απόλυσηεπίσχεση εργασίαςοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2486/2019

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Επίσχεση εργασίας. Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη. Στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολλώ δε μάλλον εάν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών, για τις οποίες προέβη σε επίσχεση. Μάλιστα εάν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και εάν λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία. Μεταβίβαση επιχείρησης. Κριτήρια και αξιολόγησή τους. Στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτή οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών. Για τη νομιμοποίηση αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς να ασκεί επιρροή αν αυτός είναι αναληθής. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Δεν αρκεί η απλή αδράνεια του δικαιούχου επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί. Απορρίπτει ένσταση περί κακόβουλης παράλειψης ανεύρεσης εργασίας. Η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους των εναγόντων δεν ήταν καταχρηστική. Απορρίπτει ισχυρισμό των εναγόντων περί μεταβίβασης επιχείρησης. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 37.620,38 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Αριθμός απόφασης

2486/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από την Δικαστή Ελευθερία Αθανασίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από την Γραμματέα Αναστασία Καραγγελή.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 12η Φεβρουάριου του έτους 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ : 1) ……….., κατοίκου ………., οδός ………, αριθμός …., με ΑΦΜ ………, 2) …………, κατοίκου ……….., οδός ……., αριθμός ….., με ΑΦΜ …………., 3) …………., κατοίκου ………, οδός ……….., αριθμός …., με ΑΦΜ …………., 4) …………., κατοίκου ……….., οδός ….., αριθμός …., με ΑΦΜ ………, 5) ………, κατοίκου ………., οδός ………, αριθμός …, με ΑΦΜ ………….. και 6) …………, κατοίκου ………., οδός …….., αριθμός …., με ΑΦΜ ……….., οι οποίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην ……….., οδός ………., αριθμός …. και ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην ……….., οδός ……….., αριθμός ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……….. της ΔΟΥ ΦΑΕ …….., η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 07.01.2016 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 22α  Φεβρουαρίου του έτους 2016, έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2016, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 28ης Σεπτεμβρίου του έτους 2016 και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 6ης Απριλίου του έτους 2017 και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά την δικάσιμο εκείνη, η υπόθεση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αλλά δεν εκδόθηκε απόφαση επ’ αυτής από τον Δικαστή για τους λόγους και σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 307 εδάφιο τελευταίο του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 81 παρ. 2 του νόμου 3659/2008 και για το λόγο αυτό με την με αριθμό 791/2018 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών η δικογραφία αφαιρέθηκε και επιστράφηκε. Με την με αριθμό …../13.12.2018 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, Γεωργίου Γρίβα, με την οποία διατάχθηκε η επανασυζήτηση της υπόθεσης λόγω μη έκδοσης απόφασης, η εγγραφή της στο πινάκιο και η κλήτευση των διαδίκων με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 13η Δεκεμβρίου του έτους 2018, έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2018 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./2018, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο η ανωτέρω αγωγή επαναφέρεται νόμιμα προς αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση (επανάληψη της συζήτησης) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 367 του Κ.Πολ.Δ. και 17 στοιχ. Γ’ παρ. 4 του νόμου 1756/1988.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε με την σειρά του πινακίου, παραστάθηκε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν, ως σημειώνεται ανωτέρω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η κλήση για τη συζήτηση και τα αποδεικτικά επίδοσης συντάσσονται ατελώς. Κατά την άποψη που το δικαστήριο αυτό δέχεται ως ορθότερη, η κατά την παραπάνω διάταξη επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της συζήτησης που προηγήθηκε, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι οι δύο συζητήσεις αποτελούν στάδια δικονομικά αδιάσπαστης και ενιαίας συζήτησης. Συνακόλουθα, στη νέα αυτή συζήτηση δεν είναι αναγκαία η παράσταση του διαδίκου, ο απολειπόμενος δε διάδικος θεωρείται ως κατ’ αντιμωλίαν δικαζόμενος, αν είχε παραστεί προσηκόντως στην προηγούμενη συζήτηση (ΕφΔυτΜακ 88/2011 Αρμ 2014.1168, ΕφΑθ 1503/2010 Αρμ 2010.1197, ΕφΑθ 961/2009 ΕλλΔνη 2010.1058, ΕφΠατρ 463/2009 ΑχαικΝομ 2010.358, Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας, «Ερμηνεία ΚΠολΔ», τόμος I, άρθρο 307 σελ. 612). Επειδή ακριβώς η νέα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, η οποία θεωρείται ότι έλαβε χώρα, δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων σε αυτή, χωρίς όμως τούτο να αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται η επαναφορά των προτάσεων που έχουν κατατεθεί προηγουμένως, τα δε πρακτικά, εφόσον έχουν υπογράφει από τον διευθύνοντα τη συζήτηση εκείνη και τον γραμματέα, διατηρούν το κύρος τους και παρέχουν πλήρη απόδειξη για το περιεχόμενό τους (ΕφΔυτΜακ 88/2011 Αρμ 2014.1168).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες με την από 7η Ιανουαρίου του έτους 2016 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 22α Φεβρουαρίου του έτους 2016, έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/2016, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 28ης Σεπτεμβρίου του έτους 2016 και γράφηκε στο πινάκιο, ζήτησαν τα αναφερόμενα σε αυτή. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 6ης Απριλίου του έτους 2017 και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά την δικάσιμο εκείνη η υπόθεση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αλλά δεν εκδόθηκε απόφαση επ’ αυτής. Ήδη με την με αριθμό ……./13.12.20182018 πράξη του κ. Γεωργίου Γρίβα, Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία (πράξη) κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 13η Δεκεμβρίου του έτους 2018 έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2018 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2018, διατάχθηκε η επανασυζήτηση της υπόθεσης, η εγγραφή της στο πινάκιο και η κλήτευση των διαδίκων με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου. Κατόπιν τούτου, η υπόθεση νομίμως επαναφέρεται προς αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση (επανάληψη της συζήτησης), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., αφού αντίγραφα αυτής της πράξης περί ορισμού δικασίμου, με κλήση για να παραστούν κατά την επανάληψη της συζήτησης κοινοποιήθηκε νομίμως στους πληρεξουσίους δικηγόρους των εναγόντων και των εναγομένων εταιρειών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 122, 123, 124, 125, 126 παρ. 1 περ. α’ και γ’, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του νόμου 4335/2015 (ΦΕΚ 87Α,/23.07.2015), 127, 129 παρ. 1, 139, 140, 141, 143 παρ. 1, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του νόμου 4335/2015 και 591 παρ. 1 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., ως προκύπτει από τα με ημερομηνία 19.12.2018 αποδεικτικά επίδοσης της Σπυριδούλας Παχή, Επιμελήτριας Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον Δημήτριο Βλαχόπουλο και Ευστάθιο Γραμμένο, πληρεξουσίους δικηγόρους των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης αντίστοιχα και του Κωνσταντίνου Ζαρνακούπη, Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Αθηνών στον Ιωάννη Κελεμένη, πληρεξούσιο δικηγόρο της δεύτερης εναγόμενης.

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 325 του Α.Κ., που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ’ αυτόν παροχή εργασίας (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επισχέσεως δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ’ αυτόν αντιπαροχής. Κατ’ ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξιώσεώς του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επισχέσεως. Το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Α.Κ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ, κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά. Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 του Α.Κ. όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 447/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 940/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1248/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 790/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 1114/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1115/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 324/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 940/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1248/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 790/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1342/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2094/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1502/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολλώ δε μάλλον εάν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών, για τις οποίες προέβη σε επίσχεση. Μάλιστα εάν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και εάν λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία (ΑΠ 1502/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει: α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη. Η σύναψη όμως κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη εκ μέρους του εργαζομένου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του προηγουμένου, ο οποίος κατά το άρθρο 656 εδ.β’ του Α.Κ. δικαιούται απλώς να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του. Ωσαύτως η αναζήτηση και ανεύρεση άλλης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, που επιβάλλεται άλλωστε για λόγους βιοπορισμού αυτού, δεν καθιστά καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. τη συνέχιση της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών εκ μέρους του προηγούμενου εργοδότη και κατά συνέπεια δεν αίρει την υπερημερία του τελευταίου (ΑΠ 653/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 324/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1003/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 114/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του νόμου 2112/1920 ορίζεται ότι: «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18.07.1920. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12.07.2002) λήφθηκαν «μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου». Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του προεδρικού διατάγματος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν προεδρικό διάταγμα 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθμό 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του προεδρικού διατάγματος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του του προεδρικού διατάγματος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως «μεταβίβαση» θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως «μεταβιβάζων» («εκχωρητής», κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως «διάδοχος» («εκδοχέας», κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η «υπόστασή» τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το «περιεχόμενο» τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της «μεταβίβασης» ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια «οικονομική οντότητα». Πρέπει, δηλαδή, να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα («οικονομική οντότητα»), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35.1252, ΑΠ 1369/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 997/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1832/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1319/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469). Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει (ΑΠ 330/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 525/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1082/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1468/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), αλλά αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό (ΑΠ 1319/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 330/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 525/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλΔ 35.1252, ΑΠ 77/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 200/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35.1311). Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ. – βλ. σχετ. ΑΠ 1850/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 200/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1468/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1551/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 389/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1002/2004 ΕλλΔνη 2005.445). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα σύμφωνα με την εθνική νομολογία καθώς επίσης και τη νομολογία του ΔΕΚ, οι αποφάσεις του οποίου ισοδυναμούν με αυθεντική ερμηνεία του Κοινοτικού Δικαίου (Σκανδάμης Νικόλαος, «Ευρωπαϊκό Δίκαιο I. – Θεσμοί της ΕΕ – 4. Οργανική υπόσταση της ΕΕ», Αθήνα-Κομοτηνή, έκδοση 2003, σελ. 176) κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία : 1) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 997/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1147/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1850/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258, ΕφΠειρ 689/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Ζερδελής Δημήτριος σε ΔΕΝ 2009.1169 με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ. ΔΕΚ 12.2.2009 C – 466/07 Klarenberg). Συνεπεία της μεταβίβασης της επιχείρησης, μεταβιβάζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008 ΔΕΝ 64.1517), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του προεδρικού διατάγματος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του νόμου 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18.07.1920 «περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ» (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του νόμου 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 525/2013 ΔΕΕ 2013.1200, ΑΠ 339/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 318/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1378/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1697/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση ή από κανονισμούς εργασίας ή άλλη νόμιμη αιτία, όπως είναι η επιχειρησιακή συνήθεια, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 1147/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1697/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του προεδρικού διατάγματος; 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο να αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων (ΑΠ 444/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σε περίπτωση μεταβίβασης της επιχείρησης, υπό την ισχύ του προεδρικού διατάγματος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου προεδρικού διατάγματος 572/1988 – άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών»), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά την μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι την μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά την μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη, χωρίς περιορισμό από το άρθρο 479 του Α.Κ. και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από την μεταβίβαση (ΕφΑθ 3156/2002 ΔΕΕ 2003.88, ΕφΑθ 5341/1999 ΕΕργΔ. 59.271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002.884). Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις που ήταν ενεργείς κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (ΑΠ 318/1998 ΕΕργΔ 1999.355) συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, ανεξαρτήτως της συναινέσεως ή μη των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 1222/1998 ΕΕργΔ 1999.983). Αναγκαία πάντως προϋπόθεση είναι η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τον νέο εργοδότη, χωρίς πραγματική διακοπή, εκτός αν αυτός, μετά την διακοπή, επαναλειτουργήσει την επιχείρηση, ως την αυτή οικονομική μονάδα (ΑΠ 244/2012, ΑΠ 891/1992 ΕΕργΔ 1993.454), δηλαδή με την θέληση να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις επαναλειτουργίας επιχειρήσεων, που μεταβιβάστηκαν ενώ η λειτουργία τους είχε προσωρινά διακοπεί λόγω εποχής (ΕφΑθ 9346/1988 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) ή λόγω ανασυγκροτήσεώς τους (Ληξουριώτης I., ΕΕργΔ 1993.450, Βλαστός Στυλιανός, ΕΕργΔ 1999.982 επ.). Αντιθέτως, δεν υπάρχει διαδοχή εργοδοτών, όταν η επαναλειτουργία της επιχειρήσεως από τον νέο φορέα της γίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνον του προηγούμενου φορέα της, με μισθωτούς που προσλαμβάνει με νέες συμβάσεις εργασίας είτε από το παλαιό προσωπικό είτε όχι (ΑΠ 610/1991 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/1992 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 942/1992 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1364/1992, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 647/1996 ΕλλΔνη 39.165).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ,Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκή και ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. παρέχει μεν στον ενάγοντα την ευχέρεια να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι, όμως, και να αναπληρώσει εκείνους οι οποίοι λείπουν και αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Με βάση την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 του Κ.Πολ.Δ. ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του να συμπληρώσει, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει την νομική αοριστία αυτής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση των περιστατικών που απαιτούνται κατά το νόμο για την γένεση του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 45.84, ΑΠ 167/2002 ΕλλΔνη 43.1348, ΑΠ 1363/1998 ΕλλΔνη 39.325). Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ο εργαζόμενος αιτείται την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του πρέπει να γίνεται επίκληση των πραγματικών περιστατικών που την θεμελιώνουν (ΑΠ 1901/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, στο δικόγραφο της αγωγής, στην οποία ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης προβάλλεται η καταχρηστική εκ μέρους του εργοδότη, άσκηση του σχετικού δικαιώματος του, πρέπει να διαλαμβάνονται περιστατικά, από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 του Α.Κ. (ΑΠ 958/2007 ΕΕργΔ 67.357, ΑΠ 1420/2006 ΕΕργΔ 66.556, ΑΠ 704/2006 ΔΕΕ 2007.1102, ΑΠ 351/2005 ΕΕργΔ 65.93, ΑΠ 900/2004 ΕλλΔνη 46.1656). Δε συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς, ή πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι, που επικαλέστηκε ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους – που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος – εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1500/2007 ΕλλΔνη 48.1409, ΑΠ 516/2007 ΕΕργΔ 67.219, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 66.1487, ΑΠ 1689/2006 ΕΕργΔ 66.1031, ΑΠ 1437/2006 ΔΕΕ 2007.1108, ΑΠ 448/2006 ΕΕργΔ 66.613, ΑΠ 1901/2005 ΕΕργΔ 65.674, ΑΠ 655/2005 ΕΕργΔ 66.77, ΕφΠειρ 390/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 του Α.Κ. αξίωση για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της συμβάσεως, την οποία ο τελευταίος θεωρεί άκυρη, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός καθώς και τυχόν λοιπές πρόσθετες παροχών μισθολογικού χαρακτήρα (ΑΠ 389/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) καθώς και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού. Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης τη αγωγής. Αν όμως ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, για να απαλλαγεί, επικαλεστεί, κατ’ ένσταση, έγκυρη καταγγελία της σύμβασης (και στη συνέχεια αποδείξει τούτο) και ανυπαρξία υπερημερίας του, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας αποτελεί αντένσταση, που πρέπει να προβληθεί κατά νόμιμο και παραδεκτό τρόπο. Ο μισθωτός έχει βέβαια τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής «καθ’ υποφοράν», οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης. Έτσι, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώνει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα, επικαλούμενος νέους λόγους ακυρότητας ή διαφορετικούς από αυτούς που περιέχονται στην αγωγή, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, με τις προϋποθέσεις πάντοτε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός (ακυρότητας της καταγγελίας) που προβάλλεται (με ένσταση ή αντένσταση) προς απόκρουση του ισχυρισμού του εργοδότη, για είναι παραδεκτός, πρέπει, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, να προβάλλεται μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών από την περιέλευση στον μισθωτό της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 121/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 429/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 624/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 του Α.Κ. και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, όπως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχολήσεως. και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 2016/2207 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 184/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τα στοιχεία αυτά δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται στο δικόγραφο της αγωγής με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις, αλλά αρκεί λογικώς να συνάγονται από το όλο κείμενο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων μπορεί, έως τη συζήτησή της να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της (άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ.) με τις προτάσεις της συζητήσεως (ΑΠ 548/2000 ΕΕργΔ 2001.803, ΕφΘεσ 584/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 300/2001 ΕΕργΔ 2001.659). Αντιθέτως, για το ορισμένο της ανωτέρω αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτή οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών, διότι ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951, 22 και 32 του νόμου 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού, πλην όμως τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους καθώς επίσης και τα καταβληθέντα έναντι των αγωγικών αξιώσεών χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 του Α.Κ.) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση, ο χρόνος από του οποίου αρχίζει η υπερεργασία και η υπερωρία κάθε ημέρα, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε η ανάγκη η οποία παρέστη για την εκτέλεση της και το πρόσωπο από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΑΠ 516/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2018/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 140/2000 ΕλλΔνη 41.966, ΕφΠειρ 994/2207 ΕΝαυτΔικ 2007.385, ΕφΠειρ 892/2002 ΕΝΔ 30.437, ΕφΠειρ 1239/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

IV. Το άρθρο 904 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία κατά το άρθρο 361 του Α.Κ. και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα δικαιώματα του από τη σύμβαση. Επομένως, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ. τα περιστατικά που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης, δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟΛΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 2003.1261, ΟλΑΠ 23/2003 ΝοΒ 2004.1179). Η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 923/2007 ΧρΙΔ 2008.121). Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν, μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι άκυρη ή ανίσχυρη ή εάν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα για οποιαδήποτε λόγο. Τα πραγματικά όμως περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα, το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης, τα οποία συνιστούν τη βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ, διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη, ένεκα της αοριστίας της (ΑΠ 1056/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1457/2001 ΕλλΔνη 2002.1690, ΑΠ 1322/1996 ΕλλΔνη 1997.1045, ΕφΑθ 5617/2007 ΕλλΔνη 2008.1523).

V. Σε περίπτωση περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται δικονομικοί τόκοι κατά τη διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ., δηλονότι εκ της επιδόσεως της καταψηφιστικής αγωγής, αφού η τελευταία θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί κατά το καταψηφιστικό της αίτημα (295 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επιδόσεως ως οχλήσεως, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 Α.Κ., δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (ΟλΑΠ 24/2004 Δίκη 2005.81, ΟλΑΠ 23/2004 ΕΕργΔ 2005.17, ΝοΒ 2005.74, ΟλΑΠ 13/1994, ΕλλΔνη 1994.1259, ΑΠ 497/2004 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 23/2004 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 954/2003 ΧρΙΔ 2004.38, ΑΠ 888/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 63/2003 ΝοΒ 2003.1627, ΑΠ 241/2003 ΕλλΔνη 2004.487, ΟλΑΠ 13/1994 ΕλλΔνη 1994.1259).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι η πρώτη εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας και της επισκευής αυτοκινήτων και ότι προσλήφθηκαν από αυτή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθησαν την 5η Ιουνίου του έτους 2007 με τον πρώτο από αυτούς, την 11η Ιουνίου του έτους 2006 με τον δεύτερο από αυτούς, την 12η Φεβρουάριου του έτους 2007 με τον τρίτο από αυτούς, την 11η Ιουνίου του έτους 2007 με τον τέταρτο από αυτούς, την 25η Νοεμβρίου του έτους 2002 με την πέμπτη από αυτούς και την 1η Αυγούστου του έτους 2003 με τον έκτο από αυτούς για να παρέχουν την εργασία τους ως υπάλληλοι, με πλήρες ωράριο και με τα ειδικότερα καθήκοντα που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι σε εκτέλεση των συμβατικών όρων απασχολήθηκαν στην πρώτη εναγόμενη με συνέπεια και ευσυνειδησία, ότι οι εργασιακές σχέσεις εξελίχθηκαν ομαλά μέχρι το τέλος του έτους 2011, ότι έκτοτε η πρώτη εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, επικαλούμενη ταμειακή δυσχέρεια και ότι διαμαρτυρήθηκαν κατ’ επανάληψη για καταβολή των οφειλομένων, χωρίς αποτέλεσμα. Ότι προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας την 06.03.2015 ο δεύτερος, ο τέταρτος, η πέμπτη και ο έκτος εξ αυτών και την 12.03.2015 ο πρώτος και ο τρίτος από αυτούς, ότι κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς η πρώτη εναγόμενη αποδέχθηκε τις οφειλές της έναντι τους εκ της ανωτέρω αιτίας, πλην όμως δεν προέβη σε καμία καταβολή και ότι την 10.03.2015 ο πρώτος από αυτούς και την 22.05.2015 οι λοιποί εξ αυτών άσκησαν επίσχεση εργασίας λόγω οφειλόμενων δεδουλευμένων καθαρών αποδοχών ποσού 4.567,08 ευρώ στον πρώτο από αυτούς, ποσού 7.885,71 ευρώ στον δεύτερο από αυτούς, ποσού 5.157,52 ευρώ στον τρίτο από αυτούς, ποσού 9.600 ευρώ στον τέταρτο από αυτούς, ποσού 6.206,72 ευρώ στην πέμπτη από αυτούς και ποσού 7.000 ευρώ στον πρώτο από αυτούς, ως αναλυτικά υπολογίζονται στην αγωγή. Ότι μετά την άσκηση της επίσχεσης κατέθεσαν στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου αίτηση σε βάρος της πρώτης εναγόμενης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, ότι η αίτηση τους έγινε δεκτή και ότι επίσπευσαν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της, οπότε εισέπραξαν το μεγαλύτερο μέρος των οφειλομένων στις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2015. Ότι μετά την είσπραξη των επιδικασθέντων ποσών και με σκοπό την αποκατάσταση της εργασιακής ειρήνης, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καταβληθεί από την εργοδότρια οι αποδοχές τους από την 01.05.2015 και εφεξής, κοινοποίησαν την 11.11.2015 ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος, η πέμπτη και ο έκτος εξ αυτών και την 17.11.2015 ο πρώτος αυτούς στην πρώτη εναγόμενη εξώδικες δηλώσεις, με την οποία την κάλεσαν να δεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, επιφυλασσόμενη των δικαιωμάτων τους ως προς τις οφειλόμενες αποδοχές τους και ότι η πρώτη εναγόμενη αρνήθηκε να πράξει τούτο, συνεχίζοντας να είναι υπερήμερη. Ότι την 24.11.2015 η πρώτη εναγόμενη με εξώδικη δήλωση της δήλωσε σε αυτούς ότι η επίσχεση εργασίας που άσκησαν ήταν καταχρηστική, διότι τελούσαν σε γνώση των οικονομικών δυσχερειών και της προβληματικής κατάστασης της εταιρίας, ότι η από 23.11.2015 προσφορά της εργασίας τους είναι καταχρηστική και ότι οι συμβάσεις εργασίας τους είχαν λυθεί λόγω καταγγελίας εκ μέρους τους (εναγόντων) κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης και εκ της συνεχούς και αδικαιολόγητης απουσίας τους εκ της εργασίας τους από την έναρξη της επίσχεσης και εφεξής. Ότι η άρνηση της πρώτης εναγόμενης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους συνιστά καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους εκ μέρους της, η οποία έλαβε χώρα ατύπως και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι λίγες ημέρες μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους διαπίστωσαν ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης είχαν συστήσει την 17.01.2014 την δεύτερη εναγόμενη και ότι η τελευταία συνέχισε την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης, διότι διατηρεί έδρα στην κτιριακή εγκατάσταση που λειτουργούσε προηγουμένως η πρώτη εναγόμενη, ο διακριτικός τίτλος αυτής παραπέμπει ευθέως στην πρώτη εναγόμενη, μεταβιβάσθηκαν σε αυτή (δεύτερη εναγόμενη) το σύνολο των άυλων αγαθών (τεχνογνωσία φήμη, σχέσεις με προμηθευτές), ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός, η τηλεφωνική σύνδεση και το προσωπικό της πρώτης εναγόμενης, που έκτοτε περιόρισε την εμπορική της δραστηριότητα και λειτουργεί πλέον με ελάχιστο προσωπικό, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι ενόψει των ανωτέρω η πρώτη εναγόμενη μεταβιβάσθηκε κατά την έννοια του προεδρικού διατάγματος 178/2002 στην δεύτερη εξ αυτών, ότι η άρνηση της πρώτης εναγόμενης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους την 24.11.2015 και τα διαλαμβανόμενα στην εξώδικη δήλωση της περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του αποτελούν μεθόδευση αυτής προκειμένου να αποφύγει την μεταβίβαση των υποχρεώσεων της στη διάδοχο επιχείρηση-δεύτερη εναγόμενη, ότι η μεταβίβαση επιχείρησης δεν αποτελεί νόμιμο δικαιολογητικό λόγο απόλυσης των εργαζομένων της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, ότι η υπερημερία της πρώτης εναγόμενης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους εξακολουθεί μετά την μεταβίβαση στο πρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης, αφού οι συμβάσεις εργασίας τους δεν λύθηκαν νόμιμα και η τελευταία ουδέποτε κάλεσε αυτούς να παρέχουν τη εργασία τους και ότι η πρώτη εναγόμενη εξακολουθεί βάσει της κείμενης νομοθεσίας, που παρατίθεται αναλυτικά στην αγωγή, να υπέχει ευθύνη, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο με την δεύτερη εναγόμενη, για τις απαιτήσεις που προέκυψαν μέχρι την 30.11.2015, οπότε συντελέσθηκε η μεταβίβαση. Ότι ενόψει των ανωτέρω, οι εναγόμενες που τελούν σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους υποχρεούνται να καταβάλουν για την χρονική περίοδο από την 01.05.2015 έως την 31.12.2017, πιθανολογούμενη ημερομηνία συζήτησης τα αγωγής, για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, συμπεριλαμβανομένων των αναλογούντων στην ανωτέρω χρονική περίοδο επιδομάτων εορτών και αδείας και υπολογιζομένων βάσει των αποδοχών τους, ως είχαν διαμορφωθεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ήτοι στο ποσό των 820 ευρώ μηνιαίως για τον πρώτο και τον τρίτο από αυτούς, στο ποσό των 970 ευρώ για την πέμπτη από αυτούς, στο ποσό των 43,45 ευρώ ημερησίως για τον δεύτερο από αυτούς, στο ποσό των 47 ευρώ ημερησίως για τον τέταρτο από αυτούς και στο ποσό των 36,60 ευρώ ημερησίως για τον έκτο από αυτούς, στον πρώτο εξ αυτών η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 30.886,64 ευρώ και αμφότερες οι εναγόμενες, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο το ποσό των 6.919,43 ευρώ, στον δεύτερο εξ αυτών η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 42.597,25 ευρώ και αμφότερες οι εναγόμενες, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο το ποσό των 9.604,25 ευρώ, στον τρίτο εξ αυτών η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 30.886,64 ευρώ και αμφότερες οι εναγόμενες, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο το ποσό των 6.919,43 ευρώ, στον τέταρτο εξ αυτών η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 46.077,59 ευρώ και αμφότερες οι εναγόμενες, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο το ποσό των 10.388,95 ευρώ, στην πέμπτη εξ αυτών η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 36.536,65 ευρώ και αμφότερες οι εναγόμενες, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο το ποσό των 8.185,18 ευρώ και στον έκτο εξ αυτών η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 35.881,70 ευρώ και αμφότερες οι εναγόμενες, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο το ποσό των 8,090,12 ευρώ, άλλως και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι έγκυρη και οι συμβάσεις τους λύθηκαν, οφείλουν σε αυτούς την αποζημίωση απόλυσης, που ανέρχεται στο ποσό των 4.783,33 ευρώ για τον πρώτο από αυτούς, στο ποσό των 6.589,92 ευρώ για τον δεύτερο από αυτούς, στο ποσό των 4.783,33 ευρώ για τον τρίτο από αυτούς, στο ποσό των 7.128,33 ευρώ για τον τέταρτο από αυτούς, στο ποσό των 9.053,33 ευρώ για την πέμπτη από αυτούς και στο ποσό των 8.881,60 ευρώ για τον έκτο από αυτούς, ως αναλυτικά υπολογίζεται κάθε επιμέρους αγωγική αξίωση στην αγωγή. Με βάση αυτό το ιστορικό και επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον λόγω της ηθικής και υλικής ζημίας που υφίστανται εκ της άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών τους, αιτούνται μετά από παραδεκτό, κατ’ άρθρα 294, 295 και 297 του Κ.Πολ.Δ., περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της 6ης Απριλίου του έτους 2017 (βλ. 3° και 4° φύλλα των πρακτικών) και διαλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις τους (βλ. 7η – 16η σελίδες των προτάσεων των εναγόντων) όσον αφορά τις αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά τη συζήτηση της αγωγής, λόγω μερικής καταβολής που έλαβε χώρα την 07.12.2016 έναντι των ένδικων αξιώσεων και λόγω αφαίρεσης κατ’ άρθρο 656 του Α.Κ. της ωφέλειας που αποκόμισε ο τέταρτος εναγόμενος από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας, ποσού 22.919,98 ευρώ, να αναγνωρισθεί ότι η από 10.03.2015 άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του πρώτου εξ αυτών και η από 22.05.2015 άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του δεύτερου, του τρίτου, του τέταρτου, της πέμπτης και του έκτου εξ αυτών είναι νόμιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 24.11.2015 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από την πρώτη εναγόμενη, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την δεύτερη εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους κατά τους όρους της σύμβασης εκάστου από την επίδοση σε αυτή της εκδοθησόμενης απόφασης, να απειληθεί σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης χρηματική ποινή πεντακοσίων ευρώ (500 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης της στην ανωτέρω υποχρέωσή της, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλλει, ως ενεχόμενη έναντι τους από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, άλλως και σε περίπτωση που κριθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη κατά τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που τους οφείλει, τα οποία θα κατέβαλε σε άλλους εργαζόμενους που θα απασχολούσε υπό τις αυτές συνθήκες και ως εκ τούτου εξοικονόμησε ισόποση δαπάνη, στην πρώτη εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Μαρτίου του έτους 2017 το ποσό των 21.109,06 ευρώ, στον δεύτερο εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Μαρτίου του έτους 2017 το ποσό των 25.949,08 ευρώ, στον τρίτο εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Μαρτίου του έτους 2017 το ποσό των 14.046,08 ευρώ, στον τέταρτο εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Μαρτίου του έτους 2017 το ποσό των 9.262,94 ευρώ, στην πέμπτη εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Μαρτίου του έτους 2017 το ποσό των 25.188,26 ευρώ και στον έκτο εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Μαρτίου του έτους 2017 το ποσό των 23.142,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλλουν, ως ενεχόμενες έναντι τους από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, άλλως και σε περίπτωση που κριθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο καθεμία από αυτές, για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 5.728,95 ευρώ, στον δεύτερο εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 8.413,77 ευρώ, στον τρίτο εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 5.728,95 ευρώ, στον τρίτο εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015το ποσό των 5.728,95 ευρώ, στον τέταρτο εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 4.214,07 ευρώ, στην πέμπτη εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 6.994,70 ευρώ και στον έκτο εξ αυτών για αποδοχές υπερημερίας της χρονικής περιόδου από του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 έως και του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 6.899,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, άλλως και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι έγκυρη και οι συμβάσεις τους λύθηκαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλλουν, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο καθεμία από αυτές, για αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 4.783,33 ευρώ στον πρώτο από αυτούς, το ποσό των 6.589,92 ευρώ στον δεύτερο από αυτούς, το ποσό των 4.783,33 ευρώ στον τρίτο από αυτούς, το ποσό των 7.128,33 ευρώ στον τέταρτο από αυτούς, το ποσό των 9.053,33 ευρώ στην πέμπτη από αυτούς και στο ποσό των 8.881,60 ευρώ στον έκτο από αυτούς, με το νόμιμο τόκο από την 24.11.2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να χορηγήσουν σε καθένα από αυτούς πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του καθώς και η διαγωγή του, με την απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής ύψους πεντακοσίων ευρώ (500 ευρώ) για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης τους στο διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, διότι τα αιτήματα της αφορούν σε χρηματικά ποσά από παροχή εξαρτημένης εργασίας και τυχόν καθυστέρηση της εκτέλεσης θα προκαλέσει σε αυτούς σημαντική ζημία και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο (άρθρα 1, 2, 7, 9 εδ. α’, 10, 12, 13, 14 παρ. 2, 25 παρ. 2, 74 και 614, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015 του Κ.Πολ.Δ.) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. του Κ.Πολ.Δ.), που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα μετά την 01.01.2016 ένδικα μέσα και αγωγές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του νόμου 4335/2015. Η αγωγή ως προς τα αιτήματα περί αναγνώρισης του κύρους της καταγγελίας και επιδίκασης μισθών υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εναγόντων, άλλως επιδίκασης της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ασκήθηκε παραδεκτά εντός της τρίμηνης, άλλως εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του νόμου 3198/1955, το οποίο ερευνάται αυτεπαγγέλτως, δοθέντος ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, έλαβε χώρα την 24η Νοεμβρίου του έτους 2015 και η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 22α Φεβρουάριου του έτους 2016 και επιδόθηκε στις εναγόμενες, οπότε και ολοκληρώθηκε η άσκηση της, κατ’ άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., την 23η Φεβρουάριου του έτους 2016 (βλ. σχετ. τις με αριθμούς ……/23.02.2016 και ………/23.02.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη). Η αγωγή είναι ορισμένη, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι διαλαμβάνει άπαντα τα υπό του νόμου αξιούμενα στοιχεία για τη δικαστική έρευνα και εκτίμηση της και συγκεκριμένα διαλαμβάνει αναφορά των συμβάσεων εργασίας που καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγόντων της πρώτης εναγόμενης, του χρόνου της καταρτίσεως των συμβάσεων, του είδους της παρασχεθείσης από τους ενάγοντες εργασίας και τα εν γένει καθήκοντά τους, των όρων παροχής της εργασίας τους και της συμφωνίας περί των αποδοχών τους (δεν απαιτείται μνεία και του νόμιμου μισθού – βλ. σχετ. ΑΠ 1004/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) αναφορά του είδους, του ύψους και του χρονικού διαστήματος που αφορούν οι οφειλές της πρώτης εναγόμενης-εργοδότριας έναντι τους, μνεία των περιστατικών από τα οποία προκύπτουν οι οφειλές της πρώτης εναγομένης έναντι των εναγόντων, αναφορά των στοιχείων στα οποία θεμελιώνεται η κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς μεταβίβαση επιχείρησης, μνεία των στοιχείων στα οποία θεμελιώνεται η ευθύνη της εναγομένης, ως διαδόχου, για την ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων, απάντα, δε, τα ανωτέρω επαρκώς προσδιορισμένα και αναλυτικά υπολογισμένα και ορισμένο αίτημα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, διότι δεν γίνεται μνεία σε αυτό της εγκυρότητας ή μη των συμβάσεων εργασίας που συνήφθησαν με την πρώτη εναγόμενη καθώς και των ειδικότερων εργασιακών καθηκόντων των εναγόντων, ώστε να κριθεί εάν είχαν την ιδιότητα του εργάτη ή εάν ανέπτυσσαν κατά την εκτέλεση της εργασίας τους εξιδιασμένη δράση και πρωτοβουλία και ως εκ τούτου είχαν την υπαλληλική ιδιότητα και διότι ο υπολογισμός των μισθών υπερημερίας όσον αφορά τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο των εναγόντων είναι ασαφής όσον αφορά τον επικαλούμενο μέσο όρο ημερομισθίων κατά μήνα (26 ημερομίσθιο κατά μέσο όρο – βλ. σχετ. 114η σελίδα των προτάσεων της πρώτης εναγόμενης) και ως προς τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης, που ερείδεται στις διατάξεις για τους υπαλλήλους και ουχί για τους εργατοτεχνίτες κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται ρητή αναφορά περί της σύναψης συμβάσεων εργασίας μεταξύ των εναγόντων και της πρώτης εναγόμενης κατόπιν αξιολόγησης από αυτή, ως εργοδότρια, των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους και περί του είδους της εργασίας που παρείχε καθένας από αυτούς, τα δε λοιπά στοιχεία περί τους κύρους των συμβάσεων, της υπαλληλικής ή μη ιδιότητας των εναγόντων και της βασιμότητας του τρόπου υπολογισμού των ένδικων αξιώσεων για μισθούς υπερημερίας, άλλως της αποζημίωσης απόλυσης δεν άπτονται του ορισμένου, αλλά της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης διαφοράς. Η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 241, 242, 325, 340, 341, 345, 346, 361, 481, 648, 653, 655, 656 (σε ότι αφορά για το αίτημα μισθών υπερημερίας και για το μετά την συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα έλαβε χώρα παραίτηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων και ως εκ τούτου αλυσιτελώς προβάλλονται οι ισχυρισμοί των εναγόμενων περί της νομικής αβασιμότητας των αξιώσεων που ερείδονται στο χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της ένδικης αγωγής), 659, 669 παρ. 2, 678 του Α.Κ., 29 του ΕισΝΑΚ, 2, 5 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2 και 9 του νόμου 3198/1955, 1, 2, 3 παρ. 1 και 2 του νόμου 2112/1920 (ως προς την αποζημίωση απόλυσης), 1 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου 1082/1980, 1 παρ. 1, 2 και 3, 3 παρ. 1, 6, 10 παρ. 1 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας (επιδόματα εορτών), 3 παρ. 16 του νόμου 4504/1966 (επίδομα αδείας), 1, 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του προεδρικού διατάγματος 178/2002, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50 Ε.Κ., 62, 63, 64, 68, 70, 176, 191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αρ. 4 και 946 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 52 παρ. 1 του νόμου 3994/2011 και 84 παρ. 1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων – νόμος 4194/2013 (ΦΕΚ 208Α’/27.09.2013). Εν προκειμένω σημειώνεται ότι το αγωγικό αίτημα να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή είναι νόμιμο όσον αφορά το καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα, διότι προσωρινά εκτελεστές επιτρέπεται να κηρυχθούν μόνο οι αποφάσεις που μετά την τελεσιδικία τους μπορούν να αποτελέσουν εκτελεστούς τίτλους. Συνεπώς, μετά τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος για επιδίκαση των ανωτέρω χρηματικών ποσών από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι νοητή η εκτέλεση αναγνωριστικής αποφάσεως, η οποία δεν περιέχει καταδίκη, αλλά αναγνώριση εννόμου σχέσεως και της οποίας η ενέργεια εξαντλείται στο δεδικασμένο (ΕφΘεσ 28365/2011 Αρμ 2012.914, ΕφΑθ 628/2003 ΕλλΔνη 2004.1470, ΕφΠειρ 1014/1992 ΑρχΝομ 1993.63, ΕφΑθ 3702/1986 ΕλλΔνη 1986.706). Η επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις κρίνεται αυτεπαγγέλτως απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας. Συνακόλουθα, στην προκείμενη περίπτωση, που οι ενάγοντες στηρίζουν τις αξιώσεις τους στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή βάσει της αντισυμβατικής ευθύνης των εναγομένων, αυτοί δεν δύνανται λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να προσφύγουν στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του Α.Κ. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δοθέντος ότι για το παραδεκτό αυτής καταβλήθηκε για το αιτούμενο καταψηφιστικό ποσό που υπερβαίνει το όριο της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρα 14 παρ. περ. α’ του Κ.Πολ.Δ. και 71 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 παρ. 17 του νόμου 2479/1997, ήτοι για αγωγές που έχουν κατατεθεί από την 25.07.2011 και εφεξής το ποσό των 20.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 3994/2011) το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. σχετ. τα με κωδικούς αριθμούς ………….., ………………, ……………. και …………….. παράβολα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτη και έκτο των εναγόντων αντίστοιχα), ενώ για το αναγνωριστικό αίτημα δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 7 παρ. 3 του νομοθετικού διατάγματος, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 21 του νόμου 4055/2012 και την εκ νέου αντικατάσταση του με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του νόμου 4446/2016-ΦΕΚ 240Α,/22.12.2016).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68 και 73 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων διεξαγωγής της δίκης, είναι, και η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων, η ύπαρξη της οποίας ερευνάται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΕφΑθ 6152/1982 ΝοΒ 30.1282, ΕφΠειρ 133/1987 ΝοΒ 35.1069). Εξάλλου, η νομιμοποίηση σε στενή έννοια, δηλαδή η ύπαρξη δικαιώματος υπεράσπισης της υπόθεσης, στην οποία δικάζεται κάποιος, ως ενάγων ή εναγόμενος ή η εξουσία για διεξαγωγή της δίκης, που αναφέρεται σε συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, συμπίπτει, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων (περιπτώσεις, μη υπόχρεων ή μη δικαιούχων διαδίκων), με την ιδιότητα του υποκειμένου του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος, που, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Για τη νομιμοποίηση αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς να ασκεί επιρροή αν αυτός είναι αναληθής. Η νομιμοποίηση αυτή, ενεργητική ή παθητική, κατά περίπτωση, πρέπει να υφίσταται κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και σε ολόκληρη τη διάρκεια της δίκης, έτσι ώστε να είναι δυνατή η έκδοση απόφασης από το δικαστήριο και για να μπορεί να ικανοποιηθεί το δικαίωμα, του οποίου φέρεται δικαιούχος ο διάδικος. Η έλλειψη της νομιμοποίησης αυτής, και υπό την ευρεία ακόμη έννοια, δηλαδή των θεμελιωτικών περιστατικών που συνδέουν το διάδικο με το επικαλούμενο δικαίωμα ή την έννομη σχέση, έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης (ΑΠ 13/1987 ΕλλΔνη 29.114, ΕφΑθ 9544/1998 ΕΕμπΔ 1999.773, ΕφΑθ 2685/1998 ΕλλΔνη 39.919, ΕφΠειρ 318/1998 ΕλλΔνη 39.919). Ενόψει δε της φύσης της νομιμοποίησης, ως διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, για κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, η από τον εναγόμενο αμφισβήτηση των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος (ΑΠ 954/1997 ΕλλΔνη 40.339, ΕφΑθ 5685/1999 ΕλλΔνη 41.526). Το ζήτημα της νομιμοποίησης ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, ερευνάται και χωρίς να υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης και σε κάθε δικαστήριο (ΑΠ 114/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1151/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5685/1999 ΕλλΔνη 41.527). Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να κριθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ως άνω ορίων που υφίσταται όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε σε συνάρτηση με αυτή του υπόχρεου (εφόσον όμως του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτή) ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οι οποίες κρίνονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 42.383, ΟλΑΠ 1/1997 ΕλλΔνη 38.534, ΟλΑΠ 17/95 ΕλλΔνη 38.410, ΟλΑΠ 862/1990 ΕλλΔνη 32.501, ΑΠ 66/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 291/2003 ΕλλΔνη 45.424, ΑΠ 321/2002 ΕλλΔνη 44.143, ΑΠ 1129/2002 ΕλλΔνη 45.424, ΑΠ 681/2000 ΕλλΔνη 42.109, ΑΠ 1875/1999 ΕλλΔνη 41.1315, ΑΠ 1125/1999 ΕλλΔνη 41.379, ΑΠ 683/1999 ΕλλΔνη 41.379, ΑΠ 156/1997 ΕλλΔνη 38.1547, ΑΠ 1252/1996 ΕλλΔνη 38.1795, ΑΠ 803/1996 ΕλλΔνη 38.804, ΕφΑθ 6270/2000 ΕΕμπΔ 52.598, ΕφΘεσ 3270/1998 Αρμ 1999.1080). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο. Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε, αντικειμενική καλή πίστη, είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα, που υπαγορεύεται σε κάθε άνθρωπο, από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής, που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο, που ενυπάρχει στο δικαίωμα, από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη αντίθεση προς αυτά (ΑΠ 615/1994 ΕλλΔνη 36.340, ΕφΑθ 4019/1999 ΕλλΔνη 40.1586). Εξ αυτού συνάγεται ότι δεν αρκεί η απλή αδράνεια του δικαιούχου επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, αλλά απαιτείται μεταξύ άλλων δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, έτσι ώστε, η, με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, επιδίωξη ανατροπής μιας ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης, να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς, για τον υπόχρεο, επιπτώσεις και να προκαλεί έντονη την εντύπωση της αδικίας. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, που έχει δημιουργηθεί, να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες, προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ 681/2000 ό.π, ΑΠ 409/2000 ΕλλΔνη 41.1315). Σημειώνεται ότι δεν αποτελεί ισχυρισμό (δικαιοκωλυτική ένσταση) κατ’ άρθρο 281 του Α.Κ., η αμφισβήτηση της ύπαρξης αυτού καθεαυτού του δικαιώματος του ενάγοντος λόγω είτε μη επέλευσης των σχετικών δικαιογόνων πραγματικών περιστατικών ή λόγω επέλευσης δικαιοφθόρων (αποσβεστικών περιστατικών), καθόσον η διάταξη αυτή του άρθρου 281 του Α.Κ. δεν δύναται να αντιταχθεί κατά δικαιωμάτων, αλλά του τρόπου άσκησής τους κατά τις προμνησθείσες προϋποθέσεις (ΕφΘεσ 601/2005 ΝοΒ 53.1119) ήτοι η εφαρμογή της προϋποθέτει ότι ο ενιστάμενος καταφάσκει την ύπαρξη του δικαιώματος (ΑΠ 764/2001 ΔΕΕ 2001.1013, ΑΠ 950/1989 ΕλλΔνη 32.7, ΑΠ 1417/1984 ΝοΒ 33.1002, ΕφΘεσ 721/2010 Αρμ 2011.951, ΕφΛαρ 91/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 8263/2007 ΔΕΕ 2008.1115). Επίσης, περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση άλλης ένστασης, καταλυτικής του τελευταίου, δεν μπορεί να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995.1531, ΕφΘεσ 10/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1017/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Οι εναγόμενες με τις προτάσεις που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αρνούνται αιτιολογημένα την κρινόμενη αγωγή. Περαιτέρω, η δεύτερη εναγόμενη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι συστάθηκε την 17.01.2014, ότι έχει διαφορετική μετοχική σύνθεση σε σχέση με την πρώτη εναγόμενη, ότι αποτελεί εξουσιοδοτημένο έμπορο αποκλειστικά της αντιπροσωπείας …………, ότι αναπτύσσει τη δράση της σε διαφορετικό χώρο και με νέο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και προσωπικό, ότι οι εργασιακές σχέσεις των εναγόντων ουδέποτε μεταβιβάσθηκαν, αλλά εξακολουθούν να είναι εργαζόμενοι της πρώτης εναγόμενης και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται παθητικά στην διεξαγωγή της παρούσας δίκης. Ο σχετικός ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης, ως αναγόμενος σε αμφισβήτηση διαδικαστικής προϋπόθεσης του παραδεκτού της δίκης, συνιστά άρνηση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του. Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη ισχυρίζεται αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα ότι οι δεδουλευμένες αποδοχές του έχουν εξοφληθεί μέχρι και την 10.03.2015 και αναφορικά με τους λοιπούς ενάγοντες ότι οι δεδουλευμένες αποδοχές τους έχουν εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς μέχρι την 30.04.2015. Ο σχετικός ισχυρισμός περί εξόφλησης αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι με την ένδικη αγωγή, όπως το αίτημα της περιορίσθηκε, οι ενάγοντες αξιώνουν μισθούς υπερημερίας από αυτή για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και δη για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2015 και μέχρι την 30.11.2015, οπότε κατατέθηκε η αίτηση εξυγίανσης της πρώτης εναγόμενης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Περαιτέρω, αμφότερες οι εναγόμενες προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με τις προτάσεις τους αγγελίες από το διαδίκτυο για το σύνολο των ειδικοτήτων των εναγόντων και για την επίδικη χρονική περίοδο προκύπτει ότι οι ενάγοντες απέφυγαν κακόπιστα και κακόβουλα να ανεύρουν νέα εργασία, με σκοπό να εισπράξουν το επίδομα ανεργίας και να κινηθούν σε βάρος τους αξιώνοντας μισθούς υπερημερίας, ότι αυτό μπορούσαν να το πράξουν λίαν ευχερώς λαμβανομένων υπόψη αφενός της ύπαρξης θέσεων εργασίας και αφετέρου ότι τέσσερις εξ αυτών είναι ηλικιακά νέοι και χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις και ως εκ τούτου η αξίωση τους για την καταβολή μισθών υπερημερίας είναι καταχρηστική, ως αντίθετη στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος. Επίσης, η δεύτερη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής όλες οι δικαστικές και εξώδικες ενέργειες των εναγόντων για την διεκδίκηση των δεδουλευμένων και των αποδοχών υπερημερίας στρέφονταν κατά της πρώτης εναγόμενης, ότι αμέσως μετά την πληροφόρηση τους περί της οικονομικής πορείας της τελευταίας και της υποβολής αίτησης από αυτή προς επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης της κατά τη διάταξη του άρθρου 106β’ του Πτωχευτικού Κώδικα, οπότε και δυσχεράνθηκε η διαδικασία ικανοποίησης των απαιτήσεών τους, επινόησαν την επικαλούμενη στην αγωγή μεταβίβαση επιχείρησης, παρά το γεγονός ότι ουδεμία συμβατική σχέση συνέδεε τους ενάγοντες με αυτή (δεύτερη εναγόμενη) προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, ότι οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους έχουν εξοφληθεί ήδη από την εργοδότρια και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά σε βάρος της. Ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλούνται οι εναγόμενες, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., αφού, μόνη η επικαλούμενη από την πρώτη εναγόμενη-εργοδότρια αδράνεια των εναγόντων για εξεύρεση άλλης εργασίας και η προσπάθεια δικαστικής διεκδίκησης των αξιώσεων τους μέσω της επικαλούμενης με την αγωγή μεταβίβασης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης εναγόμενης στην δεύτερη δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος τους για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με τη μακρά αδράνεια, να δημιούργησαν στις εναγόμενες, κατά τρόπο προφανή και αντικειμενικό (Ζερδελής-Λεβέντης, «Μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης», ΔΕΝ 2008.1610), τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα τους και θεμελίωσαν υπέρ αυτών μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας προκαλεί τόσο επαχθείς συνέπειες, ώστε προς ανατροπή των συνεπειών αυτών να επιβάλλεται με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (ΑΠ 1123/2007 ΔΕΝ 2007.1123, ΑΠ 1694/2006 ΧρΙΔ 2007. 211, ΑΠ 1141/2006 ΝοΒ 2007.1317, ΑΠ 733/2003 ΕΕργΔ 2003.1269, ΑΠ 2073/1990 ΕΕργΔ 1992.129, ΕφΘεσ 21/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 187/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 297/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Ζερδελής Δ., «Ατομικές εργασιακές σχέσεις» έκδοση 2007, σελ. 766, Κουκιάδης Ι.„ «Εργατικό Δίκαιο-Ατομικές εργασιακές σχέσεις», έκδοση 2005, σελ. 650), πλην όμως τέτοιες συνέπειες δεν επικαλούνται, αλλά ούτε και συνιστούν τα προεκτεθέντα περιστατικά. Τέλος, σημειώνεται ότι η μνεία πληθώρας αγγελιών εφημερίδων ή ανηρτημένων σε ιστοσελίδες ευρέσεως εργασίας δεν συνιστά προσφορά εργασίας ισότιμης ή ανάλογης με την εργασία που παρείχαν οι ενάγοντες στην πρώτη εναγόμενη και δεν καθιστά κακόβουλη την μη εξεύρεση άλλης εργασίας και συνακόλουθα καταχρηστική την δικαστική διεκδίκηση μισθών υπερημερίας (ΑΠ 118/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), αφού, όχι μόνο δεν γίνεται επίκληση από τις εναγόμενες της γνώσης από τους ενάγοντες του περιεχομένου αυτών (αγγελιών), αλλά ούτε αποδείχθηκε ποια από τις θέσεις που περιείχαν οι αγγελίες θα μπορούσε να αντικαταστήσει εκείνη που καθένας από αυτούς κατείχε στην επιχείρησή της πρώτης εναγόμενης, χωρίς να δημιουργεί δυσμενέστερες συνθήκες στην προσφορά της εργασίας του, ώστε η άρνησή του να εκφράζει κακόβουλη διάθεση εκ μέρους του (ΑΠ 613/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τέλος, οι εναγόμενες προβάλλουν επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί βάσιμη η αγωγική αξίωση για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, ότι ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο έκτος των εναγόντων απασχολήθηκαν εντός του χρονικού διαστήματος για το οποίο αξιώνουν μισθούς υπερημερίας σε έτερο εργοδότη και ωφελήθηκαν κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στους προτάσεις της πίνακες ποσά (μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας) και ως εκ τούτου πρέπει να εκπέσουν της σχετικής ωφέλειας κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 656 εδ. β’ του Α.Κ. Ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι ως προς τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, που ωφελήθηκαν ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο έκτος των εναγόντων από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της πρώτης εναγόμενης, περιορίσθηκε το αγωγικό αίτημα, ως προαναφέρθηκε και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων …………… και …………., που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 408 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ.) και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της 6ης Απριλίου του έτους 2017 (άρθρο 410 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 παρ. 9 του νόμου 2915/2001), από τη με αριθμό ……./27.09.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος των εναγόντων ……….. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη τους (βλ. σχετ. την από 21.09.2016 κλήση και τις με αριθμούς ……../22.09.2019 και ……………/22.09.2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), κατ’ άρθρο 422 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του νόμου 4335/2015 και ισχύει από την 01.01.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του νόμου 4335/2015, που ισχύει και στην διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 591 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015), το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι άπτεται του υποστατού του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 580/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1103/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), από τη με αριθμό ……/11.04.2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος των εναγόντων …………, που ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόμενων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων (ΑΠ 833/20108 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 927/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της 06.04.2017 (βλ. προτελευταία σελίδα των πρακτικών), το οποίο (νόμιμο της κλήτευσης) λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι άπτεται του υποστατού του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 580/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1103/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και προσκομίσθηκε προς ανταπόδειξη των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών που διατυπώθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, από τη με αριθμό …../05.04.2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της πρώτης εναγόμενης …………… ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παναγιώτη Ψημίτη, που ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόντων, κατ’ άρθρο 422 του Κ.Πολ.Δ. (βλ. σχετ. την από 30.03.2017 κλήση-εξώδικη γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων και τη με αριθμό ……../03.03.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Μιχαήλ Λαζ. Γεωργάκη, από τη με αριθμό …./11.04.2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της δεύτερης εναγόμενης …………… ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παναγιώτη Ψημίτη, που ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόντων, κατ’ άρθρο 422 του Κ.Πολ.Δ. με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της δεύτερης εναγόμενης, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της 06.04.2017 (βλ. τελευταία σελίδα των πρακτικών) και προσκομίσθηκε προς ανταπόδειξη των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών που διατυπώθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά από αυτά, είτε για να χρησιμεύσουν (τα έγγραφα) προς πλήρη απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 338, 339 του Κ.Πολ.Δ.) και από όλη εν γένει την διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η πρώτη εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρία, η οποία εδρεύει στην πόλη της ……….. του νομού Αττικής και δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας αυτοκινήτων και των μεταφορών. Ειδικότερα, η πρώτη εναγόμενη συνεστήθη την 19η Δεκεμβρίου του έτους 1972, από τις οικογένειες …………, όταν η μάρκα ………. εξαγοράσθηκε από τον Όμιλο …….., αποτελεί συνέχεια της εταιρείας «………..», που από το 1962 και εφεξής δραστηριοποιήθηκε στην εισαγωγή και αντιπροσωπεία των αυτοκινήτων ………. στην Ελλάδα, η διάρκεια της ορίσθηκε σε πενήντα (50) χρόνια και σκοπός της είναι : α) η αντιπροσώπευση στην Ελλάδα βιομηχανιών του εξωτερικού η του εσωτερικού, που παράγουν πάσης φύσεως αυτοκίνητα, ή οχήματα, επιβατικά, φορτηγά, η για αγροτική χρήση, λέμβους αλιείας ή αναψυχής, ανταλλακτικά αυτών ως και πάσης φύσεως μηχανήματα, β) η εισαγωγή και εμπορία πάντων των ανωτέρω ειδών στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, γ) η ίδρυση βιομηχανιών ή βιοτεχνιών κατασκευής, συναρμολογήσεως, διασκευής και επισκευής των ανωτέρω ειδών και η εμπορία τούτων στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή και δ) η συμμετοχή της εταιρείας σε οποιαδήποτε εταιρικού τύπου και οποιαδήποτε μορφής, ημεδαπής ή αλλοδαπής υφισταμένα ή που πρόκειται να συσταθούν πρόσωπα που επιδιώκουν τους ανωτέρω ή συναφείς προς τούτους σκοπούς ή και η συνεργασία μετ’ ατόμων προς επίτευξη των άνω σκοπών. Το έτος 1998, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης του δικτύου …….. στην Ελλάδα, η εταιρεία ανέλαβε την εμπορία αυτοκινήτων και ανταλλακτικών μάρκας ………, ……… (επιβατικά και επαγγελματικά) και ………… και αργότερα, το 2010 και ……….., την παροχή υπηρεσιών τεχνικής εξυπηρέτησης μετά την πώληση («after sales») και τη (χονδρική και λιανική) πώληση ανταλλακτικών για τα εν λόγω αυτοκίνητα. Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου πλήρους απασχόλησης για να παρέχουν την εργασία τους σε αυτή με πλήρες ωράριο, ήτοι οκτώ (08) ώρες ημερησίως και σαράντα (40) ώρες κάθε εβδομάδα και με το σύστημα της πενθήμερης απασχόλησης. Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγόντων προσλήφθηκε την 5η Ιουνίου του έτους 2007 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του αποθηκάριου στο τμήμα ανταλλακτικών και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του, που συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε μήνα ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των οκτακοσίων είκοσι ευρώ (820 ευρώ). Ο δεύτερος των εναγόντων τυγχάνει από του έτους 1994 κάτοχος πτυχίου ηλεκτρολόγου-ειδικότητα ηλεκτρικού συστήματος αυτοκινήτων (βλ. σχετ. προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου ……/1994 αντίγραφο πτυχίου της Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Αγίων Αναργύρων), προσλήφθηκε την 11η Ιουνίου του έτους 2006 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων, το νόμιμο ημερομίσθιο του ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των σαράντα τριών ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (43,45 ευρώ) και οι δεδουλευμένες αποδοχές του συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα. Ο τρίτος των εναγόντων προσλήφθηκε την 12η Φεβρουάριου του έτους 2007 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του αποθηκάριου στο τμήμα ανταλλακτικών και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του, που συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε μήνα ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των οκτακοσίων είκοσι ευρώ (820 ευρώ). Ο τέταρτος των εναγόντων τυγχάνει από του έτους 1995 κάτοχος πτυχίου μηχανολόγου-ειδικότητα μηχανών αυτοκινήτου (βλ. σχετ. το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου ……./1995 αντίγραφο πτυχίου της Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Αγίων Αναργύρων), προσλήφθηκε την 11η Ιουνίου του έτους 2007 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων, το νόμιμο ημερομίσθιο του ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των σαράντα επτά ευρώ (47 ευρώ) και οι δεδουλευμένες αποδοχές του συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα. Η πέμπτη των εναγόντων προσλήφθηκε την 25η Νοεμβρίου του έτους 2002 για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου στο συνεργείο και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της, που συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε μήνα ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των εννιακοσίων εβδομήντα ευρώ (970 ευρώ). Ο έκτος των εναγόντων προσλήφθηκε την 1η Αυγούστου του έτους 2003 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του πλύντη, το νόμιμο ημερομίσθιο του ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των τριάντα έξι ευρώ και εξήντα λεπτών (36,60 ευρώ) και οι δεδουλευμένες αποδοχές του συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα (βλ προσκομιζόμενα αντίγραφα συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, καταστάσεων λογαριασμών ασφαλισμένων και πίνακα προσωπικού της πρώτης εναγόμενης). Συνεπεία των ανωτέρω, ο δεύτερος και ο τέταρτος των εναγόντων κατά το χρόνο της πρόσληψής τους κατείχαν την απαιτούμενη επαγγελματική άδεια για την εκτέλεση της εργασίας που τους ανατέθηκε και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας τους λόγω αντίθεσης σε απαγορευτική διάταξη νόμου και σύνδεσης με την πρώτη εναγόμενη με απλή σχέση εργασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε εκτέλεση των όρων των ανωτέρω συμβάσεων, που αναγγέλθηκαν στον Ο.Α.Ε.Δ., την 05.06.2007, την 19.06.2006, την 12.02.2007, την 11.06.2007, την 25.11.2007 και την 01.08.2003 αντίστοιχα (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα αναγγελιών πρόσληψης), οι ενάγοντες παρείχαν στην πρώτη εναγόμενη την εργασία τους με συνέπεια, ευσυνειδησία, υπευθυνότητα, συμμορφούμενοι στις εκάστοτε οδηγίες και υποδείξεις των ιεραρχικά προϊσταμένων τους και χωρίς να προκύψει ότι διατυπώθηκαν παράπονα και συστάσεις σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους και των ανατεθειμένων σε καθένα από αυτούς καθηκόντων. Παρά ταύτα, από το τέλος του έτους 2011 και εφεξής η πρώτη εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και να προβαίνει σε μη καθορισμένα χρονικά διαστήματα σε μερικές καταβολές έναντι των οφειλομένων. Συνεπεία τούτου, την 10η Μαρτίου του έτους 2015 επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη από τον πρώτο ενάγοντα (βλ. σχετ. τη με αριθμό …./10.03.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Δημητρίου Παν. Τσανά) εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση, με την οποία γνωστοποίησε σε αυτή ότι είχε περιέλθει σε υπερημερία ως προς την καταβολή ως προς την καταβολή μέρους των αποδοχών του για τους μήνες Ιούλιο και Σεπτέμβριο του έτους 2014 και Ιανουάριο του έτους 2015 καθώς και το σύνολο των αποδοχών του για τους μήνες Αύγουστο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2014 και Φεβρουάριο του έτους 2015, ότι του οφείλονταν για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.567,08 ευρώ και ότι από την επομένη της επίδοσης της εξώδικης δήλωσης θα ασκούσε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δεδουλευμένων αποδοχών του και την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούν σε αυτές στον ασφαλιστικό του φορέα (βλ. αντίγραφο της από 10.03.2015 εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης-άσκησης δικαιώματος επίσχεσης εργασίας). Επίσης, την 14η Μαΐου του έτους 2015 επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη από λοιπούς ενάγοντες (βλ. σχετ. τη με αριθμό ……./14.05.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη) εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση και δήλωση, με την οποία κάλεσαν την πρώτη εναγόμενη εντός επτά (07) ημερών από την επίδοση της να καταβάλει τις οφειλόμενες σε καθένα από αυτούς δεδουλευμένες αποδοχές, ποσού 7.885,71 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα, 5.157,52 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα, 9.700 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα, 6.306,72 ευρώ για την πέμπτη ενάγουσα και 7.000 ευρώ για την έκτη ενάγουσα, ως αναλυτικά υπολογίζονται στην εξώδικη δήλωση, άλλως δήλωσαν ότι επρόκειτο να ασκήσουν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας (βλ. αντίγραφο της από 12.05.2015 εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης και δήλωσης). Η πρώτη εναγόμενη δεν εξόφλησε τις δεδουλευμένες αποδοχές των εναγόντων εντός της ταχθείσης από αυτούς προθεσμίας και για το λόγο αυτό άσκησαν επίσχεση εργασίας ο πρώτος από αυτούς την 10.05.2015 και οι λοιποί ενάγοντες την 22.05.2015, δηλαδή μετά την πάροδο της επταήμερης ταχθείσης προθεσμίας, το οποίο γνωστοποίησαν στην εργοδότρια με την από 22.05.2015 εξώδικη διαμαρτυρίας-πρόσκληση και δήλωση, που επιδόθηκε σε αυτή αυθημερόν (βλ. σχετ. τη με αριθμό ………./22.05.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη). Περαιτέρω, οι ενάγοντες προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας και κατέθεσαν αίτηση την 12η Μαρτίου του έτους 2015 ο πρώτος και τρίτος εξ αυτών και την 6η Μαρτίου του έτους 2015 οι λοιποί ενάγοντες για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς λόγω δεδουλευμένων αποδοχών. Η εργατική διαφορά συζητήθηκε την 5η Μαΐου του έτους 2015, πλην όπως δεν επιτεύχθηκε συμβιβαστική επίλυση, διότι η πρώτη εναγόμενη αν και αναγνώρισε της υφιστάμενες κατά το χρόνο εκείνο οφειλές των εργαζομένων και ζήτησε πίστωση χρόνου προκειμένου να καταθέσει έγγραφο υπόμνημα με το ακριβές ύψος της οφειλής για καθένα από τους ενάγοντες και πρόταση διακανονισμού για την εξόφληση τους, από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν δεν προέκυψε ότι κατατέθηκαν από την πρώτη εναγόμενη την 18.05.2015 καρτέλες λογαριασμών των εναγόντων και ότι διατυπώθηκε πρόταση της για τον τρόπο εξόφλησης των οφειλομένων (βλ. τα με αριθμούς …./06.03.2015 και …../12.03.2015 δελτία εργατικής διαφοράς του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων ……….. και τα συνημμένα σε καθένα από αυτά έγγραφα-αιτήσεις διενέργειας εργατικής διαφοράς και καρτέλες λογαριασμού). Κατόπιν τούτου, την 2α Ιουνίου του έτους 2015 οι ενάγοντες κατέθεσαν στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της πρώτης εναγόμενης. Η αίτηση των εναγόντων έγινε δεκτή και την 09.06.2015 εκδόθηκε η με αριθμό 420/2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία η πρώτη εναγόμενη διατάχθηκες να καταβάλει τα κάτωθι ποσά : «………..α) Στον πρώτο των αιτούντων, ………., το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων διακοσίων ογδόντα επτά Ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (5.287,28). β) Στον δεύτερο των αιτούντων, ………….., το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα Ευρώ και έντεκα λεπτών (7.869,11) ……. δ) Στον τέταρτο των αιτούντων, ………, το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων εκατόν σαράντα οκτώ Ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (5.148,31). ε) Στον πέμπτο των αιτούντων, …………, το συνολικό ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα Ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (9.390,22). στ) Στην έκτη των αιτούντων, ………., το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων διακοσίων έξι Ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (6.206,72). ζ) Στον έβδομο των αιτούντων, …………, το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ενός Ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (6.981,23) ……. και άπαντα τα άνω ποσά με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από της δήλης ημέρας καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τις αντίστοιχες αποδοχές, από 31/3/2015 για την αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και για το επίδομα αδείας, όσον αφορά τον τρίτο των αιτούντων και από 11/3/2015 για την αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και για το επίδομα αδείας, όσον αφορά τον όγδοο των αιτούντων, μέχρι την εξόφληση και με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της παρούσης, στην περίπτωση που η καθ’ ης ασκήσει ανακοπή κατ’ αυτής, μέχρι την εξόφληση καθώς και το ποσό των 400 ευρώ για δικαστικά έξοδα έκδοσης της διαταγής πληρωμής……..». Στη συνέχεια, οι ενάγοντες επίσπευσαν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της πρώτης εναγόμενης και την 06.11.2015 ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους και ορισθείς με τις ανωτέρω εξώδικες δηλώσεις ως δεκτικός καταβολής εισέπραξε δυνάμει κατασχετηρίου που επιβλήθηκε στις τράπεζες και σε συνεργάτες-πελάτες της πρώτης εναγόμενης (βλ. σχετ. το από 17.06.2015 κατασχετήριο) το ποσό των 53.891,24 ευρώ και το ποσό των 6.426,09 ευρώ με τραπεζικές επιταγές της τράπεζας ……….. (βλ. αντίγραφα των από 06.11.2015 αιτήσεων έκδοσης τραπεζικής επιταγής). Κατόπιν τούτου, την 13η Νοεμβρίου του έτους 2015 επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη η από 11.11.2015 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση του δεύτερου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτης και έκτης των εναγόντων (βλ. σχετ. τη με αριθμό ………./13.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), με την οποία γνωστοποίησαν σε αυτή ότι έθεταν τις υπηρεσίες τους στις διάθεση της και την κάλεσαν να τις αποδέχεται εφεξής σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων εργασίας τους. Την 18η Νοεμβρίου του έτους 2015 επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη (βλ. σχετ. τη με αριθμό ………../18.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), εξώδικη δήλωση του πρώτου ενάγοντα με το ανωτέρω περιεχόμενο). Την 24η Νοεμβρίου του έτους 2015 επιδόθηκε στους ενάγοντες (βλ. σχετ. τις με αριθμούς ………./24.11.2015, ………./24.11.2015 και ………./24.11.2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιά Νικολάου Δ. Χρόνη, τις με αριθμούς ………./24.11.2015, ………../24.11.2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιά Σωτηρίου Παν. Σκευοφύλακα και τη με αριθμό ………/24.11.2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Χριστίνας I. Πολυχρονοπούλου) εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της πρώτης εναγόμενης, με το κάτωθι περιεχόμενο : «…… Συνδεθήκαμε μαζί σας με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Έκαστος εξ’ υμών απασχολήθηκε στην εταιρεία μας σύμφωνα με την ειδικότητά του και του συμφωνημένους όρους των συμβάσεων εργασίας που μας συνέδεαν. Παρά το γεγονός ότι άπαντες εξ’ υμών γνωρίζατε άριστα τα πλείστα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε (και ακόμη αντιμετωπίζει) η εταιρεία μας και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που καταβάλλουμε προκειμένου αφ ’ ενός να διασωθεί αυτή, αφ ’ ετέρου να διατηρήσουμε τις θέσεις εργασίας του προσωπικού, ο πρώτος από εσάς στις 11-3-2015, οι δε λοιποί εξ’ υμών στις 22-5-2015 προβήκατε όλως καταχρηστικώς στην άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας σας, γεγονός το οποίο έπληξε ακόμη περισσότερο την ήδη προβληματική κατάσταση της επιχείρησής μας. Έχοντας λοιπόν καταχρηστικώς ασκηθεί το δικαίωμά σας οι συμβάσεις εκάστου εξ’υμών ελύθησαν δια των εκ μέρους σας καταγγελιών αυτών, αποχωρώντας ουσιαστικά υμείς από την εταιρεία από το χρονικό σημείο άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, εκλαμβάνοντας τις συνεχείς και αδικαιολόγητες απουσίες σας ως οικειοθελή αποχώρηση σας από την εργασία σας. Κατόπιν τούτο η προσφορά της εργασίας σας τη Δευτέρα, 23-11-2015, ως προδήλως προσχηματική, δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή. Επειδή και με την παρούσα διαμαρτυρόμαστε προς εσάς για την συμπεριφορά σας αυτή με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ επιφυλασσόμαστε παντός νομίμου δικαιώματος μας Διαμαρτυρόμαστε και με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο προς υμάς για την μέχρι σήμερα συμπεριφορά σας. Σας δηλώνουμε ότι η σύμβαση εργασίας εκάστου εξ’ υμών έχει ήδη λυθεί εξ’ υπαιτιότητάς σας και δη με την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας σας και από το χρονικό σημείο ασκήσεως αυτής, εκλαμβάνοντας τις συνεχείς και αδικαιολόγητες απουσίες σας ως οικειοθελή αποχώρησή σας από την εργασία σας……». Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης ότι είχε γνωστοποιήσει στους ενάγοντες τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους ήδη κατά το χρόνο που άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης δεν επιρρωνύεται από κανένα στοιχείο και κρίνεται απορριπτέος. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους των εναγόντων δεν ήταν καταχρηστική, διότι αποδείχθηκε ότι υπήρχε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης της εργοδότριας για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και διότι διέδραμε μεγάλο χρονικό διάστημα με καταβολές έναντι των αποδοχών τους, περιστατικά που δεν οφείλονταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της εργοδότριας, δοθέντος ότι η ίδια στις προτάσεις της αναφέρει ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα ήδη από το έτος 2012 και συνεχώς μέχρι και το έτος 2015 (βλ. σχετ. 29η και 30η σελίδες των προτάσεων της πρώτης εναγόμενης). Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των εναγόντων προξένησε στην πρώτη εναγόμενη δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ενόψει του ότι η εταιρία συνέχισε τη δραστηριότητα της, ούτε ότι ασκήθηκε για ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ενόψει του ύψους των οφειλομένων αποδοχών, ως προαναφέρθηκε (ΑΠ 940/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2094/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1502/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1153/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), ώστε να θεωρηθεί ότι η άσκηση του δικαιώματός εκ μέρους των εναγόντων ήταν αντίθετη στις αρχές της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ. Εξάλλου, υπό την επίκληση της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, όπως εν προκειμένω, δεν μπορεί να αξιωθεί από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του επί σειρά μηνών, χωρίς να του καταβάλλονται οι αποδοχές του, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) αποτελούν το μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτού και της οικογένειάς του, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος του εργαζόμενου. Αντιθέτως, ο εργοδότης οφείλει στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες προκειμένου να προβεί στη μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησής του και ειδικότερα του μισθολογικού, στην περίπτωση που αυτό είναι ο αποφασιστικός παράγων για διαδοχικές ζημιογόνες χρήσεις, περιλαμβανομένων, εφόσον τούτο ήθελε κριθεί αναγκαίο, και των μέτρων εφαρμογής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ή, τέλος, καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της επιχείρησης (ΑΠ 145/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), ενέργειες στις οποίες δεν προέκυψε ότι προέβη η πρώτη εναγόμενη. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι προκειμένου να διατηρήσει την βιωσιμότητα της και να ρυθμίσει τις οφειλές της κατέθεσε την 30.11.2015 αίτηση εξυγίανσης-άμεσης επικύρωσης συμφωνίας του άρθρου 99 του νόμου 3588/2007, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει καθώς επίσης και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί λήψεως προληπτικών μέτρων δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι η κατάθεση αίτησης για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, δεν αίρει την υπερημερία του εργοδότη και συνεπώς διατηρούνται οι συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, αφού οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων δεν λύονται από το λόγο αυτό και απαιτείται καταγγελία από τον εργοδότη και ως εκ τούτου οι τελευταίοι νομίμως αξιώνουν αποδοχές υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία που η πρώτη εναγόμενη κατέθεσε αίτηση προς υπαγωγή της στη διαδικασία εξυγίανσης, διότι έκτοτε θεωρείται μη κακόβουλη η αδυναμία της προς πληρωμή τους (ΑΠ 613/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 940/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1467/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1136/1999 ΕΕργΔ 59/179, Ληξουριώτης I., «Ατομικές Εργασιακές σχέσεις» έκδοση 2013, κεφ. 6.11, σελ. 374). Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος απέχει από την εργασία του ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από το μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολύ δε περισσότερο αν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών για τις οποίες προέβη σε επίσχεση, όπως στην προκείμενη περίπτωση που οι ενάγοντες με τις εξώδικες διαμαρτυρίες τους δήλωσαν στην εργοδότρια ότι ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης μέχρι την εξόφληση των δεδουλευμένων και αμέσως μετά το γεγονός αυτό πρόσφεραν εκ νέου τις υπηρεσίες τους. Συνεπεία τούτου, η πρώτη εναγόμενη που θεώρησε τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων λυθείσες εκ μέρους τους, την οποία εσφαλμένα συνήγαγε από την διαρκή απουσία εκ της εργασίας τους, η οποία ήταν δικαιολογημένη, ως προελέχθη, λόγω της νόμιμης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, απέκρουσε την προσφορά των υπηρεσιών των εναγόντων και δεν προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, τηρούμενων των νομίμων διατυπώσεων (έγγραφη καταγγελία και ταυτόχρονη καταβολή αποζημίωσης) κατέστη υπερήμερη (ΑΠ 653/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 324/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1203/1998 ΕλλΔνη 41.92), από κανένα, δε, στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτή προέβη μεταγενέστερα σε ενέργειες προς άρση της υπερημερίας της, δηλαδή είτε αποδοχή της εργασίας των εναγόντων, άλλως δήλωση ότι αποδέχεται εφεξής τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους είτε λύση των συμβάσεων εργασίας τους με καταγγελία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της τήρησης των κατά νόμο διατυπώσεων. Συνεπεία τούτου, η πρώτη εναγόμενη υποχρεούται λόγω της υπερημερίας της να καταβάλει στους ενάγοντες τις μηνιαίες αποδοχές τους – αποδοχές υπερημερίας για το αιτούμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, όπως περιορίσθηκε (άρθρα 106 και 111 του Κ.Πολ.Δ.), δηλαδή για μέρος του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 και έως την 30.11.2015, χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά των υπηρεσιών εκ μέρους τους. Συνακόλουθα, η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, αφαιρουμένων των ποσών που ωφελήθηκαν από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη, από τα οποία παραιτήθηκαν πριν από την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης (η σύναψη, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, σύμβασης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του προηγούμενου – βλ. σχετ. ΑΠ 613/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), τα κάτωθι ποσά : Α) Στον πρώτο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 449,52 ευρώ ήτοι: (820 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 370,48 ευρώ που καταβλήθηκαν = 449,52 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 4.100 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (820 ευρώ X 5 μήνες = 4.100 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 410 ευρώ (820 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 1/2 = 410 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 769,43 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (820 ευρώ : 25 = 32,80 X 2 = 65,60 ευρώ [2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] X 11,26 [214 ημέρες από την 01.05.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 738,66 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 30,77 ευρώ = 769,43 ευρώ) και συνολικά το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (5.728,95 ευρώ), Β) Στον δεύτερο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 1.068,92 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (1.129,70 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 60,78 ευρώ που καταβλήθηκαν = 1.068,92 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 5.648,50 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (1.129,70 ευρώ X 5 μήνες – 5.648,50 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 564,85 ευρώ (43,45 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 13 ημερομίσθια = 564,85 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 1.019,27 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (43,45 ευρώ X 2 [2 ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] = 86,90 ευρώ X 11,26 [214 ημέρες από την 01.05.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 978,50 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 40,77 ευρώ = 1.019,27 ευρώ) και συνολικά το ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων ενός ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (8.301,54 ευρώ), Γ) Στον τρίτο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 449,52 ευρώ ήτοι : (820 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 370,48 ευρώ που καταβλήθηκαν = 449,52 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 4.100 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (820 ευρώ X 5 μήνες = 4.100 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 410 ευρώ (820 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 1/2 = 410 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 769,43 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (820 ευρώ : 25 = 32,80 X 2 = 65,60 ευρώ [2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] X 11,26 [214 ημέρες από την 01.05.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 738,66 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 30,77 ευρώ = 769,43 ευρώ) και συνολικά το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (5.728,95 ευρώ), Δ) Στον τέταρτο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 818,85 ευρώ ήτοι: (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 403,15 ευρώ που καταβλήθηκαν = 818,85 ευρώ), 2) για υπόλοιπο μηνός Ιουλίου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι: (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη = 305,75 ευρώ), 3) για υπόλοιπο μηνός Αυγούστου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι : (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ = 305,75 ευρώ), 4) για υπόλοιπο μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι: (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ = 305,75 ευρώ), 5) για υπόλοιπο μηνός Οκτωβρίου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι : (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ = 305,75 ευρώ), 6) για υπόλοιπο μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι : (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ = 305,75 ευρώ), 7) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 611 ευρώ (47 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 13 ημερομίσθια = 611 ευρώ) και 8) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 1.102,54 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (47 ευρώ X 2 [2 ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] = 94 ευρώ X 11,26 [214 ημέρες από την 01.05.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 1.058,44 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 44,10 ευρώ = 1.102,54 ευρώ) και συνολικά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξήντα ενός ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (4.061,14 ευρώ), Ε) Στην πέμπτη ενάγουσα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 749,52 ευρώ ήτοι : (970 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 220,48 ευρώ που καταβλήθηκαν = 749,52 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 4.850 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (970 ευρώ X 5 μήνες = 4.850 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 485 ευρώ (970 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 1/2 = 485 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 910,18 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (970 ευρώ : 25 = 38,80 X 2 = 77,60 ευρώ [2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] X 11,26 [214 ημέρες από την 01.05.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 873,78 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 36,40 ευρώ = 910,18 ευρώ) και συνολικά το ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα λεπτών (6.994,70 ευρώ) και ΣΤ) Στον έκτο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 712,72 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (951,60 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 238,88 ευρώ που καταβλήθηκαν = 712,72 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 4.758 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (951,60 ευρώ X 5 μήνες = 4.758 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 475,80 ευρώ (36,60 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 13 ημερομίσθια = 475,80 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 858,58 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (36,60 ευρώ X 2 [2 η                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     μερομίσθια για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] = 73,20 ευρώ X 11,26 [214 ημέρες από την 01.05.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 824,24 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 34,34 ευρώ = 858,58 ευρώ) και συνολικά το ποσό των έξι χιλιάδων οκτακοσίων πέντε ευρώ και δέκα λεπτών (6.805,10 ευρώ). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη συστάθηκε την 17.01.2014 δυνάμει της με αριθμό …../2014 συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Πηνελόπης Εμμ. Αντωνιουδάκη και η συστατική πράξη αυτής καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με αριθμό ……………, περίληψη δε του καταστατικού της δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ …../20.012014-Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών-Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης και Γενικού Εμπορικού Μητρώου (αριθμός καταχώρησης …). Η δεύτερη εναγόμενη διατηρεί έδρα στην …….. Αττικής και καταστατικός σκοπός της είναι : α) η αντιπροσώπευση στην Ελλάδα βιομηχανιών του εξωτερικού ή του εσωτερικού που παράγουν πάσης φύσεως αυτοκίνητα ή οχήματα, επιβατικά, φορτηγά ή για αγροτική χρήση, λέμβους αλιείας ή αναψυχής, ανταλλακτικά και εξαρτήματα αυτών, καθώς και πάσης φύσεως μηχανήματα, β) η εισαγωγή και εμπορία όλων των ανωτέρω ειδών στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, γ) η ίδρυση βιομηχανιών ή βιοτεχνιών κατασκευής συναρμολογήσεως, διασκευής και επισκευής των ανωτέρω ειδών και η εμπορία αυτών στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, δ) η συμμετοχή σε εταιρείες οποιουδήποτε εταιρικού τύπου και οποιοσδήποτε μορφής, ημεδαπές ή αλλοδαπές υφιστάμενες ή που θα συσταθούν στο μέλλον και επιδιώκουν τους ανωτέρω ή συναφείς προς τούτους σκοπούς ή και η συνεργασία με άτομα προς επίτευξη των άνω σκοπών, ε) η άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικού συμβούλου, μελέτης αγοράς, παρουσίαση και υποβολή προτάσεων ασφαλιστικής καλύψεως των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων και στ) η αντιπροσώπευση καθώς και η εισαγωγή, εμπορία, λιανικώς και χονδρικώς μοτοσυκλετών, μοτοποδηλάτων και ηλεκτρικών ποδηλάτων χωρίς κίνητρα μετά των ανταλλακτικών και εξαρτημάτων τους. Η δεύτερη εναγόμενη για τις ανάγκες της επαγγελματικής δραστηριότητας προέβη δυνάμει του από 16.09.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού στην υπεκμίσθωση από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………», υπεκμισθώτρια δυνάμει πράξεως σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου τις αναφερόμενες σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες στην ……. Αττικής και επί της οδού ………, αριθμός …… Η δεύτερη εναγόμενη από την σύσταση της ανήκει στο δίκτυο εξουσιοδοτημένων εμπόρων της ……… και σύμφωνα με τους όρους του από 25.07.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπογράφηκε στο Χαλάνδρι Αττικής μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων αυτής και της ανώνυμης εταιρίας «…………….», ως ισχύει σήμερα μετά τις τροποποιήσεις από το με ημερομηνία 20.01.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, απαγορεύεται να εκπροσωπεί ανταγωνιστικές μάρκες οχημάτων. Επίσης, από της συστάσεως της στις αρχές του έτους 2014 και μέχρι σήμερα ασκεί ανελλιπώς την δραστηριότητα της, διαθέτοντας προς τούτο τον αναγκαίο υλικοτεχνικό εξοπλισμό (έπιπλα, εξοπλισμό, μηχανήματα) και έχοντας προσλάβει κατά τα έτη 2014 και 2015 τον απαιτούμενο αριθμό προσωπικού, ως προκύπτει από τις αναγγελίες πρόσληψης που προσκομίσθηκαν. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η δεύτερη εναγόμενη για τις επαγγελματικές της ανάγκες χρησιμοποιεί αποκλειστικά τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό και τους εργαζόμενους της πρώτης εναγόμενης και δραστηριοποιείται, εκμεταλλευόμενη την τεχνογνωσία και την φήμη της τελευταίας, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, διότι δεν προέκυψε πώληση, χρησιδάνειο ή καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο παραχώρηση περιουσιακών στοιχείων και του προσωπικού της στη δεύτερη εναγόμενη. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι μέχρι και την 30.11.2015, οπότε η πρώτη εναγόμενη κατέθεσε αίτηση για τη υπαγωγή της σε καθεστώς εξυγίανσης, ουδέποτε διέκοψε την δραστηριότητα της, αλλά λειτουργούσε με μειωμένο κύκλο εργασιών (τον Αύγουστο του έτους 2015 συνήψε συμβάσεις με τις εταιρίες …. και ……….), κατέβαλλε προσπάθεια ρύθμισης και αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της έναντι του προσωπικού της και των τρίτων και ως εκ τούτου χρησιμοποιούσε τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό της και απασχολούσε προσωπικό (βλ. αντίγραφα προσκομιζόμενων πινάκων προσωπικού) για τις ανάγκες της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, από κανένα δε στοιχείο δεν προέκυψε μέχρι τον ανωτέρω χρόνο μεταβίβαση μέρους ή τμήματος της παραγωγικής και επιχειρηματικής της δραστηριότητας στην δεύτερη εναγόμενη. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός της απασχόλησης στην δεύτερη εναγόμενη πρώην εργαζομένων της πρώτης εναγόμενης, διότι από τα έντυπα των αναγγελιών πρόσληψης που προσκομίσθηκαν εναργώς προκύπτει αφενός η πρόσληψη από την δεύτερη εναγόμενη νέου προσωπικού, ως προαναφέρθηκε και αφετέρου ότι όσον αφορά τους πρώην εργαζόμενους της πρώτης εναγόμενης (6-7 άτομα που εργάζονται στην δεύτερη εναγόμενη) οι συμβάσεις τους λύθηκαν με την προηγούμενη εργοδότρια και κατόπιν τούτου, αυτοί επιδιώκοντας καλύτερους οικονομικούς όρους συνεργασίας, αποδέχθηκαν την πρόταση της δεύτερης εναγόμενης για τη σύναψη σύμβασης εργασίας με αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 του Α.Κ., ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για μεταβίβαση επιχείρησης και διαδοχή εργοδότη (βλ. σχετ. ΕφΠατρ 61/1988 ΕΕργΔ 1988.971). Για το λόγο αυτό ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το δικόγραφο της ένδικης αγωγής παραλήφθηκε για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης από τον …………., μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης εναγόμενης, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού κατά το χρόνο της επίδοσης (23.02.2016) ο ανωτέρω εργαζόμενος ήταν υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης (βλ. σχετ. πίνακα προσωπικού), η δε συμμετοχή του ως μέλος του Δ.Σ. της δεύτερης εναγόμενης ανάγεται σε μεταγενέστερο χρόνο (βλ. σχετ. την από 29.07.2016 και με αριθμό ………. ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών- Τμήμα Μητρώου-Υπηρεσία Γ.Ε.Μ.Η.). Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε μεταβίβαση του συνόλου του πελατολογίου και των προμηθευτών της πρώτης εναγόμενης στην δεύτερη εξ αυτών, ως αβάσιμα διατείνονται οι ενάγοντες, διότι τις προσκομιζόμενες αποδείξεις λιανικής πώλησης και παροχής υπηρεσιών προέκυψε ότι η δεύτερη εναγόμενη διατηρεί δικό της πελατολόγιο, ενώ τα προσκομιζόμενα από την πρώτη εναγόμενη τιμολόγια-δελτία αποστολής και αποδείξεις λιανικής πώλησης προκύπτει αυτή διατηρεί το πελατολόγιο της. Η ανωτέρω παραδοχή δεν αναιρείται εκ της ύπαρξης κοινών προμηθευτών και πελατών, το οποίο παρίσταται λογικό, αφενός διότι αμφότερες οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στον χώρο της εμπορίας και της επισκευής οχημάτων και αφετέρου διότι η πρώτη εναγόμενη υπήρξε στο παρελθόν αντιπρόσωπος της ………, οπότε μετά την ίδρυση της δεύτερης εναγόμενης είναι πιθανό πελάτες της πρώτης να επέλεξαν τις υπηρεσίες της δεύτερης για την αγορά και το service των οχημάτων της ανωτέρω κατασκευάστριας εταιρίας, που διατηρούν στην κατοχή τους. Περαιτέρω, η χρήση από αμφότερες τις εναγόμενες στον διακριτικό τους τίτλο της λέξης «……» δεν αποδεικνύει μεταβίβαση της πρώτης εναγόμενης στην δεύτερη, λαμβανομένου υπόψη ότι η πρώτη εναγόμενη εξακολούθησε για δύο έτη μετά την σύσταση της δεύτερης να λειτουργεί, έστω και με μειωμένη εμπορική δραστηριότητα, να συναλλάσσεται με πελάτες και προμηθευτές, εκδίδοντας τα οικεία κάθε φορά παραστατικά, που έφεραν την επωνυμία και το διακριτικό της τίτλο και διατηρώντας στην προμετωπίδα του καταστήματος της έδρας της, που δεν γειτνιάζει με την έδρα της δεύτερης εναγόμενης, τον διακριτικό τίτλο «……….». Περαιτέρω, η συμμετοχή της …….. ως μετόχου στην πρώτη εναγόμενη και με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου στην δεύτερη εναγόμενη (βλ. σχετ. την από 29.07.2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου ……. ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών-Τμήμα Μητρώου) δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την μεταβίβαση της πρώτης εναγόμενης στην δεύτερη εξ αυτών. Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η δεύτερη εναγόμενη κάνει χρήση για τις ανάγκες της επαγγελματικής της δραστηριότητας της με αριθμό ………. τηλεφωνικής σύνδεσης που ανήκε στην πρώτη εναγόμενη καθώς και κτιριακές εγκαταστάσεις στις οποίες δραστηριοποιούνταν προηγουμένως η πρώτη εναγόμενη δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι η εγκατάσταση στους ίδιους χώρους για την άσκηση ομοειδούς δραστηριότητας δεν συνιστά στοιχείο προσδιοριστικό και καθοριστικό της ανάληψης και συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της δεύτερης από την πρώτη (ΑΠ 1867/1987 ΕΕργΔ 1989.65, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992.125, Ηλιόπουλος Κωνσταντίνος, «Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως καρά το Ευρωπαϊκό και το Ελληνικό Εργατικό Δίκαιο», έκδοση 2000, τόμος Α’, σελ. 149 επ. με εκεί παραπομπές σε νομολογία). Τέλος, το γεγονός ότι οι εναγόμενες εταιρίες έχουν εμπορική και οικονομική συνεργασία στο πλαίσιο της οποίας η δεύτερη εναγόμενη προμηθεύεται μεταχειρισμένα οχήματα ή ανταλλακτικά από την πρώτη και στο πλαίσιο της οποίας η δεύτερη εναγόμενη κατέβαλε κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την πρώτη εξ αυτών να καταβάλει μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων προς εξόφληση τους δεν καταδεικνύει διαδοχή επιχείρησης και μεταβολή του προσώπου του εργοδοτικού φορέα, διότι οι ενάγοντες ακόμα και μετά τις γενόμενες καταβολές εξακολούθησαν να εργάζονται για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης-εργοδότριας, η οποία συνέχισε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, ως προελέχθη, σε βάρος δε της πρώτης εναγόμενης και μόνο, την οποία και αναγνώριζαν ως εργοδότρια, κινήθηκαν δικαστικά και εξώδικα για την διεκδίκηση των αποδοχών τους, μέχρι το χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής. Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω προστατικά ενισχύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων και ειδικότερα : α) από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα …………., ο οποίος έχει άμεση και ιδία αντίληψη, διότι εργάζεται στην δεύτερη εναγόμενη, ενώ κατά το παρελθόν παρείχε την εργασία του και στην πρώτη εναγόμενη και κατέθεσε ότι : « Στη ……….. δούλευα από τον Νοέμβριο 2013 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2014, ως υπάλληλος. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι στην συγκεκριμένη εταιρεία κύριο προϊόν πώλησης ήταν τα ιταλικά αυτοκίνητα του Ομίλου ……. Έτσι έγινε γνωστή η εταιρεία αυτή και έτσι παρέμεινε στη συνείδηση του καταναλωτικού κοινού. Η ………… ήταν από τις πιο παλιές και μεγάλες εταιρίες του κλάδου, και έτσι συνεχίζει και σήμερα παρά τα όποια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζει. Κάποια στιγμή εκτιμώ ότι θα επανέλθει στις παλιές δόξες της. Δούλευε κυρίως τις μάρκες ……, ……., ……… και ……. Από την πρόσληψή μου στην ………… τον Σεπτέμβριο 2014 η εταιρεία αυτή τιμολογεί αποκλειστικά και μόνο από τις συμβάσεις που έχει συνάψει με την ………. Άλλο προϊόν δεν πουλάμε ούτε επισκευάζουμε. Η εταιρεία αυτή προμηθεύεται από οποιονδήποτε έχει προϊόντα ………… Η ……….. είχε διαθέσιμα ανταλλακτικών, όπως και μεταχειρισμένα αυτοκίνητα ……… Το ίδιο και άλλοι αντιπρόσωποι. Η εταιρεία ……… έχει διαρκή και σταθερή εμπορική δραστηριότητα από τη σύστασή της και αυτό το γνωρίζω τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από τότε που προσλήφθηκα έως σήμερα, Έχει διαφορετικούς πελάτες, διαφορετική τιμολογιακή πολιτική, διαφορετικό know how, διαφορετικό προϊόν πώλησης και κυρίως διαφορετικό brand name στην αγορά αυτοκινήτου …….» και β) από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα …………, ο οποίος εργάζεται στην πρώτη εναγόμενη από το έτος 1976, σήμερα παρέχει την εργασία του ως υπάλληλος-υπεύθυνος συνεργειών και εγγυήσεων και κατέθεσε ότι: «…….Παρά, λοιπόν τα δυσάρεστα για την εξέλιξη της εταιρείας γεγονότα, καθ’ όλα τα έτη 2012- 2013-2014-2015 η εταιρεία φρόντιζε να μην αφήνει εντελώς ακάλυπτο το προσωπικό της. Κατέβαλε ανά μήνα τουλάχιστον μέρος του μισθού μας, ακόμη και όταν τα χρέη της εταιρείας είχαν φθάσει σε τεράστια ποσά. Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους απασχολούμαστε πολλά χρόνια και μάλιστα χωρίς προβλήματα. Εκτιμώ ότι δεν υπήρχε πρόθεση να μας «φάει» τα δεδουλευμένα. Στις προθέσεις της ήταν να ορθοποδήσει ξανά με τη βοήθεια και τη συμπαράσταση όλων όσων έχουμε παραμείνει στην εταιρεία μας. Σήμερα στην εταιρεία δουλεύουμε περίπου 40 εργαζόμενοι. Μέχρι και σήμερα μας καταβάλει κάθε μήνα ένα μέρος του μισθού μας…….. Αυτό επίσης που μπορώ να καταθέσω με βεβαιότητα είναι ότι η «…………» δεν αποτελεί συνέχεια της «……….». Το τι συμβαίνει στην εταιρεία ………… δεν μπορώ να το γνωρίζω καθώς δεν έχω καμία σύνδεση ή σχέση με την εταιρεία. Γνωρίζω όμως και βεβαιώνω ότι η εταιρεία ………. για δεκαετίες ήταν αντιπρόσωπος της ………… και εν συνεχεία επίσημος διανομές της ……., ……… και ……….., ως τέτοια ήταν γνωστή στην αγορά. Σήμερα δουλεύει με ……. και …………. Η πελατεία μας είναι η ίδια εδώ και πολλά έτη και γνωρίζω ότι δεν διοχετεύεται με κάποιο τρόπο σε άλλη εταιρεία….. Η εταιρεία …………. λειτουργεί με την ίδια έδρα, τα ίδια μηχανήματα, με το ίδιο προσωπικό, με τους ίδιους πελάτες, με τους ίδιους προμηθευτές, με τη δική μας τεχνογνωσία……….». Αντίθετη κρίση δεν δύναται να σχηματισθεί από τα διαλαμβανόμενα στις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, διότι άπαντα τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλούνται για την θεμελίωση του ισχυρισμού περί μεταβίβασης επιχείρησης δεν συνηγορούν προς τούτο για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε ως «διάδοχος» την οργάνωση εργασίας (οργανωμένο σύνολο υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα) που είχε δημιουργήσει η πρώτη εναγόμενη, ούσα αρχική εργοδότρια των εναγόντων και συνέχισε τη λειτουργία αυτής ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, η κρινόμενη αγωγή καθ’ό μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης εναγόμενης, η οποία νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής, απορριπτόμενου του αντίθετου ισχυρισμού της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, εναγόντων και δεύτερης εναγόμενης, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν για την δικαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς ήταν ιδιαίτερα δυσχερείς (άρθρα 174 παρ. 1, 179 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 παρ. 2 του νόμου 2915/2001 κα ισχύει κατ’ άρθρο 15 του νόμου 1943/2001 από την 01.01.2002), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή ως προς την κύρια βάση της πρέπει, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγόμενης, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να αναγνωρισθεί ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους των εναγόντων είναι νόμιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 24.11.2015 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων από την πρώτη εναγόμενη, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων υπό το καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια θέση, με τους ίδιους όρους και με τις συμφωνηθείσες αποδοχές, να απειληθεί σε βάρος της πρώτης εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους εκατό ευρώ (100 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης της στην ανωτέρω υποχρέωση της και για κάθε ενάγοντα, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει: α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (5.728,95 ευρώ), β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων ενός ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (8.301,54 ευρώ), γ) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (5.728,95 ευρώ), δ) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξήντα ενός ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (4.061,14 ευρώ), ε) στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα λεπτών (6.994,70 ευρώ) και στ) στον έκτο ενάγοντα το ποσό των έξι χιλιάδων οκτακοσίων πέντε ευρώ και δέκα λεπτών (6.805,10 ευρώ), με το νόμιμο τόκο : α) για τις αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές υπερημερίας από την επόμενη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω επιδικασθέντος ποσού κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση (άρθρο 655 Α.Κ. – βλ. σχετ. ΟλΑΠ 39 – 40/2002 ΕλλΔνη 2003.118, ΑΠ 945/2001 ΕΕργΔ 2002.168, ΕφΙωαν 14/2007 ΕΕργΔ 2007/473 ΑρχΝ 2007.298, ΕφΠειρ 555/2006 ΔΕΕ 2006.1179), β) για τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου και από την επόμενη της 30ης Απριλίου αντίστοιχα του έτους που οφείλονται, αφού για αυτά έχει ορισθεί (άρθρο 10 της Υ.Α. 19040/1981) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας ο εργοδότης να γίνεται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 του Α.Κ. (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 236/2004 ΧρΙΔ 2004.645, ΑΠ 1682/2000 ΕΕργΔ 2001.456) και γ) για τα επιδικασθέντα επιδόματα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που έκαστο αφορά, αφού γι’ αυτές τις εργατικές απαιτήσεις τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478), μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, παρέλκει δε η έρευνα του επικουρικού αιτήματος της αγωγής. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907 και 908 παρ.1 περ. ε’ του Κ.Πολ,Δ.) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στους ενάγοντες, καθόσον οι αποδοχές εκ της εργασίας τους αποτελούν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού και κάλυψης των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των μελών των οικογενειών τους. Το αίτημα των εναγόντων να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη – εργοδότρια να χορηγήσει σε αυτούς πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας τους καθώς επίσης και η διαγωγή τους, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής για την περίπτωση άρνησης συμμόρφωσής της στην οικεία διάταξη του διατακτικού της παρούσας απόφασης πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 678 του Α.Κ, αφού η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων δεν έχει λήξει λόγω της διαγνωσθείσης ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους και αυτοί δεν επικαλούνται για την θεμελίωση εννόμου συμφέροντος ότι είναι αναγκαία η χορήγησή του για την διευκόλυνση της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας (βλ. σχετ. ΕφΚρ 173/1980, Λαναράς Κωνσταντίνος, ό.π., σελ. 242 επ. με εκεί παραπομπές σε νομολογία). Τέλος, η πρώτη εναγόμενη, που ηττήθηκε εν μέρει, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, κατ’ αποδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος τους ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά της δεύτερης εναγόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμη.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, εναγόντων και δεύτερης εναγόμενης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή κατά της πρώτης εναγόμενης ως ουσιαστικά βάσιμη.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης την 10η Μαρτίου του έτους 2015 από τον πρώτο ενάγοντα και την 22α Μαΐου του έτους 2015 από τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτη και έκτο των εναγόντων είναι νόμιμη.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 24.11.2015 καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης των εναγόντων από την πρώτη εναγόμενη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων υπό το καθεστώς της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εκάστου εξ αυτών στην ίδια θέση, με τους ίδιους όρους και με τις συμφωνηθείσες αποδοχές.

ΑΠΕΙΛΕΙ σε βάρος της πρώτης εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους εκατό ευρώ (100 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης της στην ανωτέρω υποχρέωση της περί πραγματικής απασχόλησης για καθένα από τους ενάγοντες.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει : α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (5.728,95 ευρώ), β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων ενός ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (8.301,54 ευρώ), γ) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (5.728,95 ευρώ), δ) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξήντα ενός ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (4.061,14 ευρώ), ε) στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα λεπτών (6.994,70 ευρώ) και στ) στον έκτο ενάγοντα το ποσό των έξι χιλιάδων οκτακοσίων πέντε ευρώ και δέκα λεπτών (6.805,10 ευρώ), με το νόμιμο τόκο : α) για τις αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές υπερημερίας από την επόμενη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω επιδικασθέντος ποσού κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, β) για τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου και από την επόμενη της 30ης Απριλίου αντίστοιχα του έτους που οφείλονται και γ) για τα επιδικασθέντα επιδόματα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που έκαστο αφορά, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την πρώτη εναγόμενη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα ευρώ (1.350 ευρώ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 30 Δεκεμβρίου του έτους 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies