Τελευταία ενημέρωση: 23 Απριλίου 2022
Περίληψη: Καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών. Επίσχεση εργασίας. Μεταβίβαση επιχείρησης. Άρση αυτοτέλειας νομικού προσώπου. Δέχεται σχετικό αίτημα εργαζόμενου. Ένσταση εξόφλησης. Στοιχεία ορισμένου. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το ποσό των 7.322,01 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS – Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου 2018.84
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης
2080/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από το Δικαστή Θεόδωρο Φιλιππόπουλο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Κωνσταντίνα Τσιαχρή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του ενάγοντος : ……………., κατοίκου ………… Αττικής (οδός …….. αρ. ……..), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Των εναγομένων : 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….», με τον δ.τ. «……………..» και με έδρα τη ……………. Αττικής (οδός ………….. αρ. …….), νομίμως εκπροσωπουμένης, 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………………», με τον δ.τ. «…………….» και με έδρα τη ………………… Αττικής (οδός ……………… αρ. ………..), νομίμως εκπροσωπουμένης και 3) ……………., κατοίκου ……………. Αττικής (οδός ………….. αρ. ….), εκ των οποίων η πρώτη ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι δεύτερη και τρίτη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 17.10.2016 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αύξοντα γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………./2016, προσδιορίστηκε αρχικά για τις 9.12.2016 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά την συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. …………/25.10.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 9.12.2016 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη εναγομένη. Κατά την ως άνω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για την σημερινή δικάσιμο και για την οποία δεν απαιτείται κλήση της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την οποία η τελευταία δεν εκπροσωπήθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο και, συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει, λόγω του ειδικού της διαδικασίας των εργατικών διαφορών, να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 621 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των ευνοϊκών για τους υπαλλήλους διατάξεων του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ/τος της 16/18.7.1920, αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας, όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του πηγάζουν από αυτή, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά την μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από την σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά την μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξ ετέρου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ/τος, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις, που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξ αιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφ’ όσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35(1994). 1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48(2007). 1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48(2007).469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35(1994). 1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992.136, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992.125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990.722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993.456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35(1994).1038, ΑΠ 602/1980 ΕΕργΔ 1980.534, ΕφΑΘ 9346/1988 ΕΕργΔ 1989.403, ΕφΠατρ 61/1988 ΕΕργΔ 1988.971, Εφθεσ 420/1989 ΕΕργΔ 1989.518). Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει, Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσο επιμέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και να είναι, υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά στο πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι στην ίδια. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και, συνεπώς, δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα τοιαύτα (νέα μηχανήματα, εγκατάσταση, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς τον σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.). Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται, ωστόσο, εκτός από την διακοπή, πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως. Η κρίση για την διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από την συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λ.π.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258). Μάλιστα, υπό την ισχύ του π.δ/τος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ/τος 572/1988, άρθρο 3 § 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», ΑΠ 259/2006, ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά την μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι την μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά την μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη, χωρίς περιορισμό από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από την μεταβίβαση (για το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του π.δ/τος 572/1988, βλ. Δημ. Ζερδελή, Μεταβίβαση Επιχειρήσεως και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, ΔΕΕ 1996.238 επ., Αλ. Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 1995, σελ. 180, ΕφΑΘ 3156/2002 ΔΕΕ 2003.88, ΕφΑΘ 5341/1999 ΕΕργΔ. 59.271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002.884). Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις που ήταν ενεργείς κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (ΑΠ 318/1998 ΕΕργΔ 1999.355) συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, ανεξαρτήτως της συναινέσεως ή μη των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 1222/1998 ΕΕργΔ 1999.983, ΑΠ 1723/1995 ό.π.). Αναγκαία πάντως προϋπόθεση είναι η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τον νέο εργοδότη, χωρίς πραγματική διακοπή, εκτός αν αυτός, μετά την διακοπή, επαναλειτουργήσει την επιχείρηση, ως την αυτή οικονομική μονάδα (ΑΠ 244/2012 και ΑΠ 891/1992 ΕΕργΔ 1993.454), δηλαδή με την θέληση να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις επαναλειτουργίας επιχειρήσεων, που μεταβιβάστηκαν ενώ η λειτουργία τους είχε προσωρινά διακοπεί λόγω εποχής (ΕφΑΘ 9346/1988 ό.π.) ή λόγω ανασυγκροτήσεώς τους (βλ. και Ληξουριώτη, ΕΕργΔ 1993.450, Στ. Βλαστό, ΕΕργΔ 1999. 982,983). Αντιθέτως, δεν υπάρχει διαδοχή εργοδοτών, όταν η επαναλειτουργία της επιχειρήσεως από τον νέο φορέα της γίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνον του προηγούμενου φορέα της, με μισθωτούς που προσλαμβάνει με νέες συμβάσεις εργασίας είτε από το παλαιό προσωπικό είτε όχι (ΑΠ 610/1991, 889/1992, 942/1992, 1364/1992, ό.π., ΕφΠειρ 647/1996 ΕλλΔνη 39(1998).165).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι εργάσθηκε στην πρώτη εναγομένη, η οποίο διατηρούσε επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με πλήρη απασχόληση, με την ειδικότητα και με τον συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό που ειδικότερα αναφέρει. Ότι η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του από τον Νοέμβριο του έτους 2011. Ότι την 1.10.2013 η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάστηκε κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2002 στην δεύτερη εναγομένη, στην οποία συνέχισε να παρέχει εν τοις πράγμασι τις υπηρεσίες του. Ότι λόγω μη καταβολής σ’ αυτόν των δεδουλευμένων αποδοχών του εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, κοινοποίησε στην τελευταία την από 10.12.2015 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωσή του, με την οποία της δήλωσε ότι ασκεί επίσχεση εργασίας. Ότι η τρίτη εναγομένη, χρησιμοποιώντας ως κεφάλαιο χρήματα της πρώτης εναγομένης, τα οποία διαχειρίστηκε ως δικά της, ίδρυσε τη δεύτερη εναγόμενη μονομετοχική ανώνυμη εταιρεία, με στόχο να συνεχίσει απρόσκοπτα την εμπορική της δραστηριότητα υπό τον μανδύα της νέας εταιρείας, καταχρώμενη τον θεσμό της εταιρείας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι του οφείλονται οι δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2011, μηνός Μαρτίου 2012, μηνός Ιουνίου 2012, μηνός Ιουλίου 2012, μηνός Αυγούστου 2012, μηνός Οκτωβρίου 2012, μηνός Δεκεμβρίου 2015 καθώς και η αναλογία του επιδόματος Χριστουγέννων 2015. Ότι εξαιτίας της παράνομης, κακόπιστης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της τρίτης εναγομένης, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αγωγή, υπέστη ηθική βλάβη. Βάσει των ανωτέρω, ζητεί, κατόπιν παραδεκτής παραίτησης από μέρος του αγωγικού αιτήματος, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, 1) να αναγνωρισθεί ότι την 1.10.2013 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη των εναγομένων στην δεύτερη εξ αυτών, 2) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 3) να αναγνωριστεί ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 10.12.2015, 4) να αρθεί η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων, ώστε να θεμελιωθεί αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη της τρίτης των εναγομένων για τις ένδικες οφειλές τους έναντι αυτού, 5) να υποχρεωθούν η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστη, για δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2011 1.582,20 ευρώ, μηνός Μαρτίου 2012 950 ευρώ, μηνός Ιουνίου 2012 1.150 ευρώ, μηνός Ιουλίου 2012 1.150 ευρώ, μηνός Αυγούστου 2012 550 ευρώ, μηνός Οκτωβρίου 2012 920 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1.12.2015 έως τις 10.12.2015 274,32 ευρώ καθώς και για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015 745,49 ευρώ και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 7.322,01 ευρώ και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την δεύτερη και την τρίτη των εναγομένων, για δεδουλευμένες αποδοχές μέρος του ως άνω ποσού, ύψους 6.302,20 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μέχρι την 1.10.2013, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο από αυτά που απαρτίζουν τα παραπάνω ποσά κατέστη απαιτητό και μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, 6) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, 7) να διαταχθεί σε βάρος της τρίτης εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης για την είσπραξη του επιδικασθησομένου ποσού, 8) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη και 9) να καταδικασθούν οι εναγόμενες στα δικαστικά του έξοδα. Ο ενάγων ζητεί να του επιδικασθούν τα ανωτέρα κονδύλια κυρίως βάσει των διατάξεων περί έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (πλην του κονδυλίου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο ζητεί να του επιδικασθεί βάσει των διατάξεων περί αδικοπραξίας και προσβολής της προσωπικότητας). Επικουρικά, ο ενάγων ζητεί να του επιδικασθούν τα παραπάνω κονδύλια (πλην του κονδυλίου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενος ότι οι εναγόμενες κατέστησαν πλουσιότερες κατά τα ποσά αυτά χωρίς νόμιμη αιτία και σε βάρος της περιουσίας του, αφού σε οποιονδήποτε τρίτο απασχολούσαν στη θέση του με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας θα κατέβαλαν τα ποσά αυτά. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 14 παρ. 2, 16 περ. 2, 25 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 παρ. 3 και 621 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, όπως τα ανωτέρω άρθρα τροποποιήθηκαν από το ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΡΘΡΟ, Κεφ. Γ, τίτλο ΙΙΙ του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ A 87/23.7.15) και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άνω νόμου, που περιλαμβάνονται στο ΕΝΑΤΟ ΑΡΘΡΟ αυτού και την παρ. 2 αυτού, σε κάθε αγωγή εργατικών διαφορών που κατατίθεται μετά την 1.1.2016 και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 288, 297, 298, 330, 340, 341, 343, 345, 346, 481, 648, 655, 656, 904, 914, 926 ΑΚ, π.δ. 178/2002, ν. 2112/1920, ν. 1082/1980, Κ.Υ.Α. 19040/1981, 176, 219, 907, 908 και 910 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος να διαταχθεί η προσωπική κράτηση της τρίτης εναγομένης, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, εφόσον δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη από 30.000 ευρώ (αρθρ. 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αγωγή, καθ’ όσον κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα υπ’ αριθμ. ……./21.4.2017, ……./21.4.2017 και ……../21.4.2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν νομίμως (αρθρ. 422 ΚΠολΔ, βλ. και προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. ……/18.4.2017, ………./18.4.2017 και ………../18.4.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τις παρούσες εναγόμενες υπ’ αριθμ. ……/6.4.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία λήφθηκε νομίμως (αρθρ. 422 ΚΠολΔ, βλ. και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. ………/3.4.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Γεωργίου Δήμου), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσελήφθη στις 2.1.2002 από την πρώτη εναγομένη, η οποία διατηρεί στη ……….. Αττικής, επί της οδού …….., αριθμ. ….., επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως βοηθός ηλεκτροτεχνίτη με αντικείμενο εργασίας του τον έλεγχο και την συντήρηση ηλεκτροπαραγωγών ζευγών (γεννητριών ηλεκτρικού ρεύματος) σε εγκαταστάσεις πελατών της, κυρίως εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, σε ολόκληρη την επικράτεια. Ο ενάγων έκτοτε παρείχε την εργασία του στην πρώτη εναγομένη, με το νόμιμο ωράριο εργασίας, πλήρους απασχολήσεως, με μηνιαίες αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 1.150 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.8.2012 και στο ποσό των 920 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.9.2012 και εντεύθεν. Πλην όμως, από τον Νοέμβριο του έτους 2011, η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία συνιστούσε στην πραγματικότητα μια οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ιδρύθηκε από τον …………., στην μετοχική σύνθεση και το Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας μετείχε από την σύστασή της, πλην του ιδίου, και η θυγατέρα του, ………….. Δυνάμει δε της από 30-06-2012 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και του από 30-06-2012 πρακτικού Δ.Σ., το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης συγκροτήθηκε από τον ………… ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την ………… ως Αντιπρόεδρο και την ………… ως μέλος. Κατόπιν, την 7-8-2013, η μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης, ……….., συνέστησε, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……/7-8-2013 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Γκριόγλου, την δεύτερη εναγόμενη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..». Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιό της με πενταετή θητεία συγκροτήθηκε από την ………. ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την ……….. ως μέλος και την ………… ως μέλος. Η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία έχει ακριβώς τον ίδιο καταστατικό σκοπό με την πρώτη εναγομένη και ακριβώς το ίδιο αντικείμενο εργασιών, ασκεί ακριβώς την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα και λειτουργεί στις ίδιες με αυτήν κτιριακές εγκαταστάσεις στη ………… Αττικής, επί της οδού ………… αριθμ. …., χρησιμοποιώντας τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό και αριθμό τηλεομοιοτυπίας (φαξ). Ομοίως, στην δεύτερη εναγομένη μεταβιβάστηκε το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, όπως μηχανήματα, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός εργασίας και συναφή, κατά την με αριθμό ………../29-10-2013 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, από την οποία προκύπτει ότι η ορισθείσα ανάδοχος του αναφερόμενου έργου δεύτερη εναγομένη αναλαμβάνει να εκτελέσει το έργο με ηλεκτρολογικό εξοπλισμό της πρώτης, ενώ απέκτησε η δεύτερη το σύνολο της πελατείας και την τεχνογνωσία της πρώτης εναγομένης, κάνοντας χρήση των παγίων του χώρου, των μηχανημάτων και του εξοπλισμού της επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης, με τα οποία αυτή λειτουργούσε στο εγγύς παρελθόν. Από την πλευρά της η δεύτερη εναγομένη εμφανίζεται στις συναλλαγές της ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης, συνεχίζοντας την εκτέλεση των εκκρεμών συμβάσεων και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα της τελευταίας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στην με αριθμό …./10-2-2014 απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου …….., η δεύτερη εναγομένη, στην οποία με την ίδια απόφαση ανατέθηκαν ηλεκτρολογικές εργασίες επισκευής και ελέγχου καλής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης ελέγχου του κτιρίου του νοσοκομείου που είχε εγκαταστήσει η πρώτη εναγομένη, χαρακτηρίζεται ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης. Επίσης, στην ιστοσελίδα της η δεύτερη εναγομένη αναφέρει ότι στηρίζεται στην πολυετή τεχνογνωσία, στο πλούσιο πελατολόγιο και στην μακρόχρονη πείρα της πρώτης εναγομένης, αυτοπροσδιορίζεται ευθέως ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης, ενώ και ο διακριτικός τίτλος της δεύτερης εναγομένης («……..») είναι παραπλήσιος αυτού της πρώτης εναγομένης («……»). Παράλληλα η δεύτερη εναγομένη απέκτησε, εκτός από τις πάγιες εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, και το σύνολο των άυλων αγαθών της τελευταίας και δη τη φήμη, την πελατεία και την τεχνογνωσία της και με την ίδια άσκηση της εμπορίας της, στα οποία απέβλεπε η δεύτερη εναγομένη για την επιτυχή λειτουργία της νέας επιχειρήσεώς της, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η πρώτη εναγομένη ευρισκόταν εκεί και λειτουργούσε με επιτυχία την άνω επιχείρησή της από πολλά έτη, με μεγάλη και σταθερή πελατεία ένεκα της φήμης της. Συνεπώς, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η δεύτερη εναγόμενη συνιστά από την 1.10.2013 διάδοχο επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, διότι πρόκειται περί μεταβίβασης επιχειρήσεως, υπό την έννοια του π.δ/τος 178/2002, εφ’ όσον η δεύτερη εναγομένη ως «διάδοχος» ανέλαβε πράγματι μία οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει η πρώτη εναγομένη, ούσα αρχική εργοδότρια του ενάγοντος, για την επιδίωξη, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού, την οποία και διατήρησε, αξιοποιώντας την για την επίτευξη του ιδίου βασικώς και αποκλειστικώς σκοπού, ήτοι την ίδια επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, εγένετο δε συνολική μεταβίβαση του οργανισμού της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, η οποία «επέζησε» της αλλαγής του φορέα του και δεν πρόκειται για απλή μεταβίβαση ενός αθροίσματος ή μεμονωμένων οικονομικών αγαθών, χωρίς τον μεταξύ τους αναγκαίο για την επίτευξη του συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού λειτουργικό σύνδεσμο και οργάνωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη (βλ. Δημ. Ζερδελή, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 1999, σελ. 595, ΑΠ 1553/2002 ΔΕΝ 2003.710, ΕφΑΘ 9606/2005 ΕλΔ 47(2006).872). Ωσαύτως, ο νέος φορέας της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης είχε την βούληση να καταστεί διάδοχος της πρώτης εναγομένης, προς τούτο ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα και ήταν ικανά να πραγματοποιήσουν τον σκοπό αυτόν, καθ’ όσον τυγχάνει προεχόντως σημαντικός ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση, όπως συμβαίνει πράγματι με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις των δύο πρώτων εναγόμενων, αφού το κύριο αντικείμενο παροχής υπηρεσιών των επιχειρήσεών τους ήταν η επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών και συναφών υπηρεσιών στους πελάτες τους, οποιαδήποτε δε πρόσθετη παρεχόμενη υπηρεσία από την επιχείρηση, συναφής ή μη με την κύρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της υπάρξεως «μεταβίβασης επιχείρησης», αλλά εντάσσεται μόνο στη γενικότερη επιχειρηματική πολιτική της δεύτερης εναγομένης. Βάσει των προπαρατεθέντων, η ως άνω επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάστηκε στη δεύτερη εναγομένη, ώστε η τελευταία να ευθύνεται με την πρώτη εναγομένη έναντι του ενάγοντος. Ένεκα της ως άνω προεκτιθέμενης μεταβιβάσεως, η διάδοχος δεύτερη εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία υποκατέστησε από την 1.10.2013 αυτοδίκαια την αρχική εργοδότρια του ενάγοντος (πρώτη εναγομένη), με συνέπεια, αφ’ ενός ο ενάγων να συνδέεται με την δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφ’ ετέρου οι αξιώσεις του ενάγοντος που πηγάζουν από την σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότριά του και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν, ένεκα της μεταβίβασης αυτής, και την διάδοχο δεύτερη εναγομένη, ενώ η τελευταία ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντος που γεννήθηκαν μετά την διαδοχή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση της επιχείρησης, η δεύτερη εναγομένη παρέλειψε να καταβάλει στον ενάγοντα τις ληξιπρόθεσμες αποδοχές που όφειλε στον τελευταίο η πρώτη εναγομένη. Για τον λόγο αυτό ο ενάγων κοινοποίησε στην δεύτερη εναγόμενη την από 10.12.2015 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωσή του, στην οποία της εξέθετε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του (δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2011, δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2012, δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2012, δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2012, δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2012 και δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2012) και της δήλωσε ότι από την ημέρα εκείνη ασκεί επίσχεση της εργασίας του μέχρι την καταβολή των ως άνω οφειλομένων. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι η δεύτερη εναγομένη εξακολουθεί να οφείλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2011 1.58,20 ευρώ, μηνός Μαρτίου 2012 950 ευρώ, μηνός Ιουνίου 2012 1.150 ευρώ, μηνός Ιουλίου 2012 1.150 ευρώ, μηνός Αυγούστου 2012 550 ευρώ, μηνός Οκτωβρίου 2012 920 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1.12.2015 έως τις 10.12.2015 274,32 ευρώ καθώς και για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015 745,49 ευρώ και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 7.322,01 ευρώ. Εκ του ανωτέρω ποσού που οφείλει η δεύτερη εναγομένη στον ενάγοντα, η πρώτη εναγομένη οφείλει στον τελευταίο, εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγομένη, για το χρονικό διάστημα μέχρι την 1.10.2013, ότε υλοποιήθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησής της, το συνολικό ποσό των 6.302.20 ευρώ, βάσει των ως ίδιων ως άνω υπολογισμών, αμφότερα δε τα ανωτέρω ποσά οφείλονται στον ενάγοντα νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, στον οποίο αντιστοιχούν οι δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές και από τις 31.12.2015 για την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη στις αρχές του 2013 ανέλαβε εν τοις πράγμασι και κατ’ αποκλειστικότητα τη διοίκηση της πρώτης εναγομένης, εκμεταλλευόταν την επιχείρησή της, κατηύθυνε τις επιχειρηματικές αποφάσεις της και διαχειριζόταν αποκλειστικά η ίδια τα οικονομικά της οφέλη, ενώ εν συνεχεία ίδρυσε την δεύτερη εναγόμενη μονομετοχική ανώνυμη εταιρεία, της οποίας το Δ.Σ. απαρτίζεται από την ίδια, η οποία τυγχάνει μοναδική μέτοχος, πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνουσα σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας, ασκώντας εν τοις πράγμασι προσωπική εμπορική δραστηριότητα και εκπροσωπώντας την δεύτερη εναγομένη στις συναλλαγές της με τους τρίτους κατά τρόπο δεσμευτικό. Συνακόλουθα, λόγω του ότι η τρίτη εναγομένη χρησιμοποίησε καταχρηστικά και αντίθετα προς την συναλλακτική καλή πίστη τη νομική προσωπικότητα των δύο πρώτων εναγομένων με πρόθεση καταστρατήγησης του νόμου και συγκεκριμένα προκειμένου να συνεχίσει απρόσκοπτα την προσωπική εμπορική δραστηριότητά της, αποφεύγοντας, παράλληλα, την προσωπική της ευθύνη από τις αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις έναντι τρίτων, πρέπει να υποχωρήσει η αρχή της αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων, με αποτέλεσμα την κατάφαση της προσωπικής ευθύνης της τρίτης εναγόμενης, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τις δύο πρώτες εναγόμενες, για την καταβολή των ένδικων απαιτήσεων του ενάγοντος έναντι αυτών από την σύμβαση εργασίας του. Η εκ μέρους της δεύτερης και της τρίτης εναγομένης προταθείσα ένσταση εξόφλησης τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι δεν μνημονεύεται η αιτία της εκάστοτε καταβολής, ώστε να μπορεί να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός των ανωτέρω εναγομένων ότι οι καταβολές αφορούσαν όντως τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και όχι την τρέχουσα μισθοδοσία του και τις δαπάνες για την εκτέλεση της εργασίας του. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου η πρόκληση στον ενάγοντα ηθικής βλάβης και, συνεπώς, το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο τυγχάνει απορριπτέο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινομένη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να αναγνωρισθεί α) ότι την 1.10.2013 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη των εναγόμενων στην δεύτερη των εναγομένων, β) ότι ο ενάγων συνδέεται με την δεύτερη των εναγομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και γ) ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 10.12.2015, να υποχρεωθούν η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, κατόπιν άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων, το συνολικό ποσό των 7.322,01 ευρώ και (να υποχρεωθεί) η πρώτη των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη και την τρίτη των εναγομένων, από το παραπάνω συνολικό ποσό των 7.322,01 ευρώ, το ποσό των 6.302,20 ευρώ, αμφότερα δε τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, στον οποίο αντιστοιχούν οι δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές και από τις 31.12.2015 για την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015. Επειδή, εξάλλου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, η απόφαση, ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των 3.700 ευρώ. Τέλος, πρέπει να ορισθεί το παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση που η πρώτη εναγομένη ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας (άρθρα 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος λόγω της εν μέρει ήττας τους (άρθρο 178 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της, παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της πρώτης των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την πρώτη των εναγομένων κατά της απόφασης αυτής.
Απορρίπτει ό,τι κριθηκε ως απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει α) ότι την 1.10.2013 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη των εναγομένων στην δεύτερη των εναγομένων, β) ότι ο ενάγων συνδέεται με την δεύτερη των εναγομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και γ) ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 10.12.2015.
Υποχρεώνει την δεύτερη και την τρίτη των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, κατόπιν άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων, το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων είκοσι δύο ευρώ και ενός λεπτού (7.322,01 ευρώ) και την πρώτη των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη και την τρίτη των εναγομένων, από το παραπάνω συνολικό ποσό των 7.322,01 ευρώ, το ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων δύο ευρώ και είκοσι λεπτών (6.302,20 ευρώ), με το νόμιμο τόκο κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
Κηρύσσει την ανωτέρω καταψηφιστική διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων (3.700) ευρώ.
Καταδικάζει τις εναγόμενες στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο καθορίζει στο ποσό των διακοσίων ογδόντα (280) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 5-12-17 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
