Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 656 εδ. β’ ΑΚ, ο εργοδότης δικαιούται να εκπέσει από τον οφειλόμενο στον εργαζόμενο μισθό υπερημερίας, την ωφέλεια την οποία αποκόμισε ο τελευταίος με την χρησιμοποίηση του απομείναντος σε αυτόν ελεύθερου χρόνου από την απόκρουση των υπηρεσιών του εκ μέρους του εργοδότη. Το δικαίωμα του εργαζόμενου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, εξαιτίας της άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Ορισμένο ένστασης του εργοδότη περί κακόβουλης παράλειψης ανεύρεσης εργασίας. Για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, οφείλει αυτός, πέραν των προσώπων στα οποία ο εργαζόμενος θα μπορούσε να εργασθεί και την εργασία την οποία θα μπορούσε να εκτελέσει, να επικαλεσθεί επιπλέον και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση αλλού του εργαζόμενου, καθώς και την ωφέλεια την οποία ο τελευταίος θα αποκόμιζε. Ο εναγόμενος εργοδότης θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει με συγκεκριμένα στοιχεία, όπως π.χ. με προσκομιδή αποκομμάτων από εφημερίδες με σχετικές αγγελίες εργοδοτών, τα οποία όμως πρέπει να ενισχύονται και με άλλα συγκεκριμένα στοιχεία, ότι κατά την συγκεκριμένη περίοδο και στον αυτό τόπο υπάρχουν συγκεκριμένες προσφορές εργασίας όμοιου ή ανάλογου, προς την ειδικότητα του εργαζόμενου, αντικειμένου, τις οποίες θα μπορούσε ο τελευταίος ευχερώς να αναλάβει. Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα, που ήταν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης και συνεπώς το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αργότερα επί μεταγενέστερης αγωγής με την οποία επιδιώκεται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της αυτής απαίτησης για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, δεσμεύεται, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο από το δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό καλύπτει και τις ενστάσεις από τα άρθρα 656§2 και 281 ΑΚ, που μπορεί να προτείνει ο εργοδότης, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα που αφορούσε η πρώτη αγωγή. Η εναγόμενη προέβη στην μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και αρνείται μέχρι τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντα και να καταβάλει τους μηνιαίους μισθούς του, περαιτέρω δε, ουδέποτε προέβη σε νέα καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και συνεπώς δεν έχει αρθεί η υπερημερία της. Δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του. Δεν παρέλειψε από κακοβουλία να βρει αλλού εργασία και ειδικότερα σε θέση ανάλογη αυτής που απασχολούταν στην εναγόμενη, αλλά αντίθετα εξάντλησε κάθε δυνατότητα εύρεσης εργασίας. Ο υποβιβασμός του ενάγοντα σε θέση υποδεέστερη από αυτή που κατείχε αρχικά, κατόπιν της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας από την εναγόμενη, αποτελεί σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας στοιχείο που δυσχεραίνει την εύρεση εργασίας σε άλλον εργοδότη και μάλιστα σε θέση ανάλογη αυτής που κατείχε. Επιδικάζει στον εργαζόμενο για μισθούς υπερημερίας περαιτέρω χρονικού διαστήματος το συνολικό ποσό των 30.397,50 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης
3642/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από το Δικαστή Γεώργιο Γρίβα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποία όρισε η Πρόεδρος της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17/10/2014 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, οδός ……, αρ. …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Της εναγόμενης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “……”, και τον διακριτικό τίτλο “……” που εδρεύει στην ……, στο …… και διατηρεί υποκατάστημα στις …… Αττικής, οδός ……, αρ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 13-8-2013 αγωγή του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2013 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου ……/2013, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 3/2/2014, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 656 εδ. β’ ΑΚ, ο εργοδότης δικαιούται να εκπέσει από τον οφειλόμενο στον εργαζόμενο μισθό υπερημερίας, την ωφέλεια την οποία αποκόμισε ο τελευταίος με την χρησιμοποίηση του απομείναντος σε αυτόν ελεύθερου χρόνου από την απόκρουση των υπηρεσιών του εκ μέρους του εργοδότη, όχι μόνο με την παροχή της εργασίας του σε άλλον εργοδότη, αλλά και με την επαγγελματική του ενασχόληση για ίδιο λογαριασμό και συμφέρον, εφόσον όμως χρησιμοποιεί τον ελεύθερο χρόνο του, ο οποίος ανέκυψε εξαιτίας της απαλλαγής του από την υποχρέωση προς πραγματική απασχόληση από τον υπερήμερο εργοδότη του. Το δικαίωμα του εργαζόμενου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, εξαιτίας της άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι απαγορεύεται η άσκησή του εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος ηθελημένα παραμένει άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης ανάλογης προς την ειδικότητα και την ικανότητά του εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του ή όταν δεν αποδέχεται εργασία την οποία του πρόσφερε, κατά το ίδιο διάστημα άλλος εργοδότης, χωρίς να έχει σοβαρούς λόγους που δικαιολογούν την μη αποδοχή της εργασίας αυτής. Απαιτείται δηλαδή δόλια και κακόβουλη αποφυγή απασχόλησης και δεν αρκεί ότι ο εργαζόμενος δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλειά του. Οπότε, για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, οφείλει αυτός, πέραν των προσώπων στα οποία ο εργαζόμενος θα μπορούσε να εργασθεί και την εργασία την οποία θα μπορούσε να εκτελέσει, να επικαλεσθεί επιπλέον και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση αλλού του εργαζόμενου, καθώς και την ωφέλεια την οποία ο τελευταίος θα αποκόμιζε. Για την θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού δεν αρκεί ότι ο εργαζόμενος δεν βρήκε αλλού εργασία από αμέλεια, ούτε βεβαίως αρκεί η απλή πιθανολόγηση μιας τέτοιας δυνατότητας με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας. Τούτο σημαίνει ότι ο εναγόμενος εργοδότης θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει με συγκεκριμένα στοιχεία, όπως π.χ. με προσκομιδή αποκομμάτων από εφημερίδες με σχετικές αγγελίες εργοδοτών, τα οποία όμως πρέπει να ενισχύονται και με άλλα συγκεκριμένα στοιχεία, ότι κατά την συγκεκριμένη περίοδο και στον αυτό τόπο υπάρχουν συγκεκριμένες προσφορές εργασίας όμοιου ή ανάλογου, προς την ειδικότητα του εργαζόμενου, αντικειμένου, τις οποίες θα μπορούσε ο τελευταίος ευχερώς να αναλάβει (Στυλιανός Βλαστός “Ατομικό Εργατικό Δίκαιο”. έκδοση 2012, &242, σελ.424-425). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ, όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 322&1α ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 325 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων. Περαιτέρω δε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 218/2007, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 324 και 330 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει εξ ολοκλήρου τον δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης και συγκεκριμένα καλύπτει όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, ήτοι την έννομη σχέση που έχει διαγνωσθεί, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή με την απόφαση υπό την έννοια των περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και την νομική αιτία, ήτοι τον νομικό χαρακτηρισμό που έδωσε το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντας αυτά στην οικεία διάταξη νόμου. Ειδικότερα όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα, που ήταν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης (ΑΠ 1613/1997, ΕΕργΔ 58.663) και συνεπώς το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αργότερα επί μεταγενέστερης αγωγής με την οποία επιδιώκεται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της αυτής απαίτησης για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, δεσμεύεται, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο από το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 1/2003, ΕΕργΔ 2003.1272). Το δεδικασμένο αυτό καλύπτει και τις ενστάσεις από τα άρθρα 656&2 και 281 ΑΚ, που μπορεί να προτείνει ο εργοδότης, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα που αφορούσε η πρώτη αγωγή (ΑΠ 1224/1990, ΕΕργΔ 1990.131). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων εκθέτει με την υπό κρίση αγωγή ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις …… Αττικής στις 19/5/2003, προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του προϊσταμένου του τμήματος διανομής. Ότι η εναγόμενη στις 27/10/2008 προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του, μετακινώντας αυτόν (ενάγοντα), υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, σε τρίτο εργοδότη, ήτοι στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ‘‘……”, θυγατρική εταιρεία της εναγόμενης, χωρίς την συναίνεσή του και σε θέση απλού τεχνικού, σε αντίθεση με την θέση του προϊσταμένου τμήματος που κατείχε, όπως διαγνώστηκε με την υπ’ αριθμ 4893/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μετά από άσκηση σχετικής αγωγής εκ μέρους του. Ότι με την ίδια ως άνω απόφαση επιδικάστηκαν, μεταξύ άλλων, σε βάρος της εναγόμενης η καταβολή μισθών υπερημερίας στον ενάγοντα, τους οποίους αυτή (εναγόμενη) υποχρεώθηκε να του καταβάλει για τα χρονικά διαστήματα από 27/10/2008 έως 26/12/2012. Ότι η εναγόμενη αρνείται μέχρι και σήμερα, ήτοι κατά τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του και να του καταβάλλει τους μηνιαίους μισθούς του και συνεπώς δεν έχει αρθεί η υπερημερία της. Ότι η εναγόμενη του οφείλει τους μισθούς υπερημερίας του για το χρονικό διάστημα από 27/12/2012 έως 26/12/2014, αφαιρουμένου του ποσού των 2.888,47 ευρώ που έλαβε ως μισθό αυτός (ενάγων) από άλλους εργοδότες στους οποίους εργάσθηκε εντός του ανωτέρω επιδίκου χρονικού διαστήματος, καθώς και τα επιδόματα δώρων και αδείας που θα λάμβανε κατά την εργασία του στην εναγόμενη εταιρεία το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, ζητεί αυτός (ενάγων), περιορίζοντας παραδεκτά το αίτημά του με τις προτάσεις του (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για τις προαναφερθείσες αιτίες το ποσό των 33.620,37 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Ζητεί επίσης να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη.
Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 14&2, 16&2, 25&2, 33, 41 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 341, 345, 346, 361, 648, 651, 652, 653, 655, 656 ΑΚ, 7 του ν. 2112/1920, 4 και 6 της από 26/1/1977 ΕΓΣΣΕ που κυρώθηκε με τον ν. 549/1977, 3&16 του ν. 4504/1966, 1&&& 1, 2 και 3 της Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, της υπ’ αριθμ 95/1949 διεθνούς συμβάσεως περί προστασίας του ημερομισθίου που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, 907, 908&1 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως η υπό κρίση αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι προσκομίζεται το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. τα υπ’ αριθμ ……, ……, ……, ……αγωγόσημα).
Από την εκτίμηση των μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων εγγράφων, τις υπ’ αριθμ ……, ……/26-1-2010 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων …… …… και …… …… ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Χριστίνας Μπαστούνη, οι οποίες λήφθηκαν ύστερα από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (βλ την υπ’ αριθμ ……/19-1-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), την υπ’ αριθμ ……/20-2-2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …… …… ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Θεοδώρας Σακελλαρίου, η οποία λήφθηκε ύστερα από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (βλ. την υπ’ αριθμ ……/10-2-2012έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), την υπ’ αριθμ ……/26-4-2013 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος …… …… ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Κωνσταντίνας Παρασκευοπούλου, η οποία λήφθηκε ύστερα από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (βλ. την υπ’ αριθμ ……/25-4-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), την υπ’ αριθμ ……/29-1-2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …… …… ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Αθανασίας Αλιμπέρτη, η οποία λήφθηκε ύστερα από προηγούμενη επ’ ακροατηρίω κλήτευση της εναγόμενης, αποδείχτηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στο …… Αττικής στις 6/3/1997, προσλήφθηκε ο ενάγων από την ομόρρυθμη εταιρεία “……”, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή, εισαγωγή και εμπορία πλαστικών σωλήνων και συναφών ειδών, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος. Στα καθήκοντα του ενάγοντος αναγόταν η λήψη παραγγελιών, η τιμολόγηση των εμπορευμάτων, ο προγραμματισμός των αποστολών, η εξυπηρέτηση των πελατών, ο έλεγχος των αποθεμάτων και η προμήθεια των εμπορευμάτων. Στις αρχές του έτους 2000 διεκόπη η λειτουργία του πρατηρίου, στο οποίο εργαζόταν ο ενάγων και έκτοτε αυτός μεταφέρθηκε στις εγκαταστάσεις την ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας στο …… Αττικής, επί της οδού ……, αρ. …, όπου συνέχισε να εργάζεται στο τμήμα παραγωγής. Στις 19/5/2003 η ανωτέρω επιχείρηση απορροφήθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στην εμπορία σωληνώσεων ύδρευσης, θέρμανσης και αποχέτευσης και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής ως άνω εργοδότρια εταιρείας, μεταξύ των οποίων και στις συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ενάγων. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι από τις αρχές του έτους 2001, στον ενάγοντα ανατέθηκαν τα καθήκοντα του προϊσταμένου του τμήματος διανομών, θέση την οποία διατήρησε αυτός (ενάγων) και μετά την προαναφερθείσα συγχώνευση. Στα καθήκοντα του ενάγοντος αναγόταν ο χειρισμός της συνολικής διαδικασίας διανομής εμπορευμάτων στην Αττική και στην επαρχία, η λήψη παραγγελιών σε απευθείας συνεννόηση με τους πελάτες, ο προγραμματισμός της παράδοσης των εμπορευμάτων με τα ιδιόκτητα φορτηγά αυτοκίνητα της εναγόμενης εταιρείας, η τιμολόγηση των πελατών μέσω του μηχανογραφικού συστήματος που χειριζόταν, η τήρηση αρχείου δρομολογίων και αρχείου υπερωριών του υφιστάμενου προσωπικού και η προώθησή τους στην κεντρική διοίκηση της Θεσσαλονίκης για αποτίμηση και πληρωμή στο τέλος έκαστου μηνός, η επικοινωνία με τους πελάτες για την επίλυση των προβλημάτων που προέκυπταν, ο χειρισμός των πληρωμών και η παροχή εκπτώσεων και πιστώσεων στους πελάτες, ο συντονισμός, προγραμματισμός και εποπτεία της εργασίας των υφισταμένων του οδηγών, αποθηκάριων και της γραμματέως του και ο έλεγχος των αποθεμάτων. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στις 27/10/2008 η εναγόμενη προέβη στην μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, μετακινώντας αυτόν, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, σε τρίτο εργοδότη, ήτοι στην θυγατρική της εταιρεία, “……”, χωρίς την συναίνεσή του και σε θέση απλού τεχνικού, σε αντίθεση με την θέση του προϊσταμένου τμήματος που κατείχε. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι κατόπιν ασκήσεως σχετικής αγωγής εκ μέρους του ενάγοντος κατά της εναγόμενης, τα ανωτέρω διαγνώστηκαν τελεσίδικα με την υπ’ αριθμ 4893/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκ της οποίας λόγω της ταυτότητας των διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων και ταυτότητας ιστορικής και νομικής αιτίας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, παράγεται ως προς αυτά δεδικασμένο που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Με την ίδια ως άνω απόφαση επιδικάστηκαν, μεταξύ άλλων, σε βάρος της εναγόμενης μισθοί υπερημερίας, τους οποίους αυτή (εναγόμενη) υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 27/10/2008 έως και 26/12/2012. Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη αρνείται μέχρι και σήμερα, ήτοι κατά τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, να αποδεχθεί τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα και να καταβάλει τους μηνιαίους μισθούς του, περαιτέρω δε, ουδέποτε προέβη σε νέα καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και συνεπώς δεν έχει αρθεί η υπερημερία της. Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της εναγόμενης, ότι ο ενάγων καταχρηστικά ασκεί το επίδικο δικαίωμά του, δεδομένου ότι όπως προέκυψε από τις καταθέσεις των μαρτύρων στις ανωτέρω προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, αυτός (ενάγων) όχι μόνο δεν παρέλειψε από κακοβουλία να βρει αλλού εργασία και ειδικότερα σε θέση ανάλογη αυτής που απασχολούταν στην εναγόμενη, αλλά αντίθετα εξάντλησε κάθε δυνατότητα εύρεσης εργασίας, καθόσον απέστειλε επιστολή αναζήτησης εργασίας τόσο στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “……” στις 2/2/2012, όσο και στις αλλοδαπές εταιρείες με την επωνυμία “……” και “……” στις 18/10/2012 και στις 19/5/2014 αντίστοιχα, πλην όμως δεν προσλήφθηκε. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εργάστηκε για χρονικό διάστημα επτά (7) μηνών εντός του έτους 2011 ως πωλητής σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας, καθώς επίσης και για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών, ήτοι τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του έτους 2014 εργάστηκε ως σερβιτόρος. Ήδη από τον Ιούλιο του έτους 2014 ο ενάγων εργάζεται ως υπάλληλος σε σούπερ μάρκετ. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο υποβιβασμός του ενάγοντα σε θέση υποδεέστερη από αυτή που κατείχε αρχικά, κατόπιν της ανωτέρω βλαπτικής μεταβολής των όρων της επίδικης σύμβασης εργασίας του από την εναγόμενη, αποτελεί σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας στοιχείο που δυσχεραίνει την εύρεση εργασίας σε άλλον εργοδότη και μάλιστα σε θέση ανάλογη αυτής που κατείχε στην εναγόμενη. Επομένως, απορριπτομένης της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής που προέβαλε η εναγόμενη, αποδείχθηκε ότι αυτή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, εξαιτίας της υπερημερίας της, τους μηνιαίους μισθούς του για το χρονικό διάστημα από 27/12/2012 έως 30/6/2014, όπως παραδεκτά περιορίστηκαν με τις προτάσεις του, καθώς επίσης και τα δώρα εορτών και επιδόματα αδείας του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, τα οποία θα λάμβανε αυτός, εάν απασχολούταν στην εναγόμενη, υπολογιζόμενων με βάση τον μηνιαίο μισθό που λάμβανε κατά το χρονικό διάστημα που η εναγόμενη κατέστη υπερήμερη εργοδότρια, ο οποίος (μισθός) ανερχόταν, όπως κρίθηκε από την υπ’ αριθμ 4893/2012 προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από το δεδικασμένο της οποίας, ως προς το στοιχείο αυτό, δεσμεύεται και το παρόν Δικαστήριο, στο ποσό των 1.435,09 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας που αφορούν το χρονικό διάστημα από 27/12/2012 έως 30/6/2014 το ποσό των (1.435,09 ευρώ μηνιαίος μισθός χ 18 μήνες)= 25.831,62 ευρώ, για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2012 το ποσό των (1.435,09 ευρώ μηνιαίος μισθός χ 2/25 χ 0,21 19ήμερα χ 1,04166)= 25,10 ευρώ, για δώρο Πάσχα έτους 2013 το ποσό των (1.435,09 ευρώ μηνιαίος μισθός χ 1/2 χ 1,04166)= 747,44 ευρώ, για επίδομα αδείας έτους 2013 το ποσό των (1.435,09 ευρώ μηνιαίος μισθός χ 1/2)= 717,55 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων έτους 2013 το ποσό των (1.435,09 ευρώ χ 1,04166)= 1.494,88 ευρώ, για δώρο Πάσχα έτους 2014 το ποσό των (1.435,09 ευρώ μηνιαίος μισθός χ 1/2 χ 1,04166)= 747,44 ευρώ, για επίδομα αδείας έτους 2014 το ποσό των (1.435,09 ευρώ μηνιαίος μισθός χ 1/2)= 717,55 ευρώ και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2014 το ποσό των (1.435,09 ευρώ μηνιαίος μισθός χ 2/25 χ 3,21 19ήμερα χ 1,04166)= 115,92 ευρώ.
Πρέπει επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (25.831,62 +25,10 +747,44 +717,55+ 1.494,88 +747,44 +717,55 +115,92)= 30.397,50 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση.
Σε ότι αφορά το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και ως εκ τούτου το ως άνω αίτημα του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
Σε ότι αφορά τη δικαστική δαπάνη, πρέπει να επιβληθεί κατά ένα μέρος σε βάρος της εναγόμενης, λόγω της εν μέρει ήττας της (άρθρο 178 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
-Δέχεται εν μέρει την αγωγή
-Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (30.397,50 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση
-Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των εννέα χιλιάδων εκατό (9.100) ευρώ
-Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει σε εξακόσια επτά (607) ευρώ
Κρίθηκε, αποφασίστηκε, δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 3 ΔΕΚ 2014.
