Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Προσβολή δικαιώματος γονικής μέριμνας και ιδίως της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου από την τέλεση σε βάρος αυτού από τρίτο πρόσωπο αξιοποίνων πράξεων. Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 914 και 932 ΑΚ. Αντικείμενο της δίκης αποτελεί η έρευνα για την τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους του εναγομένου και όχι ο ορθός ποινικός χαρακτηρισμός της άδικης πράξης. Μη νόμιμο είναι το αίτημα περί προσωπικής κράτησης του εναγομένου, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 1048 ΚΠολΔ δεν προσωποκρατούνται άτομα που συμπλήρωσαν το 65° έτος της ηλικίας τους. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τόσο στο ανήλικο τέκνο όσο και στην ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα αυτού. Επιδικάζει στις ενάγουσες συνολικά το ποσό των 13.000,00 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 3234/2009
…../2008
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
(ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κορνηλία Πανούτσου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Νικόλαο Κουτρούμπα, Πρωτοδίκη, Παρασκευή Καρκατζούνη, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Άννα Δρόσου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …………, κατοίκου ………., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατρός της, …………… του ………, κατοίκου ομοίως ως άνω, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά, του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …………. του ………., κατοίκου ………. Ν. Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά, του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ιωάννη Παπαδόπουλου.
Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 19-8-2008 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης ……../21-8-2008 Εξαίρεση: 684 αγωγή της, η οποία ορίστηκε να δικαστεί για την αρχικά αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις γραπτές προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1510 παρ.1 εδ.α ΑΚ, η γονική μέριμνα αποτελεί δικαίωμα και καθήκον των γονέων, όπως, εξάλλου επιμέρους καθήκοντα αποτελούν παράλληλα και τα επιμέρους δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν και που συνιστούν μέρη του περιεχομένου της. Ο λειτουργικός αυτός χαρακτήρας του δικαιώματος της γονικής μέριμνας έχει ως συνέπεια, αφενός, ότι το δικαίωμα της γονικής μέριμνας είναι υποχρεωτικό και προσωποπαγές, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή ούτε η παραίτηση από αυτό ούτε η υποκατάσταση του φορέα της με μεταβίβαση της σε άλλον και, αφετέρου, ότι απαγορεύεται κάθε άσκηση που θα ήταν αντίθετη με το συμφέρον του παιδιού, κατά τον κανόνα του άρθρου 1511 ΑΚ (Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμος II, έκδ. 1998, σελ. 181). Το δικαίωμα της γονικής μέριμνας είναι επίσης απόλυτο υπό την έννοια ότι αντιτάσσεται έναντι πάντων και άρα είναι επιδεκτικό προσβολής του από αυτούς. Η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου είναι η σημαντικότερη από τις τρεις λειτουργίες της γονικής μέριμνας (επιμέλεια, διοίκηση της περιουσίας και εκπροσώπηση του ανηλίκου), αποτελώντας ουσιαστικά τον πυρήνα του γονικού λειτουργήματος (ΑΠ 1321/92 Αρμ. 1994.340). Η επιμέλεια στοχεύει στην ανάπτυξη του ανηλίκου ως προσωπικότητας στον ιδεωδέστερο δυνατό βαθμό προς όφελος και του ίδιου και της κοινωνίας της οποίας θα αποτελέσει μέλος (Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π. σελ. 226). Κάθε ζήτημα που έχει σχέση με τη σωματική, πνευματική, ηθική και κοινωνική ανάπτυξη, εξέλιξη και διάπλαση του προσώπου του ανηλίκου, ήτοι τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του σε όλες τις εκφάνσεις που τη συνθέτουν, υπάγεται στην έννοια της επιμέλειάς του. Τη σπουδαιότερη λειτουργία της επιμέλειας αποτελεί η ανατροφή του ανηλίκου, η οποία έχει ως αντικείμενο τη μέριμνα και φροντίδα για τη σωματική συντήρηση και ανάπτυξή του, την ικανοποίηση των υλικών αναγκών του, τη σωματική του ασφάλεια και υγεία, την κοινωνική, ηθική και θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση, την ψυχική και πνευματική του διάπλαση, καθώς και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, στοχεύει δε στη διάπλαση του ανηλίκου ως υπεύθυνης και με κοινωνική συνείδηση προσωπικότητας (Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ άρθρο 1518, έκδ.2003, σελ. 260). Στη διαμόρφωση όμως του ανηλίκου ως υπεύθυνης προσωπικότητας συμβάλλει και η εκ μέρους των γονέων επίβλεψη του, η οποία συνίσταται στον εντός ορίων έλεγχο της ζωής, της διαγωγής και των συναναστροφών του και αποσκοπεί στην προστασία του από επιρροές ή επιλογές, το περιεχόμενο και τις συνέπειες των οποίων ο ανήλικος δεν έχει τη γνώση και την εμπειρία να αξιολογήσει και οι οποίες μπορούν να έχουν αντίκτυπο στον πνευματικό και ψυχικό του κόσμο και κατ’ επέκταση στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (πρβλ. Φ. Καρατζένη, Χρηματική ικανοποίηση των γονέων επί αδικοπραξίας κατά τέκνου, ΧρΙΔ 2001.924). Η επίβλεψη του ανηλίκου αποτελεί νομική υποχρέωση των γονέων, η δε υπαίτια παραβίασή της και η συνακόλουθη πρόκληση ζημίας δημιουργεί ευθύνη των γονέων έναντι του τέκνου από την ειδική οικογενειακή έννομη σχέση που παράγεται ευθέως εκ του νόμου μεταξύ τους ή από αδικοπραξία, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράβαση της υποχρέωσης αυτής συνιστά και αδικοπραξία (Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, ό.π. σελ. 275). Περαιτέρω, η άσκηση της γονικής μέριμνας, η οποία διακρίνεται από τη γονική μέριμνα ως λειτούργημα, ήτοι τη δυνατότητα να είναι ο γονέας απλός φορέας της, είναι η δυνατότητα να επωμίζεται αυτός και στην πράξη τα επιμέρους καθήκοντά της, ασκώντας τα παράλληλα και ως επιμέρους δικαιώματα (Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π. σελ. 191). Κριτήριο δε για την ύπαρξη προσβολής του δικαιώματος γονικής μέριμνας είναι η πραγματική και σύννομη, κατά το συμφέρον του τέκνου, άσκηση των επιμέρους λειτουργιών του. Κατά συνέπεια, όταν ο φορέας της γονικής μέριμνας δεν έχει εν τοις πράγμασι υπό την επιμέλεια και την προστασία του το ανήλικο τέκνο και δεν μεριμνά για το πρόσωπο αυτού, όταν το έχει εγκαταλείψει και δεν παρέχει σ’ αυτό τις αναγκαίες για την ανατροφή και συντήρηση του φροντίδες, αδιαφορεί δε για την τύχη του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται προσβολή του ανωτέρω δικαιώματος του. Τέλος, προσβολή του δικαιώματος της γονικής μέριμνας υπάρχει τόσο όταν η σύννομη άσκησή του από τους γονείς εμποδίζεται πλήρως ή βλάπτεται ουσιωδώς, ήτοι όταν διαπιστώνεται πλήρης αδυναμία καθορισμού των επιλογών τους αναφορικά με τις επιμέρους εκφάνσεις του (βλ. Καστανίδου-Συμεωνίδου, σχόλιο επί του ΣυμβΠλΘεσ 378/91, Υπερ. 1991.667), όσο και όταν η άσκηση αυτή απλώς διαταράσσεται από την επέμβαση του τρίτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1γ ΠΚ, όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται …γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατρία χρόνια με φυλάκιση. Το άρθρο αυτό προστατεύει κατά τρόπο απόλυτο τους ανήλικους από τις γενετήσιες προσβολές, οι οποίες φέρουν σε κίνδυνο την αγνότητα των φρονημάτων και αισθημάτων και βλάπτουν τη σωματική και ιδία την ηθική τους υγεία, καθόσον η πρώιμη αυτή αφύπνιση των γενετήσιων ορμών ασκεί δυσμενή επίδραση στη διαπαιδαγώγηση της νεότητας και τη διαμόρφωση του μελλοντικού χαρακτήρα του ατόμου (Κονταξής, ΕρμΠΚ άρθρο 339, τόμος β, έκδ. 2000, όπου αναφορά σε Γαρδίκα, ΠοινΧρον Β, 58 και ΠλημΚαρδ 49/60 ΠοινΧρον I 268). Στην περίπτωση του ανωτέρω άρθρου η γενετήσια απειρία του ανηλίκου είναι κατ’ αμάχητο τεκμήριο δεδομένη, έστω κι αν δεν συντρέχει πράγματι, ενώ είναι αδιάφορο αν ο ανήλικος συναίνεσε ή προκάλεσε την ασελγή πράξη. Παραπλάνηση δε του ανηλίκου συνιστά κάθε επίδραση επί της βουλήσεώς του, χωρίς την οποία αυτός δεν θα λάμβανε την απόφαση να ενεργήσει τη συνιστώσα την ασέλγεια πράξη. Η επίδραση επί της βουλήσεώς του ανηλίκου μπορεί να γίνει με υποσχέσεις, με απατηλές λέξεις, με παροχή χρημάτων ή άλλων δώρων, με διέγερση της περιέργειας του και με κάθε άλλο μέσο (Κονταξής, ό.π. και η εκεί αναφορά στη θεωρία και νομολογία). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 337 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα με τον τίτλο «εγκλήματα κατά της γενετήσιας ζωής», προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές κατά τρόπο βάναυσο της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Οι «προτάσεις» μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξης (ΑΠ 912/2004 ΕλλΔνη 45.1565). Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η τέλεση των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων προσβάλλει ευθέως τόσο το δικαίωμα του ανηλίκου επί της προσωπικότητάς του, συνισταμένης ειδικότερα στα αγαθά της σωματικής και ψυχικής υγείας του, της ανηλικότητας, της αγνότητας, της γενετήσιας ελευθερίας, της τιμής, της υπόληψης και εν γένει της ελευθερίας του ως ατόμου να αναπτύσσει την προσωπικότητά του σύμφωνα με την ηλικία, την ωριμότητα και την ελεύθερη βούλησή του, όσο και τα αναγόμενα σε προστατευόμενα έννομα αγαθά της ανηλικότητας και της γενετήσιας ελευθερίας του ανηλίκου. Ταυτόχρονα όμως συνεπάγεται και την άμεση αυτοτελή προσβολή του λειτουργικού και απολύτου δικαιώματος των γονέων του ανηλίκου για άσκηση της γονικής μέριμνας και ειδικότερα της επιμέλειας του προσώπου του, αφού με τον τρόπο αυτόν ο δράστης επεμβαίνει καθοριστικά – και μάλιστα επηρεάζοντας την αρνητικά – στην προσπάθεια εκτέλεσης του καθήκοντος τους να διαπλάσσουν το ανήλικο τέκνο τους, σταδιακά και σύμφωνα με την ωριμότητά του, σε μια ορθά συγκροτημένη, ψυχικά και σωματικά υγιή, υπεύθυνη και με κοινωνική συνείδηση προσωπικότητα, με την παροχή από αυτούς, ως αποβλέποντες πρωτίστως στο συμφέρον του, των κατευθύνσεων που χρειάζεται, καθώς και της προστασίας του από επιρροές και επιλογές που μπορούν να βλάψουν τον ψυχικό και πνευματικό του κόσμο αλλά και τη σωματική του ακεραιότητα, ενώ συνάμα βλάπτει ουσιωδώς – με στέρηση τούτο δικαίωμα τους να απολαμβάνουν ως αποτέλεσμα των ανωτέρω προσπαθειών τους την αγνότητα, την καθαρότητα του τέκνου τους και την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του τόσο στο πεδίο της γενετήσιας ελευθερίας του, όσο και στις διαπροσωπικές και τις εν γένει κοινωνικές σχέσεις του. Υπό αυτά τα δεδομένα, η ανωτέρω άμεση προσβολή του λειτουργικού και απολύτου δικαιώματος των γονέων για άσκηση της γονικής μέριμνας και ειδικότερα της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους από την τέλεση σε βάρος του τέτοιων αξιόποινων πράξεων τρίτου προσώπου, εμπίπτει στην έννοια της παράνομης και υπαίτιας προσβολής των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και συνακόλουθα γεννά υπέρ των φορέων του αυτοτελή αξίωση εξ ιδίου δικαίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των ίδιων (βλ. ΟλΑΠ 9/2002 ΑρχΝ 2003.52, ΝοΒ 2003.651).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι συνεπεία της παράνομης, υπαίτιας και αξιόποινης συμπεριφοράς του εναγομένου, που έλαβε χώρα την 613.2008, σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας της ………, τη γονική μέριμνα της οποίας ασκεί αποκλειστικά η ίδια, μετά το θάνατο του συζύγου της …………… και ειδικότερα συνεπεία των αξιόποινων πράξεων της αποπλάνησης ανηλίκου (νεότερου των 15 ετών και άνω των 13 ετών) και προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, που ο εναγόμενος, ηλικίας εβδομήντα ετών, τέλεσε σε βάρος της ανωτέρω ανήλικης – εκμεταλλευόμενος τη σύμφυτη με την ανηλικότητα απειρία της και την ευάλωτη ψυχική κατάσταση στην οποία βρισκόταν εξαιτίας του θανάτου του πατέρα της – προσεβλήθη η τιμή και η αγνεία της ανήλικης, αλλά και το προσωποπαγές και απόλυτο δικαίωμα γονικής μέριμνας της ίδιας της ενάγουσας, η οποία (προσβολή) συνίσταται στην υφιστάμενη μέχρι σήμερα έντονη ψυχική της αναστάτωση και ταλαιπωρία, τον πόνο, τη στενοχώρια και την αγωνία για την ψυχική και σωματική ακεραιότητα του ανωτέρω τέκνου της. Ζητεί δε, όπως παραδεκτά με τις προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 223, 294, 295 και 297ΚΠολΔ), περιόρισε εν μέρει το αίτημα της αγωγής της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, αφενός να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης το ποσό των 50.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, αμφότερα τα ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη η ανήλικη κόρη της, αφετέρου δε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του να καταβάλει στην ίδια (ενάγουσα) το ποσό των 90.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης που υπέστη από την προσβολή του δικαιώματος γονικής μέριμνας της ανήλικης κόρης της .Ζητεί επίσης να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινώς εκτελεστή ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, να απαγγελθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης και να καταδικασθεί ο τελευταίος στη δικαστική της δαπάνη. Η αγωγή με αυτο το περιεχόμενο και αίτημα, παραδεκτά, εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αρμόδιου ως καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 18 παρ.1 και 22ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 214Α παρ. 1,3,8 εδ.β’ ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 6 §2 ν. 2479/6-5-1997, βλ. την από 22.10.2008 προσκομιζόμενη από την ενάγουσα δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της από την οποία προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν προσήλθε την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία κατά την οποία κλήθηκε, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ………./4.9.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Αθανάσιου Λυκιαρδόπουλου για να μετάσχει σε συνάντηση για την απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της υπό κρίση διαφοράς], κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (226 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 299,346,1510 ΑΚ, 907,908 παρ.1 δ ΚΠολΔ. Μη νόμιμο όμως και συνεπώς απορριπτέο είναι το αίτημα περί προσωπικής κράτησης του εναγομένου, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 1048ΚΠολΔ δεν προσωποκρατούνται άτομα που συμπλήρωσαν το 65° ετος της ηλικίας τους και ο εναγόμενος σύμφωνα με οσα η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της,διάγει το 70° έτος της ηλικίας του. Νόμιμο επίσης είναι και το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που φέρεται να υπέστη η ενάγουσα, εξαιτίας της προσβολής του δικαιώματος της γονικής μέριμνας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος του ανηλίκου τέκνου της, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Τέλος, νόμιμο είναι και το παρεπόμενο αίτημα περί τοκοδοσίας από της επιδόσεως της αγωγής, παρά τον περιορισμό του αιτήματος αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Και τούτο διότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341 και 346 του ΑΚ προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Επομένως ο περιορισμός της αγωγής σε αναγνωριστική καταλύει μεν αναδρομικά την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, παραμένουν όμως τα αποτελέσματα αυτής ως όχλησης δημιουργικής υπερημερίας του οφειλέτη και συνεπώς οφειλής τόκων υπερημερίας, κατά το άρθρο 345 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 13/94, ΕλλΔνη 35.1259, Εφ.Πειρ. 307/97, Επ.Συγκ.Δικ. 1997.339). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος τέλεσε πέραν των αποδοθέντων σε αυτόν αδικημάτων και το έγκλημα του βιασμού, καθόσον αντικείμενο της παρούσας δίκης αποτελεί η έρευνα για την τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους του εναγομένου και όχι ο ορθός ποινικός χαρακτηρισμός της άδικης πράξης. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, δεδομένου ότι για το αντικείμενο της έχει καταβληθεί το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων νόμιμες προσαυξήσεις (βλ. τα υπ’ αριθμ. ………, ………., ……….., ………. δικαστικά ένσημα, σειρά Α με τα επ’ αυτών επικολληθέντα ένσημα ΤΝ και ΤΠΔΠ).
Ο εναγόμενος με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του αρνείται τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής, καθόσον ισχυρίζεται ότι δεν προκάλεσε βλάβη στην υγεία και την τιμή της ανήλικης, αλλά η όλη συμπεριφορά του αποσκοπούσε στην ανάπτυξη φιλικής σχέσης προς αυτήν και όχι στην προσβολή της αγνότητάς της.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ……….. του …………και …….. συζ. …………., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασής του και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τις υπ’ αριθμ. ……/9.1.2009 και …../9.1.2009 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………… του ………. και ……….. συζ. ……………, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών οι οποίες λήφθηκαν έπειτα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένων (βλ. την υπ’ αριθμ. ………./29.12.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανάσιου Λυκιαρδόπουλου), τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε σε βάρος του εναγομένου και τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 6η Μαρτίου 2008 και περί ώρα 19:15. η …………….., θυγατέρα της …………… και του ……………., γεννηθείσα την …………1994, έχοντας ολοκληρώσει την προπόνησή της σε γήπεδο ποδοσφαίρου στην περιοχή του ………, έκανε σινιάλο σε ένα διερχόμενο ταξί, στη λεωφόρο …………., για να τη μεταφέρει στην οικία της στη ………. Πράγματι, ο οδηγός του ταξί (εναγόμενος) σταμάτησε και η ανήλικη κοπέλα επιβιβάσθηκε και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Αμέσως μετά την επιβίβαση, ο εναγόμενος αφού ξεκίνησε για τον προαναφερθέντα προορισμό, επεδίωξε και ξεκίνησε συζήτηση μαζί της, ρωτώντας την αρχικά για την προσωπική και οικογενειακή της κατάσταση, πληροφορούμενος με αυτό τον τρόπο ότι αυτή ήταν ορφανή από πατέρα. Εν συνεχεία, δείχνοντας αδικαιολόγητα υπερβολικό ενδιαφέρον, προσεφέρθη να την μετακινεί στο μέλλον καθημερινά από το γήπεδο προς την οικία της με το ταξί του μετά τις προπονήσεις της και για το λόγο αυτό της έδωσε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, γράφοντάς το σε ένα χαρτί. Ενώ όμως έβαινε προς τον υποδειχθέντα προορισμό, κατά τη διάρκεια της διαδρομής άρχισε να την κολακεύει ενώ όταν το ταξί σταμάτησε στον ερυθρό σηματοδότη της οδού ……….. θωπεύοντάς την στο αριστερό χέρι, στο μηρό, στο στήθος και εν συνεχεία προς την κατεύθυνση των γεννητικών της οργάνων. Η ανήλικη φοβήθηκε από την παραπάνω συμπεριφορά του, η οποία συνεχίσθηκε μέχρι που έφτασαν στον καθορισμένο προορισμό, αντί όμως ο εναγόμενος να σταματήσει το ταξί έξω από το σπίτι της, σταμάτησε το όχημα του δύο στενά πιο πάνω από αυτό, σε σκοτεινό μέρος. Τότε, ο εναγόμενος τη φίλησε στο στόμα και στο μάγουλο, ενώ όταν η ανήλικη επιχείρησε να του πληρώσει την διαδρομή, αυτός τη χάιδεψε στο χέρι. Η ανήλικη έφυγε γρήγορα από το ταξί και μόλις έφτασε στο σπίτι της, αφού περιέγραψε στη μητέρα της την συμπεριφορά του εναγομένου αμέσως κατευθύνθηκαν μαζί στο Α.Τ. ……… για να τον καταγγείλουν .Εκεί, καθ’ υπόδειξη των αστυνομικών, η ανήλικη του τηλεφώνησε στο κινητό που ο ίδιος της είχε δώσει και άρχισε να συζητά μαζί του, προφασιζόμενη ότι επιθυμούσε να τον ξανασυναντήσει. Εκείνος ανταποκρινόμενος στο τηλεφωνικό κάλεσμά της άρχισε να της λέει διάφορα αισχρά λόγια που προσέβαλαν βάναυσα την αξιοπρέπειά της και ειδικότερα τα εξής: «…..». Η ανήλικη, η οποία πρέπει να σημειωθεί ότι του μιλούσε από τηλεφωνική συσκευή στην οποία είχε ενεργοποιηθεί «ανοιχτή ακρόαση», προκειμένου να ακούγεται ο διάλογός τους από τους αστυνομικούς, κανόνισε νέα συνάντηση μαζί του, στην οδό ……….. στην ……….., όπου και μετέβη συνοδεία αστυνομικών. Μόλις έφτασε υπέδειξε τον εναγόμενο που την περίμενε στους αστυνομικούς, οι οποίοι αφού τον συνέλαβαν, τον οδήγησαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πειραιώς. Ο τελευταίος του απήγγειλε κατηγορίες για αποπλάνηση ανηλίκου που έχει συμπληρώσει τα 13 έτη αλλά είναι νεώτερο των 15 ετών (άρθρο 339 παρ.1 εδ.γ’ΠΚ) και για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 παρ.1ΠΚ), παραπέμποντας τον να δικασθεί με την αυτόφωρη διαδικασία στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς. Εν συνεχεία με την υπ’ άριθμ………../8.3.2008 απόφαση το εν λόγω Δικαστήριο, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για την πρώτη πράξη και σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για τη δεύτερη πράξη και συνολικά σε ποινή φυλάκισης 24 μηνών, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος κατά την απολογία του ομολόγησε τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις, ζητώντας συγνώμη από την ανήλικη και την οικογένειά της. Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά του εναγόμενου προσέβαλε βάναυσα την τιμή, υπόληψη και τη γενετήσια ελευθερία του ανήλικου τέκνου καθώς και την αγνότητα της παιδικής του ηλικίας, καθόσον οδηγώντας πρόωρα σε σεξουαλικές εμπειρίες, παραβίασε την ελευθερία του ως ατόμου να αναπτύσσει την προσωπικότητά του σύμφωνα με την ηλικία, την ωριμότητα και την ελεύθερη βούλησή του Ταυτόχρονα, όμως προσέβαλε και το λειτουργικό και απόλυτο δικαίωμα της μητέρας του ανήλικου για άσκηση της γονικής μέριμνας του προσώπου του, αφού με την προαναφερθείσα συμπεριφορά του ο εναγόμενος επηρέασε αρνητικά την προσπάθεια εκτέλεσης του καθήκοντος της να διαπλάσει το ανήλικο τέκνο της ως μία ορθά συγκροτημένη, ψυχικά και σωματικά υγιή, υπεύθυνη προσωπικότητά, τόσο στο πεδίο ελευθερίας του, όσο και στις διαπροσωπικές και τις εν γένει κοινωνικές σχέσεις του. Συνεπώς, ενόψει των συνθηκών που τελέσθηκε η αδικοπραξία, της ανηλικότητας του θύματος και της μεγάλης ηλικίας του θύτη-εναγομένου, της έντασης και έκτασης της προσβολής του έννομου αγαθού και αντιστοίχως της ιδιαίτερα μεγάλης απαξίας του τελεσθέντος αδικήματος, της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων, η ανήλικη αλλά και η ασκούσα αυτής γονική μέριμνα, μητέρα της υπέστησαν ηθική βλάβη και επομένως δικαιούνται ευλόγου χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας καθορίζεται για την ανήλικη στο ποσό των 10.000 ευρώ και για τη μητέρα της στο ποσό των 3.000 ευρώ .Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και ο εναγόμενος να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα για λογαριασμό της αλλά και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της το συνολικό ποσό των 13.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η παρούσα ως προς την παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη θα κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 5.000 ευρώ, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβράδυνση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ανήλικη. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθεί στον εναγόμενο, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, καθόσον η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή (άρθρο 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για λογαριασμό της ίδιας ατομικώς το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ, και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης ……………… του ……, το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, αμφοτέρων των ποσών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή μέχρι το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου, το οποίο ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 20-5-2009 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, στις 17-6-2009.
