Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Προσβολή προσωπικότητας. Συκοφαντική δυσφήμιση. Αποδείχθηκε ότι οι ισχυρισμοί των τριών πρώτων εναγόμενων σε βάρος των εναγόντων ήταν ψευδείς, όλοι δε οι εν λόγω εναγόμενοι τελούσαν σε πλήρη γνώση του ψευδούς περιεχομένου τους. Οι ισχυρισμοί περιήλθαν σε γνώση τρίτων (δικαστικών λειτουργών, δικαστικών υπαλλήλων, δικαστικών επιμελητών, ανακριτικών υπαλλήλων και προσώπων που παρευρίσκονταν κατά την εκδίκαση των ανωτέρω υποθέσεων) έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων και προσέβαλαν εν γένει την προσωπικότητα αυτών. Δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του πρώτου εναγομένου, απορριπτομένης της προβαλλόμενης κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 σχετικής περί τούτου ένστασής του, αφού η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή επί συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτός ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος. Εκ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων οι ενάγοντες υπέστησαν στενοχώρια και σημαντική ψυχική ταλαιπωρία, δεδομένου ότι αναγκάστηκαν να συμμετέχουν σε δικαστικούς αγώνες ώστε να υποστηρίξουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους και την αθωότητά τους. Το αίτημα περί επιδίκασης τόκων από τον χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας δεν είναι νόμιμο και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι επί χρηματικής οφειλής από αδικοπραξία οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, εκτός αν ο δικαιούχος της απαίτησης επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο οφειλέτης κατέστη υπερήμερος σε προγενέστερο χρόνο συνεπεία όχλησης του. Προσωπική κράτηση. Επιβάλλεται για απαίτηση μεγαλύτερη των 30.000 ευρώ. Ισχυρισμός εναγόμενων περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, επειδή τα αιτούμενα ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι υπέρογκα. Μόνο η απαίτηση μεγάλου ποσού ως χρηματική ικανοποίηση δεν καθιστά την άσκηση δικαιώματος καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, διότι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επιδικάζει στους ενάγοντες στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 17.000,00 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ
Αριθμός Απόφασης : 3074/2015
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δήμητρα Μουχίμογλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Γεώργιο Ευαγγέλου, Πρωτoδίκη – Εισηγητή, Εύα Ναστούλα, Πρωτοδίκη και τη Γραμματέα Σοφία Δημαρά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2015 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ :
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ : 1) ………………….. και 2) ………………, συζ. …………………, αμφοτέρων κατοίκων …………………, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) ………………., κατοίκου ………………., 2) ………………., κατοίκου ………………, 3) ………….. συζ. ………….., κατοίκου ………………… και 4) ……………… ή ……………, κατοίκου ……………., εκ των οποίων η μεν τρίτη εναγόμενη παραστάθηκε μετά, οι δε λοιποί εναγόμενοι δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Λουκά Δρόσου.
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 16-3-2009 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../2009 αγωγή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 9-12-2010 και κατόπιν αναβολών για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά την οποία αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτές και στα πρακτικά της δίκης.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε ασφαλίσει, στο πρακτορείο ασφαλειών που αυτοί διατηρούσαν, το με αριθμό κυκλοφορίας …….. Ι.Χ, αυτοκίνητό του για το χρονικό διάστημα από 12-9-1999 μέχρι την 12-9-2000 στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «……….» και στις 10-8-2000 ζήτησε από αυτούς να ενεργήσουν ώστε να αντικατασταθεί η ασφαλιστική κάλυψη του ανωτέρω αυτοκινήτου με το με αριθμό κυκλοφορίας ………… IX αυτοκίνητο, δηλώνοντας σε αυτούς ότι ήταν κύριος αυτού, και να ισχύει η νέα ασφαλιστική κάλυψη αναδρομικά, από 1-8-2000 και εφεξής. Ότι αυτοί, δίχως να γνωρίζουν ότι το ανωτέρω όχημα : α) δεν ανήκε στον πρώτο εναγόμενο, αλλά στην τρίτη εναγόμενη, β) δεν είχε επί εικοσαετία ασφαλιστεί και γ) είχε προκαλέσει στις 9-8-2000 τροχαίο ατύχημα, με οδηγό τον δεύτερο εναγόμενο και παθόντα τον …………….. (στοιχεία που τους απέκρυψε ο πρώτος εναγόμενος), και ενόψει της εμπιστοσύνης που είχαν προς το πρόσωπό του, συνέταξαν το από 10-8-2000 έγγραφο προς την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία, με αποτέλεσμα να ασφαλιστεί το ανωτέρω με αριθμό κυκλοφορίας ………… IX αυτοκίνητο από 1-8-2000. Ότι η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία κατόπιν αγωγής που άσκησε κατ’ αυτής ο προαναφερόμενος παθών υποχρεώθηκε δικαστικά να καταβάλει σε αυτόν, ως εκ του νόμου υπόχρεη, αποζημίωση για τις ζημίες που προκάλεσε το ως άνω ζημιογόνο όχημα, ακολούθως δε, και όταν εξακριβώθηκε ότι το αίτημα που υποβλήθηκε σε αυτήν περί της ανωτέρω αναδρομικής ασφαλιστικής κάλυψης δεν ήταν νόμιμο, άσκησε αγωγή κατά των τριών πρώτων εναγόμενων, αιτούμενη να της καταβάλουν το ποσό που κατέβαλε στον ανωτέρω παθόντα. Ότι οι ανωτέρω τρεις εναγόμενοι στις προτάσεις τους που κατέθεσαν στη δίκη αυτή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποστήριξαν ψευδώς ότι αυτοί (οι ενάγοντες) πλαστογράφησαν το έντυπο υποβολής αιτήματος τροποποίησης της ασφάλισης, θέτοντας την υπογραφή του πρώτου εναγομένου εν αγνοία αυτού, ο οποίος δεν είχε ζητήσει την ανωτέρω ασφαλιστική κάλυψη. Ότι το ανωτέρω ψευδές γεγονός βεβαίωσε και ο τέταρτος εναγόμενος στην αϊτό 23-3-2004 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, ενώ οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι επανέλαβαν τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς τους και ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Ότι παράλληλα ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε για τους ανωτέρω λόγους και την από 3-7-2006 μήνυση κατά αυτών, με αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για απάτη σε δικαστήριο και πλαστογραφία και ότι στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης ο τέταρτος εναγόμενος κατέθεσε ότι ο πρώτος ενάγων κατήρτισε πλαστό έγγραφο και το παρέδωσε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία. Ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγομένων προσέβαλαν την προσωπικότητα τους και έβλαψαν την τιμή και υπόληψή τους, αφού οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν εν γνώσει τους τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα ως αληθή ενώπιον τρίτων, που έλαβαν γνώση αυτών, ενώ η δεύτερη εξ αυτών υπέστη και τις αναφερόμενες στην αγωγή επιπτώσεις στην υγεία της (παθήσεις). Ζητούν δε, όπως παραδεκτά περιορίζουν κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ το αίτημα της αγωγής τους, : 1) να υποχρεωθούν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον, άλλως διαιρετώς (κατά το ποσοστό ευθύνης εκάστου εξ αυτών) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων : α) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 30.000 ευρώ και β) στην δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 30.000 ευρώ, επιφυλασσόμενοι έκαστος των εναγόντων να παραστεί ενώπιον των αρμοδίων ποινικών δικαστηρίων ως πολιτικώς ενάγων για το επιπλέον ποσό των 44 ευρώ καθ’ εκάστου των τριών πρώτων εναγομένων, 2) να υποχρεωθεί ο τέταρτος εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο εξ αυτών για τους ίδιους λόγους το ποσό των 5.000 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την τέλεση της αδικοπραξίας, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, 3) να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινώς εκτελεστή, 4) να απαγγελθεί σε βάρος εκάστου εναγομένου προσωπική κράτηση ενός έτους και χρηματική ποινή 5.900 ευρώ ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας απόφασης και 5) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά τους έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9 εδ. α’, 10, 18 αριθμ. 1, 22 και 37 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία, είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 299, 346, 914, 932 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 δ’, 1047 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ. Ωστόσο, το αίτημα περί επιδίκασης τόκων από το χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας δεν είναι νόμιμο και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι επί χρηματικής οφειλής από αδικοπραξία οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, εκτός αν ο δικαιούχος της απαίτησης επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο οφειλέτης κατέστη υπερήμερος σε προγενέστερο χρόνο συνεπεία όχλησης του (ΑΠ 47/2006 ΕλλΔνη 2006, 1364, ΑΠ 1253/2003 ΕλλΔνη .2004, 487, ΕφΑΘ 2887/2010 ΕΕμπΔ 2010, 950, ΕφΘεσ 353/2009 Αρμ 2010, 1545, ΕφΘρακ 290/2007 ΧρΙΔ 2008, 65) και στην προκείμενη περίπτωση κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε προγενέστερη όχληση των εναγομένων που θα είχε ως συνέπεια την υπερημερία τους. Επίσης, απορριπτέο ως μη νόμιμο είναι και το ανωτέρω τέταρτο παρεπόμενο αίτημα των εναγόντων περί προσωπικής κράτησης του τέταρτου εναγομένου, διότι αυτή δεν επιβάλλεται για απαίτηση μικρότερη των 30.000 ευρώ, όπως είναι η επίδικη (βλ. άρθρο 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, για το παραδεκτό της συζήτησης της υπό κρίση αγωγής έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. …………./2015 διπλότυπο είσπραξης της ΙΓ’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών και το υπ’ αριθμ. …………… δικαστικό ένσημο υπέρ του Ε.Τ.Α.Α. – Τ.Α.Ν.), ενώ δεν απαιτείται πλέον η προσκόμιση δήλωσης απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς κατά το άρθρο 214 Α ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 3994/2011, το οποίο εφαρμόζεται κατά το άρθρο 72 παρ. 3 του ιδίου νόμου και στις αγωγές που ασκήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, όπως η παρούσα, καθώς με τη νέα ρύθμιση η δυνατότητα συμβιβασμού των διαδίκων είναι δυνητική (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, συμπλ. τόμος Θ’, 2011, υπ’ άρθρο 214 A παρ. 2). Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Οι εναγόμενοι αρνούνται την αγωγή και ισχυρίζονται ότι αυτή ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς μοναδικός σκοπός των εναγόντων είναι να πετύχουν δια της κρινόμενης αγωγής την καταβολή σε αυτούς υπέρογκων ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο ισχυρισμός αυτός όμως είναι μη νόμιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι μόνο η απαίτηση μεγάλου ποσού ως χρηματική ικανοποίηση δεν καθιστά την άσκηση δικαιώματος καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, διότι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας συγκεκριμένα κριτήρια (όπως η έκταση της ζημίας, το είδος αυτής, η ένταση και ο τρόπος προσβολής του πληττόμενου εννόμου αγαθού, η βαρύτητα του πταίσματος, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών) κρίνει με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και σεβόμενο την αναλογία μέσου και σκοπού στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος) το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται ο παθών σε κάθε ειδικότερη περίπτωση (βλ. ΕΔΔΑ : Berger κατά Γαλλίας, αποφ. της 3.12.2002, ΟλΑΠ 43/2005 ΕλλΔνη 2005, 1649, ΑΠ 132/2006 ΝοΒ 2006, 825, 826, ΑΠ 289/1997 ΕλλΔνη 1998, 326).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από την από 14-11-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του …………… και απ’ όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα ως στοιχεία χρήσιμα για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, πλην της υπ’ αριθμ. ………../2013 ένορκης βεβαίωσης του …………… ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Φρέντζου, την οποία προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι εναγόμενοι, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι δεν προσκομίζεται η υπ’ αριθμ. …………./25-4-2013 έκθεση επίδοσης, από την οποία αποδεικνύεται η κλήτευση των εναγόντων να παραστούν κατά την εξέταση του μάρτυρα, καθώς δεν αρκεί η εμπεριεχόμενη στη σχετική συνταχθείσα πράξη βεβαίωση της ανωτέρω συμβολαιογράφου ότι προηγήθηκε κλήτευση των εναγόντων, όπως, κατά τη βεβαίωση της ανωτέρω συμβολαιογράφου, τούτο προέκυψε από την προσκομισθείσα σ’ αυτήν μνημονευόμενη και προσαρτώμενη στην πράξη της έκθεση επιδόσεως (ΑΠ 853/2006 δημ. στη ΤΝΠ/ΝΟΜΟΣ), δεδομένου, ότι η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο (ΑΠ 1316/2005 δημ. στη ΤΝΠ/ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Ο πρώτος εναγόμενος είχε ασφαλίσει, δια του πρακτορείου ασφαλίσεων που διατηρούσαν οι ενάγοντες, το με αριθμό κυκλοφορίας …………. Ι.Χ. αυτοκίνητό του, μάρκας BMW 318, στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «…………………», εκδοθέντος αρχικώς του υπ’ αριθμ. …………../1995 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 12-9-1995 μέχρι 12-9-1996 και εν συνεχεία, κατόπιν διαδοχικών ανανεώσεων, του υπ’ αριθμ. ………….. συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από 12-9-1999 μέχρι 12-9-2000. Στις 10-8-2000 ο πρώτος εναγόμενος επικοινώνησε με τον πρώτο ενάγοντα, ασφαλιστικό του πράκτορα, αιτούμενος προφορικώς να ισχύσει η ανωτέρω ασφάλιση (για το εναπομείναν χρονικό διάστημα μέχρι 12-9-2000) όχι για το ανωτέρω αυτοκίνητό του, αλλά για άλλο, με αριθμό κυκλοφορίας ………….. IX αυτοκίνητο, τύπου ……………., αναφέροντας στον ενάγοντα ότι το είχε αγοράσει πρόσφατα και ότι προτίθετο να πωλήσει το ήδη ως άνω ασφαλισμένο αυτοκίνητό του. Παράλληλα, ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να ισχύσει η νέα ασφαλιστική κάλυψη αναδρομικώς, ήτοι από 1-8-2000, και να προβεί στις απαιτούμενες προς τούτο ενέργειες, διαβεβαιώνοντας αυτόν ότι δεν συνέτρεξε κατά το χρονικό αυτό διάστημα (από 1-8-2000 μέχρι 10-8-2000) οποιοδήποτε περιστατικό, που μπορεί να επηρεάσει την αναδοχή του κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας. Ο ενάγων, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας του με τον πρώτο εναγόμενο και ενόψει της εμπιστοσύνης που είχε προς αυτόν, αποδέχθηκε μετά της ενάγουσας την ανωτέρω πρόταση αυτού και ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να του προσκομίσει αντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας του νέου αυτοκινήτου και το ειδικό σήμα ασφάλισης του έως τότε παλαιού ασφαλισμένου αυτοκινήτου του. Ταυτόχρονα, ο ενάγων συνέταξε στο όνομα και για λογαριασμό του ιδίου και του πρώτου εναγομένου την από 10-8-2000 αίτηση προς την προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία, στην οποία, αφού συμπλήρωσε τα απαραίτητα προς τούτο στοιχεία για την αναδρομική ασφαλιστική κάλυψη του νέου ως άνω αυτοκινήτου, έθεσε στο τέλος αυτής κάτω από τη λέξη «πράκτορας» την δική του υπογραφή και κάτω από τη λέξη «ο ασφαλιζόμενος» ανέγραψε η δεύτερη ενάγουσα το ονοματεπώνυμο του πρώτου εναγομένου. Συνεπώς, ο πρώτος ενάγων και η σύζυγος αυτού (δεύτερη ενάγουσα) δεν πλαστογράφησαν την ανωτέρω αίτηση, αφού ενήργησαν στα πλαίσια σχετικής περί τούτο εξουσιοδότησης που είχαν από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, ενέκρινε κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα την ανωτέρω ενέργεια, αφού ανταποκρινόταν στο ανωτέρω αίτημά του. Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος δεν προσκόμισε στο πρακτορείο ασφαλίσεων των εναγόντων τα ανωτέρω δύο έγγραφα, που του ζητήθηκαν και εκδόθηκε το ειδικό σήμα ασφάλισης του με αριθμό κυκλοφορίας ……….. ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ασφαλίστηκε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία με ασφαλιστική κάλυψη από 1-8-2000 έως 12-9-2000. Ωστόσο, κατά το χρόνο υποβολής της ανωτέρω από 10-8-2000 αίτησης ο πρώτος εναγόμενος απέκρυψε από τους ενάγοντες ότι : α) δεν ήταν κύριος του ανωτέρω με αριθμό κυκλοφορίας ………… ΙΧΕ αυτοκινήτου, αλλά κάτοχος αυτού, αφού ιδιοκτήτρια αυτού ήταν η σύζυγος του αδελφού του, τρίτη εναγόμενη, β) το εν λόγω όχημα ήταν έως τότε ανασφάλιστο και γ) ότι την προηγούμενη ημέρα (9-8-2000) είχε προκαλέσει σοβαρό τροχαίο ατύχημα. Συγκριμένα, στις 9-8-2000 ο δεύτερος εναγόμενος, ανιψιός του πρώτου εναγομένου, οδηγώντας στην ………….. το ανωτέρω όχημα προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα αυτοκινητικό ατύχημα συνεπεία του οποίου προκλήθηκαν σημαντικές ζημίες στον παθόντα …………. Εντούτοις, το εν λόγω ατύχημα δεν δηλώθηκε από οποιονδήποτε εκ των τριών πρώτων εναγομένων εντός της οριζόμενης από το Ν. 489/1976 και Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. προθεσμίας των οκτώ ημερών, αλλά μετά από τρεις μήνες. Ο δεύτερος εναγόμενος δήλωσε στα αρμόδια αστυνομικά όργανα που επελήφθησαν του ατυχήματος ότι το όχημα ήταν ανασφάλιστο, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κατά την από 10-8-2000 αίτησή του προς τον πρώτο ενάγοντα και για το λόγο αυτό ζήτησε όχι μόνο την ασφαλιστική κάλυψη του ανωτέρω ζημιογόνου οχήματος, αλλά και την αναδρομική ισχύ αυτής, έτσι ώστε να αποφύγουν οι ανωτέρω υπόχρεοι προς αποζημίωση του …………… την καταβολή αποζημίωσης, προκειμένου να αναληφθεί αυτή από την ως άνω ασφαλιστική εταιρία. Συνεπεία της δόλιας ως άνω απόκρυψης των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών τόσο από την ασφαλιστική εταιρία, όσο και από τους ενάγοντες, ο μεν πρώτος εξ αυτών συνέταξε και απέστειλε στην ασφαλιστική εταιρία την ανωτέρω από 10-8-2000 αίτηση, η δε τελευταία, ευρισκόμενη σε πλάνη σχετικά με την πραγματική κατάσταση, αποδέχθηκε την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης αναδρομικά (από 1-8-2000) ασφαλίζοντας την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ……. ΙΧΕ αυτοκινήτου στη θέση του προηγούμενου ως άνω αυτοκινήτου μέχρι τις 12-9-2000, ανανεώνοντας τη σύμβαση μέχρι τις 12-9-2001. Στη συνέχεια ο ανωτέρω παθών επέδωσε στην ασφαλιστική εταιρία αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, οπότε και η τελευταία κάλεσε τον δεύτερο εναγόμενο να δηλώσει τις συνθήκες του ατυχήματος, ο οποίος και προέβη σε σχετική δήλωση στις 8-11-2000. Έπειτα, ο παθών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τακτική αγωγή αποζημίωσης κατά της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθμ. 631/2011 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου και την υπ’ αριθμ. 9888/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά τη δίκη αυτή η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία δεν γνώριζε ότι το ζημιογόνο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν ασφαλισμένο και ότι την επόμενη ημέρα ζητήθηκε η αναδρομική ασφάλιση αυτού ώστε να καλυφθεί το αποκρυφέν από τον πρώτο εναγόμενο γεγονός της σύγκρουσης, στην οποία είχε εμπλακεί το όχημα αυτό και να επιτευχθεί η ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης από το ατύχημα. Η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία αντιλήφθηκε τις ανωτέρω πραγματικές περιστάσεις ασφαλιστικής κάλυψης του ζημιογόνου οχήματος μετά την έκδοση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης και ενόψει της άσκησης δεύτερης αγωγής του παθόντος κατ’ αυτής, εκδοθέντων των υπ’ αριθμ. 2833/2003 και 68/2005 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντιστοίχως. Κατόπιν του ανωτέρω δικαστικού αγώνα, η ασφαλιστική εταιρία, έχοντας ήδη αποζημιώσει τον ανωτέρω παθόντα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των τριών πρώτων εναγομένων την από 29-7-2003 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να της καταβάλουν αυτοί λόγω της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς τους το ποσό των 57.746,87 ευρώ ως αποζημίωση. Στις προτάσεις που κατέθεσαν από κοινού οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής (αρχικώς στις 23-3-2004 μετά της από 29-3-2004 προσθήκης αυτών και στις 22-9-2005) ισχυρίστηκαν ότι δεν υπήρξε αναδρομική ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου οχήματος, αλλά αυτό είχε ασφαλιστεί από 1-8-2000 κατόπιν σχετικού αιτήματος που υπέβαλε ο πρώτος εναγόμενος στον πρώτο ενάγοντα αυθημερόν (την 1η-8-2000) και ότι η προαναφερόμενη από 10-8-2000 αίτηση δεν ανταποκρίνεται στη βούληση του πρώτου εναγομένου, αφού η φερόμενη ως υπογραφή στο κάτω δεξιό μέρος αυτής δεν είναι η υπογραφή του, αλλά έχει συμπληρωθεί το όνομα και το επώνυμό του από κάποιον άλλον υπάλληλο της ασφαλιστικής εταιρίας ή του ασφαλιστικού πρακτορείου των εναγόντων ή από τον ίδιο τον ενάγοντα, όπως δε χαρακτηριστικά αναφέρουν, τούτο είναι καταφανές από τη σύγκριση του γραφικού χαρακτήρα μεταξύ της φερόμενης υπογραφής του πρώτου εξ αυτών και του γραφικού χαρακτήρα του ενάγοντος. Με τον τρόπο αυτό κατονόμασαν ουσιαστικά ως πλαστό το ανωτέρω έγγραφο και πλαστογράφο κυρίως τον πρώτο των εναγόντων, ο οποίος ενήργησε, κατ’ αυτούς, αυτοβούλως και δίχως προηγούμενη συναίνεση του πρώτου εξ αυτών. Κατά της εκδοθείσας υπ’ αριθμ. 5226/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα αυτής το ποσό των 35.910,56 ευρώ, οι εναγόμενοι της ανωτέρω αγωγής άσκησαν την από 31-1-2006 έφεσή τους. Στην εν λόγω έφεσή τους και στις από 19-9-2006 προτάσεις που κατέθεσαν στο Εφετείο Αθηνών οι ανωτέρω εναγόμενοι επανέλαβαν εκ νέου τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους και σχολιάζοντας την προσκομισθείσα από την αντίδικό τους από 30-9-2003 υπεύθυνη δήλωση των εναγόντων, με την οποία αυτοί δηλώνουν υπεύθυνα ότι ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε το γραφείο τους στις 10-8-2000 υποβάλλοντας τότε σε αυτούς για πρώτη φορά τα ανωτέρω εκτιθέμενα αιτήματα, ισχυρίστηκαν ότι οι ενάγοντες επιστρατεύθηκαν από αυτήν (την ασφαλιστική εταιρία) ώστε να συνταχθεί η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση, με σκοπό να παραπείσουν όλοι μαζί το Δικαστήριο περί της εγκυρότητας της ασφαλιστικής σύμβασης. Ταυτόχρονα, επικαλούνται και αναφέρονται με τις εν λόγω προτάσεις τους στο περιεχόμενο της από 3-7-2006 μήνυσης του πρώτου εναγομένου κατά του ενάγοντος ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στη μήνυση αυτή ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε ότι : α) η υπογραφή του στην από 10-8-2000 αίτηση έχει πλαστογραφηθεί από τον ενάγοντα, …………….., β) οι ενάγοντες συνέταξαν και έδωσαν στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία την προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση για να παραπλανήσουν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, γεγονός το οποίο και πέτυχαν, με την έκδοση της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 5226/2005 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, και να αποκομίσουν σε βάρος του παράνομο περιουσιακό όφελος. Για τους λόγους αυτούς ζητούσε ν’ ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του πρώτου ενάγοντα για πλαστογραφία και για συνέργεια στο αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου και κατά της δεύτερης για συνέργεια στο αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου. Συνεπεία τη ανωτέρω μήνυσης παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών : α) οι ενάγοντες για να δικαστούν για άμεση συνέργεια σε απάτη επί δικαστηρίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, β) ο ……………. για πλαστογραφία και γ) ο ………………., νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, για πλαστογραφία με χρήση και για απάτη επί δικαστηρίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Οι ενάγοντες προσέφυγαν κατά του κλητηρίου θεσπίσματος και αφού έγιναν δεκτές οι προσφυγές τους με την αριθμ. 1137/2008 εισαγγελική διάταξη εισήχθη η υπόθεση ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο δια του υπ’ αριθμ. 640/2009 βουλεύματος του απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά όλων των ανωτέρω κατηγορουμένων, αποδεχόμενο ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε σε γνώση της συμπλήρωσης της ανωτέρω αίτησης στις 10-8-2000, αφού έγινε κατόπιν εντολής του. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το Εφετείο απέρριψε με την υπ’ αριθμ. 1525/2007 απόφαση κατ’ ουσίαν την ανωτέρω έφεση των τριών πρώτων εναγόμενων, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους, ενώ σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 8602/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος σχετικά με το περιεχόμενο της προαναφερθείσας από 3-7-2006 μήνυσής του για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης των εναγόντων κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες «επιστρατεύθηκαν» από την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία για την κατάρτιση της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης, έχοντας δήθεν ως σκοπό να παραπλανήσουν το δικαστήριο. Τα ανωτέρω περιστατικά ενισχύονται από την σαφή και τεκμηριωμένη κατάθεση της μάρτυρας απόδειξης και δεν αναιρούνται από την αόριστη περί τούτων κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Εκ των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών αποδείχθηκε ότι οι επίδικοι ισχυρισμοί των τριών πρώτων εναγόμενων σε βάρος των εναγόντων ήταν ψευδείς, όλοι δε οι εν λόγω εναγόμενοι τελούσαν σε πλήρη γνώση του ψευδούς περιεχομένου τους. Οι επίδικοι ως άνω ισχυρισμοί περιήλθαν σε γνώση τρίτων (δικαστικών λειτουργών, δικαστικών υπαλλήλων, δικαστικών επιμελητών, ανακριτικών υπαλλήλων και προσώπων που παρευρίσκονταν κατά την εκδίκαση των ανωτέρω υποθέσεων) έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων και προσέβαλαν εν γένει την προσωπικότητα αυτών. Εξάλλου, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του πρώτου εναγομένου, απορριπτομένης της προβαλλόμενης κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 σχετικής περί τούτου ένστασής του, αφού η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή επί συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτός ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος, γεγονός το οποίο δεν αποδείχθηκε, αφού μοναδικός σκοπός του ήταν να προσβάλει την προσωπικότητα των εναγόντων ισχυριζόμενος εν γνώσει του ενώπιον τρίτων τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα ως αληθή, παραβιάζοντας το καθήκον αλήθειας. Εκ της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των ανωτέρω εναγομένων οι ενάγοντες υπέστησαν στενοχώρια και σημαντική ψυχική ταλαιπωρία, δεδομένου ότι αναγκάστηκαν να συμμετέχουν σε δικαστικούς αγώνες ώστε να υποστηρίξουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους και την αθωότητά τους, ενώ, παράλληλα, η ανωτέρω υπόθεση δυσφήμισε το ασφαλιστικό πρακτορείο των εναγόντων στην συνεργαζόμενη με αυτό ως άνω ασφαλιστική εταιρία, χωρίς, ωστόσο, να διακοπεί η συνεργασία με αυτήν. Επίσης, η εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά των τριών πρώτων εναγομένων δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με τις παθήσεις της ενάγουσας, όπως αυτές αναφέρονται στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής με τα στοιχεία α) έως κα). Ειδικότερα, στο προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες από 12-5-2008 ιατρικό σημείωμα του ………… Νοσοκομείου δεν προσδιορίζεται η αιτία των παθήσεων που αναγράφεται σε αυτό και από τις οποίες φέρεται ότι πάσχει η ενάγουσα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί της αδικοπρακτικής ευθύνης των τριών πρώτων εναγόμενων και κρίνει ότι δεν πρέπει να αναβληθεί η παρούσα υπόθεση κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, απορριτττομένου σχετικού αιτήματος του πρώτου εξ αυτών. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, το είδος, την ένταση και την έκταση της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων, την συκοφαντική δυσφήμηση αυτών, την υπαιτιότητα εκάστου των τριών πρώτων εναγόμενων και το βαθμό αυτής στην επέλευση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες, τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε αυτή (η ηθική βλάβη), σε συνδυασμό με τις λοιπές συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και την κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων, κρίνει, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, ότι πρέπει να επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των έντεκα χιλιάδων ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των έξι χιλιάδων ευρώ. Ειδικότερα, πρέπει να υποχρεωθεί : α) ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.000 ευρώ και στην ενάγουσα το ποσό των 4.000 ευρώ, β) ο δεύτερος εναγόμενος στον ενάγοντα το ποσό των 2.000 ευρώ και στην ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ και γ) η τρίτη εναγόμενη στον ενάγοντα το ποσό των 2.000 ευρώ και στην ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ, όλα δε τα; ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της παρούσας προσωρινώς εκτελεστής πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι δεν συντρέχουν προς τούτο εξαιρετικοί λόγοι, ενώ προσωπική κράτηση, ως μέσο εκτελέσεως της αποφάσεως, δεν πρέπει να απαγγελθεί κατά των ανωτέρω εναγομένων, αφού κατά εκάστου εξ αυτών η απαίτηση εκάστου των εναγόντων είναι μικρότερη των 30.000 ευρώ (βλ. άρθρο 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση (στα πλαίσια της ανωτέρω μήνυσης) εξεταζόμενος στις 23-10-2006 ως μάρτυρας ο τέταρτος των εναγομένων, συγγενής με τον πρώτο εξ αυτών, κατέθεσε όσα του ανέφερε ο πρώτος εναγόμενος, δηλαδή ότι ο τελευταίος του είπε ότι : α) ο ενάγων πλαστογράφησε την υπογραφή του και β) ότι με τον τρόπο αυτό εξαπατήθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο, δίχως, ωστόσο, να επαληθεύει τους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε να ενστερνίζεται το περιεχόμενό τους. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι τελούσε εν γνώσει του ψευδούς περιεχομένου των εν λόγω ισχυρισμών. Επίσης, τους ανωτέρω επίδικους ισχυρισμούς του δεν ανέφερε κατά την από 23-4-2004 κατάθεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αβάσιμα εκθέτει στην αγωγή ο πρώτος των εναγόντων. Συνεπώς, η αγωγή, πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τέταρτου των εναγομένων ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, ο δε ενάγων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα αυτού, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή εν μέρει ως προς τους τρεις πρώτους των εναγομένων.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ : 1) τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει : α) στον ενάγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων ευρώ (7.000,00 €) και β) στην ενάγουσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4.000,00 €), 2) τον δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει : α) στον ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000,00 €) και β) στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων ευρώ (1.000,00 €) και 3) την τρίτη εναγομένη να καταβάλει : α) στον ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000,00 €) και β) στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων ευρώ (1.000,00 €), κάθε ένα δε από τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους τρεις πρώτους των εναγομένων σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, το οποίο ορίζει για τον ενάγοντα στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα ευρώ (450,00 €) και για την ενάγουσα στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00 €).
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τον τέταρτο εναγόμενο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πρώτο των εναγόντων στα δικαστικά έξοδα του τέταρτου των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εκατόν πενήντα ευρώ (150,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2015.
