Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022
Περίληψη: Μονομερώς επιβαλλόμενη εκ περιτροπής εργασία. Προϋποθέσεις. Συλλογικός ο χαρακτήρας του μέτρου. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας. Δικαιώματα του εργαζόμενου. Μεταβίβαση επιχείρησης. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Κριτήρια. Στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής. Ορθώς ο ενάγων αιτείται την καταβολή μικτών αποδοχών, στις οποίες εμπεριέχονται οι ασφαλιστικές εισφορές, σε περίπτωση δε που αυτές έχουν ήδη καταβληθεί, θα παρακρατηθούν κατά την εκτέλεση της απόφασης. Στοιχεία για το ορισμένο της επικουρικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Παροχή υπερεργασίας. Επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ασκώντας κατά τον ανωτέρω τρόπο το διευθυντικό της δικαίωμα, ήτοι θέτοντας παράνομα και καταχρηστικά τον πρώτο ενάγοντα σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προσέβαλε την προσωπικότητά του, καθόσον μειώθηκε η επαγγελματική του αξία και η υπόληψή του, ενώ αυτός υπέστη και οικονομική εξαθλίωση. Επίσχεση εργασίας. Νομίμως ασκήθηκε. Απορρίπτει ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Δεν υπήρξε μακροχρόνια αδράνεια του εργαζόμενου ως προς την άσκηση της αγωγής. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μπορούσε να ανεύρει εργασία κατά το χρονικό διάστημα της επισχέσεως εργασίας του, αλλά δεν το έπραξε από δόλο με σκοπό να πλουτίσει σε βάρος των εναγομένων, λαμβανομένου υπόψη του υψηλού ποσοστού ανεργίας που υπάρχει στη χώρα τα τελευταία έτη σε συνδυασμό με την ηλικία του. Απορρίπτει ένσταση έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάστηκε σε άλλη εργασία, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα της επίσχεσης. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 158.286,99 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
Αριθμός απόφασης 696/2019
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
(Διαδικασία εργατικών διαφορών)
Αποτελούμενο από το Δικαστή Ελευθέριο Παίσιο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Ναυπλίου και από τη Γραμματέα Φωτεινή Ρετσινά.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημοσίως στο ακροατήριό του στις 11-10-2018, για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …………… του …………., κατοίκου ……….. (οδός ………, αριθμ. …….), με Α.Φ.Μ. ………… Δ.Ο.Υ. ………, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευγενίας Νικ. Προύντζου (AM ΔΣΝ 495, γραμμάτιο προείσπραξης ……./11-10-2018).
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στο ………… Νομού Αργολίδας (…. χλμ. …………. – ………..), νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν παραστάθηκε και 2) Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………», που εδρεύει στο …….. Νομού Αργολίδας (…. χλμ. …………. – ………..), με Α.Φ.Μ. ………. Δ.Ο.Υ. ………., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Μπέσκα (AM ΔΣΝ 314, γραμμάτιο προείσπραξης ……/11-10-2018).
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 19-12-2017 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …/……../27-12-2017, προσδιορίσθηκε για συζήτηση μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη με αριθμό ……./28.12.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Αναστάσιου Ουλή, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 26-4-2018, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία (αρθρ. 126 επ. και 591 §1 α ΚΠολΔ). Ωστόσο, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού αποδεικνύεται, ότι η πρώτη εναγόμενη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και, συνακόλουθα αφού η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, επέχει θέση κλητεύσεως προς όλους τους διαδίκους, χωρίς ν’ απαιτείται νέα τοιαύτη στη μετ’ αναβολή δίκη (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να δικασθεί ερήμην. Η διαδικασία, ωστόσο, προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (αρθρ. 271, σε συνδυασμό με αρθρ. 591 παρ.1 και 621 §2 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2369/1998, ρυθμίζεται η δυνατότητα του εργοδότη και του εργαζόμενου να συμφωνήσουν, κατά την σύναψη της εργασιακής σύμβασης την παροχή εργασίας κατά μερική απασχόληση, καθώς και τη δυνατότητα, να μετατρέψουν σε σύμβαση μερικής απασχόλησης μια εργασιακή σύμβαση που καταρτίστηκε ως σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Όπως επισημαίνεται, στην εν λόγω διάταξη, η μερική απασχόληση μπορεί να αφορά εργασία ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική. Δηλαδή, μπορεί να αναφέρεται στο ημερήσιο ωράριο εργασίας, το οποίο θα είναι μικρότερο του κανονικού, μπορεί όμως να αφήνει άθικτο το ημερήσιο ωράριο και να περιορίζει την εβδομαδιαία ή μηνιαία απασχόληση. Υποπερίπτωση της μερικής απασχόλησης αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από την παρ. 3 του άρθρου του ν. 1892/1990. Ο όρος “εκ περιτροπής εργασία”, που συνδέεται με την εναλλαγή προσωπικού – χρονικών διαστημάτων εργασίας, ως μέτρο γενικής εφαρμογής πρωτοεμφανίστηκε με τον α.ν. 2000/1939 “Περί λήψεως μέτρων, καταπολεμήσεως της ανεργίας”, για την αντιμετώπιση των συνεπειών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήδη, η εκ περιτροπής εργασία, εντάχθηκε στον θεσμό της “μερικής απασχόλησης”. Στο ισχύον δίκαιο και δη στο άρθρο 38 του ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 2639/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 ν. 2874/2000 και αντικαταστάθηκε εκ νέου, με το άρθρο 2 Ν. 3846/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 § 3 Ν. 3899/2010 [ΦΕΚ Α’ 212/17.12.2010] ορίζεται στην παρ. 3 εδ’ α’ και β’ ότι “Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου”. Και στο εδ. δ’ (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 50§2 Ν. 4611/2019) “Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 260/2006 και του ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι εκ περιτροπής απασχόληση δεν αναφέρεται σε λιγότερες ώρες σε ημερήσια βάση, αλλά ως βάση χαρακτηρισμού θεωρούνται οι λιγότερες ημέρες ή εβδομάδες ή μήνες μέσα στο έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο. Στην περίπτωση αυτή συνομολογείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης θα είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του για ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας ή του μήνα, εναλλασσόμενος ατομικά ή ομαδικά με άλλους εργαζόμενους, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δυο ειδικότερες μορφές, 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Στην πρώτη περίπτωση η σχέση εκ περιτροπής εργασία ιδρύεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, είτε πρωτογενώς με την αρχική σύμβαση εργασίας, είτε κατά τη λειτουργία μιας σύμβασης πλήρους απασχόλησης με μεταγενέστερη νεότερη συμφωνία των μερών. Με τη σύμβαση εκ περιτροπής απασχόλησης συμφωνείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του απασχολούμενος κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας, αλλά κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και με συνδυασμό αυτών, αμειβόμενος με ανάλογα μειωμένο μισθό. Εξ αυτού προκύπτει ότι η εκ περιτροπής εργασία ενέχει εναλλαγή ενοτήτων εργασίας και μη εργασίας, οι οποίες επιτρέπεται να συμφωνηθούν ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς, με μόνο περιορισμό να παρέχεται η ημερήσια εργασία κατά πλήρες ωράριο. Έτσι, επιτρέπεται να συμφωνηθεί μειωμένη εβδομαδιαία εργασία (π.χ. επί συστήματος πενθήμερης εργασίας να παρέχεται η εργασία από μία έως τέσσερις ημέρες την εβδομάδα), ή συνδυασμός μειωμένης εβδομαδιαίας εργασίας για κάποιες μόνο εβδομάδες του μήνα (π.χ. τρεις ημέρες εργασίας κάθε δεύτερη εβδομάδα) ή η εναλλαγή πλήρους μηνιαίας εργασίας με μήνες περιορισμένου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, κ.ο.κ. Πάντως, ο όποιος συνδυασμός εκ περιτροπής εργασίας θα πρέπει να επιτρέπει εναλλαγή ενοτήτων απασχόλησης με μη απασχόληση, χωρίς όμως οι χρονικές ενότητες εργασίας και μη εργασίας να είναι απαραίτητα της ίδιας χρονικής έκτασης. Επίσης, ο νόμος δεν θέτει περιορισμούς ως προς την χρονική έκταση της συμβατικής εκ περιτροπής εργασίας, όπως αντίθετα κάνει στην περίπτωση της μονομερούς επιβολής της. Η ίδρυση της σχέσης αυτής δεν συνδέεται με καμία πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση (π.χ. ορισμένους λόγους επιλογής της). Θα πρέπει, όμως, η σχετική συμφωνία, να είναι έγγραφη. Ο έγγραφος τύπος έχει συστατική ισχύ, υπό την έννοια ότι η έλλειψη του εγγράφου επιφέρει ακυρότητα της σχετικής συμφωνίας. Στη δεύτερη περίπτωση (εδ’ δ’ της ίδιας πιο πάνω διατάξεως), παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του συστήματος της μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο να καταλήξουν σε συμφωνία, γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες και δ) η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) ή η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ [8] ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Το ότι η επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας προβλέπεται αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις, για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας. Προκύπτει ακόμη ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αν είναι εντελώς ασήμαντος. Θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό. Το δικαίωμα του εργοδότη για επιβολή εκ περιτροπής εργασίας αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμά του, από τον νόμο, ασκούμενο με μονομερή απευθυντέα δήλωση βούλησης. Εντάσσεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη εν ευρεία έννοια. Με την άσκηση του ως άνω δικαιώματος, για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, μεταβάλλεται η κύρια συμβατική υποχρέωση του εργαζομένου, ενώ ταυτόχρονα μεταβάλλεται και η κύρια συμβατική υποχρέωση του εργοδότη. Επί πλέον, με την απονομή από τον νόμο στον εργοδότη του δικαιώματος αυτού θεσπίζεται εξαιρετικό δίκαιο, με το οποίο εισάγεται απόκλιση και από το άρθρο 656 ΑΚ. Το δικαίωμα για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν είναι διαρκές, αλλά στιγμιαίο, δηλαδή με την περιέλευση της δήλωσης στον αποδέκτη της επέρχεται η διάπλαση, η οποία λαμβάνει χώρα σύμφωνα με το περιεχόμενο της δήλωσης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αυτή καλύπτει. Από την πρόβλεψη του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Από την άποψη αυτή επιβάλλεται, κατ’ αρχήν, στον εργοδότη να επιλέγει το μέτρο αυτό προκειμένου να αποφύγει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Περαιτέρω, εκτός των πιο πάνω προϋποθέσεων, στην επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις. Με το Π.Δ. 240/2006, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ. 108, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Πάντως, κατά το άρθρο 38 ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, δεν απαιτείται και να επιτευχθεί συμφωνία, ανάμεσα στον εργοδότη και στους εκπροσώπους των εργαζομένων. Ο εργοδότης επιτρέπεται να προχωρήσει στην επιβολή του συστήματος, εκ περιτροπής εργασίας, ανεξαρτήτως της έκβασης των διαβουλεύσεων και της τυχόν διαφωνίας των εκπροσώπων των εργαζομένων. Στην περίπτωση δηλ. αυτή ο εργοδότης, αντί να απολύσει έναν ή περισσότερους μισθωτούς, έτσι ώστε να μειωθεί ο αριθμός τους για να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης, μπορεί εφαρμόζοντας το σύστημα “εκ περιτροπής εργασίας”, να αποφύγει τις απολύσεις κατανέμοντας τη διαθέσιμη εργασία στους υπεράριθμους πλέον εργαζόμενους. Επομένως, ήδη από τον σκοπό του μέτρου προκύπτει ο συλλογικός του χαρακτήρας. Εφαρμόζεται δηλ. στο σύνολο της επιχείρησης ή της παραγωγικής της μονάδας, όπου εντοπίζεται ο περιορισμός της δραστηριότητας. Η συλλογική αυτή διάσταση του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι πριν την επιβολή του μέτρου, και για την εγκυρότητα αυτού, ο εργοδότης υποχρεούται να προσέλθει σε διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία ως άνω διάταξη ο εργοδότης επιτρέπεται να επιβάλλει μόνο “σύστημα” εκ περιτροπής εργασίας. Το σύστημα αυτό προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή σε περισσότερες θέσεις εργασίας, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα, την ίδια στιγμή που η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται είτε κατά ομάδες μισθωτών, εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, όταν οι υπόλοιποι θα καλύπτουν τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας. Ο ίδιος όρος (σύστημα) είχε υιοθετηθεί και στις παλαιότερες ρυθμίσεις γενικού χαρακτήρα που προαναφέρθηκαν σχετικά με τη μη συμβατική εκ περιτροπής εργασία. Έτσι, χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων μιας επιχείρησης ή συγκεκριμένου τμήματος αυτής, που εμφανίζει μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του εν λόγω συστήματος δεν είναι νοητή και συνακόλουθα η διάταξη του εδαφίου δ’ της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 1892/1990 είναι ανεφάρμοστη. Κατά συνέπεια, είναι ανεπίτρεπτη η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο μισθωτούς, όταν οι υπόλοιποι εξακολουθούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο. Για τους ίδιους λόγους, ανεπίτρεπτη είναι η επιβολή του συστήματος αυτού και όταν το αντικείμενο εργασίας καλύπτεται από ένα μισθωτό, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από άλλον κατά το χρόνο της υποχρεωτικής απουσίας του. Ενόψει όλων αυτών, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής. Η βλαπτική αυτή μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, αποτελεί (παράνομη) μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 ν. 2112/1920 και του ΑΚ. Είναι δε βλαπτική, όπως αναφέρθηκε για τον εργαζόμενο η μεταβολή, όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημία, αλλά και ηθική. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφ’ όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Αν ο εργαζόμενος δηλώσει ότι θεωρεί την μεταβολή ως απόλυση, επέρχεται η λύση της συμβάσεως και ο εργοδότης δεν μπορεί να αξιώσει την εργασία του μισθωτού, δηλώνοντας ότι ανακαλεί τη βλαπτική μεταβολή, εκτός αν καταρτισθεί νέα σύμβαση με τη συγκατάθεση εννοείται του μισθωτού. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 7 ν. 2112/1920 δεν καθιερώνει πλάσμα δικαίου, ώστε η μονομερής βλαπτική μεταβολή, που επιχειρείται από τον εργοδότη, να θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως καταγγελία και να συνεπάγεται αφ’ εαυτής τη λύση της συμβάσεως, αλλά τεκμήριο υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να μη θεωρήσει την βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία και γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). Εάν ο εργαζόμενος επιθυμεί να διατηρήσει τη θέση εργασίας, χωρίς όμως να υποκύψει στη δυσμενέστερη μεταβολή των όρων της, από τις τρεις παραπάνω εναλλακτικές δυνατότητες θα επιλέξει την τρίτη. Η επιλογή όμως αυτή δεν τον απαλλάσσει από τους κινδύνους, που συνεπάγεται μια ενδεχόμενη πλάνη του ως προς τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Αν αργότερα, επί της αγωγής του για καταβολή των οφειλόμενων μισθών, κριθεί από το δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη μεταβολή των όρων εργασίας ήταν εντός των ορίων του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, όπως αυτά καθορίζονται από το περιεχόμενο της συμβάσεως και την ΑΚ 281, τότε η αποχή του εργαζομένου από την εργασία δεν του στερεί μόνο τις αποδοχές του, για όσο διάστημα δεν παρείχε τις υπηρεσίες του, αλλ’ είναι δυνατό να θεωρηθεί και ως σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τη δική του πλευρά. Για να αποφύγει ακριβώς τους εν λόγω κινδύνους ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση. Τέτοια επιφύλαξη συνιστά, εκτός των άλλων και η ρηματική διαμαρτυρία του εργαζομένου. Η επιφύλαξη αυτή επιτρέπει στον εργαζόμενο να διεξαγάγει ένα δικαστικό αγώνα για το νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχολήσεώς του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή. Έτσι επιτυγχάνεται ο δικαστικός έλεγχος της μονομερούς μεταβολής χωρίς τον κίνδυνο όχι μόνο απώλειας του μισθού, αλλά και της θέσεως εργασίας. (ΑΠ 1252/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο ελληνικό δίκαιο δεν προσδιορίζεται από τον νόμο η έννοια της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, νοείται όμως ως επιχείρηση η κάθε περί το πρόσωπο του φορέα της οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας προς επιδίωξη κέρδους, ενώ εκμετάλλευση νοείται κάθε οργανωμένη οικονομική μονάδα που αποβλέπει στην επίτευξη τεχνικού, επιστημονικού ή παραγωγικού σκοπού. Όταν η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα, οι έννοιες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης συμπίπτουν, ενώ, εάν είναι οργανωμένη κατά μη συγκεντρωτικό τρόπο σε κλάδους παραγωγής, οι έννοιες μπορεί να διαχωρίζονται και η επιχείρηση μπορεί να αποτελείται από περισσότερες χωριστές εκμεταλλεύσεις, ανά μία εκάστη και με λειτουργική (διοικητική), οικονομική και νομική αυτοτέλεια [ΑΠ Ολ 36/2005 ΕΕργΔ 64,1489, ΑΠ 170/2009 ΕΕργΔ68(2009),1352, ΑΠ 175/2000 ΝοΒ 49 (2001),254, ΑΠ 443/1999 ΕΕργΔ 59 (2000),567, ΑΠ 174/1999 ΕΕργΔ 59 (2000),367]. Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και του Ν.765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30.5.1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής, και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο αναφορικά με τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές [βλ. I. Κουκιάδη, Στοιχεία Εργατικού Δικαίου, έκδ. 1997, σχετικά με τη θεωρία της οικονομικής, νομικής και προσωπικής εξάρτησης, σελ. 87, Γεωργίου Λεβέντη, Διάκριση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας από συγγενείς σχέσεις, ΔΕΝ 58,515 επ., ΑΠ 1005/2008 ΕΕργΔ 68 (2009),432, ΑΠ 797/2008 ΕΕργΔ 67 (2008),935, ΑΠ 542/2008 ΕΕργΔ 68 (2009), 116, ΑΠ 2078/2007 ΕλλΔνη 49 (2008),462, ΑΠ 1099/2003 ΕλλΔνη 46 (2005), 120, ΑΠ 1596/2002 ΕλλΔνη 45 (2004),1042, ΑΠ 1273/2002 ΕλλΔνη 45 (2004),446, ΑΠ 704/2002 ΕλλΔνη 43 (2002), 1656]. Περαιτέρω, γενικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν έχει θεσπιστεί. Η υπό ευρεία έννοια όμως αυτού δίδεται από διάφορες διατάξεις, όπως του άρθρου 1 παρ. 3 Ν 3239/1955 (ήδη άρθρο 1 παρ. 1 Ν 1876/1990), άρθρο 8 ΑΝ 1846/1951 «περί ΙΚΑ», άρθρο 1 παρ. 4 ΑΝ 539/1945, άρθρο 1 ΒΔ της 24.7/21.8.1920, σύμφωνα με τις οποίες εργοδότης θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μετέχει στη σύμβαση εργασίας χωρίς να είναι μισθωτός (βλ. Γκούτου/Λεβέντη, Εργατική Νομοθεσία, έκδ. 1988, παρ. 6 αριθμ. 1) ή, κατ’ άλλη διατύπωση, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή έναντι μισθού [βλ. ΕφΚρήτ 514/2007 ΕλλΔνη 49(2008), 1512, ΕφΠειρ 714/1999 ΠειρΝομ 2000,41, Λ Ντάσιο, ΕργΔικονΔικ Α/1, έκδ. 1986, σελ. 155]. Κατά τη διάταξη δε της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν 2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18.7.1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν 3514/1928, ενώ όμοιο κανόνα περιέχει το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/1988 (με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς τη οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994). Ήδη ισχύει το ΠΔ 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή [βλ. ΑΠ Ολ 5/1994 ΕλλΔνη 35,1252, Α{ 77/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48,1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48,469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997,747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35,1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992,136, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992,125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990,722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993,456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35 (1994), 1038, ΑΠ 602/1980 ΕΕργΔ 1980,534, ΕφΑΘ 9346/1988 ΕΕργΔ 1989,403, ΕφΠατρ 61/1988 ΕΕργΔ 1988,971, ΕφΘεσ 420/1989 ΕΕργΔ 1989,518]. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007,258, βλ. και Γνωμοδότηση Δημ. Ζερδελή σε ΔΕΝ 2009,1169, με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία). Υπό την ισχύ του ΠΔ 178/2002 (όπως και του προγενέστερου ΠΔ 572/1988, άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών» (ΑΠ 259/2006 ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση (για το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, του ΠΔ 572/1988, βλ. Δημ. Ζερδελή, Μεταβίβαση επιχειρήσεως και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, ΔΕΕ 1996,238 επ., Αλ. Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 1995, σελ. 180, ΕφΑΘ 3156/2002 ΔΕΕ 2003,88, ΕφΑΘ 5341/1999 ΕΕργΔ 59,271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002,884). Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη εταιρία στις 20-7-1994 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος με την ειδικότητα του αποθηκάριου και παρείχε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη επί πενθήμερο εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο έναντι συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχονταν στο ποσό των 1.924,99 ευρώ (μικτές αποδοχές). Ότι παρότι εργαζόταν όλες τις εργάσιμες ημέρες από τις 08:00 έως τις 17:00, η πρώτη εναγομένη ουδέποτε του κατέβαλε την προβλεπόμενη για την υπερεργασιακή του αυτή απασχόληση αμοιβή. Ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2012 η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά τις αποδοχές του, ενώ ήδη δεν του είχε καταβάλει το επίδομα αδείας έτους 2010. Ότι από την 1-7-2010 έως τις 30-9-2011 τον έθεσε μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο τέσσερις ημέρες την εβδομάδα με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, από την 1-1-2012 έως τις 31-7-2012 τον έθεσε μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο τρεις ημέρες την εβδομάδα με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, ενώ από 1-2-2013 έως τις 31-10-2013 τον έθεσε για μία εισέτι φορά μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο μία ημέρα την εβδομάδα με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, γεγονός που επαναλήφθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-9-2014, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα και για το οποίο διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα. Ότι στις 6-2-2014 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας ζητώντας την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, κατά τη συζήτηση δε της εργατικής διαφοράς η πρώτη εναγομένη συνομολόγησε ότι του οφείλει το ποσό των 7.674,22 ευρώ, το οποίο υποσχέθηκε να του καταβάλει σε δόσεις, τις οποίες δεν τήρησε, ενώ ακολούθως στις 6-10-2014 η πρώτη εναγομένη τον μετέθεσε αιφνιδίως στο κατάστημά της στο …………… Αργολίδας, αν και έως τότε απασχολείτο στο κατάστημά της στην …………., με προφανή σκοπό να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση. Ότι στις 13-10-2014 προέβη σε επίσχεση εργασίας μέχρι την καταβολή των ληξιπρόθεσμων αξιώσεών του, στις 24-3-2015 δε η πρώτη των εναγομένων του ζήτησε με εξώδικο να επιστρέψει στην εργασία του, δηλώνοντάς του ότι σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρήσει την απουσία του ως οικειοθελή αποχώρηση. Επίσης ότι στο προαναφερόμενο εξώδικό της διέλαβε φράσεις που προσέβαλαν την προσωπικότητά του, καθόσον κατέλειπε υπόνοιες για την τέλεση από μέρους του παράνομων πράξεων κατά την παροχή των υπηρεσιών του, όπως αυτές αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή. Ότι η άσκηση από την εναγομένη του δικαιώματος της μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής εργασίας μίας ημέρας, έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος και με σκοπό τον εξαναγκασμό του σε οικειοθελή αποχώρηση προς αποφυγή καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως και αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, προσέβαλε δε την προσωπικότητά του, για αυτό και διαμαρτυρήθηκε άμεσα έντονα στη διοίκησή της, δηλώνοντας ότι δεν αποδέχεται τη μεταβολή αυτή, ζητώντας την απασχόλησή του με πλήρες ωράριο, σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας του. Ότι στις 8-1-2013 ο βασικός μέτοχος της πρώτης εναγομένης ………………. μεταβίβασε το ποσοστό του, ήτοι το 90% της πρώτης εναγομένης στην σύζυγό του …………………, η οποία επίσης απέκτησε το ποσοστό 9% του ετερόρρυθμου εταίρου ……………….., ακολούθως δε τροποποιήθηκε η επωνυμία της πρώτης εναγομένης και ορίσθηκε σε «………………….» και το διακριτικό τίτλο «………….», που αποτελεί τη δεύτερη εναγομένη. Ότι από 2-1-2015 ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης η δεύτερη εξ αυτών, της οποίας αποκλειστική διαχειρίστρια, νόμιμη εκπρόσωπος και μοναδική ετερόρρυθμη μέτοχος είναι η ως άνω ……………., ενώ η πρώτη εναγομένη διέκοψε τη λειτουργία της. Ότι η πρώτη εναγομένη επιθυμούσε να τον ωθήσει σε παραίτηση ενόψει της ως άνω μεταβιβάσεως, με σκοπό να αποφύγει την εκ του νόμου μεταβίβαση των υποχρεώσεών της στην ιδίων οικονομικών συμφερόντων διάδοχό της – δεύτερη εναγομένη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί, ύστερα από τον νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, που έλαβε χώρα με τις προτάσεις που κατέθεσε και με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του πριν από την έναρξη της συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης στο ακροατήριο, η οποία καταχωρίστηκε στα πρακτικά (άρθρα 223, 294, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί η ακυρότητα της μονομερούς επιβολής καθεστώτος εκ περιτροπής απασχόλησης που έλαβε χώρα την 1-2-2013 και τη 1-1-2014, να αναγνωριστεί ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας στις 13-10-2014, να αναγνωριστεί ότι στις 2-1-2015 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη και ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τη δεύτερη, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 56.009,67 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές υπερημερίας έως τη μεταβίβαση της επιχείρησης, καθώς και σε αμοιβή για την υπερεργασιακή του απασχόληση, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται ειδικότερα στην αγωγή και τις προτάσεις του, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 84.472,21 ευρώ, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη έως του ποσού των 56.009,67 ευρώ για τις ανωτέρω αιτίες, ενώ το επιπλέον ποσό αφορά σε αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από την μεταβίβαση της επιχείρησης έως και τις 31-12-2015, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ευθυνόμενες το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία της πρώτης εξ αυτών και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των 73.391,78 ευρώ που αντιστοιχεί στις αποδοχές υπερημερίας του που ανάγονται στα έτη 2016, 2017 και 2018, όπως αναλύονται ειδικότερα στην αγωγή και τις προτάσεις του, άπαντα τα ανωτέρω ποσά δε με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωσή του κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της από 4-12-2015 με αριθμ. κατάθ. δικογρ. ……../……. /8-12-2015 προηγούμενης αγωγής του, ήτοι από τις 7-1-2016, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής μέχρι την εξόφληση, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης και να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ για κάθε μέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της αυτή, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στη δικαστική του δαπάνη. Επικουρικά, ο ενάγων ζητεί τα ως άνω ποσά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού αντιστοιχούν στην ωφέλεια που αποκόμισαν οι εναγόμενες, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλαν σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσαν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας (ειδικότητα, καθήκοντα) με εκείνες του ενάγοντα. Η αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 11 αρ. 7, 14 παρ. 2, 16§2, 25§2, 33, 37 και 621 §1 ΚΠολΔ), κατά την αρμόζουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 και 621 επ. Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω η αγωγή είναι, αναφορικά με την κύρια αυτής βάση και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της δεύτερης εναγομένης, αρκούντως ορισμένη, εφόσον, επαρκώς εκτίθενται σε αυτήν, όχι μόνον ο χρόνος κατάρτισης της συμβάσεως, ο συμφωνηθείς μισθός (ρητά αναφέρεται δε ότι πρόκειται για μικτές αποδοχές και με βάση αυτές υπολογίζονται τα αιτούμενα κονδύλια), το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής της και ο χρόνος για τον οποίον οφείλονται, αλλά και το επάγγελμα του εργαζομένου και το είδος της επιχείρησης του εναγομένου εργοδότη, ενώ δεν απαιτείται να αναφέρεται εάν οι σχετικές ΣΣΕ ή Δ.Α. κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, αφού εν προκειμένω μεταξύ ενάγοντα και πρώτης εναγομένης υπήρχε συμφωνηθείς μηνιαίος μισθός και με βάση αυτόν ο ενάγων υπολογίζει τα αιτούμενα κονδύλια και όχι με βάση τον προβλεπόμενο στην αντίστοιχη ΣΣΕ μισθό, ενώ ορισμένη είναι και η απαίτησή του η προερχόμενη από την αδικοπραξία της πρώτης εναγομένης σε βάρος του. Επίσης αντικείμενο της αξίωσης, άρα και της δίκης για αποδοχές μισθωτού είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμο κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών κλπ., τις οποίες πρέπει ο εργοδότης να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού. Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στον ασφαλιστικό φορέα τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξίωσης του εργαζομένου για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση, οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 59/2009, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 1678/2007, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 335/2008, ΕΝΑΥΤΔ 2008.287), συνεπώς ορθώς ο ενάγων αιτείται την καταβολή μικτών αποδοχών, στις οποίες εμπεριέχονται οι ασφαλιστικές εισφορές, σε περίπτωση δε που αυτές έχουν ήδη καταβληθεί, θα παρακρατηθούν κατά την εκτέλεση της απόφασης. Επίσης η αγωγή τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη, κατά την κύρια βάση της, στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 3, 57, 59, 71, 174, 180, 281, 288, 299, 325, 330, 340, 341, 345, 346, 353, 361, 479, 481, 482, 648, 651, 652, 653, 655, 656, 914, 932 ΑΚ, 68, 69 §1 εδ.α’, 70, 74, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ 946§1, 176 και 191 §2 ΚΠολΔ, 1, 2§1, 3§1, 4§§1 και 2 Π.Δ. 178/2002, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6 της με αρ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1,3,8 ΑΝ 539/1945 όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004. Επιπλέον η αγωγή τυγχάνει ορισμένη και κατά την επικουρική βάση της, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγόμενης, καθόσον αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής, ότι σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα, αναζητείται ο πλουτισμός των εναγομένων, που ισοδυναμεί με το ποσό που θα δαπανούσαν για την απασχόληση άλλου εργαζόμενου με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό την ίδια ειδικότητα και τις ίδιες συνθήκες απασχόλησης με εκείνες του ενάγοντα και νόμιμη, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 σε συνδυασμό με το άρθρο 904 επ. ΑΚ. Σημειωτέον ότι μετά τον ανωτέρω μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, μη νόμιμη τυγχάνει η αγωγή ως προς το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, αφού με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτές (ΕφΠειρ 1014/1992 ΑρχΝ 1993/63, ΠΠρΑΘ 2644/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν των ανωτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η κρινομένη αγωγή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο, για το αντικείμενό της – μετά τον μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό – τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με το αρθρ. 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το αρθρ. 14 παρ.1 του ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. ………………….. ηλεκτρονικό παράβολο και την από 11-10-2017 απόδειξη πληρωμής αυτού της Τράπεζας Eurobank).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ενός για κάθε διάδικο μέρος), που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, από τις με αριθμούς …../14-3-2018, ……../14-3-2018, ……/25-4-2018 και …../25-4-2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήσης των εναγομένων (με τις υπ’ αριθμ. ………../28-12-2017, ………../28-12-2017, ………../19-4-2018 ……../19-4-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Αναστάσιου Ουλή), της με αριθμό ………/16.10.2018 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ευαγγελίας Σωτηροπούλου, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του και η οποία ελήφθη με πρωτοβουλία του, μετά από νόμιμη κλήτευση της δεύτερης εναγομένης, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, λαμβανομένης υπόψη όμως μόνο προς αντίκρουση των ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά στο ακροατήριο (πρβλ. ΑΠ 411/2008, ΑΠ 1704/2007, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 659/2007 ΝοΒ 2007.1823, ΑΠ 66/2007 ΔΕΕ 2007.1230, ΑΠ 229/2002 ΕλλΔνη 2003.132), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) από το Δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 20 Ιουλίου 1994 ο ενάγων προσελήφθη, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την πρώτη των εναγομένων, η οποία δραστηριοποιείτο στον κλάδο της εμπορίας, συντήρησης και επισκευής αυτοκινήτων, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του αποθηκάριου και ειδικότερο καθήκον τον συντονισμό των εργασιών της αποθήκης εμπορευμάτων και τοποθετήθηκε αρχικά στην εγκατάσταση της (κατάστημα πώλησης αυτοκινήτων και ανταλλακτικών και συνεργείο) στο …. χλμ. …………. – ……….. στο ……… Αργολίδας ενώ, από το 2002 και εντεύθεν, μεταφέρθηκε και παρείχε τις υπηρεσίες του στο υποκατάστημα (συνεργείο αυτοκινήτων) που διατηρούσε στην ……… Ν. Κορινθίας (…. χλμ. ………… – ………). Ο ενάγων συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του επί πενθήμερο εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο, έναντι μηνιαίου μισθού, ο οποίος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανήλθε στο ποσό των 1.924,99 ευρώ μικτά. Πλην όμως στην πραγματικότητα, από την αρχή εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή κατά το ωράριο 08:00-17:00, ήτοι επί μία ώρα επιπλέον καθημερινά, παρέχοντας ούτω υπερεργασία, χωρίς όμως να του καταβάλλεται η προβλεπόμενη αμοιβή για την εργασία του αυτή. Από τον Ιανουάριο του έτους 2012 η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντα, ενώ είχε παραλείψει ήδη την καταβολή του επιδόματος αδείας του έτους 2010. Από την 1-7-2010, η πρώτη των εναγομένων έθεσε τον ενάγοντα μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας έως τις 30-9-2011 με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο τέσσερις ημέρες την εβδομάδα με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του στο ποσό των 1.539,92 ευρώ μικτά, ενώ στη συνέχεια, από 1-1-2012 έως τις 31-7-2012 τον έθεσε εκ νέου σε καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης, με αποτέλεσμα να εργάζεται τρεις ημέρες την εβδομάδα και να λαμβάνει το ποσό των 1.154,99 ευρώ μικτά. Ακολούθως, από 1η Φεβρουαρίου 2013, του επέβαλε για τρίτη φορά να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, αυτή τη φορά επί μία ημέρα την εβδομάδα, για χρονικό διάστημα εννέα μηνών, ήτοι μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2013, με συνακόλουθη μείωση των μηνιαίων αποδοχών του στο ποσό των 369,60 ευρώ μικτά, γεγονός για το οποίο ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε έντονα προφορικά στο νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης των εναγομένων, ζητώντας επίμονα να απασχολείται κατά πλήρες ωράριο, σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας του. Παρόλα αυτά, την 1η Ιανουαρίου 2014, η πρώτη των εναγομένων του επέβαλε για τέταρτη φορά εργασία με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης και πάλι επί μία ημέρα ανά εβδομάδα, έναντι μηνιαίου μισθού ύψους 385,00 ευρώ μικτά για χρονικό διάστημα εννέα μηνών, ήτοι μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2014, οπότε και πάλι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε, ζητώντας να απασχολείται με πλήρες ωράριο καθημερινά. Η ανωτέρω θέση του ενάγοντα σε εκ περιτροπής εργασία μίας ημέρας έγινε χωρίς να προηγηθεί διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ή ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης, ενώ δεν προκύπτει καν γνωστοποίησή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως απαιτείται. Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η ανωτέρω θέση του ενάγοντα σε εκ περιτροπής εργασία, έγινε χωρίς να τηρηθούν οι απαιτούμενοι από το νόμο όροι και προϋποθέσεις και δεν υφίστατο σχετικό δικαίωμα της πρώτης εναγομένης, οπότε αποτελεί (παράνομη) μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, ενώ ο ενάγων επέλεξε με τη στάση του να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, ήτοι να εξακολουθήσει να εργάζεται επί πενθήμερο με πλήρες ωράριο και να λαμβάνει πλήρεις αποδοχές. Η πρώτη εναγομένη, ασκώντας κατά τον ανωτέρω τρόπο το διευθυντικό της δικαίωμα, ήτοι θέτοντας παράνομα και καταχρηστικά τον πρώτο ενάγοντα σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προσέβαλε την προσωπικότητά του, καθόσον μειώθηκε η επαγγελματική του αξία και η υπόληψή του, ενώ αυτός υπέστη και οικονομική εξαθλίωση. Ως εκ τούτου το αίτημα του ενάγοντα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσία βάσιμο για το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Ο τελευταίος στις 6-2-2014 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων ………..) και υπέβαλε αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του, κατά τη συζήτηση δε της εργατικής διαφοράς, στις 12 Μαρτίου 2014, η πρώτη των εναγομένων συνομολόγησε ενώπιον της άνω Υπηρεσίας ότι του οφείλει, για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα αδείας έτους 2010 το ποσό των 7.674,22 ευρώ και ανέλαβε την υποχρέωση να τον εξοφλήσει τμηματικά, σε τέσσερις ισόποσες δόσεις, με έναρξη της πρώτης δόσης στις 10-4-2014 και οι άλλες την 10η ημέρα κάθε μήνα, πρόταση την οποία ο ενάγων αποδέχθηκε, πλην όμως η πρώτη εναγομένη δεν τήρησε το χρονοδιάγραμμα εξόφλησής του, καταβάλλοντάς του μέρος μόνο των άνω συνομολογημένων από πλευράς της, οφειλόμενων ποσών. Επιπλέον, στις 6 Οκτωβρίου 2014, η πρώτη εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα μία επιστολή δια της οποίας τον μετέθετε από 13-11-2014, στο κατάστημά της στο ………….. Αργολίδας, χωρίς καν να αναλαμβάνει την υποχρέωση κάλυψης των εξόδων μετακίνησής του. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων με την από 8-10-2014 εξώδικη επιστολή του προς την πρώτη εναγομένη (η οποία της επιδόθηκε στις 10-10-2014), προέβη σε επίσχεση της υπ’ αυτού παρεχομένης εργασίας, εξαιτίας της μη εκ μέρους της πρώτης εναγομένης εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς της προς καταβολή των νομίμων αποδοχών του, καλώντας την παράλληλα να του καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές του. Η πρώτη εναγομένη με την από 24 Μαρτίου 2015 εξώδικη πρόσκληση – δήλωση και διαμαρτυρία της, αρνήθηκε την οποιαδήποτε οφειλή της προς τον ενάγοντα και τον κάλεσε εντός δύο ημερών να εμφανιστεί για να εργαστεί στην έδρα της επιχείρησης, δηλώνοντάς του ότι θεωρεί την απουσία του ως οικειοθελή. Έως το χρόνο της επισχέσεως η πρώτη εναγομένη όφειλε στον ενάγοντα τα εξής ποσά: 874,98 ευρώ για επίδομα αδείας 2010 + 183,23 ευρώ για επίδομα αδείας 2011 [962,49 Ευρώ {ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2} – 779,26 που έλαβε] + 528,93 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2012 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.396,06 ευρώ που έλαβε] + 924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2012 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.000 ευρώ που έλαβε] + 1.228,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2012 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 696,00 ευρώ που έλαβε] + 528,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2012 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.396,00 ευρώ που έλαβε] + 528,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2012 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος, μηνιαίος μισθός – 1.396 ευρώ που έλαβε] + 728,84 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2012 [2.005,18 ευρώ {ένας μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 0,4166} – 1.276,34 ευρώ που έλαβε] + 572,06 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2013 [ 1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.352,93 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 677 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2013 [1.002,59 ευρώ {ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99/2χ 1,04166} – 325,59 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2013 [1.924,99 Ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 Ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2013 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.624,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 300,00 ευρώ που έλαβε] + 1.272,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2013 [1.924,99 ευρώ – 652,00 ευρώ που έλαβε] + 1.603,82 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 321,17 ευρώ που έλαβε] + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2013 [ένας μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 0,4166 2.005,18] + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2014 + 1.002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2014 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 924,99/2 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2014 + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2014 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2014, ήτοι το συνολικό ποσό των 46.497,02 ευρώ. Επιπλέον η πρώτη εναγομένη όφειλε στον ενάγοντα την αμοιβή του για την υπερεργασία που αυτός προσέφερε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, και ειδικότερα για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως 31-1-2013 το συνολικό ποσό των 1.732,50 ευρώ [ήτοι 11,55 ευρώ ωρομίσθιο (1.924,99 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25 X 6 : 40 = 11,55 ευρώ) + 2,31 προσαύξηση 20% = 13,86 ευρώ X 125 ώρες (25 εβδομάδες X 5 ώρες = 125 ώρες)]. Συνεπώς αυτός νομίμως άσκησε το δικαίωμά του προς επίσχεση εργασίας, έως ότου του καταβληθούν τα ανωτέρω οφειλόμενα ποσά, τα οποία έως και σήμερα δεν έχει λάβει. Επίσης η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα και τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επίσχεση εργασίας του έως τη μεταβίβαση της επιχείρησής της στη δεύτερη εναγομένη, η οποία έλαβε χώρα στις 2- 1-2015, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν κατωτέρω και επομένως του οφείλει επιπλέον τα εξής ποσά: 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2014 + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2014 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 1,04166]), ήτοι το συνολικό ποσό των 7.780,15 ευρώ. Ήτοι η συνολική οφειλή της πρώτης εναγομένης προς τον ενάγοντα από την ως άνω εργασιακή του σχέση ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 56.509,67 ευρώ. Όσον αφορά στο αίτημα του ενάγοντα περί επιδικάσεως σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επειδή στην από 24-3-2015 εξώδικη δήλωσή της προς αυτόν η πρώτη εναγομένη διέλαβε επί λέξει – μεταξύ άλλων – και τα εξής: «…να διεκπεραιωθούν ορισμένες – συγκεκριμένες εκκρεμότητες (αφορώσες αδικοπρακτική και ζημιογόνο συμπεριφορά σας) και να δώσετε συγκεκριμένες εξηγήσεις (γι’ αυτή), όπως είχατε υποσχεθεί. Επίσης, ΟΥΔΕΠΟΤΕ, παρά τις οχλήσεις μου, προσήλθατε, προκειμένου να δώσετε τις δέουσες και απαραίτητες εξηγήσεις για όσα σας είχα επισημάνει και να υπογράψετε τα έγγραφα που απαιτούνται σε παρόμοιες περιπτώσεις […] η καθυστέρησή σας είναι, πλέον, εκτός από ύποπτη και αναιτιολόγητη […] να προβείτε στις δέουσες εξηγήσεις […] θα προβώ σε κάθε νόμιμη ενέργεια προκειμένου οι παράνομες και αντισυμβατικές αυτές, σε βάρος μου, ενέργειές σας […] να ελέγξω οτιδήποτε έχει σχέση με την παρουσία – εργασία – συμπεριφορά σας, καθ’ όσο χρόνο εργασθήκατε στην επιχείρησή μου […] για τις πλείστες αντισυμβατικές και προσβλητικές σας ενέργειες…», αυτό τυγχάνει απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι από το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσης δεν προκύπτει κάποια συγκεκριμένη μομφή σε βάρος του ενάγοντα, ούτε του αποδίδεται η τέλεση κάποιας παράνομης πράξης, συνεπώς δεν αποδείχθηκε η οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητάς του, δεδομένου μάλιστα ότι και ο ενόρκων βεβαιών μάρτυράς του ………… αναφέρει για το συγκεκριμένο θέμα ότι διάβασε το εξώδικο, αλλά δεν κατάλαβε για τι ακριβώς κατηγορεί η πρώτη εναγομένη τον ενάγοντα, αφού δεν έλεγε κάτι συγκεκριμένο, παρά μόνο υπονοούμενα και αόριστες συκοφαντίες. Έτι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 8 Ιανουαρίου 2013, δυνάμει του, από 8-1-2013 τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού, ο βασικός μέτοχος, πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης των εναγομένων και – κατά τον χρόνο εκείνο – βασικός εταίρος και μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», …………, μεταβίβασε ολόκληρο το ποσοστό – μερίδιο του στην άνω εταιρία (ήτοι ποσοστό 90%) στη σύζυγο του, «………….., η οποία επίσης απέκτησε το ποσοστό – μερίδιο του ετερόρρυθμου εταίρου της άνω εταιρίας, ……….. (ήτοι το 9%). Δυνάμει του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, τροποποιήθηκε η επωνυμία της άνω ετερόρρυθμης εταιρίας, η οποία ορίσθηκε σε ……………», διατηρώντας τον διακριτικό τίτλο «………». Η ………..), που κατέχει πλέον το 99% του εταιρικού κεφαλαίου της δεύτερης των εναγόμενων, ορίσθηκε αποκλειστική διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπός της, καθώς και μοναδική ομόρρυθμη εταίρος αυτής. Η εταιρία αυτή, με βάση το καταστατικό της [το οποίο εμπλουτίστηκε, δυνάμει του από 19-11-2013 τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού (αρ. ΓΕΜΗ …………/30-12-2013) και της από 1-12-2016 κωδικοποίησης καταστατικού (αρ. ΓΕΜΗ ……….)]. εδρεύει στο ……. χλμ. ……… – ……….. στο ……… Αργολίδας και ως σκοπό έχει: α) την εκμετάλλευση επιχειρήσεων ανταλλακτικών αυτοκινήτων, β) την ανάληψη πάσης φύσεως αντιπροσωπειών εσωτερικού και εξωτερικού, γ) την επί προμήθεια διαμεσολάβηση για την πώληση αυτοκινήτων (επιβατικών, φορτηγών και λεωφορείων), δ) την, με οποιονδήποτε τρόπο, κτήση και εκμετάλλευση (αγοραπωλησία) κάθε είδους και μορφής οχημάτων και μεταφορικών μέσων, καθώς και ανταλλακτικών αυτών, ε) την άσκηση κάθε άλλης (συναφούς ή μη) εμπορικής και βιομηχανικής επιχείρησης, όπως η επέκταση της δραστηριότητάς της και σε άλλες επιχειρήσεις (λ.χ. μισθώσεις οχημάτων, αντιπροσωπεύσεις, πρατήρια υγρών καυσίμων και φυσικού αερίου, εκμετάλλευση και εγκατάσταση και αγοραπωλησία ηλιακής και αιολικής ενέργειας και φυσικών πόρων κ.λπ.), στ) τη συμμετοχή της εταιρίας σε οποιοσδήποτε μορφής επιχείρηση (νομικού ή φυσικού προσώπου και κάθε εταιρικού τύπου) εντός ή εκτός Ελλάδας, καθώς και τη συνεργασία αυτής με συναφείς ή/και διαφορετικής μορφής και δραστηριότητας (ημεδαπές ή αλλοδαπές) επιχειρήσεις, ζ) την πρακτόρευση κάθε είδους ασφαλειών, η) την ενοικίαση κάθε είδους οχημάτων, θ) τις υπηρεσίες οδικής βοήθειας, ι) την αγορά, πώληση, μίσθωση, εκμετάλλευση και παραχώρηση (με ή χωρίς αντάλλαγμα) κάθε τύπου μηχανολογικού εξοπλισμού συνεργείου, ια) την αγορά, πώληση, μίσθωση, εκμετάλλευση και παραχώρηση (με ή χωρίς αντάλλαγμα) και επεξεργασία κάθε είδους αποβλήτων, απορριμμάτων και ανακυκλώσιμων και άλλων υλικών, καθώς και την ανακύκλωση και μεταβίβαση αυτών, ιβ) την αγορά, πώληση, μίσθωση, εκμετάλλευση και παραχώρηση (με ή χωρίς αντάλλαγμα) κάθε είδους μεταχειρισμένων ανταλλακτικών και οχημάτων, ιγ) την παροχή και εκμετάλλευση υπηρεσιών οδικής βοήθειας και τη μεταφορά οχημάτων, ιδ) την εκμετάλλευση κάθε είδους (ανανεώσιμης κ.λπ.) πηγής ενέργειας και την κατασκευή, αγορά, πώληση, μίσθωση, εκμετάλλευση και παραχώρηση (με ή χωρίς αντάλλαγμα) κάθε είδους μηχανημάτων και εξαρτημάτων για τον σκοπό αυτό και ιε) άλλες υπηρεσίες παροχής επιχειρηματικών συμβουλών. Η δεύτερη των εναγομένων, από τις 2 Ιανουαρίου 2015, ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της πρώτης των εναγομένων, η οποία, αφού σταδιακά περιόρισε τη δραστηριότητά της σε μεγάλο βαθμό, βρέθηκε, στα τέλη του 2014, να λειτουργεί μόνο το συνεργείο αυτοκινήτων στο …. χλμ. ………. – ……….., έχοντας παύσει τη λειτουργία όλων των υπολοίπων εκμεταλλεύσεων – υποκαταστημάτων της επιχείρησής της. Μετά την ανάληψη της επιχείρησης (που πλέον ταυτιζόταν με τη μοναδική εκμετάλλευση της, που ήταν το συνεργείο αυτοκινήτων στο …. χλμ. ……… – …………) από τη δεύτερη των εναγομένων, η πρώτη διέκοψε τη λειτουργία της. Η δεύτερη εναγομένη αρνείται ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη σε αυτήν, πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Ειδικότερα πέραν της συγγενικής σχέσης που αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ του ομορρύθμου εταίρου της πρώτης εναγομένης και της ομορρύθμου εταίρου της δεύτερης εξ αυτών, η επιχείρηση της τελευταίας ασκεί την ίδια ακριβώς κατ’ αντικείμενο δραστηριότητα με την πρώτη εναγόμενη (εμπορία ανταλλακτικών και άλλων εξαρτημάτων αυτοκινήτων και άλλων οχημάτων, παροχή υπηρεσιών επισκευής – service, φανοποιείο, βαφείο κ.λπ.). Άλλωστε, οι σκοποί των δύο εταιριών, όπως συνάγεται από τα καταστατικά τους, είναι πανομοιότυποι, η δεύτερη εναγομένη λειτουργεί στις ίδιες κτιριακές εγκαταστάσεις, στο … χλμ. ……… – ……… στο …….., η επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος της δεύτερης των εναγομένων παραπέμπει ευθέως στην επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο της πρώτης, ενώ και ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός (ανυψωτικά, ευθυγραμμίσεις, ζυγοσταθμίσεις, φρενόμετρα, αεροσυμπιεστές, αναλυτές πετρελαίου, πρέσες, σασμανόγρυλλοι, τρίποδα στήριξης, λιπαντικά κ.λπ. μηχανήματα συνεργείου, εργαλειοθήκες – πάγκοι, ράμπες, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, εργαλεία συνεργείου, εξοπλισμός γραφείου κ.λπ.) μεταβιβάστηκε στο σύνολο του από την πρώτη των εναγομένων στη δεύτερη. Επίσης στη δεύτερη των εναγομένων μεταβιβάστηκε το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης (τεχνογνωσία, φήμη, επαγγελματικές σχέσεις με προμηθευτές, τρίτους κ.λπ.), η αξία των οποίων είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού πρόκειται για πολύ παλαιά επιχείρηση, καταξιωμένη στον κλάδο του αυτοκινήτου, καθώς και η πελατεία της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, η οποία είναι μεγάλη, μόνιμη και τακτική. Ενδεικτικό δε της συνέχειας της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης από τη δεύτερη είναι ότι χρησιμοποιεί τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό, καθώς και ότι το προσωπικό της δεύτερης των εναγομένων προέρχεται, σχεδόν στο σύνολο του, από την πρώτη. Προκύπτει αναμφίβολα δε κοινότητα οικονομικών συμφερόντων, αφού ο βασικός μέτοχος, πρόεδρος του Δ.Σ. και – νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης των εναγομένων, …………. και η βασική εταίρος και νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης των εναγομένων, ……………. τυγχάνουν σύζυγοι. Η δεύτερη των εναγομένων, δηλαδή, από τις 2-1-2015, ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων, εγκαταστάσεων κ.λπ. την επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων, για την επίτευξη του ίδιου οικονομικού σκοπού. Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγομένη, ενώ δέον να σημειωθεί ότι δεν σταμάτησε η λειτουργία της επιχείρησης ούτε για μία ημέρα, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης ……….., εξεταζόμενος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου. Ο ενάγων συνεπώς, απασχολήθηκε στην πρώτη εναγομένη έως τις 2 Ιανουαρίου 2015, οπότε η επιχείρηση μεταβιβάστηκε στη δεύτερη των εναγομένων, κατά τα ανωτέρω, η οποία ανέλαβε και συνέχισε τη λειτουργία της (επιχείρησης) και στην οποία ο ενάγων εξακολούθησε έκτοτε να παρέχει τις υπηρεσίες του, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, επί της ουσίας δε συνεχίστηκε η επίσχεση εργασίας του και μετά τη μεταβίβαση, αφού ούτε δεύτερη εναγομένη του κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό των 56.509,67 ευρώ, ως όφειλε, αφού από το σημείο της μεταβίβασης της επιχείρησης υπεισήλθε στη θέση της πρώτης εναγομένης, επομένως η υπερημερία της πρώτης εναγομένης – παλαιός εργοδότριας συνεχίστηκε και στο πρόσωπο αυτής, ως νέας εργοδότριας, χωρίς να απαιτείται προς αυτήν προσφορά των υπηρεσιών εκ μέρους του ενάγοντα (Ζερδελής Εργατικό δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις Γ’ έκδοση, 2015 σελ. 1293 παρ. 2504). Συνεπώς, η δεύτερη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τη μεταβίβαση της επιχείρησης (2-1-2015) έως τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (11-10-2018) και ειδικότερα: 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2015 + 1.002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2015 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 / 2 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2015 + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2015 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2015 + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2015 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 1,04166], 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2016 + 1.002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2016 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99/2 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2016 + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2016 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός. Δεκεμβρίου 2016 + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2016 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2017 + 1.002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2017 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99/2 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2017 + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2017 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2017 + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2017 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2018 + 1.002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2018 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας:, 1.924,99/2 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2018 + 847 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2018 [ένα ημερομίσθιο εξ 77,00 ευρώ {1.924,99 ευρώ/25} χ 11 ημέρες εργασίας έως τη 11η Οκτωβρίου 2018} + 1.392,40 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018 [δύο ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1/5/2018 έως 11/10/2018 και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 2 χ 1.924,99 / 25 χ 8,68 χ 1,04166]), συνολικού ποσού 101.777,32 ευρώ. Ήτοι συνολικά η δεύτερη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 158.286,99 ευρώ. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η παραδεκτά προβληθείσα από την δεύτερη εναγομένη, ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) του ενάγοντα για επιδίκαση σε αυτόν των ανωτέρω κονδυλίων, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθόσον, δεν υπήρξε μακροχρόνια αδράνεια αυτού ως προς την άσκηση της κρινομένης αγωγής, αφού ήδη είχε ασκήσει τις από 20-3-2015 και 4-12-2015 αγωγές του, οι οποίες είχαν παρόμοιο περιεχόμενο κατά την πρώτης εναγομένης (βλ. τις υπ’ αριθμ. ………/6-4-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Γεωργίου Λαυρενιάδη και ………../7-1-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Αναστάσιου Ουλή αντίστοιχα), από τις οποίες παραιτήθηκε, ενώ κοινοποίησε την παρούσα αγωγή στις εναγόμενες στις 28-12-2017 (βλ. τις υπ’ αριθμ. …………/28-12-2017 και ……../28-12-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Ναυπλίου Αναστάσιου Ουλή), είχε δε ήδη προσφύγει ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας στις 6-2-2014, όπως προεκτέθηκε, αιτούμενος τις οφειλόμενες κατά το χρόνο εκείνο δεδουλευμένες αποδοχές του, ενώ δεν αποδείχθηκαν περιστατικά από τα οποία να δημιουργήθηκε στην δεύτερη εναγομένη η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να εγείρει τις κρινόμενες αξιώσεις του. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μπορούσε να ανεύρει εργασία κατά το χρονικό διάστημα της επισχέσεως εργασίας του, αλλά δεν το έπραξε από δόλο με σκοπό να πλουτίσει σε βάρος των εναγομένων, λαμβανομένου υπόψη του υψηλού ποσοστού ανεργίας που υπάρχει στη χώρα τα τελευταία έτη σε συνδυασμό με την ηλικία του ενάγοντα (γεννημένος στις …-…-1961), κι επομένως απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη τυγχάνει η περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής (ως προς το κονδύλιο των μισθών υπερημερίας) ένσταση της δεύτερης εναγομένης (281 ΑΚ). Ομοίως, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ερειδόμενη στο άρθρο 656 εδ. β’ ΑΚ ένσταση της δεύτερης εναγομένης περί αλλαχού κερδηθέντων από μέρους του ενάγοντα, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός εργάστηκε σε άλλη εργασία, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα της επίσχεσης. Τέλος, όσον αφορά στο αίτημα που υπέβαλε ο ενάγων περί επίδειξης εγγράφων τυγχάνει απορριπτέο, καθόσον το Δικαστήριο μπορεί να αχθεί στο σχηματισμό δικανικής κρίσης από τα ήδη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και θα πρέπει α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα του μέτρου της εκ περιτροπής απασχόλησης που η πρώτη εναγομένη επέβαλε μονομερώς στον ενάγοντα την 1-2-2013 και την 1-1-2014, β) να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του στις 13-10-2014, γ) να αναγνωριστεί ότι στις 2-1-2015 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη και ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 56.009,67 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές υπερημερίας έως την μεταβίβαση της επιχείρησης, ε) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να του καταβάλει επιπλέον το συνολικό ποσό των 28.462,54 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από την μεταβίβαση της επιχείρησης έως και τις 31-12-2015, στ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ευθυνόμενες, το ποσό των 500 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία της πρώτης εξ αυτών και ζ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των 73.314,78 ευρώ που αντιστοιχεί στις αποδοχές υπερημερίας του που ανάγονται στα έτη 2016, 2017 και 2018, άπαντα τα ανωτέρω ποσά δε με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωσή του κατέστη απαιτητή, ως εξής: α) για τις δεδουλευμένες αποδοχές και τις αποδοχές υπερημερίας, από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, που συμπίπτει με την τελευταία μέρα κάθε μήνα, κατά τον οποίο ο ενάγων παρείχε ή θα παρείχε (σε περίπτωση που δεν είχε προβεί σε επίσχεση εργασίας) την εργασία του (άρθρα 341 παρ. 1 και 655 ΑΚ), β) για το επιδικασθέν ποσό που αντιστοιχεί στην παρασχεθείσα υπερεργασία από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής του, που συμπίπτει με την τελευταία μέρα κάθε μήνα, κατά τον οποίο ο ενάγων παρείχε την εργασία του, σύμφωνα με τα άρθρα 341 παρ. 1 και 655 ΑΚ, γ) για το επίδομα εορτής Πάσχα, από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μέχρι την πλήρη εξόφληση, δηλαδή από την επομένη της 30ης Απριλίου του οικείου έτους, δ) για το επίδομα εορτής Χριστουγέννων και αδείας από την 1-1 του επομένου έτους, αφού σύμφωνα με τα άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του Α.Ν.539/1945, του Ν.4504/1961 και 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966, δήλη ημέρα καταβολής τους είναι η 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους (ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1477, ΑΠ 201/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και ε) για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, όσον αφορά στη δεύτερη εναγομένη και από την επίδοση της από 4-12-2015 με αριθμό κατάθεσης ΕΓ/1541/8-12-2015 αγωγής, ήτοι από 7-1-2016 μέχρι την πλήρη εξόφληση, όσον αφορά στην πρώτη εναγομένη. Επίσης πρέπει να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα, κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, με την απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την υποχρέωσή της αυτή. Ως προς το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, γιατί η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατό να προξενήσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, οι απαιτήσεις του οποίου απορρέουν από παροχή εξαρτημένης εργασίας και αφορούν αποδοχές του (907 και 908 παρ.1 ε’ ΚΠολΔ). Ακολούθως, πρέπει να οριστεί παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την πρώτη εναγομένη κατά της απόφασης αυτής (αρθρ. 591 παρ.1 συνδ. αρθρ. 505 ΚΠολΔ). Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων, λόγω της μερικής ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΟΡΙΖΕΙ παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, το ύψος του οποίου καθορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ α) την ακυρότητα του μέτρου της εκ περιτροπής απασχόλησης που η πρώτη εναγομένη επέβαλε μονομερώς στον ενάγοντα την 1-2-2013 και την 1-1-2014, β) ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του στις 13-10-2014 και γ) ότι στις 2-1-2015 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη και ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τις εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πενήντα έξι χιλιάδων εννέα ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (56.009,67 €), εντόκως νομίμως κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή κατά την ως άνω καταψηφιστική της διάταξη, για το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα επιπλέον το συνολικό ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δύο ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (28.462,54 €), εντόκως νομίμως κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή κατά την ως άνω καταψηφιστική της διάταξη, για το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ευθυνόμενες, το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, εντόκως νομίμως κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα επιπλέον το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων τρακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (73.314,78 €), εντόκως νομίμως κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα, κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης.
ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ κατά της δεύτερης εναγομένης χρηματική ποινή ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην αμέσως παραπάνω διάταξη.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο προσδιορίζει στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στο Ναύπλιο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 16/9/2019.
