Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Απορρίπτει έγκληση εργοδότη κατά εργαζόμενου, για συκοφαντική δυσφήμηση, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΑΘΗΝΩΝ
Α.Β.Μ.: ….
ΕΓ …..
ΔΙΑΤΑΞΗ
(κατ’ άρθρο 47 Κ.Π.Δ.)
Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Αφού λάβαμε υπόψη την από 24-4-2017 έγκληση της ……….. του …………, κατοίκου ………., κατά του ………….. του ……….., για την τέλεση σε βάρος της εγκαλούσας, την 24-1-2017, της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, εκθέτουμε τα ακόλουθα :
Σύμφωνα με το άρθρο 47 §§1,2 ΚΠΔ, «1. Ο Εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την απορρίπτει με διάταξη, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία Ο εγκαλών έχει δικαίωμα να λάβει γνώση της διάταξης. 2. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο». Προφανώς α βάσιμη στην ουσία της είναι η έγκληση, όταν το περιεχόμενό της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, με την έννοια ότι δεν καταλείπεται η παραμικρή αμφιβολία για το ότι δεν τελέστηκε η καταγγελλόμενη πράξη (ΔιατΕισΕφΑθ 669/1986, ΠοινΧρ 1987.252).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ιδίως από την από 24-4-2017 έγκληση της εγκαλούσας, τα προσκομιζόμενα στη δικογραφία έγγραφα και τις από 10-6-2017 ανωμοτί εξηγήσεις του εγκαλουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα :
Ο εγκαλούμενος, ………….. του …………, ήδη από το έτος 1999 εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εταιρία με την επωνυμία «…………» που εδρεύει στην …………., με δ.τ. «………..», της οποίας η εγκαλούσα, …………. του ……….. τυγχάνει αντιπρόεδρος. Με την από 8-9-2014 με Γ.Α.Κ. ……../2014 και με Α.Κ.Δ. ……/2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κατά την ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών) με εναγόμενους την ανωτέρω μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία με δ.τ. «…….» και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στη ……………, με δ.τ. «………..», της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνουσα σύμβουλος είναι η εγκαλούσα, και η οποία κατ’ ουσίαν διαδέχθηκε την ανώνυμη εταιρία «………….», αιτήθηκε να υποχρεωθούν οι ανωτέρω εταιρίες να του καταβάλουν δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας που του όφειλαν, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω αγωγή του. Στην ως άνω αγωγή του μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ο ενάγων (εγκαλούμενος) ότι στον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό της πρώτης εναγόμενης εταιρίας με το δ.τ. «………….», προκύπτει ότι τα μέλη της διοίκησης της εταιρίας, μόνο κατά την τελευταία οικονομική χρήση, προέβησαν σε απολήψεις από το εταιρικό ταμείο ποσού 2.610.850,10 €, οι οποίες σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου του ορκωτού λογιστή, …………, εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23α του Ν.2190/1920. Τα κεφάλαια αυτά, των οποίων την τύχη, δεν γνώριζε μέχρι πρότινος, είναι προφανές, ως ισχυρίζεται ο εγκαλούμενος, πού κατέληξαν. Αφού τα μέλη της διοίκησης και μεγαλομέτοχοι της ως άνω εταιρίας τα έλαβαν παρανόμως από το εταιρικό ταμείο, στη συνέχεια τα διοχέτευσαν στη δημιουργία της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία «……» με σκοπό τη φαλκίδευση των δικαιωμάτων των δανειστών της, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο εγκαλούμενος. Τους ίδιους ακριβώς ισχυρισμούς περί παράνομης απόληψης κεφαλαίων από το ταμείο της πρώτης εταιρίας επανέλαβε ο εγκαλούμενος και στις από 24-1-2017 προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών). Η εγκαλούσα, ούσα αντιπρόεδρος της πρώτης εναγομένης εταιρίας με δ.τ. «………….» και Πρόεδρος και Διευθύνουσα σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης εταιρίας με δ.τ. «…………» υπέβαλε την υπό κρίση έγκληση σε βάρος του εγκαλουμένου (ενάγοντός) ………………. ισχυριζόμενη ότι με τους ανωτέρους αγωγικούς ισχυρισμούς του τους οποίους επανέλαβε στο δικόγραφο των προτάσεών του, τέλεσε σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 363 σε συνδυασμό με 362 του Ποινικού Κώδικα.
Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, όπως αυτό τυποποιείται ως αξιόποινη πράξη στο άρθρο 363 σε συνδυασμό με το άρθρο 362 ΠΚ απαιτείται ο δράστης με οποιονδήποτε τρόπο να ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου προσώπου, για άλλο πρόσωπο, γεγονός ψευδές το οποίο είναι ικανό να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, επί της ως άνω αναφερόμενης αγωγής του εγκαλουμένου εκδόθηκε η με αριθμό 1546/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία προσέβαλαν οι εναγόμενες ως άνω ανώνυμες εταιρίες με τη με αριθμό ………../13-7-2015 του, εκδόθηκε, δε, στη συνέχεια, επί αυτή η με αριθμό 551/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας αποδείχθηκε ότι η εταιρία με δ.τ. «……..», σύμφωνα με τον ισολογισμό του έτους 2011, είχε κύκλο εργασιών (πωλήσεις) ύψους 11.544.679,79 €. Εξάλλου, όπως προέκυψε από τις παρατηρήσεις επί του ισολογισμού αυτού του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, ……., η αξία κτήσεως των μηχανημάτων της ως άνω εταιρίας προσαυξήθηκε με υπόλοιπο λογαριασμών απαιτήσεων ποσού 2.610.850,10 €, με συνέπεια το κονδύλιο του ισολογισμού «μηχανήματα» να εμφανίζεται αυξημένο κατά το ποσό των 5.294.677,97 €, ενώ οι απαιτήσεις της εταιρίας μειωμένες κατά το ποσό των 2.610.850,10 € και τα αποτελέσματα χρήσης και ίδια κεφάλαια ισόποσα αυξημένα κατά το ποσό των 2.683.827,87 €. Σύμφωνα με το πόρισμα του προαναφερόμενου Ορκωτού Ελεγκτή λογιστή, οι ως άνω απαιτήσεις ύψους 2.610.850,10 € αφορούσαν απολήψεις μελών της διοίκησης της ως άνω εταιρίας, και εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23α του Ν.2190/1920. Επιπλέον, η ως άνω δικαστική απόφαση έκρινε πως τα οικονομικά δεδομένα της ανώνυμης εταιρίας δεν ήταν γνωστά στον ενάγοντα-εγκαλούμενο, καθώς ο ίδιος δεν εργαζόταν σε θέση σχετιζόμενη με τα οικονομικά θέματα της εταιρίας, ούτε και ενημερώθηκε ποτέ από την εργοδότρια εταιρία. Έκρινε, δε, ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων οφείλεται σε υπαιτιότητα της ιδίας της εργοδότριας εταιρίας καθώς, αν και είχε αξιόλογη ακίνητη περιουσία που θα μπορούσε μικρό μέρος της οποίας να ρευστοποιήσει, και επιπλέον, παρότι διατηρούσε απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησής της από τις προαναφερόμενες μη σύννομες απολήψεις του συνολικού χρηματικού ποσού στις οποίες είχαν προβεί τα μέλη του Δ.Σ. αυτής, εντούτοις, σε καμία ενέργεια προέβη για την καταβολή των δεδουλευμένων που όφειλε τόσο στον ίδιο τον ενάγοντα εγκαλούμενο, όσο και σε άλλους εργαζόμενους σε αυτή. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η εταιρία με δ.τ. «…………..» συνιστούσε στην πραγματικότητα οικογενειακή επιχείρηση με Πρόεδρο τον ιδρυτή της, …………. και Αντιπρόεδρο ήδη από το έτος 1997 την εγκαλούσα θυγατέρα του, ……….. Στη συνέχεια, την 7-8-2013, η εγκαλούσα ίδρυσε τη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία με δ.τ. «………..» με Πρόεδρο και Διευθύνουσα σύμβουλο την ίδια την εγκαλούσα. Η δεύτερη νεότερη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία είχε τον ίδιο ακριβώς σκοπό με την προϋπάρχουσα ανώνυμη εταιρία, ασκούσε την ίδια ακριβώς επιχειρηματική δραστηριότητα, διατηρούσε την αυτή έδρα στις ίδιες κτηριακές εγκαταστάσεις επί της οδού ……… αρ… στη ……………, χρησιμοποιώντας μάλιστα και τον ίδιο αριθμό σταθερής τηλεφωνικής σύνδεσης. Στη δεύτερη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία μεταβιβάστηκε, εξάλλου, το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού της πρώτης ανώνυμης εταιρίας. Εξάλλου, στην ιστοσελίδα της η νέας εταιρία αναφέρει ότι «γεννήθηκε από τα σπλάχνα της …………..» και αυτοπροσδιορίζεται ως «διάδοχός της». Όπως αποδείχθηκε, η πρώτη ανώνυμη εταιρία «……….» συνέχισε τη λειτουργία της, διατηρώντας την ταυτότητά της, υπό το νέο της φορέα, ήτοι την δεύτερη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία «…………», και ενόψει της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης της εταιρίας, προέβη στην καταγγελία της σύμβασης του εγκαλουμένου εργαζομένου, καθώς και άλλων εργαζομένων της, με μοναδικό σκοπό να απαλλαγεί η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση από οφειλές για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, με αποτέλεσμα η απόλυσή τους να είναι άκυρη.
Όλα όσα στην αγωγή του και με τις προτάσεις του ο εγκαλούμενος ισχυρίστηκε περί μη σύννομων απολήψεων νοηματικού ποσού από τα ταμεία της πρώτης ανώνυμης εταιρίας «…….» και περί μεταβίβασής τους στη νεοσυσταθείσα μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία «…….» προκειμένου να μη δύναται να ικανοποιήσουν τα δικαιώματα τους περί καταβολής των δεδουλευμένων τους οι εργαζόμενοι της μεταβιβαζόμενης εταιρίας, τα έκανε στο σύνολό τους δεκτά ως αποδεδειγμένα γεγονότα και αληθείς ισχυρισμούς η με αριθμό 551/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών των εναγόμενων ως άνω ανωνύμων εταιριών νομίμως εκπροσωπούμενων από την ίδια της εγκαλούσα. Κατά συνέπεια, δεν πληρούται στο πρόσωπο του εγκαλουμένου το στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης (363 και 362 ΠΚ), ήτοι αυτό του ισχυρισμού ψευδών γεγονότων ενώπιον τρίτου προσώπου, αλλά ούτε και η τέλεση οποιοσδήποτε άλλης αυτεπαγγέλτως διωκόμενης αξιόποινης πράξης, και για το λόγο αυτό, έχω τη γνώμη ότι η υπό κρίση έγκληση πρέπει να απορριφθεί ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της.
Εξάλλου, κατ’εφαρμογή του άρθρου 585 §4 ΚΠΔ, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εγκαλούσας τα δικαστικά έξοδα ποσού ογδόντα ευρώ (80 €), διότι η έγκλησή της είναι εντελώς ψευδής και υποβλήθηκε από δόλο, αφού αυτή έχοντας άμεση γνώση των γεγονότων που πραγματικά έλαβαν χώρα, τελούσε σε γνώση της αναλήθειας του περιεχομένου της έγκλησής της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΜΕ ως προφανώς ουσία αβάσιμη την από 24-4-2017 έγκληση της …………. του …………., κατοίκου …………., κατά του ………….. του ………., για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, σε βάρος της την 24-1-2017 στην Αθήνα.
ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΜΕ σε βάρος της εγκαλούσας, …… του ………., κατοίκου …………, τα δικαστικά έξοδα ποσού ογδόντα ευρώ (80 €).
Αθήνα, 14-11-2017
Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
