Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Ο μεταβιβάζων την επιχείρηση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο ιδιοκτήτη. Αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας. Επιδίκαση αμοιβής υπερεργασίας, αποδοχών και αποζημίωσης αδείας. Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου επειδή έγινε προφορικά και χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Μισθοί υπερημερίας. Εργασία κατά τα Σάββατα. Προσβολή προσωπικότητας. Απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο οι υπεύθυνες δηλώσεις. Απορρίπτει αντίθετη αγωγή εργοδοτών για προσβολή προσωπικότητας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 70.359,11 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

208/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρία Γρηγοροπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τον Γραμματέα Θεόδωρο Βλαχάκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Σεπτεμβρίου 2017, για δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………., κατοίκου Περιστερίου Αττικής (οδός ………. αριθμ. ……….), με ΑΦΜ ………., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ………. κατοίκου ………. Αττικής (οδός ………. αριθμ. …), με ΑΦΜ ………. και 2) ………., κατοίκου ομοίως ως άνω, με ΑΦΜ ………., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Διάκου.

Β. ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ………. κατοίκου ………. Αττικής (οδός ………. αριθμ. …), με ΑΦΜ ………. και 2) ………., κατοίκου ομοίως ως άνω, με ΑΦΜ ………., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Διάκου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ………., κατοίκου Περιστερίου Αττικής (οδός ………. αριθμ. ……….), με ΑΦΜ ………., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.

Η ενάγουσα (της υπό στοιχείο Α’ αγωγής) ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-10-2016 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης ………./2016 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………./2016, προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 13ης-12-2016 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 26ης-04-2017 οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Οι ενάγοντες (της υπό στοιχείο Β’ αγωγής) ζητούν να γίνει δεκτή η από 25-04-2017 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης ………./2017 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης ………./2017, προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 614 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών δικάζονται, μεταξύ άλλων, οι εργατικές διαφορές, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου εργατικές διαφορές είναι οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά το νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή της εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους. Με τη θεμελιώδη – για την εφαρμογή της διάταξης αυτής- έννοια της «παροχής εξαρτημένης εργασίας», καλύπτεται ολόκληρο το φάσμα των σχετικών εργασιακών διαφορών, οι οποίες πηγάζουν από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή και από άλλη αιτία, έχουσα όμως ως αφορμή τέτοιου είδους συμβατική σχέση. Στις εργατικές διαφορές υπάγεται, δηλαδή, κάθε διαφορά από αδικοπραξία ή αδίκημα, από οποιαδήποτε αιτία, με αφορμή όμως την παροχή εξαρτημένης εργασίας [βλ. ΟλΑΠ 433/1968 ΝοΒ 16.1058, ΕφΠειρ 858/1999 ΔΕΕ 2010.10, ΕφΘεσ 3555/1996 ΕλΔ 39(1998).589, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κονδύλης), ΚΠολΔ II, άρθρο 663, αριθμ. 9 επ., Μητσόπουλος, ΠολΔ, παρ. 15, αριθμ. 2, σελ. 189, Κ. Μπέης ΠολΔ αρθρ. 16, σελ. 182].

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ «το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων». Η συνεκδίκαση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας, προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους (ΑΠ 28/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1355/2004 ΕλλΔνη 2005. ΕφΚρ 114/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο: Α) η από 20-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2016 αγωγή και Β) η από 05-12-2016 και με αριθμό κατάθεσης ………./………./2017 αγωγή, που ασκείται από τους εναγόμενους της υπό στοιχείο Α’ αγωγής κατά της ενάγουσας αυτής και έχει ως αντικείμενο την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης – ενάγουσας εναντίον τους, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς τους και της επαγγελματικής τους φήμης, με αφορμή όμως την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Οι αγωγές αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, επειδή είναι συναφείς, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και στην αρμοδιότητα του ιδίου Δικαστηρίου και από τη συνεκδίκαση τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 31, 246, 285 εδ. α’ ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των ευνοϊκών για τους υπαλλήλους διατάξεων του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ/τος της 16/18.7.1920, αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας, όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του πηγάζουν από αυτή, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Κατά τις διατάξεις των άρθρων, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως “μεταβιβάζων” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, ενώ ως “διάδοχος” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση και διατηρεί αυτή, υπό το νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (ΟλΑΠ 5/1994, ΕλλΔνη 1994.1252, ΑΠ 1147/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1319/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 259/2006, ΕλλΔνη 2007.1405, ΑΠ 564/2005, ΕλλΔνη 2007.469, ΕφΠειρ 319/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσο επιμέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και να είναι, υπό το νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει, ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και, συνεπώς, δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Υπό την ισχύ, εξάλλου, του π.δ/τος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ/τος 572/1988, άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», βλ. ΑΠ 259/2006, ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση, για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις, που ήταν ενεργείς κατά το χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης (ΑΠ 318/1998, ΕΕργΔ 1999.355), συνεχίζονται με το νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, άσχετα από τη συναίνεση των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 1147/2017 ό.π., ΑΠ 1319/2015 ό.π., ΑΠ 1222/1998, ΕΕργΔ 1999.983, ΑΠ 1723/1995, ό.π. ΕφΠειρ 319/2014 ό.π.).

III. Κατά το άρθρο 669 ΑΚ σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της δεν ορίστηκε, λύεται ύστερα από καταγγελία οποιουδήποτε από τα μέρη. Η καταγγελία είναι μονομερής και αναιτιώδης δικαιοπραξία που απευθύνεται  από τον καταγγέλλοντα προς τον αντισυμβληθέντα. Ειδικά, η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3198/55, να γίνει, με ποινή ακυρότητας, εγγράφως και να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης στις οποίες συνυπολογίζεται η αναλογία από τα δώρα εορτών και του επιδόματος αδείας προσαυξάνοντας έτσι την αποζημίωση κατά 1/6 (ΑΠ 546/1999 ΔΕΝ 55. 1042. Σε περίπτωση μη τηρήσεως των προϋποθέσεων η εξ’ αυτής προκύπτουσα ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου και σ’ αυτήν την περίπτωση μπορεί αυτός να ζητήσει με αγωγή του είτε την καταβολή των αποδοχών του, θεωρώντας άκυρη την καταγγελία, εντός τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/55) ή να θεωρήσει αυτήν έγκυρη και να απαιτήσει την πιο πάνω νόμιμη αποζημίωση (ΑΠ 548/2000, ΕλλΔνη 41, 1615, ΑΠ 1169/1999, ΔΕΝ 2000, 72, ΑΠ 590/1994, ΕλλΔνη 36, 162, ΑΠ 701/1991, ΔΕΝ 49.777).

Α. Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα της από 20-10-2016 αγωγής, εκθέτει ότι στις 28-12-2007 προσλήφθηκε με προφορική (άτυπη) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο, προκειμένου να εργαστεί ως πωλήτρια – σερβιτόρα μπουφέ (μπουφετζού), σε κατάστημα (αναψυκτήριο – μπουγατσοπωλείο) στους ………. Αττικής, που εκμεταλλεύεται ο πρώτος εναγόμενος, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (από Δευτέρα έως και Παρασκευή), επί οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι μηνιαίου μισθού, ύψους (για το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω) 989,54 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 30-06-2012, 762,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01-07-2012 έως 31-10-2015 και 705,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01-11-2015 και εντεύθεν. Ότι η ως άνω σύμβαση είναι έγκυρη, καθώς ήταν εφοδιασμένη με το απαιτούμενο βιβλιάριο υγείας εργαζομένου σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ότι καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι από 01-01-2011 έως 22-07-2016, εργαζόταν έξι ημέρες εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως και Σάββατο), για 12 και ½ ώρες ημερησίως, με ώρα έναρξης του ωραρίου της στις 5:30 π.μ„ ήτοι πέραν του νομίμου και συμφωνηθέντος ωραρίου της, καθώς και μία Κυριακή το μήνα, ομοίως για 12 και ½ ώρες, με ώρα έναρξης στις 5:30 π.μ., χωρίς να λαμβάνει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της δεν λάμβανε επιπλέον αμοιβή για την υπερεργασιακή και κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση, ούτε αμοιβή για την εργασία της τα Σάββατα και τις Κυριακές, αλλά ούτε και για την νυχτερινή απασχόλησή της. Ότι για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2016 έως τις 22 Ιουλίου 2016, ο πρώτος εναγόμενος δεν της κατέβαλε καθόλου τον οφειλόμενο μισθό της, ενώ επίσης για το έτος 2015 δεν έλαβε τη νόμιμη άδεια αναψυχής, καθώς ο πρώτος εναγόμενος της στέρησε υπαιτίως 13 ημέρες άδειας, παρά το γεγονός ότι την άνοιξη του έτους 2015, αυτή ζήτησε από τον εναγόμενο τη χορήγηση αδείας για τον μήνα Αύγουστο, ούτε το σχετικό επίδομα άδειας. Ότι εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο πρώτος εναγόμενος, στις 22-07-2016 μεταβίβασε την ως άνω επιχείρησή του στη δεύτερη εναγομένη και σύζυγό του, η τελευταία δε την ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων, εγκαταστάσεων κτλ και η επιχείρηση συνεχίστηκε με την ίδια ακριβώς δραστηριότητα (αναψυκτήριο), έχοντας τον ίδιο διακριτικό τίτλο και τον ίδιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και εργατικό προσωπικό. Ότι ενόψει τούτων έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης του πρώτου εναγομένου προς τη δεύτερη εξ αυτών, με την έννοια των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002, με αποτέλεσμα ο πρώτος εναγόμενος να είναι εις ολόκληρον υπεύθυνος με τη δεύτερη εναγομένη για όλες τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση εργασίας αξιώσεις της μέχρι την 22α-07-2016. Ότι την ίδια ημερομηνία (22-07-2016) ο πρώτος των εναγομένων κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και συγχρόνως αξίωσε από αυτή (την ενάγουσα) να υπογράψει αναγγελία πρόσληψης στη δεύτερη εναγομένη, κάτι που συνέβη με όλους τους εργαζόμενους στην επιχείρησή του. Ότι η ίδια συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της, εργαζόμενη στην επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης μέχρι τις 19-08-2016, οπότε αναγκάσθηκε να αποχωρήσει οικειοθελώς από αυτή, διότι οι εναγόμενοι αρνούνταν να της καταβάλλουν τα μνημονευόμενα χρηματικά ποσά που της όφειλαν εκ της παροχής της εργασίας της κατά τα προαναφερθέντα. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά και όπως παραδεκτά (άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ) περιορίστηκε κατά ένα μέρος το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με καταχωρηθείσα στα πρακτικά δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο και με τις προτάσεις της, ζητεί, κατά τους ειδικότερους αναφερόμενους στην αγωγή υπολογισμούς, να υποχρεωθούν αμφότεροι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν: 1) το ποσό των 4.765,80 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 01 -01 -2016 έως 22-07-2016, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός, 2) το ποσό των 733,20 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2015, με το νόμιμο τόκο από την 31-12-2015, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 3) το συνολικό ποσό των 49.772,63 ευρώ, για την υπερεργασιακή και την υπερωριακή της απασχόληση, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 22-07-2016, 4) το ποσό των 25.477,82 ευρώ για την απασχόλησή της τα Σάββατα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, 5) το ποσό των 7.589,68 ευρώ για την εργασία της κατά τις Κυριακές, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, 6) το ποσό των 1.343,07 ευρώ για τη νυχτερινή της εργασία, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά (εκτός από τις αποδοχές αδείας του έτους 2015) με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τις αντίστοιχες αποδοχές, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, άλλως επικουρικά ζητεί, σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης, κατά τα προεκτεθέντα, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 9.870,00 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 22-07-2016 έως 21-07-2017, ως ημερομηνία πιθανής συζήτησης της αγωγής, λόγω της ακυρότητας της γενόμενης εκ μέρους του πρώτου εναγομένου καταγγελίας, ένεκα μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης σ’ αυτή, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα έκαστου μήνα, άλλως πιο επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η καταγγελία ήταν έγκυρη, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 4.112,50 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης (705,00 ευρώ τελευταίος μηνιαίος μισθός X 5 ενόψει της διάρκειας της υπηρεσίας της, πλέον 1/6 για αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας), με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης, ήτοι 22-07-2016, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά, δε ζητεί την καταβολή των ιδίων ως άνω ποσών κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, στην περίπτωση που κριθεί ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας είναι άκυρη. Ακόμα, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η από 22-07-2016 καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και αναγνωριστεί ότι στις 22-07-2016 έλαβε χώρα μεταβίβασης της επίμαχης επιχείρησης από τον πρώτο εναγόμενο προς τη δεύτερη. Επίσης, στην περίπτωση που κριθεί ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της χορηγήσουν, κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικά εργασίας, όπου να βεβαιώνεται το είδος και η διάρκεια της εργασίας της, όπως και η διαγωγή της και να απειληθεί σε βάρος τους χρηματική ποινή, ύψους 500,00 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης να συμμορφωθούν στην παραπάνω υποχρέωσή τους. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή παραδεκτώς (βλ. και ΑΠ 1412/2009 ΕΕργΔ 2010. 216) και αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 7, 9, 10, 11 αρ. 7, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 22, 74, 614 αρ. 3, 621 επ. του ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α’87/23-07-2015), ενόψει και του ότι έχει ασκηθεί εντός της τρίμηνης και εξάμηνης ανατρεπτικής – αποσβεστικής προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3198/1955 ως προς τις επικουρικές αξιώσεις που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία, η οποία (προθεσμία) ερευνάται αυτεπαγγέλτως και άρχεται από τη λύση της εργασιακής σχέσης, και δεδομένου ότι η κρινομένη αγωγή κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21-10-2016 και επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 21-10-2016 (βλ. τις σχετικές σφραγίδες του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη επί των επιδοθέντων στους εναγόμενους δικογράφων, που προσκομίζουν οι τελευταίοι). Είναι δε ορισμένη, εφόσον περιέχει όλα τα σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ) αναγκαία στοιχεία για την ιστορική της θεμελίωση, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 174, 180, 648, 649, 653, 655, 656, 672, 680, 904, 341, 345, 346 του ΑΚ, 69 παρ. 4 εδ. α, 70, 176, 907 και 908 του ΚΠολΔ, στις διατάξεις του νόμου 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του νόμου 3863/2010, ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, στις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 18310/1946 Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, στη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 3846/2010, στη διάταξη του άρθρου 17 του Ν. 3526/2007, στα άρθρα 2 παρ.1, 5 παρ.1 και παρ.5 του Α.Ν.539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 1346/1983, και στο άρθρο 3 παρ.16 Ν.4504/1966, στην 8900/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών και στο άρθρο 2 του Ν.435/76, στο άρθρο 1 Ν.435/1976, στο άρθρο 1 παρ.3,4,5 Ν. 3385/2005, στα άρθρα 1 και 3 του Ν.2112/1920, στα άρθρα 2 και 5 παρ.1 και 3 του Ν.3198/1955, πλην του αιτήματος περί έναρξης της τοκοφορίας για αμοιβή κατά τις Κυριακές, αφού αυτή δεν αποτελεί νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία και συνεπώς δεν ορίζεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής της και ως εκ τούτου οι τόκοι για την απαίτηση αυτή αρχίζουν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής (ΜΠρΑΘ 1524/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑμαλ 132/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως και του αιτήματος περί έναρξης της τοκοφορίας για εργασία τα Σάββατα από την τελευταία ημέρα εκάστου μήνα, το οποίο είναι μη νόμιμο, καθώς τόκοι για εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας οφείλονται από την επίδοση της αγωγής, όπως επίσης και εκτός από το αίτημα περί έναρξης της τοκοφορίας της υπερωριακής απασχόλησης, από το τέλος εκάστου μήνα, αφού αυτό οφείλεται από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής, αφού δεν αποτελεί μισθό ούτε με την ευρεία έννοια του όρου και δεν ορίζεται από τον νόμο δήλη ημέρα καταβολής γι’ αυτό (ΑΠ 233/2004, ΑΠ 360/2002, ΑΠ 1244/2001 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επισημαίνεται, επίσης, ότι μετά την μερική τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, το αρχικό παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής, αφορά μόνο το καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα, ενώ όσον αφορά το αναγνωριστικό αίτημα, κατέστη μη νόμιμο, καθόσον με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις και όχι οι αναγνωριστικές, στις οποίες δεν νοείται διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης (ΕφΠειρ 1014/1992 ΑρχΝ 44.63, βλ. σχετ και Γ. Νικολόπουλο, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, στο άρθρο 907, αριθμ. 3, σελ. 1721). Πρέπει επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το αναλογούν στο, πέραν του ποσού της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, αντικείμενο της αγωγής τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το σχετικό ηλεκτρονικό παράβολο πληρωμής του δικαστικού ενσήμου), κατά τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του Ν. 2749/1997 (ΑΠ 1567/1997 ΕΕργΔ 2001.82), χωρίς να απαιτείται ως προς τα υπόλοιπα αναγνωριστικά της αιτήματα η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και νόμιμων επ’ αυτού επιβαρύνσεων, λόγω του αναγνωριστικού χαρακτήρα των άνω κονδυλίων (άρθρο 21 Ν. 4055/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995. 1531, ΑΠ 9/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 373/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 649/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 446/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενοι αρνούνται αιτιολογημένα την αγωγή και περαιτέρω προβάλουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι η ενάγουσα επί δέκα έτη απασχολούνταν στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και ότι η δεύτερη εναγομένη αναγκάστηκε να ανοίξει δική της επιχείρηση, ένεκα της δεινής οικονομικής κατάστασης του συζύγου της – πρώτου εναγομένου, χρησιμοποιώντας την πελατεία της επιχείρησής του. Η ένσταση αυτή, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τυγχάνει αόριστη και για το λόγο αυτό πρωτίστως απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον θα έπρεπε να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά που να συνιστούν που να συνιστούν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της ενάγουσας, στην προκείμενη δε περίπτωση, οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται προς θεμελίωσή της κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά της ενάγουσας. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμα δηλαδή και αν ήθελε θεωρηθεί ορισμένη, είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, διότι το άρθρο 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται όταν ο διάδικος αρνείται απλά η αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη ή την άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 950/1989, ΕλλΔνη 1991.77 και ΕφΔωδ 122/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 59 ΑΚ στις περιπτώσεις των άρθρων 57 και 58 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ανωτέρω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο. Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ.ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιοσδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα (ΑΠ 456/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 471/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1565/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 79/2010 ΔΙΜΕΕ 2010. 370, ΕφΑΘ 1531/2011 ΔΕΕ 2011. 936). Τέτοια προστατευόμενα έννομα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην καλή αντίληψη, στην εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, δηλαδή συνιστά την ηθική και κοινωνική αξία του προσώπου, που έχει ως πηγή την ατομικότητά του (ΑΠ 167/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5015/2012, ΔΙΜΕΕ 2013. 205, ΕφΑΘ 34/2011, ΔΙΜΕΕ 2011. 361, ΠΠρΑΘ 1247/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών είναι: (α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, που υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης από τρίτο στη σφαίρα αυτής και (β) η προσβολή να είναι παράνομη, όπως είναι η προσβολή, που γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με την άσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είτε είναι, από την άποψη της εννόμου τάξεως, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, οπότε ο προσβαλλόμενος δικαιούται να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη). Όμως, για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου, που έχει προσβληθεί, απαιτείται και υπαιτιότητα (πταίσμα) εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή, η οποία πρέπει να είναι σημαντική (ΟλΑΠ 8/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 456/2014, ό.π., ΑΠ 471/2013 ό.π., ΑΠ 76/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 79/2010 ό.π., ΑΠ 56/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 17/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 543/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1339/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1573/2005, ΕλλΔνη 2006. 842, ΑΠ 1020/2004, ΕλλΔνη 46. 492, ΑΠ 772/2004, ΔΙΜΕΕ 3. 378, ΕφΑΘ 1531/2011 ό.π., ΕφΠατρ 88/2008, ΕΦΑΔ 2008. 782). Έτσι, η προσβολή της προσωπικότητας, κατά κανόνα, συνιστά και αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, εφόσον πρόκειται για προσβολή απολύτου δικαιώματος, και επομένως μπορεί να ζητηθεί χρηματική ικανοποίηση και κατά τις, περί αδικοπραξιών, διατάξεις του ΑΚ. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 914 ΑΚ: «όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει», κατά δε το άρθρο 920 ΑΚ, «όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει», ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον, που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του». Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: (α) Υποστήριξη ή διάδοση, αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Ως ειδήσεις, νοούνται οι πληροφορίες, που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι, την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Επιπλέον, οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό δεν αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. (β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός, που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. (γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο και (δ) ύπαρξη ζημίας, αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά (ΑΠ 1613/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1904/2008, ΕλλΔνη 2010. 781, ΠΠρΑΘ 1448/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη, που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΠΠρΑΘ 1448/2010 ό.π., ΠΠρΘεσ 29952/2007 Αρμ 2008. 196). Εξάλλου, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ (ΑΠ 471/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1007/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1486/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5015/2012 ΔΙΜΕΕ 2013. 205). Από τον συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων, κατά την πρώτη των οποίων «όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή» και κατά τη δεύτερη «αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών», προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: (α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, (β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειας του και (γ) δόλια προαίρεση, συνιστάμενη στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως ισχυρισμός, θεωρείται η ενώπιον τρίτου ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο, η οποία μπορεί να γίνει προφορικώς ή εγγράφως. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται, να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό, που αξιολογείται, είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί ν’ αποδειχθεί, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια, η οποία ανακοινούμενη σε τρίτον μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Το γεγονός δε, σύμφωνα με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, πρέπει να είναι πρόσφορο, για να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1095/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1729/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1904/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 671/2005, ΕλλΔνη 2005. 1578, ΑΠ 821/2004, ΠοινΧρ 2005. 985, ΑΠ 455/2004, ΠοινΧρ 2005.143, ΑΠ 346/2004, ΕλλΔνη 2005, 1486). Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και εκείνης του άρθρου 366 παρ.1 και 3 ΠΚ, προκύπτουν τα εξής: α) αν δεν αποδεικνύεται, ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές και υπάρχουν αμφιβολίες, που είναι σχετικές με την αλήθεια ή την αναλήθειά του, δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, β) αν αποδεικνύεται, ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθινό δεν θεμελιώνεται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν τιμωρείται δε ούτε ως απλή δυσφήμηση (άρθρα 366 παρ. 1 και 362 ΠΚ), δεν αποκλείεται όμως, στην προηγούμενη περίπτωση, να τιμωρηθεί ο υπαίτιος για εξύβριση αν από τον τρόπο, που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης (άρθρ. 366 παρ. 3 ΠΚ) [ΑΠ 257/2001 (Συμβ.) Ποινικός Λόγος 2001. 1296, ΑΠ 1468/2001 Ποιν. Λόγος 2001. 2261, ΑΠ 1408/2000 ΕλλΔνη 42. 539, ΑΠ 1407/1988 ΕλλΔνη 31. 95, ΕφΑΘ 6/2007 ΕΦΑΔ 2008. 179, ΕφΑθ377/2007 ΕΦΑΔ 2008. 64] και γ) αν το δυσφημιστικό γεγονός, που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, είναι ψευδές αλλά ο υπαίτιος δεν γνώριζε την αναλήθεια, δεν στοιχειοθετείται μεν πάλι το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, στοιχειοθετείται όμως το αδίκημα της απλής δυσφήμησης (άρθρ. 362 ΠΚ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως (ΠΠρΑΘ 13945/2004, Αρμ 2005. 1205).

Β. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες με την από 25-04-2017 αγωγή τους (εναγόμενοι στην ως άνω συνεκδικαζόμενη αγωγή), δια της οποίας παραιτούνται παραδεκτά εκ του δικογράφου της προγενέστερης από 05-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2017 αγωγής τους (άρθρα 294, 295, 297 ΚΠολΔ), εκθέτουν, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου τους, ότι ο πρώτος εξ αυτών διατηρούσε κατάστημα αναψυκτήριο, στο οποίο από το έτος 2007 εργαζόταν η εναγομένη με την ιδιότητα της πωλήτριας – σερβιτόρας. Ότι αναγκάστηκε εξαιτίας πολλών ληξιπρόθεσμων οφειλών της άνω επιχείρησης του, να μεταβιβάσει αυτή στη δεύτερη εξ αυτών και σύζυγό του. Ότι η εναγόμενη συνέχισε να εργάζεται στην επιχείρηση της νέας εργοδότριάς της συζύγου του με νέα σύμβαση εργασίας. Ότι στις 02-08-2016, στο χώρο του καταστήματος (αναψυκτήριο – μπουγατσοπωλείο) που εκμεταλλεύεται πλέον η δεύτερη εξ αυτών, σύζυγος του πρώτου και κατά τη λειτουργία αυτού και δη σε ώρα πελατειακής αιχμής, η εναγομένη επιτέθηκε φραστικά στον πρώτο τούτων (των αιτούντων) αναφέροντας τους μνημονευόμενους υβριστικούς χαρακτηρισμούς για το πρόσωπό του, ενώπιον συναδέλφων της και πελατών του καταστήματος. Ότι η εναγομένη αφενός προσέφυγε στις 06-9-2016 στην Επιθεώρηση Εργασίας και αφετέρου άσκησε εναντίον τους την ως άνω (συνεκδικαζόμενη αγωγή, το περιεχόμενο της οποία προαναφέρθηκε), ισχυριζόμενη υπαιτίως τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα εις βάρος του. Ότι οι ως άνω συκοφαντίες προσανατολίζονται και κατά της συζύγου του, ως ιδιοκτήτριας πλέον της νεοσυσταθείσας επιχείρησης. Ότι από τις ως άνω ενέργειες της εναγομένης, οι οποίες συνιστούν υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς τους και ταυτοχρόνως και αδικοπραξία, προσβλήθηκε εν γένει η προσωπικότητά τους και δη η τιμή και η υπόληψη του, καθώς και η επαγγελματική φήμη τους, και υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση το συνολικό ποσό των 80.000,00 ευρώ. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίστηκε στο σύνολό του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με προφορική, κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και περιέχεται στις νομοτύπως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 223, 295 παρ. 1 εδ. β’ και 297 του ΚΠολΔ), ζητεί να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον μεν πρώτο εξ αυτών το ποσό των 50.000,00 ευρώ στη δε δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 30.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 02-08-2016, οπότε έλαβε χώρα το προαναφερθέν φραστικό επεισόδιο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να απαγορευθεί στην εναγομένη να προβεί στην οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπό τους μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της παρούσας αγωγής και να καταδικαστεί αυτή στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 1, 7, 9, 14 παρ. 2, 16 αριθμ. 2 και 22 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 επ. του ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α’87/23-07-2015), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη. Πλην όμως, όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, καθόσον η μνημονευόμενη αδικοπρακτική και προσβλητική της προσωπικότητας των εναγόντων συμπεριφορά της εναγομένης απευθύνεται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αποκλειστικά και μόνο εναντίον του πρώτου ενάγοντος, χωρίς να μεταβάλει την παραπάνω παραδοχή το ότι το επικαλούμενο φραστικό επεισόδιο της 2ας-08-2016 έλαβε χώρα στο κατάστημα που εκμεταλλεύεται η δεύτερη ενάγουσα. Κατά τα λοιπά, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 330, 345, 346, 914, 920, 932 του ΑΚ, 361, 362, 363 του ΠΚ, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πλην του περί έναρξης της τοκοφορίας από το χρονικό σημείο τέλεσης της επικαλούμενης αδικοπραξίας (02-08-2016), το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, καθώς για την αξίωση που απορρέει από αδικοπραξία, στην οποία και στηρίζεται η ένδικη αγωγή, οφείλονται τόκοι όχι από το χρόνο που τελέστηκε η τελευταία, αλλά από την επίδοση της αγωγής, εφόσον ο οφειλέτης δεν έγινε υπερήμερος σε προηγούμενο χρόνο, συνεπεία όχλησης από το δικαιούχο της απαίτησης (άρθρα 340, 345, 346 ΑΚ, βλ. σχετ. ΑΠ 1253/2003, ΕλλΔνη 2004. 487, ΑΠ 1650/2003 ΧρΙΔ 2004. 322, ΕφΠειρ 665/1999 ΕλλΔνη 2000. 491, ΕφΑΘ 6999/1997 ΕπισκΕμπΔ 1999. 494, ΕφΑθ 10857/1996 ΕλλΔνη 1999. 170, ΕφΑθ 6922/1994 ΕΕμπΔ 1995. 250, ΠΠρΞανθ 87/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), στην προκείμενη δε περίπτωση δεν γίνεται στην αγωγή μνεία για προγενέστερη συγκεκριμένη όχληση της εναγομένης εκ μέρους των εναγόντων για την καταβολή της αιτούμενης χρηματικής της ικανοποίησης. Συνακόλουθα, το σχετικό αίτημα τοκοφορίας είναι νόμιμο για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, όπως άλλωστε επικουρικά ζητούν οι ενάγοντες. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και νόμιμων επ’ αυτού επιβαρύνσεων, λόγω του αναγνωριστικού χαρακτήρα των αγωγικών αιτημάτων (άρθρο 21 Ν. 4055/2012).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός από κάθε πλευρά), που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, καθώς και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, άλλα εκ των οποίων (εγγράφων) λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την υπ’ αριθμ. ………./15-09-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας της από 20-10-2016 αγωγής, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθμ. ………./12-09-2017 και ………./12-09-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη και τη συνημμένη σ’ αυτές από 11-9-2017 κλήση), από τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), για τις οποίες θα γίνει ειδική μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων η υπ’ αριθμ. ………./25-09-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπαθεοδώρου, των μαρτύρων ………., ………., ………., ………. και ………., που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι εναγόμενοι – ενάγοντες, διότι αυτή λήφθηκε με την επιμέλεια των εναγομένων – εναγόντων μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, ύστερα από προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως περί εξέτασης μαρτύρων στην άνω Συμβολαιογράφο και δεν άγει σε αντίκρουση ισχυρισμού της ενάγουσας – εναγομένης, προταθέντος για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ή κατά τη συζήτηση, αλλά αντίθετα προς απόδειξη της αγωγής τους και αντίκρουσης της αγωγής της ενάγουσας (άρθρο 591 παρ. 1 περ. στ’ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει), όπως, άλλωστε, ρητά αναφέρουν στην παραπάνω ένορκη βεβαίωση (βλ. υπό το προγενέστερο δίκαιο όπου ίσχυε η διάταξη του άρθρου 671 ΚΠολΔ ΑΠ 1405/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 ΔΕΕ 2007. 1230, ΕφΛαμ 22/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3121/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. σχετ. και Β. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση κατ’ άρθρο, εκδ. 2006, υπό το άρθρο 671, παρ. 11, σελ. 724-725, Στ. Βλαστό, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, εκδ. 2005, σελ. 1468), όπως επίσης δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων οι από 20-09-2017 επτά υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986 των ………., ………., ………., ………., ………., ………. και ………. και η από 25-09-2017 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 της ………., που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες – εναγόμενοι, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρόκειται για βεβαιώσεις τρίτων, οι οποίες μη δοθείσες κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο (βλ και ΑΠ 930/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη, όπως τούτο εναργώς προκύπτει από το περιεχόμενό τους αλλά και το γεγονός ότι οι επτά από αυτές συντάχθηκαν μία μόλις ημέρα πριν τη συζήτηση των ένδικων αγωγών, ενώ η τελευταία, συντάχθηκε μετά τη συζήτηση αυτών, και ως εκ τούτου αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ούτε στην προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/1987 Δίκη 1987. 530, ΑΠ 410/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 635/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 930/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 631/2004 ΕλλΔνη 2006. 106, ΕφΛαμ 98/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 6/2008 ΕΔικΠολ 2008. 140. Βλ. σχ και Τέντε εις Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 2000, άρθρο 339, αριθμ. 12, σελ. 691). Τούτων λεχθέντων, από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 28-12-2007 η ενάγουσα προσελήφθη από τον πρώτο εναγόμενο με προφορική (άτυπη) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος, πωλήτρια – μπουφετζού στην ατομική επιχείρηση που διατηρούσε ο πρώτος εναγόμενος και συγκεκριμένα στο κατάστημα αναψυκτήριο – τυροπιτάδικο (μπουγατσοπωλείο) στους ………. Αττικής (επί της Λεωφόρου ………. αριθμ. …), με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και για οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι μηνιαίου μισθού, για το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ύψους 989,54 ευρώ από 01-01-2011 έως 30-06-2012, 762,00 ευρώ από 01-07-2012 έως 31-10-2015 και 705,00 ευρώ από 01-11 -2015 και εντεύθεν. Τον Μάρτιο 2009 ο πρώτος εναγόμενος μετέθεσε την ενάγουσα σε άλλο ομοειδές κατάστημά του στον ………. Αττικής, στο οποίο εργάστηκε μέχρι το Φεβρουάριο 2010, οπότε το πώλησε και την επανατοποθέτησε στο άνω κατάστημα στους ………. Αττικής. Η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ήταν έγκυρη δεδομένου ότι κατείχε το απαιτούμενο εκ του νόμου βιβλιάριο υγείας (άρθρο 14παρ.1 της υπ.αριθμ. 85/77 απόφασης του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας η οποία εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του αν 2520/1940 και του ν. 1206/1982 όπως αυτό έχει αντικατασταθεί με την υπ.αριθμ. 8405/29-10-1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, βλ. Δ.Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2015, σελ. 350-351). Τα περιστατικά αυτά συνομολογούνται από τους εναγόμενους, κατ’ άρθρο 352 ΚΠολΔ (βλ.  την από 05-12-2016 συνεκδικαζόμενη αγωγή τους). Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η ενάγουσα προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες της με την παραπάνω ειδικότητά της στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος και αποδεχόταν αυτές, μέχρι τις 22-07-2016, χρονικό σημείο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αφού μέχρι τότε εκτείνονται τα αιτούμενα κονδύλια. Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές της για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2016 έως 19-07-2016 (σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής), παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες της, εξακολουθώντας να εργάζεται στο παραπάνω αναψυκτήριο – τυροπιτάδικο του πρώτου εναγομένου (βλ. και το σχετικό δελτίο εργατικής διαφοράς). Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει για την άνω αιτία το ποσό των [705,00 ευρώ που ήταν ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός της ενάγουσας X 6 μήνες = 4.230,00 ευρώ + 19 ημερομίσθια για τον μήνα Ιούλιο (705,00 / 25 χ 19 = 535,80 ευρώ] =) 4.765,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση (μισθός) έγινε απαιτητή, ήτοι από την επόμενη (άρθρο 241 ΑΚ) ημέρα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο εργοδότης της ενάγουσας πρώτος εναγόμενος αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα, αν και η τελευταία του το ζήτησε, κάποιες από τις ημέρες αδείας που δικαιούταν για το έτος 2015 και επομένως οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση αδείας τις αποδοχές αδείας αυξημένες κατά 100% (αστική ποινή, βλ. Δ. Ζερδελής, ό.π., σελ 886, Κ.Λαναράς Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική Εφαρμογή-Νομολογία-Ερμηνεία, εκδ. 2014, σελ. 444). Συγκεκριμένα, για το τρίτο ημερολογιακό έτος καθώς και τα επόμενα ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού. Η άδεια αυτή μπορεί να φτάσει τις 22 ημέρες για την πενθήμερη εργασία εάν έχουν συμπληρωθεί 2 έτη εργασίας εντός του τρίτου ημερολογιακού έτους, ενώ ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του έτους (βλ. Κ.Λαναράς, ό.π., σελ. 415). Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούταν για το έτος 22 εργάσιμες ημέρες αδείας με αποδοχές αδείας 26 ημερομισθίων (βλ. Κ. Λαναράς, ό.π.,σελ. 415-416 ). Όμως ο πρώτος εναγόμενος δεν της χορήγησε 13 ημέρες αδείας εντός του έτους 2015 αν και η ενάγουσα αιτήθηκε αυτές, με αποτέλεσμα να της οφείλει ως αποζημίωση αδείας το ποσό των (705,00 ευρώ ο μηνιαίος μισθός / 25 χ 13 + 100% =) 733,20 ευρώ, νομιμοτόκως από την 01-01-2016. Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν πλήρως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ………., στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ο οποίος επιβεβαίωσε μετά λόγου γνώσεως τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεδομένου του ότι εργάστηκε ως υπάλληλος στην προαναφερόμενη ατομική επιχείρηση του πρώτου εναγομένου από τον Ιούνιο 2015 μέχρι τον Ιούλιο 2016, με την ιδιότητα του μπουφετζή και μάλιστα ήταν η ενάγουσα που αναλάμβανε τη λειτουργία του καταστήματος μετά τη λήξη της δικής του βάρδιας στις 06:00 π.μ., όπως θα εκτεθεί και κατωτέρω. Η μαρτυρική αυτή κατάθεση ενισχύεται και από τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας ………., αδελφός της ενάγουσας, στην υπ’ αριθμ. ………./15-09-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ο οποίος μάλιστα ανέφερε ότι επειδή ο πρώτος εναγόμενος χρωστούσε τις αποδοχές επτά μηνών στην ενάγουσα, αυτή αναγκάστηκε να δανειστεί χρήματα από συγγενικά της πρόσωπα,μεταξύ των οποίων και από τον ίδιο, προκειμένου να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της οικογένειάς της. Δεν αναιρούνται δε από τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας της ενάγουσας για το παραπάνω κρίσιμο διάστημα, τις οποίες προσκομίζουν οι εναγόμενοι, καθώς αυτές δεν φέρουν την υπογραφή της ενάγουσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν στην άνω επιχείρηση του πρώτου εναγομένου επί δώδεκα (12) ώρες καθημερινά από Δευτέρα έως και Σάββατο και συγκεκριμένα από τις 06:00 π.μ. μέχρι τις 18:00 μ.μ., απορριπτομένου του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι εργαζόταν καθημερινά επί 12 + ½ ώρες από τις 05:30 π.μ. μέχρι τις 18:00 μ.μ., καθώς η ενάγουσα, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της, δεν ενίσχυσε με κάποιο αποδεικτικό μέσο τον ισχυρισμό της αυτό, δηλαδή ότι ξεκινούσε την εργασία της στις 05:30 π.μ. και όχι στις 06:00 π.μ., όπως προέκυψε αποδεικτικά. Τούτο αποδείχθηκε από την ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα ………., που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, που κρίνεται πειστική και ειλικρινής, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν και αυτός στο κατάστημα του πρώτου εναγομένου για 13 μήνες, έχοντας ιδία αντίληψη για το εργασιακό καθεστώς που υπήρχε στην επιχείρηση και συγκεκριμένα για τις ώρες και τις ημέρες που δούλευε η ενάγουσα. Ο μάρτυρας, λοιπόν αυτός κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως, ότι η ενάγουσα προσερχόταν στο κατάστημα του πρώτου εναγομένου για να εργαστεί στις 06:00 π.μ. και τον άλλαζε στη δική του βάρδια που ξεκινούσε από τις 20:00 μ.μ. εκτεινόμενη μέχρι τις 06:00 π.μ., καθώς και ότι η ενάγουσα εργαζόταν από τις 06:00 π.μ. μέχρι τις 18:00 μ.μ., ενώ από τις 18:00 μ.μ. μέχρι τις 20:00 μ.μ. για δύο ώρες αναλάμβανε τη λειτουργία του ο πρώτος εναγόμενος. Αντίθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η κατάθεση του μάρτυρα ………., που εξετάστηκε με την επιμέλεια των εναγομένων, δεν κρίνεται πειστική, καθώς ήταν ασαφής. Συγκεκριμένα, ο άνω μάρτυρας, που συνήθιζε να περνά από το κατάστημα του πρώτου εναγομένου τα πρωινά στην αρχή ως διανομέας των προϊόντων «……….» και στη συνέχεια ως απλός πελάτης και φίλος του πρώτου εναγομένου, κατέθεσε ότι η ενάγουσα μετέβαινε στην εργασία της στις επτά, επτάμιση, οκτώ το πρωί, ότι αποχωρούσε από αυτή λογικά το μεσημέρι και ότι κάποια απογεύματα, που ο ίδιος είχε πάει στο μαγαζί μετά τις 17:00 μ.μ., την έβλεπε σπανίως. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας ………., αδελφός της ενάγουσας, στην υπ’ αριθμ. ………./15-09-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Έτσι, με βάση τα προεκτεθένα, προέκυψε ότι η ενάγουσα απασχολούνταν στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου ημερησίως από τις 06:00 π.μ. μέχρι τις 18:00 μ.μ., και άρα δεν εργαζόταν κατά τη νύχτα (δεδομένου ότι η νυχτερινή απασχόληση εκτείνεται κατά το νόμο από 24:00 έως 06:00) και συγκεκριμένα από τις 5:30 π.μ., ως αβασίμως αιτιάται, απορριπτομένου του οικείο κονδυλίου για νυχτερινή απασχόληση, ύψους 1.343,07 ευρώ, ως ουσιαστικά αβάσιμου. Όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα εργαζόταν κατά μέσο όρο δώδεκα ώρες ημερησίως και άρα εξήντα ώρες εβδομαδιαίως (χωρίς να υπολογίζεται η παρεχόμενη εργασία κατά το Σάββατο), δηλαδή πέραν των 40 ωρών την εβδομάδα που αποτελούν το νόμιμο ωράριο, πραγματοποιώντας υπερεργασία για τις επόμενες πέντε (5) ώρες μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών (41η ώρα έως 45η ώρα), για την οποία (υπερεργασία) δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2874/2000, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 20% [κριτήριο για τον υπολογισμό της υπερεργασίας αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (βλ. Κ.Λαναράς ό.π., σελ.473, 474, Δ. Ζερδελής, ό.π. σελ. 831-832) ενώ για τον υπολογισμό της υπερεργασίας δεν συνυπολογίζεται στην εβδομαδιαία εργασία η απασχόληση κατά την ημέρα της ανάπαυσης, δηλαδή η υπερεργασία περιορίζεται στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και δεν επεκτείνεται και στις ημέρες ανάπαυσης (Κυριακή ή άλλη ημέρα ανάπαυσης, ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα λόγω 5ημέρου), κατά τις οποίες τυχόν εργάστηκε ο μισθωτός, αφού η εργασία κατά τις ημέρες αυτές ρυθμίζεται αυτοτελώς, βλ. Κ.Λαναράς, ό.π., σελ. 474-475 που παραπέμπει και σε ΑΠ 1409/2009, ΑΠ 457/2012 ΕΑΕΔ 2013.824, ΕφΑθ 2664/2007 ΕΑΕΔ 2008.847]. Επίσης, για τις πέραν των 45 ωρών εργασίας η ενάγουσα πραγματοποιούσε κατ’ εξαίρεση υπερωρία, καθώς δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται, τήρηση των νομίμων διατυπώσεων (ήτοι αναγγελία των υπερωριών στην αρμόδια αρχή, τήρηση ειδικού βιβλίου υπερωριών, λήψη σχετικής άδειας από τον εργοδότη) και συγκεκριμένα πραγματοποιούσε δέκα πέντε (15) ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρία, για την οποία οφείλεται ως αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4,5 του Ν. 2874/2000, όπως η παράγραφος 5 αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115), το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80%. Για τις ανωτέρω δε ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας, η ενάγουσα ουδέποτε έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό. Επομένως, αυτή δικαιούται ως αμοιβή για την υπερεργασία και την κατ’ εξαίρεση υπερωρία, με βάση τον μηνιαίως καταβαλλόμενο μισθό της, τα ακόλουθα ποσά: 1) Για το χρονικό διάστημα από 1η-1-2011 έως 30-6-2012, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 989,54 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (989,54 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 5,94 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα (και χωρίς να υπολογίζονται τέσσερις εβδομάδες κατά τις οποίες η ενάγουσα είχε λάβει άδεια, κατά το σχετικό αίτημα της ενάγουσας), δηλαδή για 74 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 370 ώρες υπερεργασίας (5 ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως X 74 εβδομάδες), για τις οποίες δικαιούται το ποσό των 2.637,36 ευρώ ως αμοιβή της για την υπερεργασία [989,54 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 5,94 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο (βλ. για τον τρόπο υπολογισμού του ωρομισθίου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό Δ. Ζερδελή, Εργατικό δίκαιο, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, εκδ. 2007, παρ. 23, σελ. 944) + 1,188 ευρώ η προσαύξηση 20% επί του ωρομισθίου = 7,128 ευρώ X 370 ώρες = 2.637,36 ευρώ], 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 31-10-2015, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 762,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (762,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,57 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα και χωρίς να υπολογίζονται, κατά το αίτημα της ενάγουσας, 14 εβδομάδες κατά τις οποίες είχε λάβει άδεια, δηλαδή για 160 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 800 ώρες υπερεργασίας (5 ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως X 160 εβδομάδες), για τις οποίες δικαιούται το ποσό των 4.387,20 ευρώ ως αμοιβή της για την υπερεργασία [762,00 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 4,57 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 0,91 ευρώ η προσαύξηση 20% επί του ωρομισθίου = 5,484 ευρώ X 800 ώρες = 4.387,20 ευρώ], 3) Για το χρονικό διάστημα από 1-11-2015 έως 22-07-2016, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 705,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (705,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,23 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα, δηλαδή για 37 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 185 ώρες υπερεργασίας (5 ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως X 37 εβδομάδες), για τις οποίες δικαιούται το ποσό των 939,06 ευρώ ως αμοιβή της για την υπερεργασία [705,00 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 4,23 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + ευρώ η προσαύξηση 20% επί του ωρομισθίου = 5,03 ευρώ X 185 ώρες = 939,06 ευρώ]. Επίσης, τα ίδια παραπάνω χρονικά διαστήματα η ενάγουσα πραγματοποίησε 15 ώρες εβδομαδιαίως κατ’ εξαίρεση υπερωρία. Άρα αυτή δικαιούται ως αμοιβή για την κατ’ εξαίρεση υπερωρία, με βάση τον μηνιαίως καταβαλλόμενο μισθό της, τα ακόλουθα ποσά: 1) Για το χρονικό διάστημα από 1η-1 -2011 έως 30-06-2012, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 989,54 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (989,54 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 5,94 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα και χωρίς να υπολογίζονται τέσσερις εβδομάδες κατά τις οποίες η ενάγουσα είχε λάβει άδεια, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της ενάγουσας, δηλαδή για 74 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 1.110 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας (15 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας εβδομαδιαίως X 74 εβδομάδες) και δικαιούται το ποσό των 11.868,12 ευρώ ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωρία (989,54 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 5,94 ευρώ το ωρομίσθιο + 4,752 ευρώ η προσαύξηση 80% επί του ωρομισθίου = 10,692 ευρώ X 1.110 ώρες = 11.868,12 ευρώ), απορριπτομένου του οικείου κονδυλίου κατά το υπερβάλλον ως αναπόδεικτο. 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 31-10-2015, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 762,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (762,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,57 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα και χωρίς να υπολογίζονται, σύμφωνα με το αίτημα της ενάγουσας, 14 εβδομάδες κατά τις οποίες είχε λάβει άδεια, δηλαδή για 160 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 2.400 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας (15 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας εβδομαδιαίως X 160 εβδομάδες) και δικαιούται το ποσό των 19.742,40 ευρώ ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωρία (762,00 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 4,57 ευρώ το ωρομίσθιο + 3,656 ευρώ η προσαύξηση 80% επί του ωρομισθίου = 8,226 ευρώ X 2400 ώρες = 19.742,40 ευρώ), απορριπτομένου του οικείου κονδυλίου κατά το υπερβάλλον ως αναπόδεικτο. 3) Για το χρονικό διάστημα από 1-11-2015 έως 22-07-2016, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 705,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (705,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,23 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα, δηλαδή για 37 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 555 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας (15 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας εβδομαδιαίως X 37 εβδομάδες) και δικαιούται το ποσό των 4.225,77 ευρώ ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωρία (705,00 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 4,23 ευρώ το ωρομίσθιο + 3,384 ευρώ η προσαύξηση 80% επί του ωρομισθίου = 7,614 ευρώ X 555 ώρες = 4.225,77 ευρώ), απορριπτομένου του οικείου κονδυλίου κατά το υπερβάλλον ως αναπόδεικτο. Συνακόλουθα, για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των (2.637,36 + 4.387,20 + 939,06 =) 7.963,62 ευρώ, ως αμοιβή της για την υπερεργασία, καθώς και το ποσό των (11.868,12 + 19.742,40 + 4.225,77 =) 35.836,29 ευρώ, ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση, και συνολικά το ποσό των (7.963,62 + 35.836,29 =) 43.799,91 ευρώ, δεκτού γενομένου κατά ένα μέρος του οικείου κονδυλίου ως ουσιαστικά βάσιμου. Ακόμη, όπως προαναφέρθηκε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθ’ όλο το παραπάνω διάστημα παρείχε την εργασία της στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου και κατά την ημέρα του Σαββάτου, για την οποία δικαιούται αυτοτελούς αμοιβής κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ίσης στην προκειμένη περίπτωση με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό της, προσαυξημένο κατά 30% (βλ. άρθρο 8 του Ν. 3846/2010), ενώ δικαιούται αμοιβή και για την υπερωριακή της απασχόληση τα Σάββατα (βλ. Δ. Ζερδελή, ό.π., παρ. 23, σελ. 959-960, για το ότι όταν η απασχόληση κατά το Σάββατο υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, τότε οι επιπλέον ώρες συνιστούν υπερωρία). Συνεπώς: 1) Για το χρονικό διάστημα από 1η-1 -2011 έως 30-06-2012, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 989,54 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό της ανερχόταν στο ποσό των 39,58 ευρώ (989,54 ευρώ / 25 ημέρες = 39,58) και εργάστηκε για 74 Σάββατα (χωρίς να υπολογίζονται, κατά το αγωγικό αίτημα, 3 Σάββατα του μήνα Αυγούστου, οπότε η ενάγουσα έλειπε σε άδεια), δικαιούται το ποσό των (74 X 39,58 ευρώ = 2.928,92 ευρώ X 30% η προσαύξηση = 878,676 + 2.928,92 =) 3.807,60 ευρώ, καθώς και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της, δηλαδή πέραν του οκταώρου, δικαιούται το ποσό των (5,94 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση = 10,692 ευρώ προσαυξημένο ωρομίσθιο X 296 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, ήτοι για 4 ώρες κάθε Σάββατο =) 3.164,83 ευρώ. Συνολικά δε για τις άνω αιτίες δικαιούται το ποσό των (3.807,60 + 3.164,83 =) 6.972,43 ευρώ. 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 31-10-2015, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 762,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (762,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,57 ευρώ και το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό της ανερχόταν στο ποσό των 30,48 ευρώ (762,00 ευρώ / 25 ημέρες = 30,48) και εργάστηκε για 160 Σάββατα (χωρίς να υπολογίζονται, κατά το αγωγικό αίτημα, 14 Σάββατα οπότε η ενάγουσα έλειπε σε άδεια), δικαιούται το ποσό των (160 X 30,48 ευρώ = 4.876,80 ευρώ X 30% η προσαύξηση = 1.463,04 + 4.876,80 =) 6.339,84 ευρώ, καθώς και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της, δηλαδή πέραν του οκταώρου, δικαιούται το ποσό των (4,57 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση = 8,226 ευρώ προσαυξημένο ωρομίσθιο X 640 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, ήτοι για 4 ώρες κάθε Σάββατο =) 5.264,64 ευρώ. Συνολικά δε για τις άνω αιτίες δικαιούται το ποσό των (6.339,84 + 5.264,64 =)11.604,48 ευρώ. 3) Για το χρονικό διάστημα από 1-11-2015 έως 22-7-2016, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 705,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (705,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,23 ευρώ και το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 28,20 ευρώ (705,00 ευρώ / 25 ημέρες = 28,20 ευρώ) και εργάστηκε για 37 Σάββατα, δικαιούται το ποσό των (37 X 28,20 ευρώ = 1.043,40 ευρώ X 30% η προσαύξηση = 313,02 + 1.043,40 =) 1.356,42 ευρώ, καθώς και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της, δηλαδή πέραν του οκταώρου, δικαιούται το ποσό των (4,23 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση = 7,614 ευρώ προσαυξημένο ωρομίσθιο X 148 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, ήτοι για 4 ώρες κάθε Σάββατο =) 1.126,87 ευρώ. Συνολικά δε για τις άνω αιτίες δικαιούται το ποσό των (1.356,42 + 1.126,87 =) 2.483,29 ευρώ. Επομένως, για την άνω αιτία δικαιούται συνολικά το ποσό των (6.972,43 + 11.604,48 + 2.483,29 =) 21.060,20 ευρώ, απορριπτομένου του οικείου κονδυλίου κατά το υπερβάλλον ως ουσιαστικά αβάσιμου. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε από την έχουσα το βάρος απόδειξης ενάγουσα ότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία της στο κατάστημα του πρώτου εναγομένου εργαζόταν και μία Κυριακή το μήνα για 12 και ½ ώρες, ενόψει του ότι ο επ’ ακροατηρίω εξετασθείς μάρτυρας ………. δεν υπήρξε σαφής σ’ αυτό το κρίσιμο ζήτημα, ενώ επίσης κατέθεσε ότι το μαγαζί έκλεινε τις Κυριακές το μεσημέρι (βλ. σελ. 10 των πρακτικών), γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις αιτιάσεις της ενάγουσας ότι μία Κυριακή το μήνα εργαζόταν για 12 και ½ ώρες με ώρα έναρξης τις 05:30 π.μ. Επομένως, πρέπει το σχετικό κονδύλιο να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα το έτος 2016 διαμαρτυρήθηκε στον εργοδότη της πρώτο εναγόμενο για την μη πληρωμή των προαναφερόμενων αποδοχών της, ενόψει και του ότι η ίδια είναι διαζευγμένη μητέρα τριών τέκνων εκ των οποίων το ένα ανήλικο και είχε ανάγκη του μισθού της για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοποριστικών αναγκών της οικογένειάς της. Αναγκάστηκε δε προς τούτο, κάποιες φορές να προβεί σε δανεισμό από συγγενικά της πρόσωπα, μεταξύ των οποίων είναι και ο ως άνω αδελφός της, ………. (βλ. την υπ’ αριθμ. ………./2017 ένορκη βεβαίωση του ίδιου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών). Από την άλλη πλευρά, η εν λόγω ατομική επιχείρηση του πρώτου εναγομένου αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενόψει των πολλών ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τρίτους. Έτσι, στις 22-07-2016 αναγκάστηκε να προβεί στη μεταβίβαση της εν λόγω επιχείρησής του προς τη σύζυγό του και δεύτερη εναγομένη, όπως και οι ίδιοι οι εναγόμενοι αναφέρουν στην ως άνω συνεκδικαζόμενη αγωγή τους, χωρίς, όμως, συγχρόνως να καταβάλει στην ενάγουσα τις προαναφερόμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς εκείνη. Συγκεκριμένα, το κατάστημα του πρώτου εναγομένου διέκοψε τη λειτουργία του για χρονικό διάστημα δύο ημερών, ήτοι το Σαββατοκύριακο της 23 και 24 Ιουλίου 2016, προκειμένου να λάβει χώρα η μεταφορά του στη νέα επιχείρηση, ήτοι σε κοντινό κατάστημα, επί της ίδιας Λεωφόρου ………. αριθμ. αριθμ. …, το οποίο βρίσκεται στην ίδια περιοχή με το πρώτο και μάλιστα στην ίδια οδό με διαφορά μόλις έξι οικοδομικών αριθμών, ενώ συγχρόνως ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στη νέα επιχείρηση το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού του πρώτου καταστήματος. Στις 25-07-2016 άρχισε να λειτουργεί το νέο κατάστημα που έχει ακριβώς την ίδια δραστηριότητα με το πρώτο, δηλαδή αποτελεί αναψυκτήριο – τυροπιτάδικο (μπουγατσοπωλείο κατά τα αναφερόμενα σε αμφότερες τις συνεκδικαζόμενες αγωγές). Προηγουμένως, ο πρώτος εναγόμενος είχε ενημερώσει το προσωπικό του ότι προτίθετο να μεταβιβάσει την επιχείρησή του λόγω των προαναφερόμενων οφειλών της στη σύζυγό του και είχε πει στους εργαζόμενούς του ότι εάν επιθυμούν να συνεχίσουν να εργάζονται στη νέα επιχείρηση θα έπρεπε να υπογράψουν την οικειοθελή αποχώρησή τους και να συνάψουν νέα σύμβαση εργασίας με τη σύζυγό του ως εργοδότρια, σε διαφορετική δε περίπτωση θα σταματούσε η συνεργασία τους. Πράγματι, στις 24-07-2016 ο πρώτος εναγόμενος εγχείρισε σε όλους τους εργαζόμενούς του, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα, έντυπα άτακτης καταγγελίας της σύμβασής τους (βλ. το έντυπο άτακτης – χωρίς προειδοποίηση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, της ενάγουσας με ημερομηνία 27-07-2016 που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία), εξέδωσε εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας (οι οποίες, ως προαναφέρθηκε, δεν φέρουν υπογραφή της ενάγουσας), χωρίς όμως να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ενώ συγχρόνως καταρτίστηκαν νέες συμβάσεις εργασίας μεταξύ των εργαζομένων (πλην του επ’ ακροατηρίω εξετασθέντος μάρτυρα ………., ο οποίος αρνήθηκε να συνεχίσει να εργάζεται στο κατάστημα της δεύτερης εναγομένης) και της δεύτερης εναγομένης με τους ίδιους ακριβώς όρους, όπως αυτά τα αμέσως παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από τους εναγόμενους, κατ’ άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην από 05-12-2016 συνεκδικαζόμενη αγωγή τους (βλ. σελ. 2 αυτής). Αποδείχθηκε, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται ειδικώς από τους εναγομένους (σύμφωνα με τα άρθρα 261 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 1203/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 416/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 369/2008 ΕΔΠολ 2008. 563), ότι το νέο κατάστημα (αναψυκτήριο) συνέχισε να λειτουργεί στην ίδια οδό με το άλλο κατάστημα, με τον ίδιο ακριβώς διακριτικό τίτλο στην προμετωπίδα του «……….» (βλ. τα δύο φυλλάδια με το μενού που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα), ότι η δεύτερη εναγομένη δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό και το προσωπικό του προκατόχου της, εκμεταλλευόμενη τη φήμη και την πελατεία του. Ένεκα μάλιστα της στενότατης σχέσης των εναγομένων ως συζύγων, φορέων των επιχειρήσεων, υφίσταται κοινότητα των οικονομικών συμφερόντων τους και είναι προφανές ότι η δεύτερη εναγομένη γνώριζε ότι μεταβιβάζεται σ’ αυτή το σύνολο της συγκεκριμένης επιχείρησης του συζύγου της. Η δε ενάγουσα, όπως συνομολογείται από τους εναγομένους (βλ. την από 05-12-2016 αγωγή τους), εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στη δεύτερη εναγομένη μέχρι τα μέσα Αυγούστου οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρησή της, καθώς οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να αρνούνται να της καταβάλουν τις οφειλόμενες αποδοχές της. Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλλοντας τα ανωτέρω, εκδοθέντος προς τούτο του υπ’ αριθμ. 141/06-09-2016 δελτίου εργατικής διαφοράς, με το οποίο η Επιθεώρηση Εργασίας συνέστησε στα εμπλεκόμενα μέρη, σε περίπτωση που δεν ανεύρουν εξωδικαστική λύση, να ακολουθήσουν τη δικαστική οδό. Με βάση τα παραπάνω, ευχερώς και με πλήρη δικανική πεποίθηση συνάγεται ότι στην προκείμενη περίπτωση η δεύτερη των εναγομένων ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων και άυλων αγαθών την επιχείρηση του πρώτου εναγομένου – συζύγου της, για την επιδίωξη του ίδιου οικονομικού σκοπού, ενώ η επιχείρησή του επί της ουσίας συνέχισε τη λειτουργία της υπό νέο φορέα. Συνεπώς, συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί μεταβίβασης επιχείρησης (Π.Δ. 178/2002) και του άρθρου 479 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, ως εκ τούτου δε ο πρώτος εναγόμενος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τη δεύτερη εναγομένη για τις παραπάνω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις της ενάγουσας (δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές αδείας αμοιβή για την υπερεργασία και υπερωρία και αμοιβή για τα Σάββατα). Ακόμη, από τα ίδια αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της ενάγουσας είναι αφενός προσχηματική, αφού η εργασιακή σχέση συνεχίστηκε με τους ίδιους ακριβώς όρους με τη δεύτερη εναγομένη, και αφετέρου άκυρη αφού δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα η εκ του νόμου αποζημίωση, σύμφωνα με τα αναπτυσσόμενα στην υπό III μείζονα σκέψη. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητά της, δεκτού γενομένου του σχετικού αιτήματος ως ουσιαστικά βάσιμου. Με βάση τα παραπάνω, με δεδομένο ότι γίνεται εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, οι επικουρικά προβαλλόμενες αξιώσεις της ενάγουσας, καθίστανται πλέον άνευ αντικειμένου και δεν ερευνώνται.

Όσον αφορά στην από 05-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2017 συνεκδικαζόμενη αγωγή, που ασκείται από τους εναγόμενους της πρώτης αγωγής κατά της ενάγουσας αυτής, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στις 2 Αυγούστου 2016 έλαβε χώρα φραστικό επεισόδιο στο νέο κατάστημα (αναψυκτήριο – καφετέρια) της δεύτερης ενάγουσας και κατ’ αυτό η εναγόμενη επιτέθηκε φραστικά προς τον πρώτο ενάγοντα, υπό την παρουσία συναδέλφων της και πελατών του καταστήματος, απευθύνοντάς του τα εξής υβριστικά: «λαμόγιο», «απατεώνα», «ψεύτη», «κλέφτη», «αλήτη», «…μου φάγατε την αποζημίωση εσύ και ο λογιστής σου…», «…σε ανέχτηκα δέκα χρόνια εσένα και τη συμπεριφορά σου…», εν συνεχεία δε υπό την παρουσία και της λογίστριάς του πρώτου ενάγοντος, που στο μεταξύ μετέβη στο μαγαζί, η εναγομένη ανέφερε ότι «αν φύγω θα κλείσει το μαγαζί, πράγμα το οποίο επιθυμώ», «ούτως ή άλλως θέλω να αποχωρήσω αλλά θέλω να εξασφαλίσω ότι θα σας αποσπάσω χρήματα». Ωστόσο, ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων, οι οποίοι ενόψει της αιτιολογημένης άρνησης της εναγομένης, έχουν το δικονομικό βάρος να αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, τα οποία αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του επικαλούμενου κανόνα δικαίου και επιφέρουν τις προβαλλόμενες και αιτούμενες απ’ αυτούς έννομες συνέπειες (άρθρα 335 και 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ – βλ. αντί πολλών Γ. Μητροπούλου, Γνμδ, ΝοΒ 20. 449, Κ. Μπέη, Γνμδ, ΝοΒ 17. 935, Πελ. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, έκδοση γ’, 1985, σελ. 107, την ίδια Αρμ. 27. 214, ΕφΑΘ 140/1987 ΝοΒ 35. 778, ΕφΑΘ 2088/1986 Δ 17. 487), δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ούτε ενισχύθηκε από κάποια μαρτυρική κατάθεση, ούτε από κάποια ένορκη βεβαίωση (ενόψει του ότι η ένορκη βεβαίωση που οι ενάγοντες προσκόμισαν δεν δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για τους προεκτεθέντες λόγους). Οι μάρτυρες δε που εξετάστηκαν στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου κατέθεσαν ρητώς ότι δεν γνωρίζουν να καταθέσουν τίποτα για το επίδικο επεισόδιο, δεδομένου ότι δεν ήταν παρόντες σ’ αυτό. Από την άλλη, ο αδελφός της εναγομένης, ………., που ομοίως δεν ήταν παρών στο επεισόδιο, στην προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. ………./2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατέθεσε ότι στις 4 Αυγούστου 2016, ήτοι μετά το επικαλούμενο συμβάν, προκειμένου να επιλυθεί εξωδικαστικώς η διαφορά των διαδίκων, έγινε συνάντηση στο γραφείο της λογίστριας του πρώτου ενάγοντος μεταξύ του τελευταίου και της εναγομένης, στην οποία παρέστη και ο ίδιος, κατά την οποία (συνάντηση) ουδείς αναφέρθηκε στο προαναφερθέν επεισόδιο, που είχε λάβει χώρα πριν μόλις δύο ημέρες. Τη συνάντηση δε αυτή, λαβούσα χώρα στις 04-08-2016, την αναφέρουν και οι ίδιοι οι ενάγοντες στην αγωγή τους, όπου εκθέτουν αναλυτικότερα ότι αυτή έγινε παρουσία και του αδελφού της εναγομένης, σε μια προσπάθεια να βρεθεί συμβιβαστική λύση μεταξύ των διαδίκων, ενόψει του ότι εάν αποχωρούσε η εναγομένη από την επιχείρηση, θα καθίστατο δυσχερής έως σχεδόν αδύνατη η λειτουργία της επιχείρησης (βλ. σελ. 4 της αγωγής). Δεν συνάδει, όμως, με τους κανόνες της λογικής, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, από τη μία πλευρά η εναγομένη, εργαζόμενη στην επίμαχη επιχείρηση, να υβρίζει και να απειλεί τον εργοδότη της – πρώτο ενάγοντα και την ίδια στιγμή, δύο ημέρες μετά το επικαλούμενο συμβάν, ο τελευταίος να προσπαθεί να την πείσει να παραμείνει στην επιχείρησή του ως εργαζόμενη, η εργασιακή τους δε σχέση να λύεται όχι αμέσως μετά το άνω συμβάν αλλά μισό μήνα μετά το λεκτικό επεισόδιο και μάλιστα με την οικειοθελή αποχώρηση της εναγομένης. Ενισχυτικό στοιχείο της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι οι ενάγοντες, κατά τη συζήτηση της επίδικης εργατικής διαφοράς με την εναγομένη, στις 22-09-2016, ουδέν ανέφεραν για το περιστατικό αυτό. Κατόπιν τούτων, δεν αποδείχθηκε ότι πληρούται εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της εξύβρισης. Επομένως, αναφορικά με το συμβάν της 2ας-08-2016, δεν συντρέχουν οι διαλαμβανόμενες στην υπό στοιχείο III σχετική νομική σκέψη προϋποθέσεις για την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης έναντι του πρώτου εναγομένου, ούτε και για την προσβολή της προσωπικότητάς του, ώστε να δικαιούται ο τελευταίος χρηματικής ικανοποίησης για τις ανωτέρω αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες αυτής εντοπίζουν την προσβλητική και μειωτική της προσωπικότητάς τους και επαγγελματικής τους αξίας, συμπεριφορά της ενάγουσας αφενός στο γεγονός ότι αυτή προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και αφετέρου στα όσα ανέφερε στην ως άνω από 20-10-2016 συνεκδικαζόμενη αγωγή της. Πλην όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, αποδείχθηκε η κατά το μεγαλύτερο μέρος ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω αγωγής, αφού προέκυψε ότι ο πρώτος ενάγων πράγματι οφείλει (εις ολόκληρον με τη δεύτερη ενάγουσα) στην εναγομένη το ποσό των 70.359,11 ευρώ, για τις ανωτέρω αιτίες, καθώς και ότι προέβη στη μεταβίβαση της επιχείρησής του προς τη δεύτερη ενάγουσα, προκειμένου να μπορέσει να αποφύγει τις απορρέουσες από την πρώτη επιχείρηση οφειλές του προς τρίτα πρόσωπα. Άλλωστε, χαρακτηριστικά οι ενάγοντες αναφέρουν στη σελίδα 2 της αγωγής τους ότι «Λόγω της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως στην οποία περιήλθα ενόψει δυσβάσταχτων ληξιπρόθεσμων οφειλών της επιχείρησής μου, αναγκάστηκα την 22-07-2016 να προβώ σε μεταβίβαση αυτής στη σύζυγό μου κ. ………. δεδομένου ότι τοιουτοτρόπως θα επιτυγχάνετο η αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης προς αποτελεσματικότερη επίτευξη των στόχων της δίχως την οικονομική επιβάρυνση που έφερε η προηγηθείσα ενόψει ληξιπρόθεσμων οφειλών της». Επομένως, εφόσον αποδείχθηκαν αληθή τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που ισχυρίστηκε η ενάγουσα – εναγομένη στην αγωγή της, στα οποία ερείδονται οι ένδικες αξιώσεις της, η εκτιθέμενη, αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ), ούτε και συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 920 του ΑΚ, για τη στοιχειοθέτηση των οποίων απαιτείται να αποδειχθεί ότι το υπαίτιο πρόσωπο ισχυρίστηκε ή διέδωσε ψευδή πραγματικά περιστατικά ή αναληθείς ειδήσεις. Δεν πληρούνται δε ούτε οι προϋποθέσεις της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ), δεδομένου ότι αποδείχθηκε το αληθές των ισχυρισμών της εναγόμενης (άρθρο 366 παρ. 1 ΠΚ), η έκθεση δε των ανωτέρω γεγονότων ήταν επιτρεπτή, καθώς, ως προέκυψε, δεν υπερέβαινε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο προς τούτο μέτρο, ενόψει του ότι η εναγομένη περιορίστηκε στην αναφορά των άνω αναφερόμενων μη ψευδών περιστατικών, χωρίς περιττούς χαρακτηρισμούς και χωρίς να προκύπτει αυτοτελής μειωτική της τιμής του πρώτου ενάγοντος και γι’ αυτό δεν πληρούται ούτε η υπόσταση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης (άρθρο 361 ΠΚ). Επομένως, αναφορικά με τα προαναφερόμενα υποστηριζόμενα γεγονότα, δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι διαλαμβανόμενες στη σχετική νομική σκέψη προϋποθέσεις για την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης έναντι του πρώτου εναγομένου, ούτε και για την προσβολή της προσωπικότητάς του, ώστε να δικαιούται ο τελευταίος χρηματικής ικανοποίησης για τις ανωτέρω αιτιάσεις. Συνεκδοχικά, πρέπει η υπό κρίση αγωγή, ως προς τον πρώτο ενάγοντα (δεδομένου ότι ως προς τη δεύτερη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αναφορικά με την από 20-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2016 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη (κατά την κύρια βάση της) και: Α) να αναγνωρισθεί ότι η λαβούσα χώρα κατά τον Ιούλιο 2016 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου είναι άκυρη, Β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των (4.765,80 + 733,20 + 43.799,91 + 21.060,20=) 70.359,11 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ως εξής: α) το ποσό των 4.765,80 ευρώ, που αφορά δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 01-01-2016 έως 19-07-2016, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη (άρθρο 241 ΑΚ) ημέρα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μισθού [οι δεδουλευμένες αποδοχές τοκοφορούν από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθρα 341, 345, 655 ΑΚ)], β) το ποσό των 733,20 ευρώ, που αφορά αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, από την 01η-01-2016, γ) το ποσό των 7.963,62 ευρώ για την αμοιβή από παρεχόμενη υπερεργασία από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους αξίωση για την αιτία αυτή, δηλαδή από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μισθού (ενόψει του ότι τόκος οφείλεται από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους αξίωση για την αιτία αυτή, κατ’ άρθρο 655 ΑΚ, βλ. ΟλΑΠ 39-40/2002, ΕλλΔνη 2003.118), δ) το ποσό των 35.836,29 ευρώ, που αφορά στην υπερωριακή απασχόληση της ενάγουσας, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και ε) το ποσό των 21.060,20 ευρώ, για αμοιβή από την εργασία τα Σάββατα με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Διάταξη περί αναγνώρισης του ότι στις 22-07-2016 έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης του περιγραφόμενου στο σκεπτικό καταστήματος από τον πρώτο εναγόμενο στη δεύτερη εναγομένη, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, καθόσον η εν λόγω μεταβίβαση της επιχείρησης, κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, που πράγματι έλαβε χώρα, κατά τα ήδη γενόμενα δεκτά, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα, το οποίο κατά λογική αναγκαιότητα θα ερευνάτο ούτως ή άλλως και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για την αποδοχή της από 20-10-2016 αγωγής, όπως και πράγματι ερευνήθηκε στην κρινόμενη περίπτωση και συνακόλουθα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, παρέλκει να συμπεριληφθεί στο διατακτικό της και η σχετική διάταξη, ελλείψει συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχτηκαν εξαιρετικοί λόγοι, που επιβάλλουν την προσωρινή εκτελεστότητα, διότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατό να επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα και επομένως πρέπει η παρούσα απόφαση, κατά την καταψηφιστική της διάταξη, να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, για το ποσό των 30.000,00 ευρώ κατ’ αποδοχή του σχετικού παρεπομένου αιτήματος της ενάγουσας, ως και ουσιαστικά βάσιμου, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων (άρθρα 908 παρ. 1 εδ. α’ και περ. ε’, 910 αριθμ. 4), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, με βάση και το σχετικό αίτημά της, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εναγομένων, ανάλογα με την έκταση της ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Επίσης, αναφορικά με την από 25-04-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2017 αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, οι ενάγοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), λόγω της ήττας τους (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων: Α) την από 20-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2016 αγωγή και Β) την από 25-04-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2017 αγωγή.

Α. Ως προς την από 20-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης ………./………./2016 αγωγή:

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά ένα μέρος την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η κατά τον Ιούλιο 2016 λαβούσα χώρα καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου είναι άκυρη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των (4.765,80 + 733,20 + 43.799,91 + 21.060,20 =) εβδομήντα χιλιάδων τριακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και έντεκα λεπτών (70.359,11), με το νόμιμο τόκο ως ακολούθως: α) το ποσό των 4.765,80 ευρώ, που αφορά δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 01-01-2016 έως 19-07-2016, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μηνός, β) το ποσό των 733,20 ευρώ, που αφορά αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, από την 01-01-2016, γ) το ποσό των 7.963,62 ευρώ για την αμοιβή από παρεχόμενη υπερεργασία από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους αξίωση για την αιτία αυτή, δηλαδή από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μηνός, δ) το ποσό των 35.836,29 ευρώ, που αφορά στην υπερωριακή απασχόληση της ενάγουσας, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και ε) το ποσό των 21.060,20 ευρώ, για αμοιβή από την εργασία τα Σάββατα με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση, κατά την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900,00) ευρώ.

Α. Ως προς την από 25-04-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2017 αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies