Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Απορρίπτει έγκληση εργοδότη κατά εργαζόμενου, για συκοφαντική δυσφήμηση, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ
ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμ. Διάταξης: 403/2019
Ε.Γ. …….
ΔΙΑΤΑΞΗ
Η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών
Αφού λάβαμε υπόψη την από 20-7-2017 έγκληση της …………. του …………, κατοίκου ………….. [οδός ………. αρ. …….], κατά του ………….. του ………., κατοίκου ………….. [οδός ………. αρ. …], εκθέτουμε τα ακόλουθα:
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 1 αντικ. με το άρθρο 28 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 «1. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την απορρίπτει με διάταξη, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφο της διατάξεως. 2. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις κατά το άρθρο 243 παρ. 2 του ΚΠΔ ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής διώξεως, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο».
Με την κρινόμενη έγκλησή της η …………. του ………., διατείνεται ότι ο εγκαλούμενος, …………… του ………., τέλεσε σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση (αρθρ. 98 και 363-362 του ΠΚ) και ζητεί να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του για την πράξη αυτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, “όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή” και κατά τη δεύτερη, “αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη), το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών”, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ’ οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η τέτοια διάδοση μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια [ΑΠ 1222/2016, 128/2016, 1191/2015, ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου από το συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι αίρεται κατ’ αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος [όπως η ανακοίνωση στις αρχές τέλεσης αξιόποινης πράξεως], ή για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος, για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Κατ’ εξαίρεση όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφημήσεως και από τον τρόπον εκδηλώσεως ή τις περιστάσεις που έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προβολή της τιμής άλλου [ΑΠ 1714/2005, 1950/2003, 1408/2000, ΝΟΜΟΣ].
Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο του συλλεγέντος δια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα, σε συνδυασμό με την ανωμοτί εξέταση και τις έγγραφες εξηγήσεις του εγκαλουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλούμενος, ……………. του ………., άσκησε την από 17-10-2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [διαδικασία εργατικών διαφορών] κατά: α) της ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία ………….., β) της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ……………., και β) της εγκαλούσας ……….. του …….., με την οποία ζητούσε δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας. Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του η πρώτη εταιρεία ήταν εργοδότης του και η δεύτερη ήταν διάδοχος της πρώτης ως προς τις εργοδοτικές υποχρεώσεις, στο πλαίσιο μεταβίβασης επιχείρησης κατά την έννοια του π.δ. 178/2002. Μεταξύ άλλων στην ειρημένη αγωγή αναφέρει, επί λέξει, τα εξής: «η επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων συνέχισε της λειτουργία της ως οικονομική μονάδα και διατήρησε την ταυτότητα της υπό τον νέο φορέα – δεύτερη των εναγομένων, η οποία είχε την βούληση να είναι διάδοχος του προηγούμενου εταιρικού σχήματος. Η δεύτερη των εναγομένων δηλαδή, ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων, εγκαταστάσεων κ.λ.π. την επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων, για την επίτευξη του ίδιου οικονομικού σκοπού. Εκ των ανωτέρω συνάγεται σαφώς το συμπέρασμα, ότι, την 1/10/2013, η άνω επιχείρηση της πρώτης των εναγόμενων, μεταβιβάστηκε κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2002, στη δεύτερη από αυτές, η οποία συστάθηκε με αποκλειστικό σκοπό να συνεχίσει τη δραστηριότητά της. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4, παρ. 1 του π.δ. 178/2002 (αλλά και του άρθρου 6 του ν. 2112/1920), τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη σύμβασή μου εργασίας μεταβιβάστηκαν ipso jure και ως είχαν κατά το χρονικό διάστημα της μεταβίβασης, στη δεύτερη των εναγόμενων, παράλληλα όμως με αυτήν, παραμένει συνυπεύθυνη εις ολόκληρον και η πρώτη εξ αυτών για τις υποχρεώσεις της έναντι εμού που προέκυψαν από τη σύμβαση εργασίας μέχρι τον χρόνο υλοποίησης της μεταβίβασης, ήτοι την 1/10/2013. Επισημαίνω με έμφαση το γεγονός, ότι μόνο κατά την τελευταία δημοσιευμένη οικονομική χρήση, τα μέλη της διοίκησης της πρώτης των εναγομένων, προέβησαν σε απολήψεις από το εταιρικό ταμείο ποσού 2.610.850,10 Ευρώ, οι οποίες, κατά την έκθεση ελέγχου του ορκωτού λογιστή, ………….., εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 2§α του ν. 2190/1920. Τα χρήματα αυτά, των οποίων την τύχη αγνοούσα, είναι πλέον προφανές που κατέληξαν: Αφού τα μέλη της διοίκησης και μεγαλομέτοχοι της πρώτης των εναγομένων – ιδίως η εν τοις πράγματι ασκούσα τη διοίκηση και των δυο εταιρειών τρίτη εναγόμενη – τα έλαβαν παρανόμως από το εταιρικό ταμείο, στη συνέχεια τα διοχέτευσαν στη δημιουργία της νέας εταιρείας, με σκοπό την Φαλκίδευση των δικαιωμάτων των δανειστών της, στους οποίους συγκαταλέγομαι κι ενώ». Η εγκαλούσα αιτιάται ότι είναι ψευδές το αναφερόμενο γεγονός ότι τα αποληφθέντα χρήματα από την ……….. κατέληξαν στη σύσταση της ……….. και ότι ο εγκαλούμενος της προσάπτει ότι διέπραξε το έγκλημα της απιστίας και της υπεξαίρεσης και ότι συνέστησε την εταιρεία ………. από προϊόν εγκλήματος, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την τιμή και την υπόληψή της. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι απορριπτέες ως ουσία βάσιμες καθόσον δεν βρίσκουν έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό. Αντίθετα μάλιστα η ίδια η εγκαλούσα στην κρινόμενη έγκλησή της αναφέρει «…βεβαίως και είναι θεμιτό να αναφερθεί [ο τότε ενάγων και νυν εγκαλούμενος] στην επισήμανση του ορκωτού λογιστή για απολήψεις από το ταμείο της …………… Όμως, είναι τελείως άλλο θέμα να συνδέσει αυθαιρέτως αυτές τις απολήψεις με εμένα και τη σύσταση της εταιρείας μου…». Δέχεται δηλαδή η εγκαλούσα ότι τα μέλη της διοίκησης της πρώτης των εναγομένων [……….], μεταξύ των οποίων και η ίδια προέβησαν σε απολήψεις από το εταιρικό ταμείο ποσού 2.610.850,10 ευρώ, οι οποίες, κατά την έκθεση ελέγχου του ορκωτού λογιστή, ………….., εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 2§α του ν. 2190/1920, αλλά αιτιάται ότι ο εγκαλούμενος δεν έπρεπε να συνδέσει τις εν λόγω απολήψεις με αυτήν και τη σύσταση της ………….. Όμως και η αιτίασή της αυτή είναι επίσης απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθότι από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι συμμετοχή της στην ………. ήταν ουσιαστική και όχι τυπική, όπως εκείνη ισχυρίζεται, αφού ετύγχανε Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και ασκούσε εκ της θέσεως αυτής εκτελεστικές αρμοδιότητες [μεταξύ άλλων υπέγραφε και υπέβαλε μηνύσεις, εξέδιδε βεβαιώσεις προϋπηρεσίας και υπέγραφε τους ισολογισμούς]. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η παραπάνω επισήμανση [για τις απολήψεις] του εγκαλουμένου, η οποία επαναλήφθηκε και με τις από 24-4-2017 προτάσεις του τότε ενάγοντος ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, εκτός του ότι είναι αληθής, όπως δέχεται και η εγκαλούσα, ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση και απολύτως αναγκαία η σύνδεσή της με τη σύσταση της εταιρείας ……….. και με την ίδια [εγκαλούσα], για την διαφύλαξη [προστασία] των δικαιωμάτων του και τη νομική θεμελίωση της ευθύνης αυτής. Τέλος, προκύπτει ότι ο εγκαλούμενος δεν είχε άμεσο δόλο προσβολής της τιμής και την υπόληψης της εγκαλούσας, ενώ από τον τρόπο και τις εν γένει περιστάσεις υπό τις οποίες έγιναν οι φερόμενες ως δυσμενείς γι’ αυτήν εκφράσεις δεν προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης αυτής (άρθρο 367 του ΠΚ). Επομένως, δεν υπάρχουν ενδείξεις σε βάρος της ανωτέρω εγκαλουμένης δικαιολογούσες την άσκηση ποινικής διώξεως εναντίον της για την αποδιδόμενη σε αυτήν αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ούτε για απλή δυσφήμηση, ούτε και για εξύβριση και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έγκληση, ως αβάσιμη κατ’ ουσία, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 2-1 του ΚΠΔ, να απαλλαγεί δε η εγκαλούσα των δικαστικών εξόδων (άρθρο 585 παρ. 4 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτουμε την από 20-7-2017 έγκληση της ………. του ………., κατοίκου ………… [οδός ……… αρ. …], κατά του ………….. του …………, κατοίκου ………….. [οδός ………. αρ. …].
Απαλλάσσουμε την ανωτέρω εγκαλούσα των δικαστικών εξόδων.
Αθήνα, 25 Ιανουαρίου 2019
Η Εισαγγελέας
