Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Απορρίπτει έγκληση κατά δικαστικού επιμελητή και άλλων για παράβαση καθήκοντος, ψευδή βεβαίωση, εξύβριση και απειλή, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΓΑΔ ……
Α.Β.Μ.: ……
Αρ. Διάταξης: 5160/14-9-2016
ΔΙΑΤΑΞΗ (αρ. 47 ΚΠΔ)
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αφού λάβαμε υπόψη την από 16.3.2016 έγκληση του …………. του ……………., κατοίκου ……………, κατά των ………… του ………….., κατοίκου ………., οδός ……….. αρ. …, ………. του …………, κατοίκου ……….., οδός Βύρωνος αρ. …, και παντός άλλου υπευθύνου, και την εξ αφορμής αυτής κατόπιν παραγγελίας μας για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, εκθέτουμε τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 47 του ΚΠΔ, ως ισχύει σήμερα, «1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την απορρίπτει με διάταξη, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφο της διάταξης. 2. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο 3. Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παράγραφοι 1 και 4, 44 και 45 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση». Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ “υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη”. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την ομαλή και χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή της δημόσιας υπηρεσίας, για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι, για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α’ και 263α του ΠΚ, απαιτούνται α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θέλησης της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημόσιων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση της παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας του και γ) σκοπός, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη. Με την έννοια αυτή του υπηρεσιακού καθήκοντος διαχωρίζεται αυτό από το απλό υπαλληλικό καθήκον, του οποίου η παράβαση, άσχετα με τις κυρώσεις (πειθαρχικές κ.λ.π.), που μπορεί να συνεπάγεται, δεν στοιχειοθετεί το από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενο έγκλημα, για την ολοκλήρωση του οποίου απαιτείται, όπως προεκτέθηκε, και ειδικός δόλος, δηλαδή σκοπός του υπαλλήλου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική και ηθική ωφέλεια ή να προξενήσει βλάβη στο κράτος ή σε άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του σκοπού αυτού. Για να συντρέχει ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος “με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον” λογικά σημαίνει, ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον, ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι, μεταξύ της πράξης και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει τέτοια αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος να είναι είτε ο αποκλειστικός τρόπος είτε ο πρόσφορος τρόπος περιποίησης του σκοπούμενου οφέλους ή της βλάβης (ΑΠ 122/2015, ΑΠ 48/2014, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, “υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α’ και 263 α ΠΚ, αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ’ ΠΚ και δη δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ’ αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία γενικώς και αφηρημένως μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες (ΑΠ 122/2015, ο.π.).
Με την υπό κρίση έγκληση ο εγκαλών ………….. του ……… ιστορεί ότι στο πλαίσιο της εκκρεμούσας αστικής αντιδικίας μεταξύ αυτού και του πατέρα του δεύτερου των εγκαλουμένων …………. (……), ανέλαβε ο πρώτος εγκαλούμενος δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Αθηνών ………. του ………. να προβεί στην διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 953 κι επόμενων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την εκτέλεση σε βάρος του της υπ’ αριθμόν 3085/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ως προς το χρηματικό ποσό για το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή (ύψους 10.000 ευρώ), με την οποία (απόφαση) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος εγκαλών να καταβάλλει στον ενάγοντα ……….. του ………. (πατέρα του εγκαλούμενου …………) το χρηματικό ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και τριάντα λεπτών (28.646,30€) με το νόμιμο τόκο μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του. Εγκαλεί περαιτέρω τον πρώτο ότι περί τις 07:30 π.μ. της 17ης Δεκεμβρίου 2015 μετέβη μαζί με τον δεύτερο εγκαλούμενο, υιό του αντιδίκου του, και ένα τρίτο άγνωστο προς αυτόν πρόσωπο, που φερόταν ως διοικητής αστυνομίας, στο ιχθυοπωλείο που διατηρεί στην ιχθυόσκαλα Κερατσινίου, και ότι παρά τη θέληση του γαμβρού του ……….. του …………, που βρισκόταν μόνος αυτός την ώρα εκείνη στο κατάστημα, απέσπασε από το ταμείο του καταστήματος το χρηματικό ποσό των τετρακοσίων ενενήντα πέντε (495) ευρώ χωρίς να συντάξει επί τόπου την κατ’ άρθρο 954 ΚΠολΔ έκθεση κατάσχεσης, και ότι, μόνον κατόπιν πίεσης του γαμβρού του, ο εγκαλούμενος δικαστικός επιμελητής συνέταξε μία χειρόγραφη απόδειξη στην οποία ανέγραψε ότι έλαβε το παραπάνω χρηματικό ποσό θέτοντας επ’ αυτή τη σφραγίδα και την υπογραφή του. Εγκαλεί περαιτέρω αυτόν ότι μετά από επίμονες προσπάθειες του ίδιου (του εγκαλούντος) συνέταξε καθυστερημένα, και όχι κατά την ημέρα της κατάσχεσης, την υπ’ αριθμόν …./2015 έκθεση κατάσχεσης κινητών (χρημάτων) την οποία του απέστειλε σε ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο στις 21.1.2016 μαζί με τη, με φερόμενη ημερομηνία συντάξεως 17.12.2015, εντολή ματαίωσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών του πληρεξουσίου δικηγόρου του ……….., Δημητρίου Βλαχόπουλου, προς τον δικαστικό επιμελητή, και ότι το βράδυ της 21ης Ιανουαρίου 2016 έλαβε επίσης και επικυρωμένο αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης. Εγκαλεί επίσης τον πρώτο εγκαλούμενο ότι στην έκθεση κατάσχεσης που συνέταξε καθυστερημένα παρέλειψε με πρόθεση να αναφέρει ότι κατά την είσοδο και την παραμονή του στο κατάστημα στις 17.12.2015 ήταν παρών και ο δεύτερος εγκαλούμενος, ο οποίος παρέμεινε παρά τη θέληση του γαμβρού του και μάλιστα διερευνούσε τα δελτία αποστολής και τα τιμολόγια της επιχείρησης. Επίσης καταγγέλλει αυτόν ότι βεβαίωσε ψευδώς στην έκθεση ότι προσέλαβε ως μάρτυρα τον δικαστικό επιμελητή ………….., ενώ αυτός δεν παρευρισκόταν κατά την διαδικασία της κατάσχεσης, αφού παρόντες ήταν μόνον ο δεύτερος εγκαλούμενος και ένα τρίτο πρόσωπο που φερόταν ως διοικητής αστυνομίας. Τέλος αναφέρει ότι στις 21.1.2016 όταν τον κάλεσε στο τηλέφωνό του προκειμένου να του διαμαρτυρηθεί για τις παραλείψεις της έκθεσης, ο πρώτος εγκαλούμενος του απηύθυνε τη φράση «άντε ρε κωλόπαιδο, εσύ και ο δικηγόρος σου μου πρήξατε τα αρχίδια και θα δείτε τί θα σας κάνω», προσβάλλοντας έτσι την τιμή του και προκαλώντας του τρόμο και ανησυχία. Ενόψει αυτών αιτείται την ποινική δίωξη του πρώτου εγκαλούμενου για ψευδή βεβαίωση (242 παρ.1 ΠΚ), εξύβριση (361 ΠΚ) και απειλή (333 ΠΚ) και του δεύτερου εγκαλούμενου για διατάραξη οικιακής ειρήνης (334 παρ. 1 ΠΚ) πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν σε βάρος του κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες.
Σε εκτέλεση της από 11.4.2016 παραγγελίας μας για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης διερευνήθηκε, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της εγκλήσεως, η ενδεχόμενη διάπραξη των αξιόποινων πράξεων της παράβασης καθήκοντος (259 ΠΚ), της απλής συνέργειας στην πράξη αυτή (47 ΠΚ), της ψευδούς βεβαίωσης (242 παρ. 1 ΠΚ), της εξύβρισης (361 παρ.1 ΠΚ) και της απειλής (333 ΠΚ). Εν τούτοις κατόπιν συνεκτίμησης του συνόλου των συλλεγέντων στοιχείων, δηλαδή των εγγράφων, των καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των χωρίς όρκο καταθέσεων των υπαιτίων, δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος των εγκαλουμένων με αφορμή όσα σε βάρος τους καταγγέλλονται. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο πρώτος εγκαλούμενος δικαστικός επιμελητής σε εκτέλεση της από 16.12.2015 έγγραφης εντολής του Δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Βλαχόπουλου πληρεξουσίου του επισπεύδοντος ………… έλαβε την εντολή να κατάσχει αναγκαστικά κάθε κινητή περιουσία του καθ’ ου η εκτέλεση εγκαλούντος, η οποία στη συνέχεια να εκτεθεί σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Δραγιού ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, σε εκτέλεση του επιδοθέντος στον καθ’ ου, στις 18.11.2015, ακριβούς αντιγράφου του απογράφου της υπ’ αριθμόν 3098/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την από 1,9.2015 επιταγή για εκτέλεση, με την οποία επιτάχθηκε να καταβάλλει σε αυτόν χρηματικό ποσό ύψους 11.301 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων. Στις 17.12.2015 και περί ώρα 07:30 π.μ. ο πρώτος εγκαλούμενος προσλαμβάνοντας ως μάρτυρα τον έτερο δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ………….. και με τη συνοδεία του υιού του επισπεύδοντα ……………, και χωρίς την παρουσία άλλου προσώπου με την ιδιότητα του αστυνομικού, μετέβη στο κατάστημα που διατηρεί ο καθ’ ου η εκτέλεση στην περιοχή της ιχθυόσκαλας Κερατσινίου προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με τη δοθείσα σε αυτόν εντολή. Εκεί ανηύραν τον γαμβρό του καθ’ ου ………….. ο οποίος αντικαθιστούσε τη σύζυγο του πρώτου ……………. του ………. που απουσίαζε εκείνη την ώρα. Ο ………….., αφού πληροφορήθηκε τα στοιχεία των προσώπων που μετέβησαν στο κατάστημα, επικοινώνησε με τον πεθερό του ο οποίος ζήτησε από τον πρώτο εγκαλούμενο να παραλάβει τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο (ύψους 495 ευρώ) και να μην προχωρήσει σε κατάσχεση, υποσχόμενος παράλληλα ότι θα κατέβαλλε σύντομα στον επισπεύδοντα το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Ο πρώτος εγκαλούμενος μετέφερε στον εντολέα δικηγόρο του όσα του ζήτησε ο καθ’ ου και αφού έλαβε τη συγκατάθεσή του παρέλαβε πράγματι από το ταμείο του καταστήματος το χρηματικό ποσό που υπήρχε εντός αυτού και ανερχόταν στο ύψος των τετρακοσίων ενενήντα πέντε (495) ευρώ συντάσσοντας προς τούτο τη χειρόγραφη με ημερομηνία 17.12.2015 «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΥΡΩ #495,00#» επί της οποίας έθεσε τη σφραγίδα και την υπογραφή του σύμφωνα με όσα ορίζονται στην διάταξη του άρθρου 928 ΚΠολΔ, και ματαιώνοντας έτσι την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πλην όμως, και πριν αποχωρήσει από το κατάστημα, ο καθ’ ου …………… επικοινώνησε και πάλι με τον γαμβρό του και διεμήνυσε δι’ αυτού στον πρώτο εγκαλούμενο ότι δεν επιθυμεί να του καταβληθεί οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Ενόψει της μεταστροφής του καθ’ ου και της ρητής πλέον άρνησης αυτού να συμμορφωθεί στην επιταγή για την καταβολή του ποσού της εκτέλεσης, ο ….. ……. ενήργησε σύμφωνα με το υπηρεσιακό του καθήκον και προέβη στην κατάσχεση του χρηματικού ποσού των 495 ευρώ, συντάσσοντας προς τούτο την κατ’ άρθρο 954 ΚΠολΔ υπ’ αριθμόν 572/2015 κατασχετήρια έκθεση. Επ’ αυτής ανέγραψε όσα στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνονται σε τέτοιου είδους εκθέσεις και προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 954, κι επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 117 ΚΠολΔ ανέγραψε, μεταξύ των άλλων απαιτούμενων στοιχείων, τον τόπο, τον χρόνο σύνταξης και τα συμπράττοντα πρόσωπα. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, πέραν της υπ’ αριθμόν ……..2016 ένορκης βεβαίωσης του ………… του ………., γαμβρού του εγκαλούντος, δεν πιθανολογήθηκε με ασφάλεια ότι ο πρώτος εγκαλούμενος παρέλειψε να συντάξει την έκθεση κατά τον χρόνο της πράξης, και ότι αντιθέτως συνέταξε αυτή σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο αυτής κατόπιν πιέσεων του εγκαλούντος. Εξάλλου η παράλειψη σύνταξης της κατασχετήριας έκθεσης θα προκαλούσε ζημία στον ίδιο τον εντολέα του, αφού χωρίς την νομότυπη κατάρτισή της διακυβεύεται η όλη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση των αξιώσεων του εντολέως του. Περαιτέρω ο ………….. εγκαλείται ότι παραβρέθηκε στο κατάστημα του εγκαλούντος με άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο, που έφερε την ιδιότητα του αστυνομικού, την παρουσία του οποίου απέκρυψε στην έκθεση κατάσχεσης. Πέραν του γεγονότος όμως ότι, όπως προαναφέρθηκε, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε με ασφάλεια η παρουσία άγνωστου τρίτου προσώπου αστυνομικού κατά την διαδικασία εκτέλεσης, σε κάθε περίπτωση εφόσον σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 929 ΚΠολΔ ο δικαστικός επιμελητής δύναται να αιτηθεί τη συνδρομή αστυνομικής αρχής για την τήρηση της τάξης, δεν θα είχε αντικειμενικά οποιονδήποτε λόγο να αποκρύψει την παρουσία ενός τέτοιου προσώπου. Ομοίως δεν είχε αντικειμενικό λόγο να αποκρύψει την παρουσία του δεύτερου δικαστικού επιμελητή ……………, ο οποίος εν προκειμένω ενήργησε ως μάρτυρας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 954 ΚΠολΔ. Επιπλέον από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε επίσης με επαρκή πιθανολόγηση ότι ο δεύτερος εγκαλούμενος εισήλθε και παρέμεινε εντός του καταστήματος του εγκαλούντος χωρίς τη θέληση αυτού ή του γαμβρού του, καθόσον ο τελευταίος στην υπ’ αριθμόν …./2016 ένορκη βεβαίωσή του ουδεμία σχετική αναφορά διαλαμβάνει. Σε κάθε όμως περίπτωση καθεαυτή η παρουσία του υιού του επισπεύδοντος δεν προσδίδει ακυρότητα ή παρανομία στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε να στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος ή της ψευδούς βεβαίωσης από τον πρώτο εγκαλούμενο. Επιπλέον το γεγονός ότι ο πρώτος εγκαλούμενος σε συμμόρφωση της έγγραφης από 17.12.2015 εντολής του εντολέως του να ματαιώσει τη διαδικασία της αναγκαστικής κατάσχεσης, κατέθεσε το κατασχεθέν απ’ αυτόν χρηματικό ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί ο εγκαλών στην Τράπεζα Πειραιώς στις 18.12.2015, μία δηλαδή ημέρα μετά την κατάσχεση, ενόψει του ότι ο επισπεύδων προτίμησε να μη συνεχίσει για προσωπικούς του λόγους την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, καταδεικνύει την έλλειψη οποιουδήποτε βαθμού δόλου βλάβης του εγκαλούντος από τον πρώτο εγκαλούμενο, πολλώ δε μάλλον υπερχειλούς αυτού σκοπού όπως προσαπαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παράβασης καθήκοντος. Ενόψει όσων εκτέθηκαν, ομοίως δεν προέκυψαν ενδείξεις επαρκείς για την κίνηση ποινικής δίωξης για τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και της απειλής ότι ο πρώτος εγκαλούμενος εξύβρισε και απείλησε τον εγκαλούντα στις 21.1.2016, με τη φράση που διαλαμβάνει στην έγκλησή του, καθόσον μάλιστα μολονότι η σύζυγος του εγκαλούντος …………….. επιβεβαιώνει τον εγκαλούντα με την υπ’ αριθμ. ………/2016 ένορκη βεβαίωσή της, εν τούτοις ο εγκαλών παραλείπει να αναφέρει στην έγκλησή του (βλ. σελ. 7 αυτής) την αυτοπρόσωπη παρουσία της συζύγου του κατά το επίμαχο συμβάν, ώστε να δύναται να σχηματιστεί πεποίθηση τέτοια που να εδραιώνει τις αναγκαίες επαρκείς ενδείξεις ότι ο εγκαλούμενος τέλεσε τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις σε βάρος του εγκαλούντος.
Ενόψει όσων παραπάνω εκτέθηκαν θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έγκληση ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, ενώ επειδή δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 4 του άρθρου 585 ΚΠΔ, θα πρέπει να απαλλαγεί ο εγκαλών από τα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
1) Απορρίπτουμε σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 1 του άρθρου 47 ΚΠΔ την από 16.3.2016 έγκληση του ………… του …………, κατοίκου ………., κατά των ………… του ………., κατοίκου …….., οδός ……….. αρ. …, ………… του …………, κατοίκου …………, οδός …….. αρ. …, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της.
2) Απαλλάσσουμε τον εγκαλούντα από την επιβολή των δικαστικών εξόδων.
Πειραιάς, 2/8/2016
Η Εισαγγελέας
