οφειλή δεδουλευμένωνΕιρηνοδικείο Ιλίου 14/2020

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Εργαζόμενοι σε ΝΠΙΔ. Κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας. Τα μέτρα που θεσπίστηκαν με τους ν. 3833/2010 και 3845/2010 δεν είναι κατ’ αρχήν απρόσφορα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Η ολοσχερής περικοπή με τον ν. 4093/2012 κρίνεται ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στο άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Πριν από τη κατάργηση των δώρων και του επιδόματος αδείας, ο νομοθέτης όφειλε να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου, οδηγούν σε επιτρεπτή μείωση του επιπέδου ζωής των μισθωτών. Για τη θέσπιση των ανωτέρω περικοπών, δεν αρκεί η επίκληση, αορίστως του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, αλλά η τεκμηρίωση με τη δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι η μόνη πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της χώρας, τηρουμένων των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας. Νόμιμο το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, διότι καταργήθηκαν οι διατάξεις των νόμων που απέκλειαν την προσωρινή εκτέλεση κατά του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των Ο.Τ.Α. ως ευρισκόμενες σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Διετής παραγραφή αξιώσεων υπαλλήλων. Επιδικάζει σε κάθε εργαζόμενη το ποσό των 2.000,00 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

Αριθμός 14/2020

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΙΛΙΟΥ

Αποτελούμενο από την Ειρηνοδίκη Ιλίου Αικατερίνη Παπαγγελή και τη Γραμματέα Κωνσταντίνα Χιονάτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3 Φεβρουαρίου 2020 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ- ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1. …………… του …………., κατοίκου ……………, οδός …………. αρ. ………, με ΑΦΜ ……………., 2. …………. του ……….., κατοίκου …….., οδός ………… αρ. ….., με ΑΦΜ ……………, 3. …………….. του ……….., κατοίκου …………., οδός ……….. αρ. …., με ΑΦΜ ……………, 4. ……………….. του ………., κατοίκου …………….., οδός …………. αρ. …., με ΑΦΜ …………, 5. …………….. του …………., κατοίκου ………, οδος …………. αρ. ……., με ΑΦΜ …………., 6. …………… του …………, κατοίκου ……………, οδός ………………. αρ. …, με ΑΦΜ ………….., 7. …………….. του ………….., κατοίκου ………….., οδός …………. αρ. …, με ΑΦΜ …………….., 8. ………….. του ……….., κατοίκου …………., οδός …………. αρ. ……, με ΑΦΜ ………….., 9. …………….. του ………, κατοίκου …………., οδός …………… αρ. …., με ΑΦΜ ……….., 10. …………. του …………., κατοίκου ……………., οδός …………. αρ. …, με ΑΦΜ …………… και 11. …………… του ………., κατοίκου …………, οδός ………….. αρ. …, με ΑΦΜ ……………., που παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «……………..» και διακριτικό τίτλο “……………….”, που εδρεύει στην ……………. Αττικής, οδός …………. αρ. … και ………. νομίμως εκπροσωπούμενου που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Απόστολου Παπάρα, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Με την από 04.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης ……./…./2019 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου κλήση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για 07.10.219 και μετά από αναβολή για την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 17.12.2018 αγωγή τους, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ………./…../2018, μετά την ματαίωση της συζήτησης της στις 03.06.2019 λόγω διανέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών. Η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι «με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία», ενώ στο άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α’ ορίζεται ότι «οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωση τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου». Το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος περιορίζει την παντοδυναμία του νομοθέτη αναφορικά με τη συλλογική αυτονομία και η συλλογική διαπραγμάτευση αναγνωρίζεται ως ο κύριος ρυθμιστικός παράγοντας των εργασιακών σχέσεων με συνέπεια κανένας όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας να μην μπορεί να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί με τυπικό νόμο. Επιπλέον στο άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου. Τα ανωτέρω ενισχύονται τόσο από τις διατάξεις του άρθρου 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 151/1978, οι οποίες επιτάσσουν τον διακανονισμό των όρων απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση με διαπραγματεύσεις ή διαδικασία περιβαλλόμενη από εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, όσο και του άρθρου 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 154/1981, το οποίο απαιτεί να λαμβάνονται συμβατά με τις εθνικές συνθήκες μέτρα για την προώθηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Επίσης τα άρθρα 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης (18.10.1961), που κυρώθηκε με τον ν. 1426/1984 (Φ.Ε.Κ. Α’, 42), κατοχυρώνουν το ίδιο δικαίωμα, ενώ το άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (19.12.1966), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1532/1985 (Φ.Ε.Κ. Α’, 45), αναγνωρίζει «το δικαίωμα κάθε προσώπου να απολαμβάνει δίκαιους και ευνοϊκούς όρους εργασίας, οι οποίοι να εξασφαλίζουν ειδικότερα αμοιβή, που παρέχει σε όλους τους εργαζομένους, σαν ελάχιστο όριο: ένα μισθό δίκαιο και αμοιβή ίση με την αξία της εργασίας χωρίς καμία διάκριση» (ΕιρΑθ 599/2012, δημ. ΝΟΜΟΣ). Με την αναθεώρηση του 2001, κατοχυρώθηκε ρητά στο Σύνταγμα (άρθρο 25) η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, η οποία λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς τα ρητώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, συνιστώντας ένα γενικό δικαίωμα για κοινωνική αλληλεγγύη, κατ’ αναλογία με τη λειτουργία την οποία επιτελεί η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 ως προς τα ατομικά δικαιώματα. Η εν λόγω αρχή και τα κοινωνικά δικαιώματα συνιστούν δεσμευτικούς κανόνες για την κρατική εξουσία, ιδιαίτερα τη νομοθετική, προς την κατεύθυνση κατοχύρωσης της πληρέστερης δυνατής κοινωνικής προστασίας. Τα κοινωνικά δικαιώματα θεωρούνται μάλιστα ως «απαράγραπτα», ως δεσμεύοντα, δηλαδή, την άσκηση όλων των συντεταγμένων εξουσιών, τόσο του αναθεωρητικού όσο και του κοινού νομοθέτη. Εξάλλου, τα κοινωνικά δικαιώματα είναι θεμελιώδη, εξίσου με τα ατομικά και τα πολιτικά και παράγουν, κατά την επικρατούσα στη θεωρία άποψη, ένα «σχετικό κοινωνικό κεκτημένο», η αξία και η προστατευτική λειτουργία του οποίου πρέπει να αναδεικνύονται ακόμα περισσότερο σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όταν οι πολίτες το έχουν περισσότερη ανάγκη. Στην διάταξη του άρθρου 106 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος ορίζεται ότι «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας». Από τη διάταξη αυτή, απορρέει η συνταγματική επιταγή για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση των συνθηκών κοινωνικής ειρήνης, η οποία δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα και πρωτίστως τον νομοθέτη, περιορίζοντας το εύρος των επιτρεπτών επιλογών του. Η παραπάνω συνταγματική επιταγή θέτει ιδίως δύο όρια στον νομοθέτη. Πρώτον, δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων, τα οποία, ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου με αυτά σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγονται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης, δηλαδή καταλήγουν σε αποτέλεσμα ευθέως αντίθετο προς τον σκοπό της συνταγματικής διάταξης. Ως σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης πρέπει να νοηθεί εξίσου η δραματική επιδείνωση των συνθηκών κοινοτικής διαβίωσης (όπως αύξηση του αριθμού των ανέργων, αστέγων, όσων διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας κλπ.), όσο και η διατάραξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας (π.χ. βίαιες ενέργειες διαμαρτυρίας, αύξηση της εγκληματικότητας κλπ.), που απορρέει από την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών. Δεύτερον, δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων, τα οποία συνεπάγονται δραματική συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος επιχειρήσεων και νοικοκυριών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί μονομερώς ορισμένος, έστω και δημοσίου συμφέροντος, οικονομικός σκοπός. Αντιθέτως, όπως συνάγεται από την συνταγματική διάταξη, το γενικό συμφέρον δεν ταυτίζεται με το αμιγώς δημοσιονομικό. Περαιτέρω στην διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», στην διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας» και στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται καταρχήν να επιβάλει στους πολίτες, προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι έχουν περιορισμένη διάρκεια, ότι είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος και όχι δυσανάλογες σε σχέση προς αυτόν, ότι είναι επαρκώς αιτιολογημένες και ότι κατανέμονται ισότιμα μεταξύ όλων των πολιτών, των απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός. Επομένως, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση, από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την ασυνέπεια των οποίων – κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων – προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία (βλ. ΟλΣτΕ 1286/2012, ΤρΝομΠλ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων επιβαρύνσεων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών (λ.χ. διαδοχικές μειώσεις αποδοχών ή συντάξεων), εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα και εφόσον με τα νέα μέτρα οι ίδιες κατηγορίες πολιτών υφίστανται υπέρμετρη απώλεια του προηγουμένως διαθέσιμου εισοδήματος τους. Τούτο μάλιστα, ιδίως, όταν οι εν λόγω μειώσεις επέρχονται αιφνιδιαστικά και κλονίζουν ριζικά την οικονομική κατάσταση των ατόμων ή ανατρέπουν καταστάσεις, στις οποίες αυτά είχαν καλόπιστα αποβλέψει. Εξάλλου, στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α’ 256) και έχει ως εκ τούτου υπερνομοθετική ισχύ, κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους..». Στην έννοια της περιουσίας, που εγγυάται η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., περιλαμβάνεται σειρά περιουσιακών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων δικαιώματα μισθών, επιδομάτων και κάθε άλλης μορφής αποδοχών εργαζομένων, εφόσον είναι προσδιορισμένα με νόμο ή προσδιορίσιμα βάσει νόμου ή συνιστούν αντικειμενικώς νόμιμη προσδοκία, που θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο ισχύον μέχρι την προσβολή δίκαιο. Επομένως περιουσία αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους αποδοχών, εφ’ όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α Kechko κατά Ουκρανίας της 8.2.2006, σκέψεις 23 και 26, Eskelinen και λοιποί κατά Φιλανδίας της 19.04.2007, σκέψη 94). Τα περιουσιακά αυτά δικαιώματα ως κατεξοχήν μέσα βιοπορισμού προσλαμβάνουν και έντονο κοινωνικό περιεχόμενο. Αποτελούν δε αυτοτελή ιδιοκτησιακά δικαιώματα, για τον λόγο αυτό η εν όλω ή εν μέρει κατάργησή τους αποτελεί εν όλω ή εν μέρει στέρηση του αντικειμένου αυτοτελών ιδιοκτησιακών ή περιουσιακών δικαιωμάτων. Για τη στέρηση αυτή το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. προβλέπει ότι δύναται να χωρήσει δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους από τον νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους, δηλαδή «έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημιώσεως για την απώλεια της». Επιπλέον, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει αφενός να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, καταρχήν και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών (πρβλ. ΕΔΔΑ James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, αρ. 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25, Adrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 83), αφετέρου να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50). Την προστασία του δικαιώματος στην περιουσία, όπως αυτό έχει διαπλαστεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, παγίως αναγνωρίζουν τα ελληνικά δικαστήρια, ενώ κατά την πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας «… η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν …» (βλ. ΟλΣτΕ 668/2012, σκέψη 34, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΝΟΒ 2012 σελ. 384, ΑΡΜ 2012 σελ.624 , ΕΔΚΑ 2012 σελ.516 , ΘΠΔΔ 2015 σελ.787, ΟλΣτΕ 1285 – 1286/2012, σκέψη 15, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕΔΚΑ 2012 σελ. 920, ΝΟΒ 2013 σελ. 170). Στο δε άρθρο 2 παρ. 1 Συντ. ορίζεται ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον «καθένα», ενεργοποιείται ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί το ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών. Το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αναγνωρίζεται πρόσφατα και από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων (βλ. ΟλΣτΕ 668/2012, σκέψη 35, ο.π.), αλλά και του Ε.Δ.Δ.Α. σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα, που προστατεύει κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. (…) Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Συντ., «η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος». Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Μέρους II του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το Ν. 1426/1984 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αναγνωρίζεται «το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σ’ αυτούς και τις οικογένειές τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης». Εν όψει των ανωτέρω, η επιβολή μέτρων προς εξυπηρέτηση δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας δεν δικαιολογεί εν λευκώ και εκ προοιμίου οποιοδήποτε μέτρο με οποιοδήποτε κόστος. Η επιλογή των συγκεκριμένων μέτρων δεν ανήκει στην ανέλεγκτη διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη, ο οποίος ελέγχεται ως προς την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και δεσμεύεται από τα όρια, που θέτουν οι ως άνω απορρέουσες από τις συνταγματικές και τις υπερκείμενες νομοθετικά διεθνείς συμβάσεις διατάξεις αρχές, την υπέρβαση των οποίων με κριτήρια την ένταση, τη διάρκεια και τη σώρευση των μέτρων, τη δίκαιη κατανομή τους μεταξύ των πολιτών, καθώς και την αιτιολόγηση και τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητάς τους, ελέγχουν τα δικαστήρια κατ’ άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Τα τελευταία, όταν διαπιστώσουν ότι οι εισαγόμενες ρυθμίσεις παραβιάζουν τις ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές καλούνται να τις αποκαταστήσουν, επιδικάζοντας στους φορείς του σχετικού δικαιώματος, που απορρέει από αυτές, εις βάρος των οποίων εφαρμόσθηκαν οι αντισυνταγματικές διατάξεις, τις διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή προς αυτούς των εν λόγω διατάξεων (ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ, βλ. Ειρ. Αλεξανδρούπολης 118/2016, Ειρ. Ιλίου 112/2016 Ειρ. Καλλιθέας 226/2014, ΕιρΘεσσαλ 7779/2014, αδημ., ΕιρΚαλαμ 7/2016, Α’ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Στην εισηγητική έκθεση του Ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας – Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (ΦΕΚ Α’ 40/15-3-2010), αναφέρεται ότι με αυτόν επιδιώκεται η «αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει κλονίσει την αξιοπιστία της Χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία». Επίσης, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Η δεινή θέση των δημοσίων οικονομικών, λόγω του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους που έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα στην ιστορία των δημοσίων οικονομικών της χώρας, σε συνδυασμό με την χρηματοπιστωτική κρίση που περιόρισε τη ρευστότητα στις διεθνείς αγορές, αλλά και το έλλειμμα αξιοπιστίας που εκθέτει τη Χώρα μας σε κερδοσκοπικές επιθέσεις, καθιστούν αναγκαία τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημόσιων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων. Τα προτεινόμενα επείγοντα μέτρα είναι ανάλογα της άμεσης και επιτακτικής ανάγκης γα προστατευτεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. … Η πραγματικότητα της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας … έχει … ως εξής: α) το δημοσιονομικό έλλειμμα ανέρχεται σε ύψος 12,7% του ΑΕΠ (30 δισ. ευρώ), β) το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης υπερβαίνει το 120% του ΑΕΠ (περίπου 300 δισ. ευρώ), ενώ το χρέος της γενικής κυβέρνησης υπερβαίνει το 113% του ΑΕΠ (άνω των 270 δισ. ευρώ), γ) οι ετήσιες δαπάνες για τόκους από 9 – 9,5 δισ. ευρώ που ήταν από το 2000 μέχρι το 2008 ξεπερνούν πλέον τα 12 δισ. ευρώ, δ) οι πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκαν … κατά 50% (20 δισ. ευρώ). Η δεινή αυτή δημοσιονομική κατάσταση πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα … Με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ), το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 16ης Φεβρουαρίου 2010, η Χώρα μας δεσμεύτηκε … να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους  στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Οι ρυθμίσεις που προτείνονται με το σχέδιο νόμου υλοποιούν μέρος του σχεδιασμού που περιλαμβάνεται στο ΠΣΑ και ενισχύουν τη δυνατότητα πραγματοποίησης του». Προς επίτευξη των εξαγγελλόμενων, στην εισηγητική έκθεση, σκοπών με τις διατάξεις του ανωτέρω ν. 3833/2010, μειώθηκαν οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1) αναδρομικά από 1.1.2010. Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του ανωτέρω ν. 3833/2010 ορίσθηκαν τα εξής : «1. … 2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%). Τα επιδόματα των παραγράφων Α3 των άρθρων 30 και 33 του ν. 3205/2003 … μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 3. (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010, Α’ 58/23.4.2010, ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ). Στις 3.5.2010 υπεγράφη αφ’ ενός από τον Υπουργό Οικονομικών και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και αφ’ ετέρου από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσης για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, κείμενο στην αγγλική γλώσσα με τον τίτλο «Memorandum of Understanding» («Μνημόνιο Συνεννόησης»). Στο κείμενο αυτό περιελήφθησαν τα μέτρα τριετούς προγράμματος, που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές μετά από συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» απαρτίζεται από τρία επί μέρους Μνημόνια : α) το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» («Memorandum of Economic και Financial Policies»), β) το «Μνημόνιο στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» («Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality») και γ) το «Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης» («Technical Memorandum of Understanding») (…) (ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ). Στις 6.5.2010 δημοσιεύθηκε ο Ν. 3845/2010 (Α’ 65) με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο». Με τον νόμο αυτό μειώθηκαν, μεταξύ άλλων, περαιτέρω οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα. Περαιτέρω, στο νόμο αυτό προσαρτήθηκαν ως Παραρτήματα III και IV τα δύο από τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη τρία επί μέρους Μνημόνια. Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο του ανωτέρω νόμου, με τίτλο «Μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας», αναφέρονται τα εξής : «1. Με τη Δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ζώνης του ευρώ που δημοσιοποιήθηκε … την 25η Μαρτίου 2010 και προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παράρτημα I, αποφασίστηκε για την οικονομική και δημοσιονομική σταθερότητα της ευρωζώνης, η δημιουργία μηχανισμού στήριξης. 2. Με τη Δήλωση για τη στήριξη της Ελλάδας από τα κράτη -μέλη της Ζώνης του ευρώ που δημοσιοποιήθηκε … την 11η Απριλίου 2010 και προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παράρτημα II …, αποφασίστηκε η ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της παραγράφου 1 με την κατάρτιση κοινού προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις ελληνικές αρχές. 3. Για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης που συγκροτήθηκε σύμφωνα με τις Δηλώσεις των προηγούμενων παραγράφων, καταρτίστηκε από το Υπουργείο Οικονομικών με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σχέδιο προγράμματος (Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής) το οποίο με επιστολές του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος διαβιβάστηκε, αφ’ ενός προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αφ’ ετέρου προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το σχέδιο προγράμματος προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παραρτήματα III και IV, στην ελληνική γλώσσα». Επιπροσθέτως, με το άρθρο τρίτο του ανωτέρω ν. 3845/2010 ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, το εξής (όμοια διάταξη άρθρου 16 Ν. 4024/2011): «6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, … καθορίζονται ως εξής : α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των, επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους». Η αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει τον ανωτέρω νόμο, αναφέρεται στους λόγους, που οδήγησαν την Κυβέρνηση στην υποβολή αιτήματος για την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, καθώς και στις συνέπειες που έχει η ενεργοποίηση του μηχανισμού αυτού. Ειδικότερα στην αιτιολογική αυτή έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η προσφυγή στο μηχανισμό ήταν το τελευταίο καταφύγιο για να αποτραπεί η χρεοκοπία της χώρας. Ταυτόχρονα η ανάγκη προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης μας οδηγεί στην ανάγκη να λάβουμε πρόσθετα μέτρα, … Το πρόγραμμα σταθερότητας που σχεδιάστηκε και τα πρόσθετα μέτρα που προτείνονται … θέτουν σε εφαρμογή το μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με την παροχή χρηματοδότησης ύψους 110 δις Ευρώ, εκ των οποίων 80 δις Ευρώ σε διμερή δάνεια από τις χώρες της ΕΕ και 30 δις Ευρώ από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εξ αυτών, 30 δις Ευρώ θα διατεθούν το 2010. Το πρόγραμμα για την ανάκαμψη της οικονομίας προβλέπει μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που ανέρχονται σε 11 μονάδες του ΑΕΠ ή περίπου 30 δις ευρώ έως το 2013, με στόχο το 2014 το έλλειμμα να είναι κάτω από 3% του ΑΕΠ. Το μακροοικονομικό σενάριο προβλέπει ύφεση 4% το 2010 και επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2012 και μετά. Με αφετηρία το έλλειμμα ύψους 13,6% του ΑΕΠ του 2009 και τις προοπτικές της οικονομίας κατά το τρέχον έτος, η δημοσιονομική προσπάθεια που συνολικά θα χρειαστεί … το 2010 πλησιάζει το 9% του ΑΕΠ, ώστε να περιοριστεί το δημοσιονομικό έλλειμμα περισσότερο από 5 ποσοστιαίες μονάδες. Στην προσπάθεια που ήδη γίνεται προστίθενται μέτρα που αντιστοιχούν σε 2,5% του ΑΕΠ ή 5,6 δισεκατομμύρια ευρώ. … τα μέτρα που προτείνονται είναι … απαραίτητα για να αυξηθούν τα έσοδα, να περιοριστούν οι δαπάνες, να συνεχιστεί η λειτουργία του κράτους, να διατηρηθεί η δυνατότητα να καταβάλλονται μισθοί και συντάξεις … Τα μέτρα … επιφέρουν μείωση του εισοδήματος των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά και των συνταξιούχων. Καταβλήθηκε τεράστια προσπάθεια …, ώστε να θιγούν όσο γίνεται λιγότερο τα χαμηλά και μεσαία επίπεδα μισθών και συντάξεων …» (ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ, βλ. επίσης πρακτικά της ΡΙΕ’ Συνεδρίασης της 6.5.2010 της Α’ Συνόδου της ΙΓ’ Περιόδου Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, σελ. 6727-6794). Οι διατάξεις των Ν. 3833/2010, 3845/2010 περί περικοπής των επιδομάτων εορτών και αδείας στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν αντίκεινται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, διότι ο νομοθέτης δεν παρέλειψε να εξετάσει προ της λήψεως των συγκεκριμένων μέτρων, το ενδεχόμενο υιοθετήσεως εναλλακτικών λύσεων, ηπιότερων, δηλαδή, μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και αντιμετωπίσεως της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της Χώρας. Συγκεκριμένα, η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της Χώρας και, περαιτέρω, η δημοσιονομική εξυγίανση αυτής δεν στηρίζεται μόνον στην μείωση των δαπανών μισθοδοσίας των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των δαπανών των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, αλλά στη λήψη και άλλων μέτρων, οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών, η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται από το νομοθέτη ότι θα συμβάλει στην έξοδο της Χώρας από την κρίση και στη Βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών, κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και στο μέλλον. Ορισμένα από τα μέτρα αυτά, θεσπίζονται με διατάξεις των ίδιων νόμων 3833 και 3845/2010 (αύξηση κρατικών εσόδων μέσω της αυξήσεως των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας και ειδικών φόρων κατανάλωσης και της επιβολής εκτάκτων εισφορών), ενώ με άλλους νόμους θεσπίσθηκαν μέτρα για την αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής (ν. 3842/2010, Α’ 58), για τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ν. 3863/2010, Α’ 115) και του συστήματος συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων του Δημοσίου (ν. 3865/2010, Α’ 120), για την αναθεώρηση των διαδικασιών παρακολούθησης και ελέγχου της εξελίξεως των δημοσίων οικονομικών (ν. 3832/2010 «Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα (ΕΛ.Σ.Σ.) Σύσταση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ως Ανεξάρτητης Αρχής», Α’ 38), για την δημοσιονομική διαχείριση (ν. 3871/2010, Α’ 141, με τον οποίο αναμορφώθηκε πλήρως ο ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις», Α’ 247), για την απελευθέρωση ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων (βλ. ν. 3887/2010, Α’ 174, για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές) και για την εξυγίανση δημοσίων επιχειρήσεων (βλ. ν. 3891/2010, Α’ 188, για την αναδιάρθρωση, την εξυγίανση και την ανάπτυξη του ομίλου …. και της …………). Επιπλέον, δεν συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και παραβιάσεως του προστατεύοντος την ανθρώπινη αξία άρθρου 2 του Συντάγματος, εφ’ όσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεων και δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η διαφοροποίηση αυτών αναλόγως με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες (Βλ. Ολομ ΣτΕ 668/2012, ό.π., απόφαση ΕΔΔΑ της 7.5.2013 Ιωάννας Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ). Με τις διατάξεις του άρθρου 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α’ 256), κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Εν όψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ’ όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Κechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψεις 23 και 26, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007, σκέψη 94). Πάντως, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Αθανάσιος Κανάκης κ.ά. κατά Ελλάδος, της 20.9.2001, Juhani Saarinen κατά Φινλανδίας, Νο. 69136/01, Κechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψη 23, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007, σκέψη 94, Αndrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 77), με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ’ αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Άλλωστε, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, Νο 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25 Adrejeva κατά Λετονίας, – της 18.2.2009, σκέψη 83). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50). Με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 ελήφθησαν διάφορα μέτρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περικοπή αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αφ’ ενός μεν για την άμεση αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από το νομοθέτη οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, η οποία, κατ’ αυτόν, είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της χώρας μέσω των διεθνών αγορών και πιθανό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της, και αφ’ ετέρου για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών με τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και μετά την τριετή περίοδο, στην οποία κατ’ αρχήν απέβλεπαν τα λαμβανόμενα μέτρα. Η λήψη των μέτρων αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η περαιτέρω περικοπή των επιδομάτων εορτών και αδείας, η οποία συνεπάγεται, κατά τις εκτιμήσεις του νομοθέτη, τη μείωση του ελλείμματος, κρίθηκε αναγκαία από τον νομοθέτη εν όψει του ότι, κατά την εκτίμηση του, τα προγενεστέρως θεσπισθέντα μέτρα, απεδείχθησαν ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της χώρας, με συνέπεια να καταστεί αναγκαία η προσφυγή στον αποφασισθέντα από τα λοιπά, πλην της Ελλάδας, κράτη μέλη της Ευρωζώνης ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Με τα δεδομένα αυτά, η θεσπισθείσα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, περικοπή των επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της κατά την εκτίμηση του νομοθέτη άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της καθιερουμένης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολο της. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσεως τους, συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών. Εν όψει τούτων, με τα δεδομένα, που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεως των επίμαχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται, κατ’ αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο και συνεπώς οι διατάξεις των 3833/2010 και 3845/2010 περί περικοπής των επιδομάτων εορτών και αδείας στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν προσκρούουν στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Αθανάσιος Κανάκης και λοιποί κατά Ελλάδος, της 20.9.2001, Νο 59142/00, Νικόλαος Μάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος, της 17.10.2002, Νο 70626/01, Susini κ.ά. κατά Γαλλίας, Νο 43716/98, Ολομ ΣτΕ 668/2012 ο.π., απόφαση ΕΔΔΑ της 7.5.2013 Ιωάννας Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ). Με την υποπαράγραφο Γ.1. της παραγράφου Γ. του Ν 4093/2012 τα ανωτέρω επιδόματα καταργήθηκαν ολοσχερώς, ειδικότερα, ορίστηκαν τα εξής: «1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013». Στην εισηγητική δε έκθεση του παραπάνω νόμου, ουδεμία αιτιολογία αναφέρεται περί της αναγκαιότητας λήψης των εν λόγω μέτρων, ενώ ουδόλως προκύπτει ότι τα λαμβανόμενα μέτρα ήταν αναγκαία, αλλά και ικανά και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό, τηρουμένων και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας. Εν τούτοις, νομοθετήθηκε η εξ ολοκλήρου κατάργηση των ανωτέρω επιδομάτων, μολονότι είχαν ήδη περιοριστεί από τους προηγούμενους ανωτέρω αναφερόμενους νόμους και επομένως ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στις σχετικές ρυθμίσεις, οι οποίες αναφέρονται στην σχετική ομάδα θιγόμενων πολιτών, χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Επίσης, ακόμη και αν ήθελε κριθεί, πως τα επίδικα μέτρα ήταν πρόσφορα, ο νομοθέτης όφειλε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητα τους, εξετάζοντας την ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμίας για την επίτευξη των επιδιωκόμενων δημοσίων σκοπών. Επομένως πριν από τη κατάργηση των δώρων και του επιδόματος αδείας, όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου, οδηγούν σε επιτρεπτή μείωση του επιπέδου ζωής των μισθωτών (βλ. Ολ. ΣτΕ 2287/2015, σκέψη 24, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΘΠΔΔ 2015 σελ. 668, ΑΡΜ 2015 σελ. 1371, Ε7 2016 σελ.270 ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου για τη θέσπιση των ανωτέρω περικοπών, δεν αρκεί η επίκληση, αορίστως του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, αλλά η τεκμηρίωση με τη δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της χώρας, τηρουμένων των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας (βλ. σχετ. μελέτη Κ. Χρυσόγονου – Α. Καιδατζή, ΝοΒ 2012 τ. 60 σελ. 1682 επ.). Άλλωστε σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίζει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη, από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 Σ. Όμως η περικοπή των δώρων και του επιδόματος αδείας, οι οποίες έχουν νομοθετηθεί σε συνέχεια των ανωτέρω αναφερόμενων νόμων με τους οποίους περικόπηκαν οι αποδοχές των μισθωτών, επιβαρύνουν σωρευτικά την ίδια ομάδα πολιτών (μισθωτών) και ως εκ τούτου η επιβάρυνση αυτή είναι εξόφθαλμα δυσανάλογη ιδίως για όσους υπηρετούν στο δημόσιο, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί σοβαρές οικονομικές απώλειες (βλ. ΟλΣτΕ 1972/2012 σκέψη 17 γνώμη μειοψηφίας, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΔΦΟΡΝ 2012 σελ. 1070, ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2012 σελ. 1130, ΝΟΒ 2012 σελ. 1550, ΕΔΚΑ 2012 σελ. 583, ΔΕΕ 2012 σελ. 868, ΕΦΑΔ 2012 σελ. 739, ΑΡΜ 2012 σελ. 1454, ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ). Επίσης, συντρέχει προσβολή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον με τις επίμαχες ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012 πλήττονται γεγενημένα δικαιώματα, που αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα εντασσόμενα στην προστασία του εδ. 1 του άρθρου 1 αυτού, δεδομένου ότι η χορήγηση και ο τρόπος υπολογισμού των περικοπτόμενων – καταργούμενων επιδομάτων (εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας), προβλέπονταν από τους νόμους 3205/2003 και 287/1976 (πρβλ. ΕλΣυν 7412/2015, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Για τον λόγο αυτό η εν όλω αφαίρεσή τους, συνιστά την κατά το εδάφιο 2 του άρθρου 1 του εν λόγω Πρωτοκόλλου στέρηση της ιδιοκτησίας, η οποία δύναται μεν να χωρήσει για δημόσια ωφέλεια, αλλά πάντοτε «υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον νόμο και έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημίωσης για την απώλειά της». Ενόψει αυτού, η εν όλω περικοπή αποδοχών δεν συνιστά απλό περιορισμό ιδιοκτησιακού δικαιώματος, ο οποίος δύναται να χωρήσει προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και να δικαιολογηθεί, εφόσον δεν θίγει τον πυρήνα του ιδιοκτησιακού δικαιώματος, καθόσον, εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτίθενται, ελλείπει η συνδρομή των προϋποθέσεων νομίμου περιορισμού των επίμαχων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα οποία είχαν καλόπιστα προβλέψει οι θιγόμενοι, ως προς το είδος, το ύψος και τη διάρκεια των επιβαλλόμενων περικοπών, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αλλά και στη κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος αρχή. Με το εν λόγω νομοθέτημα παραβιάζεται επιπλέον και το από 2 παρ. 1 του Συντάγματος και ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, απορρέον δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, που σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναγνωρίζεται από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του Ε.Δ.Δ.Α., στον βαθμό που οι ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 δεν συναρτούν την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με τον προσδιορισμό ενός ελάχιστου ποσού αποδοχών, διασφαλίζοντας το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχει ταυτόχρονα και προσβολή του δικαιώματος εργασίας κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος και προσβολή και του άρθρου 4 παρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Η προσβολή του δικαιώματος επέρχεται ήδη σε αφηρημένο επίπεδο, καθότι στις επίμαχες ρυθμίσεις για περικοπές αποδοχών δεν προσδιορίζεται ένα ελάχιστο ποσό αποδοχών, που να εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, το οποίο να εξαιρείται των περικοπών (ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 140 Ν.4270/2014 «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α’ 170), παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. (…) 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις ή απολαβές ή αποζημιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και να βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών ή άλλων παροχών, για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτά στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξαιτίας παραλείψεως οφειλόμενης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη βραχυχρόνια (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου, για όλες τις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία), που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχουν θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες αξιώσεις και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων προβαίνει το Δημόσιο στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτό υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων. Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί τη θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω διάταξη με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1 και 2/2012, ΑΕΔ 32/2008, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΔΦΟΡΝ 2009 σελ.237, ΑΡΜ 2009 σελ.427, ΕΔΚΑ 2009 σελ. 26, ΕΔΔΔΔ 2010 σελ.44). Επίσης, η ως άνω ρύθμιση δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους. Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι, “Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων”, προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου (πρβλ Ολ. ΑΠ 2/2011 ως προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974). Εξάλλου, με την ίδια διάταξη ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, επί των ως άνω απαιτήσεων η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή του άρθρου 140 παρ. 3 (και πριν την έναρξη ισχύος αυτού κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 177 Ν. 4270/2014) είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 141 Ν. 4270/2014 (και πριν την έναρξη ισχύος αυτού κατά το άρθρο 91 εδ. α’ του Ν. 2362/1995, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 177 Ν. 4270/2014), με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιοσδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, και επομένως κατισχύει αυτής (βλ. ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 144 Ν. 4270/2014 η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια. Η έννοια της τελευταίας από τις εν λόγω διατάξεις είναι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν και οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαιτήσεως, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, αρκεί δε προς τούτο να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται αφενός η γέννηση της αξίωσης και, εντεύθεν, η έναρξη του χρόνου της παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη (βλ. παραπάνω) και αφετέρου η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση αξίωσης, ήτοι, κατά το συνήθως συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 182/2014 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, Ε7 2014 σελ. 1003, ΕΠΟΛΔ 2014 σελ. 377, 183/2014 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΡΜ 2014 σελ. 1567, ΑΠ 23/2014 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 4/2015 (ΟΛΟΜ), Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2015 σελ. 677, ΣΤΕ 1885/2015, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1/2014, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7197/2014 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 536/2014, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 21 του β.δ. της 26.6/10.7.1944 «περί του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου» που είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (βλ. ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 2/2014, ΑΠ 634/2013, ΜΠρΛαμ 17/2016, ΝΟΜΟΣ), ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση ή σε ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής (βλ. ΑΕΔ 25/2012, ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 1/2014, ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 3125/2015, ΝΟΜΟΣ). Η ρύθμιση αυτή, θεσπισθείσα για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνδεόμενους με την εκπλήρωση των σκοπών του Δημοσίου, δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4ης.11.1950 που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και στις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης (πρβλ ΑΠ 157/2011, ΑΠ 363/2006, ΕλλΔνη 2006.412, ΑΠ 501/1997, ΕλλΔνη 1998.Τ30). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341 και 346 του ΑΚ προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, η έναρξη υπολογισμού του νόμιμου τόκου και του τόκου υπερημερίας αρχίζει από την επίδοση της αγωγής και όχι από την τυχόν εξώδικη όχληση του Δημοσίου ή την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπλήρωσης της χρηματικής οφειλής (βλ. ΟλΑΠ 10/2008, ΟλΑΠ 7/2000 και ΑΠ 157/2011, δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1481/2001 ΕπισκΕμπΔ 2001.1087, ΕφΑθ 8334/2000 ΕδΠολ 2003.327, ΕιρΑχαρν 3/2017).

Με την υπό κρίση αγωγή τους, πως αυτή εισάγεται εκ νέου με την κλήση τους, κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης της στις 03.06.2019 λόγω διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών 2019, οι καλούντες- ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι είναι υπάλληλοι του εναγόμενου, συνδεόμενοι με το τελευταίο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλην των πρώτου, τέταρτης, πέμπτης, έκτης, έβδομης, ένατης και δέκατης, που χρόνου, που συνδέονται με το ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, άπαντες προσληφθέντες κατά τις ημερομηνίες που αναφέρουν σε αυτή και ότι το μισθολογικό και υπηρεσιακό τους καθεστώς διέπεται από τον Ν. 4024/2011. Ότι οι αποδοχές τους είναι χαμηλές και δεν υπερβαίνουν το ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως για έκαστο εξ αυτών. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι δυνάμει της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, προβλεπόμενα στην διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του Ν. 3205/2003, μειώθηκαν κατά 30% από την 01-01-2010 έως την 31-05-2010 και ότι έπειτα, δυνάμει της διάταξης του άρθρου τρίτου παρ. 6 του Ν. 3845/2010 ορίστηκε το επίδομα εορτών Χριστουγέννων στο ποσό των 500 ευρώ, το επίδομα εορτών Πάσχα στο ποσό των 250 ευρώ και το επίδομα αδείας στο ποσό των 250 ευρώ, από την 01-06-2010 έως την 31-12-2012, ρύθμιση η οποία περιλήφθηκε στην διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011 και ότι έπειτα, από την 01-01-2013 με την διάταξη της παραγράφου 1 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του Ν. 4093/2012 τα ανωτέρω επιδόματα καταργήθηκαν ολοσχερώς. Ότι στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4093/2012 ουδεμία αιτιολογία αναφέρεται σχετικά με την ανωτέρω διάταξη, η οποία να δικαιολογεί την σκοπιμότητα της εν λόγω καταργήσεως και την ένεκα αυτής επερχόμενη προσβολή του πυρήνα του περιουσιακού τους δικαιώματος για την καταβολή των ανωτέρω επιδομάτων, η οποία επήλθε με την ολοσχερή κατάργησή τους. Ότι δεν μπορεί να λάβει χώρα μείωση αποδοχών τέτοιας εκτάσεως που να επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος χωρίς να συντρέχει σοβαρός λόγος δημοσίου συμφέροντος και χωρίς να προκύπτει από συγκεκριμένα στοιχεία ότι η εν λόγω μείωση είναι αναγκαία νια την επίτευξη του εν λόνω σκοπού δημοσίου συμφέροντος και ότι δεν μπορεί να αναπληρωθεί από άλλα μέτρα. Ότι τα επιδόματα εορτών και αδείας αποτελούν γεννημένα δικαιώματα – κεκτημένες μισθολογικές παροχές που αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα, εντασσόμενα στην προστασία του άρθρου 1 του Π.Π.Π. της ΕΣΔΑ. Ότι με την ανωτέρω διάταξη επιβαρύνθηκαν εκ νέου οι λειτουργοί και υπάλληλοι Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., ήτοι οι κατηγορίες πολιτών που επιβαρύνονται κατ’ επανάληψη, ενώ δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται να κατανέμεται συνεχώς, επιλεκτικώς, μονομερώς και κατ’ επανάληψη στις ίδιες κατηγορίες πολιτών και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες πολιτών. Ότι με την ανωτέρω κατάργηση η επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη και επαχθέστερη για τους χαμηλόμισθους μισθωτούς σε σχέση με τους υψηλότερα μισθοδοτούμενους. Ότι η ολοσχερής στέρηση των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας παραβιάζει τις διατάξεις περί προστασίας του συνταγματικώς θεσπισμένου κοινωνικού δικαιώματος και συνεπώς και του αντίστοιχου κοινωνικού κεκτημένου και είναι δυσανάλογη σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από το νομοθέτη εισπρακτικού χαρακτήρα σκοπούς. Εκθέτουν επίσης ότι η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4093/2012 με την οποία καταργήθηκαν ολοσχερώς τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας και μάλιστα χωρίς να προβλέπεται ότι οι εν λόγω κατάργηση έχει χαρακτήρα προσωρινό, είναι αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφοι 1 και 5, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1, 2 παρ. 1, 22 παράγραφοι 1, 2 και 4 Συντάγματος, των διεθνών συμβάσεων εργασίας 87, 98, 150 και 151, του άρθρου 8 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 5374 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. υπερνομοθετική ισχύ, και ότι με την ανωτέρω διάταξη παραβιάζεται ταυτόχρονα η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, η αρχή της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας, της καταλληλότητας και οι επιμέρους αρχές της ελάχιστης δυνατής προσβολής άλλως του ηπιότερου μέτρου και της στάθμισης συμφερόντων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή τους. Ότι δεδομένου ότι η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4093/2012 είναι ανεφάρμοστη ως αντισυνταγματική και αντικείμενη στις διατάξεις των διεθνών συμβάσεων εργασίας 87, 98, 150 και 151, του άρθρου 8 του Δ.Σ.Α.Π.Δ. και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 5374 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. υπερνομοθετική ισχύ, για τον προσδιορισμό των αποδοχών των εναγόντων είναι εφαρμοστέες οι προϊσχύουσες διατάξεις (άρθρο 16 Ν. 4024/2011) κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή τους. Σύμφωνα με το παραπάνω ιστορικό, το οποίο αναπτύσσεται εκτενέστερα στην υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει 1) στον πρώτο από αυτούς το ποσό των 1.071,00 ευρώ (357X3) για επίδομα αδείας ετών 2016, 2017, 2018, το ποσό των 2.231,25 ευρώ(743,75Χ3) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 743,74 ευρώ (371,87X2) για επίδομα Πάσχα ετών 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 4.045,99 ευρώ, 2) στον δεύτερο από αυτούς το ποσό των 1.377,00 ευρώ (459X3) για επίδομα αδείας ετών 2016, 2017, 2018, το ποσό των 2.868,72 ευρώ(956,24Χ3) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 1.434,36 ευρώ (478,12X3) για επίδομα Πάσχα ετών 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 5.680,08 ευρώ, 3) στον τρίτο από αυτούς το ποσό των 1.234,50ευρώ (411,50X3) για επίδομα αδείας ετών 2016, 2017, 2018, το ποσό των 2.571,87 ευρώ(857,29Χ3) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 1.269,13 ευρώ (411,85+ 428,64+ 428,64) για επίδομα Πάσχα ετών 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 5.075,50ευρώ, 4) στην τέταρτη από αυτούς το ποσό των 1.414,50 ευρώ (471,50X3) για επίδομα αδείας ετών 2016, 2017, 2018, το ποσό των 2.946,87 ευρώ(982,29Χ3) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 1.473,42 ευρώ (491,14X3) για επίδομα Πάσχα ετών 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 5.834,79 ευρώ, 5) στην πέμπτη από αυτούς το ποσό των 1.178,60 ευρώ (348,60+415,00+415,00) για επίδομα αδείας ετών 2016,  2017, 2018, το ποσό των 2.491,41 ευρώ(762,25+864,58+864,58) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 1.229,86 ευρώ (365,28+432,29+432,29) για επίδομα Πάσχα ετών 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 4.863,87ευρώ, 6)στην έκτη από αυτούς το ποσό των 1.519,50 ευρώ (506,50X3) για επίδομα αδείας ετών 2016, 2017, 2018, το ποσό των 3,165,60 ευρώ(1.055,20X3) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 1.582,80 ευρώ (527,60X3) για επίδομα Πάσχα ετών 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 6.267,90 ευρώ, 7) στον έβδομο από αυτούς το ποσό των 2.128,00 ευρώ (691,00+691,00+746,00) για επίδομα αδείας ετών 2016, 2017, 2018, το ποσό των 4.433,30 ευρώ(1.439,57+1.439,57+1.554,16) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 2.212,65 ευρώ (719,79+719,79+777,07) για επίδομα Πάσχα ετών 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 8.773,95 ευρώ, 8) στην όγδοη από αυτούς το ποσό των 1.392,00 ευρώ (464,00X3) για επίδομα αδείας ετών 2016, 2017, 2018, το ποσό των 2.899,98 ευρώ(966,66Χ3) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 1.449,99 ευρώ (483,33X3) για επίδομα Πάσχα ετών 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 5.741,97 ευρώ, 9)στην ένατη από αυτούς το ποσό των 1.824,00 ευρώ (608X3) για επίδομα αδείας ετών 2016, 2017, 2018, το ποσό των 3.799,98 ευρώ(1.266,66X3) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 1.899,99 ευρώ (633,33X3) για επίδομα Πάσχα ετών 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 7.523,97 ευρώ, 10) στην δέκατη από αυτούς το ποσό των 655,20 ευρώ (327,60X2) για επίδομα αδείας ετών 2017, 2018, το ποσό των 1.365,00 ευρώ(682,50Χ2) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2017 και 2018 και το ποσό των 682,50 ευρώ (341,25X2) για επίδομα Πάσχα ετών 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 2.702,70 ευρώ και 11) στον ενδέκατο από αυτούς το ποσό των 1.377,00 ευρώ (459X3) για επίδομα αδείας ετών 2016, 2017, 2018, το ποσό των 2.868,72 ευρώ (956,24X3) για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 και το ποσό των 1.434,36 ευρώ (478,12X3) για επίδομα Πάσχα ετών 2016, 2017 και 2018 και συνολικά το ποσό των 5.68,08 ευρώ, νομιμοτόκως για άπαντες τους ενάγοντες από την δήλη ημέρα που έκαστη παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτά εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει (άρθρα 9, 14 § 1, περ. α’, 25 παρ. 2, 614 και 621 ΚΠολΔ, εξ’ αντιδιαστολής του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 1406/1983), αφού αφορά σε σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, πρόκειται δηλαδή για ιδιωτική διαφορά, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. ΟλΑΠ 7/2001, ΕλλΔ/νη 42 σελ.381, ΟλΑΠ 1143/1983, ΝοΒ 32 σελ.673, ΑΠ 873/2002, Δ/νη 44 σελ.121, ΕφΛαρ 47/2002, Δ/νη 44 σελ.1408, σε συνδυασμό με αποφάσεις ΑΕΔ 11/1992, ΔΔΙΚΗ 1993 σελ.65, ΔΦΟΡΝΟΜΟΘ 1993 σελ. 1308, ΕΔΚΑ 1992 σελ. 753, ΕΕΡΓΔ 1993 σελ. 296, ΕΕΡΓΔ 1994 σελ. 275, ΣτΕ 4324/1998 ΔΔΙΚΗ/2000 σελ. 614, ΣτΕ 2840/1999 Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ/2000, ΣτΕ 1697/2009 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, 872/2015 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εφαρμοζομένων των διατάξεων για τις εργατικές διαφορές του ΚΠολΔ και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις, στις διατάξεις των άρθρων 345, 346, 361, 648, 653 ΑΚ, 16 Ν. 4024/2011, 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, 907, 908, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και σε όσες διατάξεις ακολουθούν, πλην του αιτήματος περί καταβολής τόκων από τη δήλη ημέρα που έκαστη από τις ένδικες παροχές κατέστη απαιτητή, το οποίο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, καθώς επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου (ο το εναγόμενο ΝΠΙΔ απολαμβάνει τα προνόμια του Δημοσίου βάσει των άρθρων 3 και 4 του ν.δ. 31/1968), η έναρξη υπολογισμού του νόμιμου τόκου και του τόκου υπερημερίας, αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων χρησιμοποιούνται ως πλήρη απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες είναι υπάλληλοι, συνδεόμενοι με το εναγόμενο ΝΠΙΔ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλην των πρώτου, τέταρτης, πέμπτης, έκτης, έβδομης, ένατης και δέκατης, που χρόνου, που συνδέονται με το ΝΠΙΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Ο πρώτος των εναγόντων προσελήφθη στις 4 Μαίου 2016 από το εναγόμενο, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του υπαλλήλου γενικών καθηκόντων Ύ.Ε., με πλήρες ωράριο και από την ημεροχρονολογία πρόσληψής του και μέχρι σήμερα, απασχολείται αδιάλειπτα στο εναγόμενο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ο δεύτερος των εναγόντων προσελήφθη στις 22 Νοεμβρίου 2011 από το εναγόμενο, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος με την ειδικότητα του γραμματέα Δ.Ε., με πλήρες ωράριο και με ειδικότερο καθήκον την εν γένει γραμματειακή υποστήριξη του και από την ημεροχρονολογία πρόσληψής του μέχρι τις 21 Νοεμβρίου 2015, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο εναγόμενο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, ορισμένου χρόνου και έκτοτε η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Ο τρίτος των εναγόντων προσελήφθη στις 6 Αυγούστου 2012 από το εναγόμενο, προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του ανειδίκευτου εργάτη Τ.Ε., με πλήρες ωράριο και από την ημεροχρονολογία πρόσληψής μου μέχρι τις 5 Αυγούστου 2015, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο εναγόμενο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και έκτοτε η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Η τέταρτη των εναγόντων προσελήφθη την 22 Απριλίου 2008 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «…………», προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της οικογενειακής βοηθού Υ.Ε., με πλήρες ωράριο και με ειδικότερο καθήκον τη φροντίδα για την καθαριότητα ηλικιωμένων, ατόμων με ειδικές ανάγκες και λοιπών ατόμων που χρήζουν κατ’ οίκον βοήθειας, καθώς και την προμήθεια φαρμάκων, τροφίμων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης των εξυπηρετούμενων ατόμων της μονάδας “Βοήθεια Στο Σπίτι” του Δήμου ………… και μέχρι τις 12.04.2010 απασχολήθηκε στο ως άνω νομικό πρόσωπο δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Στις 13.04.2010 τη συνέχιση του παραπάνω προγράμματος ανέλαβε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο και όλοι οι εργαζόμενοι στο άνω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και η τέταρτη των εναγόντων μεταφέρθηκαν σε αυτό δυνάμει της με αριθμό 7/9.04.2010 απόφασης του ΔΣ και έκτοτε εργάζεται με την ίδια ειδικότητα δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η πέμπτη των εναγόντων προσελήφθη στις 18 Μαρτίου 2014 από το εναγόμενο, προκειμένου εργασθεί με την ειδικότητα της ανειδίκευτης εργάτριας Υ.Ε., με πλήρες ωράριο και από την ημεροχρονολογία πρόσληψής της και μέχρι σήμερα, απασχολείται αδιάλειπτα στο εναγόμενο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η έκτη των εναγόντων προσελήφθη την 22α Απριλίου 2008 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «…………..», προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της οικογενειακής βοηθού Ύ.Ε., με πλήρες ωράριο και με ειδικότερο καθήκον τη φροντίδα για την καθαριότητα ηλικιωμένων, ατόμων με ειδικές ανάγκες και λοιπών ατόμων που χρήζουν κατ’ οίκον βοήθειας, καθώς και την προμήθεια φαρμάκων, τροφίμων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης των εξυπηρετούμενων ατόμων της Μονάδας «Βοήθεια στο Σπίτι» του Δήμου ………….. Μέχρι δε τις 12 Απριλίου 2010, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο άνω νομικό πρόσωπο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Στις 13.04.2010 τη συνέχιση του παραπάνω προγράμματος ανέλαβε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο και όλοι οι εργαζόμενοι στο άνω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και η έκτη των εναγόντων μεταφέρθηκαν σε αυτό δυνάμει της με αριθμό 7/9.04.2010 απόφασης του ΔΣ και έκτοτε εργάζεται με την ίδια ειδικότητα δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Ο έβδομος των εναγόντων προσελήφθη στις 01.12.2005 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «……………….», προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του κοινωνικού λειτουργού Τ.Ε.., με πλήρες ωράριο και με ειδικότερο καθήκον τη συνολική εποπτεία των εξυπηρετούμενων ατόμων της Μονάδας «Βοήθεια στο Σπίτι» , την αξιολόγηση περιστατικών και τη συνεργασία με την πρόνοια, καθώς και την παροχή συμβουλευτικής στήριξης. Μέχρι δε τις 12 Απριλίου 2010, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο άνω νομικό πρόσωπο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Στις 13.04.2010 τη συνέχιση του παραπάνω προγράμματος ανέλαβε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο και όλοι οι εργαζόμενοι στο άνω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και ο έβδομος των εναγόντων μεταφέρθηκαν σε αυτό δυνάμει της με αριθμό 7/9.04.2010 απόφασης του ΔΣ και έκτοτε εργάζεται με την ίδια ειδικότητα δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η όγδοη των εναγόντων ……………., προσελήφθη στις 22 Νοεμβρίου 2011 από το εναγόμενο, προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του υπαλλήλου κυλικείου Υ.Ε., με πλήρες ωράριο και από την ημεροχρονολογία πρόσληψής της μέχρι τις 21 Νοεμβρίου 2015, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο εναγόμενο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και έκτοτε η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Η ένατη των εναγόντων προσελήφθη την 01.10.2004 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «……………», προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας ΔΕ, με πλήρες ωράριο και με ειδικότερο καθήκον την παροχή πρωτοβάθμιας νοσηλευτικής φροντίδας στους ωφελούμενους του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι». Μέχρι δε τις 12 Απριλίου 2010, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο άνω νομικό πρόσωπο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Στις 13.04.2010 τη συνέχιση του παραπάνω προγράμματος ανέλαβε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο και όλοι οι εργαζόμενοι στο άνω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και η ένατη των εναγόντων μεταφέρθηκαν σε αυτό δυνάμει της με αριθμό 7/9.04.2010 απόφασης του ΔΣ και έκτοτε εργάζεται με την ίδια ειδικότητα δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη των εναγόντων προσελήφθη στις 16 Ιανουαρίου 2017 από το εναγόμενο, προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα της υπαλλήλου γενικών καθηκόντων Ύ.Ε., με πλήρες ωράριο και από την ημεροχρονολογία πρόσληψής της και μέχρι σήμερα, απασχολείται αδιάλειπτα στο εναγόμενο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ο ενδέκατος των εναγόντων προσελήφθη στις 22 Νοεμβρίου 2011 από το εναγόμενο, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος με την ειδικότητα του οδηγού Ι.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου και από την ημεροχρονολογία πρόσληψής του έως 21.11.2015 απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο εναγόμενο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και έκτοτε η σύμβαση του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Οι πάσης φύσεως τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων δεν υπερβαίνουν το ποσό των 3.000€ και ο μισθός τους προβλεπόταν, στις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 3205/2003 και έπειτα του άρθρου 13 του Ν. 4024/2011 (έως την κατάργησή του με την διάταξη του άρθρου 34 του Ν.4354/2015). Κατ’ εφαρμογή της διάταξης της υποπαραγράφου Γ.1 «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ» (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που ελάμβαναν οι ενάγοντες. Ωστόσο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η ανωτέρω διάταξη τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, παράγραφοι 1 και 5, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των ανωτέρω αναφερόμενων διεθνών συνθηκών, προσκρούει δε στις συνταγματικώς κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, επομένως δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως ανίσχυρη και έτσι τυγχάνουν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 16 ν. 4024/2011. Επομένως οι ενάγοντες δικαιούνται τα ποσά που αντιστοιχούν στη μείωση των αποδοχών τους που τους επιβλήθηκαν δυνάμει της ανωτέρω διάταξης του Ν. 4093/2012, η οποία προέβλεπε την ολοσχερή κατάργηση των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, τα οποία ελάμβαναν. Ωστόσο, οι αξιώσεις των εναγόντων για την καταβολή των επιδομάτων δώρου Πάσχα έτους 2016, αδείας έτους 2016 και δώρου Χριστουγέννων έτους 2016, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 140 Ν. 4270/2014, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 144 του Ν. 4270/2014, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε την 17.12.2018 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 18.12.2018 (βλ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αρ. …………/18.12.2018 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη) και συνεπώς κατ’ εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης για τους ενάγοντες, η αξίωση καταβολής του επιδόματος δώρου Πάσχα έτους 2016, γεννήθηκε την 21-04- 2016, ήτοι 10 μέρες πριν το Πάσχα (Κυριακή του Πάσχα έτους 2016: 01-05- 2016) κατ’ άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 4024/2011) και παραγράφηκε την 21-04-2018 (βλ. και ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑχαρν 3/2017), η αξίωση καταβολής του επιδόματος αδείας έτους 2016, γεννήθηκε την 01.07.2016, κατ’ άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 4024/2011) και παραγράφηκε την 01.07.2018 (βλ. και ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑχαρν 3/2017) και η αξίωση καταβολής του επιδόματος δώρου Χριστουγέννων έτους 2016, γεννήθηκε την 16.12.2016, κατ’ άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 4024/2011) και παραγράφηκε την 16.12.2018 (βλ. και ΕιρΠατρ 258/2016, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑχαρν 3/2017).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η ένδικη αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ’ ουσία και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει σε καθένα από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών Πάσχα έτους 2017, 2018 συνολικού ποσού (250X2=) 500,00 ευρώ, Χριστουγέννων ετών 2017 και 2018, συνολικού ποσού (2 X 500 =) 1.000,00 ευρώ και αδείας, ετών 2017 και 2018, συνολικού ποσού (2 X 250 =) 500,00 ευρώ. Όλα τα παραπάνω ποσά πρέπει να καταβληθούν στους δικαιούχους με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (6% ετησίως), σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων θα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους κατ’ εφαρμογή του άρθρου 179 ΚΠολΔ, λόγω της δυσχέρειας της ερμηνείας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου και να διαταχθούν τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλλει σε καθένα από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας (6% ετησίως) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε την 06-11-2020 σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στο Ίλιον, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies