Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αξίωση εργαζομένου για καταβολή μισθών υπερημερίας. Ένσταση κατάχρησης δικαιώματος. Ορθή η απόρριψη της ένστασης, καθόσον μόνη η προσκομιδή σειράς αγγελιών που έχουν αναρτηθεί σε ιστοσελίδες εύρεσης εργασίας και δη όσων φαίνεται να έχουν αναρτηθεί κατά το επίδικο διάστημα, δεν αποδεικνύει κακόβουλη συμπεριφορά του ενάγοντος, αφού δεν γίνεται επίκληση από την εναγομένη της γνώσης από τον ενάγοντα του περιεχομένου των αγγελιών, ούτε όμως αποδείχθηκε ποια από τις θέσεις που περιείχαν οι αγγελίες θα μπορούσε να αντικαταστήσει εκείνη που αυτός κατείχε στην επιχείρησή της. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για εξεύρεση άλλης εργασίας, δεν κατέστη όμως εφικτό να προσληφθεί σε εργασία ισότιμη ή ανάλογη με την εργασία που παρείχε στην εναγομένη, ενόψει και του αυξημένου ήδη κατά το εν λόγω διάστημα ποσοστού της ανεργίας λόγω της οικονομικής κρίσης. Ένορκες βεβαιώσεις. Στοιχεία για να είναι ορισμένη η επίκληση πρόσθετων ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, οι οποίες προσκομίσθηκαν για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων. Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της, υπ’ αριθμ. 968/2015, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, Δελτίον Εργατικής Νομοθεσίας, 2017.884, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ
Αριθμός 118/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…….» και το διακριτικό τίτλο «….», η οποία εδρεύει στην ……., διατηρεί υποκατάστημα στις ……. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ……. ……. του ……., κατοίκου ……. Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1790/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 968/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4/6/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 14/10/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, το οποίο (σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις και συνακόλουθα την ένδικη υπόθεση που ήταν εκκρεμής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 20.3.2013, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο νόμος αυτός (4139/2013) και τέθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 104 αυτού «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού». Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 440/2016, 414/2016, 359/2015). Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 414/2016, 363/2015, 223/2014). Ειδικότερα απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ενστάσεως του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (AΠ 223/2014). Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, στην ένδικη αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ιστορούσε ότι την 6.3.1997 προσελήφθη από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «…….», που διατηρούσε ο πατέρας του με τους δύο αδελφούς του, η οποία παρήγε, εισήγαγε και εμπορευόταν πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη, για να παρέχει την εργασία του στη λειτουργία του πρατηρίου της ως άνω εταιρείας στο ……. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2001 η παραπάνω εταιρεία άλλαξε εταιρική μορφή και μετατράπηκε σε ΑΕ με την επωνυμία «…….», έκτοτε δε μεταφέρθηκε και παρείχε την εργασία του στις εγκαταστάσεις που διατηρούσε αυτή (ως άνω εταιρεία) στις ……. Αττικής. Ότι την 19.5.2003 η προαναφερόμενη εταιρεία απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ΑΕ, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας, παρέχοντας έκτοτε την εργασία του σ’ αυτή ως προϊστάμενος του τμήματος διανομών, καθήκοντα που είχαν ανατεθεί σ’ αυτόν ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 2001. Ότι την 27.10.2008, οπότε επέστρεψε από την λήγουσα την 16.10.2008 κανονική άδεια του και την μετά από αυτή επί πλέον άδεια που του χορήγησε η εναγομένη αυτοβούλως και τη συνεχόμενη άδεια λόγω ασθενείας του, η τελευταία (εναγομένη) προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης μετακινώντας τον, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών σε τρίτο εργοδότη και συγκεκριμένα στη θυγατρική της εταιρεία «…….», όπου τον τοποθέτησε στο τμήμα παραγωγής και του ανέθεσε την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας, χωρίς τη συναίνεσή του. Ότι αυτός (ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος) δήλωσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ότι εμμένει στην αρχική του σύμβαση, κατά τους όρους της οποίας προσφέρει τις υπηρεσίες του, η εναγομένη όμως αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσφερόμενες αυτές υπηρεσίες του και κατέστη έτσι υπερήμερη. Ότι με προηγούμενη αγωγή του ζήτησε να καταδικασθεί η εναγομένη να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27.10.2008 έως 26.10.2009. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η υπ’ αριθμ. 4893/2012, τελεσίδικη, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη, μεταξύ άλλων να του καταβάλει, μισθούς υπερημερίας για το ως άνω χρονικό διάστημα. Ότι η εναγομένη αρνείτο μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να καθίσταται υπερήμερη. Με βάση τα περιστατικά αυτά ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας και διαφορών αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας για το χρονικό διάστημα από 27.10.2009 έως 26.12.2012 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής του), μετά από προηγούμενη αφαίρεση του ποσού των 8.036,75 ευρώ, το οποίο έλαβε ως μισθό για την εργασία που παρείχε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…….» κατά το χρονικό διάστημα από 6.6.2011 έως 30.12.2011, το ποσό των 63.679,61 ευρώ. Η εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίδικη αξίωση περί καταβολής μισθών υπερημερίας ασκείται από τον ενάγοντα καταχρηστικώς, καθόσον με δική του θέληση και προκειμένου να εισπράξει υψηλές αποδοχές υπερημερίας παρέμεινε άνεργος καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αν και ευχερώς θα μπορούσε να ανεύρει άλλη εργασία ανάλογη προς την αναφερόμενη ειδικότητα του και με αποδοχές ανάλογες με αυτές που λάμβανε από αυτή (εναγομένη). Τον ισχυρισμό αυτό, που απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου. Το τελευταίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού εν τω μεταξύ έκρινε ότι από την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών παράγεται δεδικασμένο για την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων αυτής εκ μέρους της αναιρεσείουσας και την απόκρουση της μεταβολής αυτής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και ότι περαιτέρω αποδείχθηκε πως η αναιρεσείουσα εξακολούθησε να είναι υπερήμερη περί την αποδοχή των προσφερομένων υπό του αναιρεσιβλήτου υπηρεσιών και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δέχθηκε, όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου τα εξής ουσιώδη: Ισχυρίζεται, περαιτέρω, η εναγομένη ότι η επίδικη αξίωση περί καταβολής μισθών υπερημερίας ασκείται από τον ενάγοντα καταχρηστικώς, καθόσον με δική του θέληση και προκειμένου να εισπράξει υψηλές αποδοχές υπερημερίας παρέμεινε άνεργος καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αν και ευχερώς θα μπορούσε να ανεύρει άλλη εργασία ανάλογη προς την αναφερόμενη ειδικότητα του και με αποδοχές ανάλογες με αυτές που λάμβανε από αυτή (εναγομένη), γεγονός που, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται, αποδεικνύεται από πληθώρα αγγελιών που ακόμα και σήμερα είναι ανηρτημένες σε ιστοσελίδες ευρέσεως εργασίας. Τα όσα όμως ανωτέρω ισχυρίζεται η εναγομένη κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εκδήλωσε σχετικό ενδιαφέρον, υποβάλλοντας αίτηση με το βιογραφικό του για πρόσληψη στις εταιρείες «…….» και «…….», οι οποίες δεν έγιναν δεκτές. Επιπλέον, η μνεία πληθώρας αγγελιών εφημερίδων, ή ανηρτημένων σε ιστοσελίδες ευρέσεως εργασίας δεν συνιστά προσφορά εργασίας ισότιμης ή ανάλογης με την εργασία που παρείχε ο ενάγων στην εναγομένη. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο ενάγων κατέβαλε σοβαρή προσπάθεια για την εξεύρεση άλλης εργασίας, ανάλογη με τις ικανότητες και τα προσόντα του, αποδεικνύεται από το ότι επιχείρησε να εργασθεί στην εταιρεία «…….», όπου παρείχε το έτος 2009 δοκιμαστικά εργασία για λίγες ημέρες, άνευ αποδοχών και τελικώς δεν προσελήφθη. Η μόνη δε εργασία που τελικώς απασχολήθηκε ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν ως υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία «…….», όπου εργάσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 6.6.2011 έως 30.12.2011, λαμβάνοντας ως μισθό το συνολικό ποσό των 8.036,75 ευρώ. Άλλωστε, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα απασχόλησης του ενάγοντος με την ίδια ειδικότητα σε συναφείς επιχειρήσεις και, παρ’ όλα αυτά, η αμέλεια του να επιδιώξει την πρόσληψη του. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε, αναφορικά με την απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσείουσας με την οποία υποστηριζόταν ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου άσκηση της αξιώσεώς του για καταβολή των αποδοχών του υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος από 27.10.2009 έως 26.12.2012 είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος, τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου και για τους παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφασή του λόγους, η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου άσκηση της αξιώσεώς του για καταβολή των αποδοχών του υπερημερίας του αμέσως πιο πάνω χρονικού διαστήματος δεν είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος ως μη υπερβαίνουσα και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του, εφόσον κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, παρέμεινε άνεργος όχι από κακοβουλία του, αλλά διότι δεν μπορούσε να ανεύρει εργασία, εκτός από το μικρό προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, οι οποίες και προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση, η μακρά δε διάρκεια του χρονικού διαστήματος της υπερημερίας της αναιρεσείουσας εργοδότριας, για το οποίο και ζητήθηκαν με την ένδικη αγωγή αποδοχές υπερημερίας δεν καθιστά από μόνη της την άσκηση του σχετικού δικαιώματος καταχρηστική, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α’ ζήτημα, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, και έχει διαλάβει αιτιολογίες επί του ζητήματος τούτου, αλλά και οι αιτιολογίες αυτές και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Οι αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και δη εκείνων των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ. Επομένως ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ, και ο πέμπτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, άλλως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται ανωτέρω, λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά τις οποίες, αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, από το γεγονός ότι ο τελευταίος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα επιδίωξε να προσληφθεί μόνο σε τρεις εταιρείες και υπέβαλε βιογραφικό σημείωμα σε άλλες δύο, από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε πληθώρα αγγελιών που αφορούσαν θέσεις εργασίας ισότιμες ή ανάλογες της θέσης που κατείχε ο αναιρεσίβλητος στην επιχείρησή της, από το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος είχε τις γνωριμίες, λόγω οικογενειακής παράδοσης, να ανεύρει εργασία, όπως πέτυχε ο αδελφός του που αποχώρησε από την επιχείρηση της αναιρεσείουσας τον Ιανουάριο του 2009 και η εξαδέλφη του ……. ……., που αποχώρησε τον Μάιο του 2009 και με τον πέμπτο λόγο ότι αναιτιολόγητα έκρινε το Εφετείο αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, καίτοι από τις βεβαιώσεις που προσκόμισε η αναιρεσείουσα περί προσφοράς εργασίας ισότιμης και ανάλογης με αυτή που είχε στην επιχείρησή της, αποδεικνύεται η κακοβουλία του αναιρεσιβλήτου, ενώ οι βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος για να αποδείξει την υποβολή βιογραφικού σημειώματος στις εταιρείες «…….» και «…….», δεν είναι αξιόπιστες, ότι του ζητήθηκε να εργασθεί στην εταιρία πλαστικών ……. αλλά δεν κατάφερε να ανταποκριθεί, ότι απέκρυπτε εισοδήματα, με σκοπό να απολαμβάνει των υψηλών αποδοχών υπερημερίας, όπως τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η εταιρεία ……., όταν της ζητήθηκε ύστερα από σχετική εισαγγελική παραγγελία έγγραφη βεβαίωση περί του αν εργάσθηκε ο αναιρεσίβλητος σ’ αυτήν, δεν απάντησε εγγράφως αλλά κατ’ αρχήν προφορικά και ακολούθως με τηλεομοιοτυπία (φαξ) αρνητικά, κάτι που δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές, είναι απαράδεκτες, διότι αφορούν την ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ’ ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 177/2016, 8/2015, 644/2013). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ολ. ΑΠ 12/1997, ΑΠ 177/2016, 644/2013) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 177/2016, 644/2013). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα καταλογίζεται στην προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη τους εξής ισχυρισμούς που προέβαλε η αναιρεσείουσα, πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου και θα είχαν ως συνέπεια, αν γίνονταν δεκτοί, την απόρριψη της αγωγής: α) «ότι ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του ζητούσε να του καταβληθούν μισθοί υπερημερίας για εξαιρετικά μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι για χρονικό διάστημα 3 ετών και 2 μηνών, πλέον δηλαδή του 1 έτους για το οποίο έχει ήδη λάβει μισθούς υπερημερίας, με βάση την υπ’ αριθμ. 4893/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Δηλαδή, ο αντίδικος επιδίωξε να εισπράξει μισθούς υπερημερίας 4 ετών και 2 μηνών, επιφυλασσόμενος, μάλιστα, και για δικαστική διεκδίκηση μισθών υπερημερίας έτι περαιτέρω χρονικού διαστήματος, χωρίς να έχει εργαστεί ούτε μια ημέρα, πέραν του μικρού χρονικού διαστήματος που αυτός απασχολήθηκε σε άλλο εργοδότη. Η συμπεριφορά του αυτή, η οποία εκδηλώνεται με το αίτημα για καταβολή μισθών υπερημερίας, για εξαιρετικά μακρό χρονικό διάστημα ασκείται κατά προφανή κατάχρηση δικαιώματος, συνιστάμενη στην υπέρβαση της αρχής της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται υπέρμετρα και δυσανάλογα αυτή (αναιρεσείουσα), ξεπερνώντας τον δικαιολογητικό λόγο προστασίας του ακύρως απολυθέντος» και β) «ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν αντικειμενικά σε θέση να εξεύρει εργασία, ανάλογη και ισότιμη αυτή που κατείχε στην επιχείρησή της, αλλά σκοπίμως και με κακοβουλία την απέφυγε, προκειμένου να επωφελείται από τους υψηλούς μισθούς υπερημερίας που του κατέβαλε αυτή (αναιρεσείουσα)». Ο λόγος αυτός, ως προς τις υπό στοιχεία α’ αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού πρόκειται περί μη νόμιμου ισχυρισμού, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για αποδοχές υπερημερίας και όχι αυτοτελούς κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ενώ ως προς την υπό στοιχείο β’ αιτίαση ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε με τις αιτιολογίες που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη. Οι περαιτέρω στον ίδιο λόγο ως προς το υπό στοιχείο β’ σκέλος του, αιτιάσεις με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα εκτιθέμενα περιστατικά που αποδεικνύουν τη βασιμότητα του σχετικού περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτες διότι αφορούν την ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αγωγή του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης απολύσεως, δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας που προτάθηκε κατ’ αντένσταση ή αποτέλεσε αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1673/2007). Επομένως, η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο όσον αφορά την αξίωση για επιδίκαση μισθών υπερημερίας μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητούντο αποδοχές υπερημερίας δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων προσελήφθη την 6.3.1997 από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «…….», που διατηρούσε ο πατέρας του και οι δύο αδελφοί του, η οποία παρήγε, εισήγε και εμπορευόταν πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη. Τον Ιανουάριο του έτους 2001 η παραπάνω εταιρεία άλλαξε εταιρική μορφή και μετατράπηκε σε ΑΕ με την επωνυμία «…….», ενώ την 19.5.2003 απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ΑΕ, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας. Όταν ο ενάγων προσελήφθη από την προαναφερθείσα ΟΕ είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων στη ……. Τεχνολογική Σχολή, αποκτώντας το σχετικό δίπλωμα, προσελήφθη δε αρχικά ως βοηθός ηλεκτρολόγου και εργάσθηκε αρχικά στην παραγωγή μέχρι το έτος 2001. Από το έτος 2001 και εφεξής, ο ενάγων εργαζόταν στο τμήμα διανομών και μάλιστα ως προϊστάμενος του τμήματος τούτου, έχοντας ως καθήκοντα τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διαδικασία διανομής των εμπορευμάτων, τον προγραμματισμό των συναφών με την παράδοση δρομολογίων των φορτηγών μετά από συνεννόηση με τους πελάτες, την παραγγελιοληψία δια της επικοινωνίας με όλο το πελατολόγιο της Νοτίου Ελλάδος και τον παράλληλο έλεγχο των αποθεμάτων των προϊόντων στις αποθήκες της εναγομένης. Την ίδια ακριβώς θέση συνέχισε να κατέχει και μετά τη γενόμενη, κατά τα ανωτέρω, την 19.5.2003 απορρόφηση της «…….» από την εναγομένη ΑΕ. Πλην όμως η εναγομένη, όλως αιφνιδίως και ενώ ο ενάγων απουσίαζε από την εργασία του, έχοντας λάβει κανονική άδεια, τοποθέτησε στην έως τότε θέση αυτού (ενάγοντος) τον μέχρι τότε υφιστάμενο του ……. ……., ενέργεια της οποίας αυτός (ενάγων) έλαβε γνώση μετά την επιστροφή του περί την 27.10.2008 από τη χορηγηθείσα σ’ αυτόν κανονική άδεια, οπότε του ανακοινώθηκε δια του νομίμου εκπροσώπου της, ότι η εναγομένη είχε μονομερώς αποφασίσει τη μεταφορά του, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, σε τρίτο εργοδότη και μάλιστα στη θυγατρική της εταιρεία «…….» όπου θα παρείχε τις υπηρεσίες του σε χειρωνακτική εργασία ως εργάτης, μεταβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό μονομερώς και βλαπτικά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε άμεσα στην εναγομένη για την προαναφερθείσα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, δηλώνοντας της ότι αυτός εμμένει στην προσφορά των υπηρεσιών του, όπως προσέφερε αυτές και προ της συντελεσθείσας βλαπτικής μεταβολής και ότι αυτή θα περιέλθει σε υπερημερία μη αποδεχόμενη αυτές. Τα ανωτέρω διαγνώσθηκαν τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. 4893/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως, από τον νυν ενάγοντα κατά της εναγομένης, της από 27.11.2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……./……./1.12.2008) αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία λόγω της ταυτότητας των διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων και ταυτότητας ιστορικής και νομικής αιτίας, παράγεται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως προς αυτά δεδικασμένο. Με την ίδια ανωτέρω απόφαση υποχρεώθηκε η εναγομένη, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίες για το χρονικό διάστημα από 27.10.2008 έως 26.10.2009. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αρνείται μέχρι σήμερα να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, καθώς και να του καταβάλλει τους μηνιαίους μισθούς του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να καθίσταται υπερήμερη…. Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι από την προηγηθείσα υπ’ αριθ. 4893/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παράγεται δεδικασμένο, ως προς την ύπαρξη της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας, ως προς την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως αυτής εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ως προς την άρνηση αυτής να δεχθεί κατά το διάστημα που αφορούσε η αγωγή, επί της οποίας αποφάνθηκε η εν λόγω απόφαση, των προσφερομένων υπό του αναιρεσιβλήτου υπηρεσιών του, όπως αυτές προβλέπονταν από την προ της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής σύμβαση, όχι όμως και ως προς το ότι η υπερημερία της αναιρεσείουσας, συνεχίσθηκε και για το μεταγενέστερο, του αναφερομένου στην πρώτη αγωγή, χρονικό διάστημα, δηλαδή για το αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή χρονικό διάστημα για το οποίο ζητήθηκαν αποδοχές υπερημερίας με αυτή. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμ. 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πως το δεδικασμένο που παρήχθη από την υπ’ αριθμ. 4893/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καλύπτει, πέραν της ύπαρξης έγκυρης σύμβασης εργασίας και της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, και την υπερημερία της αναιρεσείουσας ως προς την αποδοχή της εργασίας του αναιρεσιβλήτου και συνακόλουθα την υποχρέωσή της για καταβολή μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή για χρονικό διάστημα άλλο από αυτό που αφορούσε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση της προγενέστερης δίκης μεταξύ των διαδίκων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε πως από την υπ’ αριθμ. 4893/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παράγεται δεδικασμένο και ως προς την ύπαρξη υπερημερίας της αναιρεσείουσας και συνακόλουθα υποχρεώσεώς της για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για το επίδικο χρονικό διάστημα, ενώ κάτι τέτοιο δεν δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, οι παραδοχές της οποίας, ως προς το ζήτημα αυτό παρατίθενται αμέσως ανωτέρω.
Σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως το τρίτο εξ αυτών ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του ν.3994/2011 και το τέταρτο εξ αυτών ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το δεύτερο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ. ΑΠ 2/2008 ΑΠ 75/2016, 1317/2015). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ’ αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 75/2016, 1317/2015). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με την έφεση και τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση ενώπιόν του προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αξιώσεως του αναιρεσείοντος για αποδοχές υπερημερίας, ειδικότερα δε α) την από 19.04.2013 αίτησή της για χορήγηση εισαγγελικής παραγγελίας προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., β) την υπ’ αριθμ. πρωτ. …/19.04.2013 εισαγγελική παραγγελία, γ) την από 19.04.2013 αίτησή της για χορήγηση εισαγγελικής παραγγελίας προς την εταιρεία ……., δ) την υπ’ αριθμ. …/19.04.2013 εισαγγελική παραγγελία, ε) το από 23.04.2013 Faχ της εταιρείας ……. προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και στ) την υπ’ αριθμ. …/22.04.2013 βεβαίωση του Υπουργείου Οικονομικών. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.6.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως ……./5.6.2015, αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…….» κατά του ……. ……., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 968/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2017.
