργασίας τότε μόνο δίνει δικαίωμα για έκτακτη καταγγελία, όταν επηρεάζει τη σχέση της συνεργασίας ανάμεσα στον εργοδότη και στο μισθωτό (Κουκιάδης ό.π. σελ. 721, Παπαευθυμίου «Δικαίωμα αζήμιας απολύσεως μετά αξιόποινη πράξη μισθωτού» εις ΕΕΔ 51 . 481, Βλαστός «Καταγγελία σύμβασης εργασίας μετά από μήνυση» εις ΕΕΔ 52 .414, ΑΠ 594/1969 ΔΕΝ 26 . 144, ΑΠ 963/1977 ΑρχΝ 1978 . 226, ΑΠ 357/1986 ΕΕΔ 46 . 88, ΑΠ 680/1987 ΕΕΔ 47 . 294, ΑΠ 177/1991 ΕΕΔ 50·. 1080). Για να είναι έγκυρη η καταγγελία ως έκτακτη, πρέπει να επιχειρείται οπωσδήποτε, ανάλογα με την περίπτωση, μετά την υποβολή της σχετικής μήνυσης ή την απαγγελία κατηγορίας. Χρονική δέσμευση για την υποβολή της δεν υπάρχει. Αν, όμως, ο εργοδότης παραλείψει να ασκήσει το δικαίωμά του μέσα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα από το χρόνο υποβολής της μήνυσης ή της απαγγελίας των κατηγοριών, ο λόγος που επιβάλλει την έκτακτη καταγγελία αποδυναμώνεται και τελικά αυτοαναιρείται (Κουκιάδης ό.π. σελ. 722, ΑΠ 1061/1986 ΕΕΔ 46 . 630). Η έγκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας από τον εργοδότη για έναν από τους παραπάνω λόγους δεν σημαίνει, όμως, και τον οριστικό τερματισμό κάθε εκκρεμότητας ανάμεσα σε αυτόν και το μισθωτό. Η τελική «εκκαθάριση» της κατάστασης θα γίνει μετά τον τερματισμό της ποινικής εκκρεμοδικίας, από την έκβαση της οποίας θα εξαρτηθούν το κύρος και οι συνέπειες της καταγγελίας. Έτσι, η ισχύς της καταγγελίας ως έκτακτης οριστικοποιείται μόνο στην περίπτωση που ο μισθωτός θα καταδικασθεί. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ο μισθωτός απαλλαγεί με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, τότε, και ειδικότερα από τη στιγμή που θα κοινοποιηθεί το απαλλακτικό βούλευμα ή η δικαστική απόφαση στον εργοδότη, η καταγγελία παύει να ισχύει ως έκτακτη, χωρίς, όμως, να σημαίνει και ότι αναβιώνει η σύμβαση. Απλώς η έκτακτη καταγγελία μετατρέπεται σε τακτική και αναβιώνει η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει την αποζημίωση. Ως απαλλαγή νοείται εδώ μόνο αυτή που οφείλεται στο ανυπόστατο του αδικήματος και, γενικώς, στην έλλειψη παράβασης του ποινικού νόμου. Είναι αδιάφορο αν η απαλλαγή έγινε λόγω αμφιβολίας (Κουκιάδης ό.π. σελ. 722 – 723, ΑΠ 1197/1991 ΕΕΔ 52 . 1029, ΑΠ 862/1989 ΕΕΔ 49 . 553, ΑΠ 323/1990 ΕΕΔ 51 . 589). Υποστηρίζεται, πάντως, ότι απαλλαγή που απλώς οφείλεται στην εξάλειψη του αξιοποίνου, όπως είναι η απαλλαγή λόγω παραγραφής ή έμπρακτης μετάνοιας, δεν λαμβάνεται υπόψη (Κουκιάδης ό.π. σελ. 723, ΑΠ 357/1986 ΕΕΔ 46 . 88, ΑΠ 601/1988 ΕΕΔ 48 . 685, ΕφΘεσσαλ 2911/1988 Αρμ 42 . 1129). Στην περίπτωση, λοιπόν, που έχουμε μετατροπή της έκτακτης καταγγελίας σε τακτική, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει αμέσως στο μισθωτό τη νόμιμη αποζημίωσή του. Η πάροδος λίγων ημερών καλύπτει το άμεσο της καταβολής. Η αθώωση μετατρέπει την έκτακτη καταγγελία σε τακτική που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης. Νέα καταγγελία δεν απαιτείται. Αρκεί η έγκαιρη καταβολή της αποζημίωσης, η μη καταβολή της οποίας έχει για συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας, πράγμα που σημαίνει την αναβίωση της εργασιακής σχέσης, η οποία θεωρείται ότι ουδέποτε λύθηκε. Ο μισθωτός έχει, τότε, δικαίωμα να επικαλεσθεί την ακυρότητα της σύμβασης και να ζητήσει μισθούς υπερημερίας (Κουκιάδης ό.π. σελ. 723 – 724, ΑΠ 601/1988 ΕΕΔ 48 . 685, ΑΠ 128/1989 ΕΕΔ 48 . 1085, ΑΠ 323/1990 ΕΕΔ 51 . 589). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ, αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας. Η κατά τη διάταξη αυτή αναβολή λόγω συναφούς ποινικής δίκης εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία (κρίση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (βλ. Βαθρακοκοίλη «Οι τροποποιήσεις έως το Ν 2915/2001» άρθρ. 250 σελ. 291 – 292, ΑΠ 505/1997 Δ 28 . 1120, ΑΠ 121/1974 ΝοΒ 22 . 923, ΕφΘεσσαλ 352/1988 ΕλλΔνη 32 . 1349).
2. Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος αμείβεται με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και επιπλέον υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, και, ειδικότερα, αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών. Αποφασιστική, πάντως, σημασία έχει η συνολική εικόνα της δραστηριότητας, από την εκτίμηση της οποίας και εξαρτάται η κρίση για το ποια στοιχεία υπερέχουν, αυτά της συμβάσεως εργασίας ή εκείνα της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 1214/2006 ΕΕΝ 2008 . 53, ΑΠ 2078/2007 ΕλλΔνη 2008 . 462, ΕφΑθ 35/2010 αδημ.). Η υποχρέωση του μισθωτού να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί βασικό γνώρισμα της εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεών του, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005 αδημ., ΑΠ 2078/2007 ΕλλΔνη 2008 . 462, ΑΠ 1686/2007 ΔΕΝ 2008 . 18 = ΕεργΔ 2008 . 462, ΕφΑθ 309/2008 ΕλλΔνη 2008 . 1101, ΕφΑθ 35/2010 ό.π.). Ειδικότερα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, χωρίς την ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, ενώ ο εργοδότης καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, τον τόπο, το χρόνο και την έκταση της εργασίας, που θα παρέχει ο μισθωτός. Αντίθετα, στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και εκείνες των άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ, υπάρχουν, μεν, πολλά κοινά στοιχεία με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως τρόπος κατάρτισης, διάρκεια, υποχρέωση αυτοπρόσωπης παροχής, καταβολής μισθού κλπ, πλην, όμως, υφίστανται ουσιώδεις από αυτήν διαφορές. Διαφέρει, δηλαδή, η σύμβαση αυτή από εκείνη της εξαρτημένης εργασίας ως προς το κύριο στοιχείο, ήτοι της έλλειψης νομικής και προσωπικής εξάρτησης. Έτσι, στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ο εργοδότης δεν ασκεί τις παρεχόμενες από το διευθυντικό του δικαίωμα εξουσίες και ο εργαζόμενος δεν υποχρεώνεται να συμμορφώνεται με τις οδηγίες και τις εντολές του για τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης της εργασίας, ούτε υπόκειται στον έλεγχό του. Το πότε συντρέχει ή όχι το στοιχείο αυτό αποτελεί πραγματικό γεγονός, το οποίο κρίνεται τόσο από τους όρους της σύμβασης, όσο και από τις συνθήκες παροχής της εργασίας (ΑΠ 533/2004, ΑΠ 459/2004, ΑΠ 156/2004, ΑΠ 1378/2003, ΑΠ 1618/2003 αδημ., ΑΠ 1472/2000 ΕλλΔνη 42 . 738, ΜονΠρΠειρ 1932/2012 αδημ.). Περαιτέρω, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται και από την αναφερομένη στη διάταξη του άρθρ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως επειδή με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλόμενων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 1618/2003 αδημ., ΜoνΠρΠειρ 1932/2012 ό.π.). Επιπροσθέτως, στη σύμβαση έργου ο εργολάβος δεν τελεί υπό προσωπική εξάρτηση του εργοδότη και τις δεσμευτικές οδηγίες του αλλά έχει την ελευθερία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσης του έργου, έχοντας μόνο την υποχρέωση να εκτελέσει το συμφωνηθέν έργο και να παραδώσει αυτό εντός του ορισθέντος χρόνου ή τη συμφωνηθείσα δήλη ημέρα (ΑΠ 1734/2002 αδημ., ΜονΠρΠειρ 1932/2012 ό.π.). Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης γίνεται μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων από το Δικαστήριο, το οποίο κρίνει με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται οι συμβαλλόμενοι, ανεξάρτητα από την ονομασία που έδωσαν σε αυτήν οι τελευταίοι, με βασικό κριτήριο τη νομική και προσωπική εξάρτηση του εργαζομένου και σύμφωνα με το όλο περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 177/1999 ΕλλΔνη 40 . 1056, ΕφΑΘ 160/1998 ΕλλΔνη 39 . 360, ΕφΑΘ 9157/1998 ΕλλΔνη 40 . 1144, ΜονΠρΠειρ 1932/2012 ό.π.).
3. Με την υπό κρίση από 8 – 7 – 2014 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ………./2014) αγωγή, η ενάγουσα ………. ζητεί, για τους λόγους που εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 28 – 4 – 2014 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ………. να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 48.132,60 ΕΥΡΩ, αναλυόμενο σε 10.104,75 ΕΥΡΩ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 29 – 4 – 2014 μέχρι 28 – 4 – 2015, σε 5.000 ΕΥΡΩ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε η άκυρη απόλυσή της, η οποία συνοδεύτηκε από τους εκ μέρους του εναγομένου περιγραφομένους στην αγωγή εξυβριστικούς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς που συνιστούσαν προσβολή της προσωπικότητάς της, σε 661,02 ΕΥΡΩ για δεδουλευμένες αποδοχές Απριλίου 2014, σε 1.862,23 ΕΥΡΩ για δώρο Χριστουγέννων ετών 2012 και 2013 και δώρο Πάσχα ετών 2013 και 2014, σε 2.557,92 ΕΥΡΩ για αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και επίδομα αδείας ετών 2012 και 2013, σε 12.089,55 ΕΥΡΩ για αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, σε 6.680,55 ΕΥΡΩ για αμοιβή για εργασία κατά τις ημέρες του Σαββάτου, σε 8.600,22 ΕΥΡΩ για αμοιβή την εργασία της κατά τις Κυριακές και σε 575,66 ΕΥΡΩ για προσαύξηση της αμοιβής της λόγω νυκτερινής απασχόλησής της, τα παραπάνω, δε, ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Επικουρικώς, δε, ζητεί, στην περίπτωση που θα κριθεί έγκυρη η σύμβαση εργασίας της, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος αφενός να της καταβάλει, αντί για τους προαναφερομένους μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 1.676,64 ΕΥΡΩ για αποζημίωση απολύσεως, καθώς και 718,56 ΕΥΡΩ για αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και 359,28 ΕΥΡΩ για επίδομα αδείας έτους 2014, με το νόμιμο τόκο από 28 – 4 – 2014, αφετέρου να της χορηγήσει, κατ’ άρθρ. 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, καθώς και η διαγωγή της, απειλουμένης εναντίον του χρηματικής ποινής ύψους 500 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωσή του. Ζητεί, επίσης, να απειληθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους εις βάρος του εναγομένου, ως μέσον εκτέλεσης για την είσπραξη του επιδικασθησομένου ποσού, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες αυτής (ενάγουσας) ως οικιακής βοηθού, απειλούμενης εις βάρος του προσωπικής κρατήσεως διάρκειας ενός έτους και χρηματικής ποινής 5.900 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με αυτήν την υποχρέωσή του. Ζητεί, τέλος, να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς το καταψηφιστικό μέρος της. Η υπό κρίση αγωγή φέρεται αρμοδίως και παραδεκτώς προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 9, 16 αρ. 2, 22 ΚΠολΔ), προκειμένου να εκδικασθεί κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663, 666, 667, 670, 676 ΚΠολΔ), και είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, εκτός από τα κατωτέρω αναφερόμενα αιτήματά της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 648, 649, 653, 655, 341, 345, 346, 57, 59, 932 ΑΚ, 3, 5 παρ. 2 Ν 2112/1920, 1, 2 παρ. 1 και παρ. 2, 3, 4, 5 παρ. 1, 2 και 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 Ν 3198/1955, άρθρ. 1 Ν 1082/1980, απόφαση 19040/1981 και 12921/1981 Υπουργού Εργασίας, 5 παρ. 4 και 5 ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 3 Ν 1346/1983, 4 Ν 2874/2000, 1 Ν 3385/2005, άρθρ. 2 παρ. 1 ν.δ. 3755/1957, σε συνδυασμό με τις αποφάσεις 8900/46 και 25825/51 Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας, υ.α. Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 18310/46, 70, 176, 907, 908 παρ. 1 περ. ε και 946 παρ. 1 ΚΠολΔ. Θα πρέπει, όμως, να απορριφθούν από τούδε τα εξής: Α) Ως αόριστο το αίτημα περί υποχρεώσεως του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας ετών 2012 και 2013, ανερχομένης στο ποσό των 459,84 ΕΥΡΩ για το έτος 2012 και στο ποσό των 1.379,52 ΕΥΡΩ για το έτος 2013. Σύμφωνα με το άρθρ. 5 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρ. 3 του Ν.Δ. 3755/1957, ο εργοδότης που αρνήθηκε να χορηγήσει στο μισθωτό τη νόμιμη κατ’ έτος άδεια του υποχρεούται, μόλις λήξει το έτος κατά το οποίο ο μισθωτός δικαιούται την άδεια, να καταβάλει σε αυτόν: α) τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις ημέρες της άδειας και β) προσαυξήσεις των αποδοχών αυτών κατά 100% (δηλαδή τις αποδοχές αδείας στο διπλάσιο). Η προσαύξηση αυτή θεωρείται αστική κύρωση της υπερημερίας του εργοδότη. Για το λόγο αυτό προϋποθέτει υπαιτιότητα του τελευταίου, έστω και στο βαθμό της ελαφράς αμέλειας (άρθρ. 300 ΑΚ), η οποία όμως (υπαιτιότητα) δεν υπάρχει όταν ο μισθωτός δεν ζήτησε την άδεια, οπότε και δεν δικαιούται προσαύξηση (ΟλΑΠ 32/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1394/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1045/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1234/2004 ΕλλΔνη 2005 . 1357, ΑΠ 1554/1997 ΔΕΝ 1998 . 682, ΜονΠρΑΘ 465/2011 αδημ.). Έτσι, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή στο μισθωτό προσαύξησης των αποδοχών αδείας κατά 100% λόγω μη χορήγησης της αδείας εντός του έτους κατά την οποία την δικαιούταν, απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός των άλλων, ότι αυτός υπέβαλε αίτημα στον εργοδότη για τη χορήγηση της άδειάς του και ο τελευταίος από υπαιτιότητά του δεν τη χορήγησε (ΑΠ 581/1999 ΕλλΔνη 2000 . 92, ΜονΠρΑΘ 465/2011 αδημ.). Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η ενάγουσα εκθέτει με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής (βλ. σελ. 13) ότι ο εναγόμενος «ουδέποτε της χορήγησε έστω και μια ημέρα κανονικής άδειας και επιπλέον δεν της κατέβαλε αποζημίωση μη ληφθείσης άδειας», χωρίς, όμως, να εκθέτει με ποιο τρόπο – είτε γραπτώς, με αίτησή της, είτε προφορικώς – υπέβαλε στον εναγόμενο το αίτημά της για χορήγηση αδείας ετών 2012 και 2013 και με ποιον τρόπο – είτε γραπτώς, με έγγραφό του, είτε προφορικώς – ο εναγόμενος αρνήθηκε να τη χορηγήσει, εξαναγκάζοντάς την στην παροχή της εργασίας της για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έπρεπε να λάβει άδεια για τα εν λόγω έτη. Β) Ως μη νόμιμο το αίτημα περί απειλής προσωπικής κρατήσεως διάρκειας ενός έτους εις βάρος του εναγομένου ως μέσον εκτελέσεως για την είσπραξη του επιδικασθησομένου ποσού. Η επιβολή της προσωπικής κρατήσεως ως μέσο εκτέλεσης προβλέπεται από το νόμο μόνο στις περιπτώσεις του άρθρου 946 ΚΠολΔ, ήτοι σε περιπτώσεις όπου η χρηματική ποινή επιβάλλεται προκειμένου να εξαναγκασθεί ο οφειλέτης να προβεί σε ενέργεια που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο, και του άρθρου 947 ΚΠολΔ, όπου η χρηματική ποινή επιβάλλεται προκειμένου ο οφειλέτης να παραλείψει κάποια ενέργεια. Οι περιπτώσεις αυτές, όμως, δεν συντρέχουν στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθούν χρηματικές απαιτήσεις γίνεται με κατάσχεση της περιουσίας του εναγομένου (βλ. και ΜονΠρΑΘ 595/2012 αδημ., ΜονΠρΑΘ 465/2011 αδημ.). Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι στις 25 – 4 – 2014, στο διαμέρισμα της μητέρας του ………., ευρισκόμενο στον ………. Αττικής, η ενάγουσα, από κοινού με τον σύζυγό της ………., τη θυγατέρα τους και την ………., τέλεσαν εις βάρος αυτού (εναγομένου) και της συζύγου του ………. τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης (άρθρ. 361 ΠΚ), της απειλής (άρθρ. 333 ΠΚ) και της εκβίασης (άρθρ. 309 ΠΚ). Για το λόγο αυτό ο εναγόμενος και η ανωτέρω σύζυγός του υπέβαλαν κατά της εναγομένης και κατά των προαναφερομένων προσώπων την από 30 – 6 – 2014 (Α.Β.Μ. Δ2014/……….) έγκλησή τους ενώπιον της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι οι τελευταίοι τέλεσαν εις βάρος τους τις προμνησθείσες αξιόποινες πράξεις. Με την ίδια έγκληση ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι η αίτηση της ενάγουσας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, υποβληθείσα στις 12 – 5 – 2014, περιείχε ψευδή γεγονότα, που είχαν σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, και, συνεπώς, στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρ. 363 ΠΚ), καθόσον η ενάγουσα τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των ισχυρισμών της. Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος άσκησε κατά της ενάγουσας την από 20 – 9 – 2014 (Α.Β.Μ. Γ2014/……….) έγκλησή του ενώπιον της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα, με την υπό κρίση από 8 – 7 – 2014 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ………./2014) αγωγή, ισχυρίζεται ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα γι’ αυτόν (ενάγοντα), που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και, συνεπώς, στοιχειοθετούν τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρ. 363 ΠΚ) και της απάτης επί Δικαστηρίω (άρθρ. 386 ΠΚ), καθόσον η ενάγουσα τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των ισχυρισμών της. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αποτέλεσμα της ποινικής δίκης, που έχει ανοιχθεί με τις προαναφερομένες μηνύσεις, επηρεάζει τη διάγνωση της επίδικης διαφοράς αναφορικά με τη βασιμότητα: α) του αιτήματος περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 28 – 4 – 2014 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, β) του κονδυλίου των 10.104,75 ΕΥΡΩ για μισθούς, υπερημερίας, γ) του επικουρικού κονδυλίου περί αποζημίωσης απολύσεως ύψους 1.676,64 ΕΥΡΩ, μετά των επικουρικών κονδυλίων περί αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας έτους 2014 ύψους 718,56 ΕΥΡΩ και περί επιδόματος αδείας έτους 2014 ύψους 359,28 ΕΥΡΩ, δ) του επικουρικού αιτήματος περί χορηγήσεως κατ’ άρθρ. 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικού εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της ενάγουσας, καθώς και η διαγωγή της, απειλουμένης εναντίον του εναγομένου χρηματικής ποινής ύψους 500 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωσή του, ε) του κονδυλίου των 5.000 ΕΥΡΩ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στ) του αιτήματος περί υποχρεώσεως του εναγομένου να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας ως οικιακής βοηθού, απειλούμενης εναντίον του προσωπικής κρατήσεως διάρκειας ενός έτους και χρηματικής ποινής 5.900 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωσή του. Ειδικότερα, η περάτωση της ποινικής διαδικασίας, που έχει ανοιχθεί με τις ανωτέρω μηνύσεις, θα διευκολύνει, καταρχήν, το Δικαστήριο στη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του περί του εάν η επίδικη από 28 – 4 – 2014 καταγγελία είναι καταχρηστική και άκυρη. Όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η τελική «εκκαθάριση» της κατάστασης, που δημιουργήθηκε από την εκ μέρους του εργοδότη υποβολή μηνύσεως εις βάρος του μισθωτού για αξιόποινη πράξη που ο τελευταίος τέλεσε κατά την εκτέλεση της εργασίας του, θα γίνει μετά τον τερματισμό της ποινικής δίκης, που ανοίχθηκε με την εν λόγω μήνυση, καθόσον από την έκβαση αυτής της δίκης θα εξαρτηθούν το κύρος και οι συνέπειες της καταγγελίας. Ειδικότερα, σε περίπτωση που η ενάγουσα κριθεί ένοχη και καταδικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις, που αναφέρονται στις ανωτέρω μηνύσεις, η ισχύς της επίδικης από 24 – 1 – 2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ως «έκτακτης», δηλαδή χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των Ν 2112/1920 και 3198/1955, θα οριστικοποιηθεί και, συνεπώς, το Δικαστήριο θα έχει τη δυνατότητα και και την ευχέρεια να κρίνει ότι η επίδικη καταγγελία δεν είναι άκυρη, αλλά έγκυρη, παρόλο που δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος και δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα η αποζημίωση απολύσεως. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θα έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια να διαμορφώσει τη δικανική πεποίθηση ότι ο εναγόμενος προέβη ευλόγως και δικαιολογημένα στην απόλυση της ενάγουσας χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεώς της, επειδή αυτή (ενάγουσα) προέβη στην εις βάρος του τέλεση των προμνησθεισών αξιόποινων πράξεων, που της καταλογίζονται με τις ως άνω μηνύσεις, με αποτέλεσμα η μεταξύ τους εργασιακή σχέση να διαταραχθεί. Σε περίπτωση, όμως, που η ενάγουσα κριθεί αθώα για την τέλεση των ιδίων αξιόποινων πράξεων και απαλλαγεί είτε με δικαστική απόφαση, είτε με βούλευμα, η επίδικη από 28 – 4 – 2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας θα παύσει να ισχύει ως «έκτακτη». Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο θα κρίνει: Α) Αν η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη και καταχρηστική, δηλαδή εάν ο εναγόμενος προέβη σε αυτήν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματός της και, συγκεκριμένα, κινούμενος από αισθήματα εμπάθειας και μίσους και για λόγους εκδικήσεως, όπως αυτή (ενάγουσα) ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της βασιμότητας του κονδυλίου περί μισθών υπερημερίας, καθώς, επίσης, και του αιτήματος περί υποχρεώσεως του εναγομένου να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας ως οικιακής βοηθού, απειλουμένης εναντίον του προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο θα έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει δικανική πεποίθηση περί του εάν η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας προκάλεσε στην τελευταία προσβολή της προσωπικότητάς της και ηθική ζημία και, κατ’ επέκταση, να εξετάσει τη βασιμότητα του κονδυλίου περί αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης. Β) Αν η επίδικη καταγγελία έχει μετατραπεί από «έκτακτη» σε «τακτική», με συνέπεια την αναβίωση της υποχρέωσης του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεώς της. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της βασιμότητας της επικουρικής βάσης της αγωγής περί υποχρεώσεως του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα την αποζημίωση απολύσεώς της, μετά της αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2014. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο θα έχει τη δυνατότητα να εξετάσει και τη βασιμότητα του επικουρικού αιτήματος περί της κατ’ άρθρ. 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ χορήγησης εκ μέρους του ενάγοντος πιστοποιητικού εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της ενάγουσας, καθώς και η διαγωγή της ιδίας, απειλούμενης εναντίον του χρηματικής ποινής ύψους 500 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωσή του. Επομένως, στην κρινόμενη περίπτωση συντρέχει, αναφορικά με τα προαναφερόμενα υπό στοιχ. α έως στ κονδύλια και αιτήματα της υπό κρίση αγωγής, νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 250 ΚΠολΔ, προκειμένου το Δικαστήριο να προβεί στην ασφαλέστερη διάγνωση της ένδικης διαφοράς των διαδίκων ως προς τα εν λόγω κονδύλια και αιτήματα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η διάταξη του άρθρ. 250 ΚΠολΔ τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής παρά το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από κάποιον εκ των διαδίκων – είτε με τις προτάσεις του είτε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του καταχωρηθείσα στα πρακτικά – καθόσον, όπως εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η αναβολή της συζήτησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί και αυτεπαγγέλτως. Πρέπει, επομένως, αναφορικά με τα προαναφερόμενα υπό στοιχ. α έως στ κονδύλια και αιτήματα, να αναβληθεί η συζήτηση της υπό κρίση αγωγής μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, η οποία έχει ανοιχθεί με τις προμνησθείσες μηνύσεις. Ως προς τα υπόλοιπα κονδύλιά της, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να εξεταασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της έχει καταβληθεί το προσήκον δικαστικό ένσημο μετά των αναλογούντων υπέρ τρίτων ποσοστών (βλ. υπ’ αριθμ. ………., ………., ………., ………. αγωγόσημα). Να σημειωθεί, επίσης, ότι, ως προς το κονδύλιο περί μισθών υπερημερίας – ως προς το οποίο έχει αναβληθεί η συζήτηση κατ’ άρθρ. 250 ΚΠολΔ, όπως προεκτέθηκε – η υπό κρίση αγωγή έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ. 6 παρ. 1 Ν 3198/1955, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 280 ΑΚ, βλ. και ΟλΑΠ 16/1994 αδημ., ΑΠ 277/2006 ΕλλΔνη 2007 . 471), καθόσον ο χρόνος της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που επικαλείται η ενάγουσα, είναι η 28η – 4 – 2014, ενώ η επίδοση της υπό κρίση αγωγής, με την οποία ολοκληρώθηκε η άσκησή της (άρθρ. 215 ΚΠολΔ), έλαβε χώρα στις 18 – 7 – 2014 (βλ. υπ’ αριθμ. 10385 Ε’/18 – 7 – 2014 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη).
4. Ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του και με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, καταχωρηθείσα στα πρακτικά, υποβάλλει τις εξής ενστάσεις: Α) Περί κακόβουλης παράλειψης της εργασίας της ενάγουσας (άρθρ. 656 εδ. β ΑΚ), ισχυριζόμενος ότι η τελευταία, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, μπορούσε ευχερώς να ανεύρει και να παράσχει εργασία σε άλλο εργοδότη, παρόμοια με αυτήν που παρείχε στη μητέρα του, ήτοι εργασία σχετιζόμενη με τη φροντίδα ηλικιωμένων ατόμων. Ότι, παρόλα αυτά, η ενάγουσα παρέμεινε θεληματικά άνεργη, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας σε άλλον εργοδότη, και, συνεπώς, πρέπει να αφαιρεθεί από τους μισθούς υπερημερίας, που τυχόν θα της επιδικασθούν, καθετί που ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας της ή από την παροχή της σε άλλον εργοδότη κατά το ανωτέρω αιτούμενο χρονικό διάστημα υπερημερίας. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, καθόσον ο εναγόμενος δεν προσδιορίζει με ακρίβεια σε ποιον εργοδότη, ή ποίους εργοδότες, θα μπορούσε η ενάγουσα κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα της υπερημερίας να προσφέρει την εργασία της, συνιστάμενη στη φροντίδα ηλικιωμένων ατόμων, και ποια η ωφέλεια (μηνιαίος μισθός, αμοιβή κλπ) που θα αποκόμιζε από την εν λόγω εργασία της. Β) Περί συμψηφισμού του ποσού, που τυχόν θα επιδικασθεί στην ενάγουσα, με τις απαιτήσεις που αυτός (εναγόμενος) έχει κατά της τελευταίας λόγω ζημίας που του προξένησε από δόλο κατά την εκτέλεση της εργασίας της (άρθρ. 664 ΑΚ). Η ένσταση αυτή πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως αόριστη, επειδή ο εναγόμενος δεν προσδιορίζει με ακρίβεια σε τι συνίσταται η ζημία, που η ενάγουσα του προξένησε δολίως κατά την εκτέλεση της εργασίας της, και ποιο το ύψος του ποσού, στο οποίο ανέρχεται η ζημία αυτή. Γ) Περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας (άρθρ. 281 ΑΚ), ισχυριζόμενος ότι η τελευταία αξιώνει με την υπό κρίση αγωγή απαιτήσεις βάσει της εργατικής νομοθεσίας, παρόλο που μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και του εναγομένου δεν είχε ποτέ συναφθεί άτυπη σύμβαση εργασίας. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον η έγερση της υπό κρίση αγωγής από μόνη της δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, εάν δεν συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Στην προκειμένη, δε, περίπτωση ο εναγόμενος θεμελιώνει την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας στην εκ μέρους της τελευταίας έγερση της υπό κρίση αγωγής, χωρίς, όμως, εκτός από το νόμω και ουσία αβάσιμο της αγωγής, να εκθέτει και άλλα περιστατικά, σχετιζόμενα με την εν λόγω έγερση, τα οποία θα μπορούσαν να συνιστούν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών κλπ. Δ) Περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής του (άρθρ. 262 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενος ότι η ενάγουσα ουδέποτε προσελήφθη από αυτόν (εναγόμενο), αλλά εξυπηρέτησε τη μητέρα του κατόπιν συνεννοήσεώς του με τη σύζυγό του. Η ένσταση αυτή είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη και, συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική της βασιμότητα.
5. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, τις υπ’ αριθμ. ………., ……….και ………./29 – 1 – 2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που περιέχουν αντιστοίχως τις καταθέσεις των μαρτύρων ………., ………. και ………., ληφθείσες με επιμέλεια της ενάγουσας νομοτύπως κατ’ άρθρ. 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του εναγομένου (βλ. την προμνησθείσα υπ’ αριθμ. ………./18 – 7 – 2014 έκθεση επιδόσεως), τις υπ’ αριθμ. ………. και ………./9 – 10 – 2015 και ………./12 – 10 – 2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που περιέχουν αντιστοίχως τις καταθέσεις των μαρτύρων ………., ………. και ………., ληφθείσες με επιμέλεια του εναγομένου νομοτύπως κατ’ άρθρ. 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας αναφορικά με τις υπ’ αριθμ. ………. και ………./2015 ένορκες βεβαιώσεις (βλ. υπ’ αριθμ. ………./7 – 10 – 2015 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γεώργιου Μαν. Κουμεντάκη) και κατόπιν προφορικής δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου περί εξετάσεως μάρτυρος καταχωρηθείσα στα πρακτικά αναφορικά με την υπ’ αριθμ. ………./2015 ένορκη βεβαίωση, και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύονται τα εξής: Η ενάγουσα ………. προσελήφθη στις 7 – 9 – 2012 από τον εναγόμενο ………. με άτυπη (προφορική) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα της οικιακής βοηθού. Συγκεκριμένα, το αντικείμενο της εργασίας της ενάγουσας συνίστατο στη φροντίδα και περιποίηση της μητέρας του εναγομένου ………., η οποία ήταν υπέργηρη (περίπου 87 ετών) και είχε δυσκολία στη μετακίνησή της και στην αυτοσυντήρησή της και γι’ αυτό είχε ανάγκη τη συνδρομή βοήθειας από τρίτο πρόσωπο. Ο δε τόπος εργασίας της ενάγουσας ήταν το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού ………. στον ………. Αττικής, στο οποίο κατοικούσε η προαναφερομένη μητέρα του εναγομένου, ενώ σε διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας κατοικούσε και η ενάγουσα, γεγονός που, προφανώς, αποτέλεσε κριτήριο για τον εναγόμενο, προκειμένου να συνάψει μαζί της την επίδικη άτυπη σύμβαση εργασίας. Πάντως, ο εναγόμενος ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι η ενάγουσα ουδέποτε προσελήφθη από αυτόν, ουδέποτε εργάσθηκε στην υπηρεσία του, έστω και μια ημέρα, ως οικιακή βοηθός και ουδέποτε αυτός (εναγόμενος) άσκησε οποιοδήποτε διευθυντικό δικαίωμα επ’ αυτής. Ότι, συγκεκριμένα, η ενάγουσα έκανε συνεννοήσεις μόνο με τη σύζυγό του, προκειμένου να επισκέπτεται κάποιες φορές τη μητέρα του για να την εξυπηρετεί, χωρίς ποτέ να καταρτίσει με αυτόν (εναγόμενο) σύμβαση εργασίας, έστω και άτυπη. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του ενάγοντος δεν αποδείχθηκαν και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Το Δικαστήριο άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι ο εναγόμενος συνήψε προφορική σύμβαση εργασίας με την ενάγουσα, καθιστάμενος με τον τρόπο αυτό εργοδότης της, εκτιμώντας ιδίως το γεγονός ότι τα καθήκοντα, που αυτή (ενάγουσα) ανέλαβε, συνίσταντο στη φροντίδα και περιποίηση της μητέρας του εναγομένου. Το γεγονός ότι η ενάγουσα, ενδεχομένως, προέβη σε συνεννοήσεις σχετικά με τον τρόπο, τον τόπο κλπ της παροχής της εργασίας της με τη σύζυγο του εναγομένου, δεν επαρκεί για να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος ουδέποτε απέκτησε την ιδιότητα του εργοδότη αυτής (ενάγουσας). Το αντικείμενο εργασίας της ενάγουσας ήταν η παροχή υπηρεσιών οικιακής βοηθού στη μητέρα του εναγομένου και, συνεπώς, οι συνεννοήσεις της συζύγου του τελευταίου με αυτήν (ενάγουσα) έγιναν, προφανώς, με τη συναίνεση του εναγομένου, καθόσον η ενάγουσα επρόκειτο να προσφέρει τις υπηρεσίες της στη μητέρα του και, κατ’ επέκταση, για λογαριασμό αυτού (εναγομένου). Πρέπει, επομένως, η ένσταση περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου (βλ. παρ. 4 στοιχ. Δ) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι μεταξύ αυτού και της ενάγουσας δεν είχε δημιουργηθεί εργασιακή σχέση, καθόσον αυτός (εναγόμενος) δεν άσκησε ποτέ έλεγχο και εποπτεία επ’ αυτής, ούτε της έδωσε εντολές και οδηγίες. Ότι, συγκεκριμένα, η ενάγουσα εξυπηρετούσε έκτακτα, περιστασιακά, και για λίγες μόνο ώρες τη μητέρα αυτού (εναγομένου), και μόνο όποτε παρίστατο ανάγκη; χωρίς να έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους μισθός και επακριβώς προσδιορισμένο ωράριο εργασίας [περί αυτών βλ. την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο της μάρτυρος του εναγομένου στο ακροατήριο ………., η οποία κατέθεσε: «Είναι γαμπρός μου ο εναγόμενος … Η ενάγουσα δεν δούλευε, βοηθούσε τη συμπεθέρα μου, η οποία και έβλεπε και περπατούσε πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε παρόλη την ηλικία που είχε και τη βοηθούσε κατά διαστήματα … Κάποιες ώρες η ενάγουσα τη βοήθησε για λίγο διάστημα, επειδή δούλευε και σε άλλα σπίτια στη Γλυφάδα και στη Βουλιαγμένη απ’ ό,τι έλεγε αυτή η κυρία», την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου ………., που περιέχεται στην προμνησθείσα υπ’ αριθμ. ………./9 – 10 – 2015 ένορκη βεβαίωση, η οποία κατέθεσε : «Ο εναγόμενος ………. είναι σύζυγός μου … Θα δυσκολευόμουν κάποιες φορές να επισκεφτώ την πεθερά μου στο βαθμό που συνήθιζα, σκέφτηκα επομένως να ζητήσω βοήθεια από τη ………., την οποία ήξερα με το όνομα ………. και κατοικεί στο ισόγειο της πολυκατοικίας που έμενε η πεθερά μου … Της εξήγησα κιόλας ότι θα την χρειαζόμουν μόνο για λίγες φορές και κάποιες λίγες ώρες μόνο, εντελώς περιστασιακά, όποτε τύχαινε δηλαδή», την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου ………., που περιέχεται στην προμνησθείσα υπ’ αριθμ. ………./9 – 10 – 2015 ένορκη βεβαίωση, η οποία κατέθεσε: «Την κυρία ………. την φρόντιζαν, την πήγαιναν στους γιατρούς όποτε χρειαζόταν και γενικώς την περιποιόντουσαν. Εδώ και αρκετά χρόνια που πήρε σύνταξη ο κύριος ………. την βοηθούσε ακόμη περισσότερο. Κάποια στιγμή η κυρία ………. μου είπε ότι σκεφτόταν να ζητήσει από μια κυρία αλλοδαπή με το όνομα ………., που μένει στο ισόγειο στην ίδια πολυκατοικία με την πεθερά της, να την διευκολύνει κάποιες φορές για να φροντίσει κάποια προβλήματα που είχαν ανακύψει στην οικογένεια τους … Της είχαν πει ότι η κυρία αυτή γνωρίζει από ηλικιωμένους, οπότε και τη θεώρησε κατάλληλη, άλλωστε θα χρειαζόταν, απ’ ό,τι μου είπε, λίγες μόνο φορές. Όντως, συμφώνησαν να τη διευκολύνει, όποτε το χρειαζόταν, και η κυρία ………. θα της έδινε ένα χαρτζιλίκι, δεν συμφώνησαν κάποια συγκεκριμένη αμοιβή ούτε ωράριο απ’ ό,τι μου είπε, απλά να πηγαίνει καμιά – δυο ώρες όποτε δεν μπορούσε η ίδια» και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του εναγομένου ………., που περιέχεται στην προμνησθείσα υπ’ αριθμ. στην προμνησθείσα υπ’ αριθμ. ………./12 – 10 – 2015 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος κατέθεσε: «Γνωρίζω πάνω από 15 χρόνια τον κύριο ………. με την οικογένειά του … Την περίοδο εκείνη, δηλαδή τον Μάρτιο του 2014, στην κυρία ………. – δηλαδή στη σύζυγο του εναγομένου – είχαν πέσει μαζεμένες διάφορες υποχρεώσεις … Η κυρία ………. ήθελε απλά έναν άνθρωπο να ρίχνει κάποιες φορές μια ματιά περισσότερο στην πεθερά της και αν χρειαστεί κάτι η πεθερά της και δεν μπορεί η κυρία ………., τότε μόνο να το κάνει εκείνη, λίγες ώρες παρέα πού και πού απ’ ό,τι είχα καταλάβει»]. Τα παραπάνω που ισχυρίζεται ο εναγόμενος και καταθέτουν οι μάρτυρές του δεν αποδείχθηκαν και, συνεπώς, πρέπει ομοίως να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Το Δικαστήριο κρίνει, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ότι εν προκειμένω ο εναγόμενος ασκούσε έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της ενάγουσας, δίνοντάς της δεσμευτικές εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής της. Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος απέβλεπε στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας για αόριστο χρόνο από την ενάγουσα, χωρίς η τελευταία να έχει ευθύνη για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος. Επομένως, η ενάγουσα τελούσε σε προσωπική και νομική εξάρτηση από τον εναγόμενο, ο οποίος καθόριζε κατά τρόπο δεσμευτικό τους συμβατικούς όρους, τον τόπο, την έκταση κλπ της εργασίας της και, κατ’ επέκταση, δεν είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους ούτε σχέση σύμβασης έργου, ούτε σχέση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (για όλα αυτά βλ. την υπό παρ. 2 μείζονα σκέψη της παρούσας). Το Δικαστήριο άγεται στη δικανική πεποίθηση για όλα τα παραπάνω λαμβάνοντας υπόψη του ιδίως το γεγονός ότι η μητέρα του εναγομένου ήταν, όπως προεκτέθηκε, πολύ μεγάλης ηλικίας και είχε πολλές δυσκολίες στην αυτοσυντήρησή της και στις μετακινήσεις της. Για το λόγο αυτό είχε ανάγκη βοήθειας όχι περιστασιακά και σε έκτακτα περιστατικά, αλλά επί πολλές ώρες ημερησίως από τρίτο πρόσωπο, το οποίο θα έπρεπε της να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε συνεχόμενο και σταθερό ωράριο και, κατ’ επέκταση, έναντι συμφωνηθείσας μηνιαίας αμοιβής [περί αυτών βλ. την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας ………., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, η οποία κατοικεί σε διαμέρισμα της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, όπου κατοικούν η ενάγουσα και η μητέρα του εναγομένου, και κατέθεσε ότι: «Η ενάγουσα προσελήφθη για να εξυπηρετεί την κα ………. και να κάνει όλες τις δουλειές, να της δίνει τα φάρμακά της γιατί ήταν άρρωστη η γυναίκα, δεν μπορούσε να σταθεί, να αυτοσυντηρηθεί, να φροντίσει για τα χάπια της και όλα … είχε προβλήματα στα μάτια, είχε αστάθεια στα πόδια της και έπεφτε … είχε σοβαρά προβλήματα, δεν μπορούσε ούτε να πιει τα χάπια της ούτε να ξέρει ποια θα πιει … ούτε στο μπάνιο μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί», την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας ………., που περιέχεται στην προμνησθείσα υπ’ αριθμ. ………./29 – 1 – 2015 ένορκη βεβαίωση, η οποία κατέθεσε: «Έχω γνωρίσει όλους τους ενοίκους της ανωτέρω πολυκατοικίας αλλά ειδικά με τη ………. – δηλαδή τη μητέρα του εναγομένου – γίναμε πολύ φίλες. Στα τέλη του Αυγούστου του 2012 η κατάσταση της υγείας της ………. επιδεινώθηκε. Κόντευε τα 90, είχε υπέρταση και μεγάλο πρόβλημα με την όρασή της, δεν μπορούσε να μαγειρέψει, να φάει μόνη της, να κάνει μπάνιο και, γενικά, δεν γινόταν να μείνει πια μόνη. Έτσι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο γιος της, ………., συμφώνησε με την κυρία που μένει στο ισόγειο διαμέρισμα της πολυκατοικίας, τη ………., να της δίνει 600 ευρώ καθαρά το μήνα για να φροντίζει τη μητέρα του και να κάνει δουλειές στο σπίτι της» και την κατάθεση της ………., που περιέχεται στην προμνησθείσα υπ’ αριθμ. ………./29 – 1 – 2015 ένορκη βεβαίωση, η οποία κατοικεί σε διαμέρισμα στην ίδια ως άνω πολυκατοικία και κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως: «Η κ. ………. λόγω της προχωρημένης ηλικίας της (πλησιάζει τα 90) και των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει (έχει μεγάλο πρόβλημα όρασης και υπέρταση) ιδίως από το Σεπτέμβριο του 2012 και έπειτα, δεν μπορούσε πια να αυτοεξυπηρετείται. Για τον λόγο αυτό ο γιος της, ο ………., συμφώνησε με τη ………., την οποία γνώριζε αρκετό καιρό ως γειτόνισσα, να φροντίζει την κ. ………. με μισθό 600 ευρώ καθαρά. Απ’ όσο γνωρίζω από τον Σεπτέμβριο του 2012 η ………. παρείχε υπηρεσίες φροντίδας και προσωπικής υγιεινής στην κ. ………. και επιπλέον έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού (καθάρισμα, μαγείρεμα, πλύσιμο κλπ) και γενικά ό,τι της ζητούσε ο κ. ………., ο οποίος επισκεπτόταν το διαμέρισμα της μητέρας του τακτικά»]. Περαιτέρω, η ενάγουσα προσέφερε την εργασία της στον εναγόμενο, με την ιδιότητα της οικιακής βοηθού της μητέρας του, μέχρι τις 28 – 4 – 2014, ημερομηνία κατά την οποία αυτός (εναγόμενος) προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Όσον αφορά στον μηνιαίο μισθό της ενάγουσας συμφωνήθηκε στο ποσό των 718,56 ΕΥΡΩ μικτά καθ’ όλη τη διάρκεια της επίδικης εργασιακής σχέσης. Όσον αφορά στο ωράριο εργασίας της ενάγουσας, αποδείχθηκε ότι πολλές φορές, λόγω της κατάστασης της μητέρας του εναγομένου που καθιστούσε αναγκαία την παροχή βοήθειας από τρίτο πρόσωπο για πολλές ώρες ημερησίως και εβδομαδιαίως (βλ. παραπάνω), αυτή (ενάγουσα) παρείχε την εργασία της πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως, ή των 40 ωρών εβδομαδιαίως, εκτελώντας υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, καθώς, επίσης, και εργασία κατά τις νυχτερινές ώρες και κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής [βλ. τις ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων της ενάγουσας, τόσο της μάρτυρός της που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, όσο και των μαρτύρων της, των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στις προμνησθείσες υπ’ αριθμ. ………., ………. και ………./29 – 1 – 2015 ένορκες βεβαιώσεις. Ενδεικτικά, δε, βλ. την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Γεωργίας Δημάκη, που περιέχεται στην υπ’ αριθμ. ………./29 – 1 – 2015 ένορκη βεβαίωση, η οποία κατέθεσε: «Έβλεπα τη ………. να μπαίνει και να βγαίνει στο διαμέρισμα της κ. Σοφίας … μπορώ να βεβαιώσω κατηγορηματικά ότι δούλευε καθημερινά (και τα Σαββατοκύριακα) πολλές ώρες και σίγουρα από το πρωί μέχρι το μεσημέρι αλλά και τα απογεύματα μέχρι το βράδυ»]. Όμως, όπως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος δεν κατέβαλλε στην ενάγουσα την αμοιβή της για τις αιτίες αυτές. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές της για τον μήνα Απρίλιο του έτους 2014, τα δώρα Χριστουγέννων ετών 2012 και 2013 και τα δώρα Πάσχα ετών 2013 και 2014. Ειδικότερα, η οφειλή του εναγομένου προς την ενάγουσα για όλες τις παραπάνω αιτίες ανέρχεται, για όλο το χρονικό διάστημα της επίδικης εργασιακής σχέσης, στα εξής ποσά: Α) Σε 661,02 ΕΥΡΩ για δεδουλευμένες αποδοχές Απριλίου έτους 2014 Β) σε 365,83 ΕΥΡΩ για δώρο Χριστουγέννων έτους 2012, Γ) σε 374,25 ΕΥΡΩ για δώρο Πάσχα έτους 2013, Δ) σε 748,50 ΕΥΡΩ για δώρο Χριστουγέννων έτους 2013, Ε) σε 374,25 ΕΥΡΩ για δώρο Πάσχα έτους 2014, ΣΤ) σε 2.198,10 ΕΥΡΩ για αμοιβή για υπερεργασία [4,31 Ε το ωρομίσθιο της ενάγουσας X 425 ώρες υπερεργασίας που εκτέλεσε + 20% η προσαύξηση για υπερεργασιακής απασχόλησης = 2.198,10 Ε], Ζ) σε 4.654,80 ΕΥΡΩ για αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση [4,31 Ε το ωρομίσθιο της ενάγουσας X 600 ώρες υπερωριακής απασχόλησης που εκτέλεσε + 80% η προσαύξηση για υπερωριακή απασχόληση = 4.654,80 Ε], Η) σε 2.241,72 ΕΥΡΩ για αμοιβή για εργασία τα Σάββατα [28,74 Ε το ημερομίσθιο της ενάγουσας X 60 Σάββατα που εργάσθηκε + 30% η προσαύξηση λόγω παριοχής εργασίας την έκτη ημέρα της εβδομάδας = 2.241,72 Ε], Θ) σε 3.017,70 ΕΥΡΩ για αμοιβή για εργασία τις Κυριακές [28,74 Ε το ημερομίσθιο της ενάγουσας X 60 Κυριακές που εργάσθηκε + 75% η προσαύξηση λόγω παριοχής εργασίας την Κυριακή = 3.017,70 Ε] και I) σε 411,18 ΕΥΡΩ για προσαύξηση λόγω απασχόλησής της κατά τις νυχτερινές ώρες [3,87 Ε το ωρομίσθιό της X 85 εβδομάδες η διάρκεια της επίδικης εργασιακής σχέσης X 5 ώρες παροχής νυχτερινής εργασίας ανά εβδομάδα X 25% προσαύξηση = 411,18 Ε]. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα επιδόματα αδείας ετών 2012 και 2013 και, συνεπώς, πρέπει τα σχετικά αγωγικά κονδύλια να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που εξετάσθηκε για την ουσιαστική βασιμότητά της, να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 15.047,35 ΕΥΡΩ (661,02 + 365,83 + 374,25 + 748,50 + 374,25 + 2.198,10 + 4.654,80 + 2.241,72 + 3.017,70 + 411,18), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, καθόσον δεν αποδείχθηκε από πότε κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη απαιτητή. Η παρούσα απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή μέχρι το ποσό των 4.000 ΕΥΡΩ, επειδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι και η καθυστέρηση στην εκτέλεση δύναται να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα που νίκησε. Τέλος, πρέπει ο εναγόμενος να καταδικασθεί σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας λόγω εν μέρει ήττας του (άρθρ. 178 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της υπόθεσης μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, η οποία έχει ανοιχθεί με τις αναφερόμενες στο αιτιολογικό της παρούσας από 30 – 6 – 2014 (Α.Β.Μ. Δ2014/……….) και από 20 – 9 – 2014 (Α.Β.Μ. Γ2014/……….) εγκλήσεις, ασκηθείσες ενώπιον της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως προς τα εξής αιτήματα και κονδύλια της από 8 – 7 – 2014 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ………./2014) αγωγής: α) Ως προς το αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 28 – 4 – 2014 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, β) ως προς το κονδύλιο των 10.104,75 ΕΥΡΩ για μισθούς υπερημερίας, γ) ως προς το επικουρικό κονδύλιο περί αποζημίωσης απολύσεως ύψους 1.676,64 ΕΥΡΩ, μετά των επικουρικών κονδυλίων περί αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας έτους 2014 ύψους 718,56 ΕΥΡΩ και περί επιδόματος αδείας έτους 2014 ύψους 359,28 ΕΥΡΩ, δ) ως προς το επικουρικό αίτημα περί χορηγήσεως κατ’ άρθρ. 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικού εργασίας στην ενάγουσα, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, καθώς και η διαγωγή της, απειλούμενης εναντίον του εναγομένου χρηματικής ποινής ύψους 500 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωσή του, ε) ως προς το κονδύλιο των 5.000 ΕΥΡΩ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στ) ως προς το αίτημα περί υποχρεώσεως του εναγομένου να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας ως οικιακής βοηθού, απειλουμένης εναντίον του προσωπικής κρατήσεως διάρκειας ενός έτους και χρηματικής ποινής 5.900 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωσή του.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή κατά τα λοιπά.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο ………. να καταβάλει στην ενάγουσα ………. το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων σαράντα επτά ΕΥΡΩ και τριάντα πέντε λεπτών (15.047,35 Ε), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση προσωρινώς εκτελεστή μέχρι το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ΕΥΡΩ (4.000 Ε).
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια ΕΥΡΩ (300 Ε).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2016, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
