επίσχεση εργασίαςοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2846/2014

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Επίσχεση εργασίας. Απορρίπτει ισχυρισμό περί προσφοράς των δεδουλευμένων και άρσης της υπερημερίας ως απαραδέκτως υποβληθέντα.  Απορρίπτει ισχυρισμό περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας και άρση των συνεπειών της υπερημερίας ως απαραδέκτως υποβληθέντα. Μη νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Τα επικαλούμενα προς επιστήριξή του γεγονότα και αληθή υποτιθέμενα δεν είναι ικανά να οδηγήσουν σε κρίση περί ασκήσεως της αγωγικού δικαιώματος κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του. Δέχεται την αγωγή. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 193.970,26 Ευρώ.

Αριθμός απόφασης 2846/2014

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Χριστόφορο Λινό, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2013, προκειμένου να δικάσει την υπόθεσή μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) …… …… του ……, κατοίκου ……, 2) ……  ……  του …… , κατοίκου ……, 3) …… …… του ……, κατοίκου ……, 4) …… …… του ……, κατοίκου …… και 5) …… …… του …… , κατοίκου …… Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Της εναγομένης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Τζιόλα.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 15 Δεκεμβρίου 2010 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2010, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 23ης Ιανουαρίου 2013 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, γράφηκε δε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την υπό κρίση αγωγή όπως παραδεκτώς διορθώθηκε με τις προτάσεις (άρθρο 224 εδ. β’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου κώδικα), καθώς και με καταχωρηθείσα στα πρακτικά σχετική δήλωση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκαν από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, προκειμένου να παράσχουν την εργασία τους, υπό τις αναγραφόμενες στην αγωγή ειδικότητες και έναντι του αναφερόμενου στο ίδιο δικόγραφο νόμιμου μισθού. Ωστόσο, αν και παρείχαν προσηκόντως την εργασία τους, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη, περί την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών τους, λόγος για τον οποίο προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, αρνηθέντες να παρέχουν στο εξής την εργασία τους, έως ότου ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις τους. Με βάση τα προπαρατιθέμενα περιστατικά, ζητούν να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να καταβάλει, ως αποδοχές επίσχεσης, τα συνολικά ποσά των: α) 42.203,13 ευρώ στον πρώτο, όπως το εν λόγω κονδύλιο παραδεκτώς περιορίστηκε στο ύψος αυτό με τις προτάσεις, καθώς και με σχετική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρο 224 εδ. β’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α του ίδιου κώδικα), β) 57.442,70 ευρώ στον δεύτερο, γ) 23.579,13 ευρώ στον τρίτο, όπως το εν λόγω κονδύλιο παραδεκτώς περιορίστηκε στο ύψος αυτό κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο, δ) 17.000 ευρώ στον τέταρτο και ε) 53.745,30 ευρώ στον πέμπτο, νομιμοτόκως από τότε που καθένα από τα διωκόμενα κονδύλια κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Τέλος, ζητούν την καταδίκη της εναγόμενης στη δικαστική τους δαπάνη. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην (άρθρα 9 εδ. δ’, 14 παρ. 2 και 16 αριθ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τόπο (άρθρο 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) και παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί στο Δικαστήριο αυτό κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 655, 325, 329, 353, 341 παρ. 1, 345 εδ. α’, 346 ΑΚ, 1 ν. 1082/1980, 2 παρ. 1 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, 908 παρ. 1 στοιχ. ε’, 910 αριθ. 4 και 176 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι καθ’ ο μέρος οι απαιτήσεις των πρώτου έως τρίτου και πέμπτου των εναγόντων υπερβαίνουν την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου (βλ. άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ), καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις του (βλ. τα ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……, ……και …… παράβολα αγωγόσημου).

ΙΙ. Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της, αρνείται την αγωγή, ενώ ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο έναρξης της ένδικης επίσχεσης εργασίας είχε προσφέρει στους ενάγοντες τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους, τις οποίες, λόγω άρνησης εκείνων να τις εισπράξουν, κατέθεσε δημοσίως∙ ο ως άνω περί άρσεως των συνεπειών της υπερημερίας της εναγoμένης αυτοτελής ισχυρισμός δεν μπορεί ωστόσο να ληφθεί υπόψη ως απαραδέκτως υποβληθείς μόνο με τις προτάσεις και όχι όπως κατά νόμο απαιτείται, ήτοι με προφορική πρότασή του κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και ταυτόχρονη καταχώρισή του στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005 ΕλλΔνη 2005, 689, ΑΠ 341/2011 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος»). Επιπροσθέτως, η εναγομένη, ομοίως με τις έγγραφες προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι διαρκούσης της ένδικης επίσχεσης εργασίας, κατήγγειλε της εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων∙ και ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο επίσης προβάλλεται η άρση των συνεπειών της υπερημερίας της εναγομένης, υποβληθείς μόνο με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτος για τον ίδιο ως άνω λόγο. Τέλος, παραδεκτώς πλέον, ήτοι με τις προτάσεις της, καθώς και με καταχωρηθείσα στα πρακτικά σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, η εναγομένη διατείνεται ότι η ένδικη επίσχεση εργασίας ασκήθηκε από τους αντιδίκους της κατά κατάχρηση δικαιώματος, δοθέντος ότι προέβησαν σε αυτή την πρώτη μόλις ημέρα μετά τη λήξη του καθεστώτος διαθεσιμότητας, στην οποία τους είχε θέσει πριν τους απολύσει κατά τα ανωτέρω και παρά το γεγονός ότι τους προσκάλεσε να επιστρέψουν στην εργασία τους· ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, με τον οποίο η εναγομένη επιχειρεί να θεμελιώσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού τα επικαλούμενα προς επιστήριξή του γεγονότα και αληθή υποτιθέμενα δεν είναι ικανά να οδηγήσουν σε κρίση περί ασκήσεως της αγωγικού δικαιώματος κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του.

III. Από την προσήκουσα εκτίμηση και στάθμιση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, καθώς και από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των από 9-10-2006, 4-6-2003, 1-10-2000, 1-1-2004 και 17-2-2003 συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία τεχνικών έργων, προκειμένου να παράσχουν την εργασία τους, ως οδηγός οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος και ως χειριστής ο τέταρτος, έναντι των νόμιμων αποδοχών, οι οποίες το δεύτερο εξάμηνο του 2009 ανέρχονταν στα ποσά των 1.334,31, 1.511,65, 1.450,13, 1.700 και 1.414,35 ευρώ μηνιαίως για καθέναν εξ αυτών αντιστοίχως. Εντούτοις, αν και εκτελούσαν με επιμέλεια την εν λόγω εργασία τους, έχοντας υπαχθεί από τις 29-11-2009 και έως τις 31-3-2010 σε καθεστώς διαθεσιμότητας, η αντίδικός τους κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή στους ίδιους των συνεπεία της ανωτέρω υπαγωγής τους μειωμένων κατά το ήμισυ αποδοχών τους, οι οποίες ειδικότερα αντιστοιχούσαν στο διάστημα από τον Ιανουάριο έως και το Μάρτιο του 2010, συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του επιδόματος Πάσχα του 2010, ανέρχονταν δε στα ποσά των 2.335,02, 2.267,47, 2.537,72, 2.975 και 2.475,11 ευρώ για καθέναν εξ αυτών αντιστοίχως. Κατόπιν της προαναφερόμενης εξέλιξης, όλοι οι ενάγοντες, με την από 1-4-2010 εξώδικη δήλωσή τους, την οποία κοινοποίησαν αυθημερόν στην εναγομένη, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, αρνηθέντες να παρέχουν στο εξής την εργασία τους, έως ότου εξοφλούνταν από την εργοδότριά τους, η οποία συνακόλουθα κατέστη υπερήμερη και ως προς τις αποδοχές που ανάγονται στο μετέπειτα διαδραμόντα χρόνο, δηλαδή στο διάστημα από τον Απρίλιο του 2010 έως και τις 31-12-2012, πιθανολογηθείσα ημεροχρονολογία συζήτησης της αγωγής. Επισημαίνεται ότι η μεσολαβήσασα στις 13-5-2010 δια δημόσιας καταβολής εξόφληση των προπαρατεθεισών μειωμένων αποδοχών των εναγόντων, η οποία θα ήρε την υπερημερία της εναγομένης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ως προταθείσα από την τελευταία κατά τρόπο δικονομικά απαράδεκτο (βλ. υπό τη σκέψη II). Ως εκ τούτων, η εναγομένη εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να οφείλει, ως αποδοχές επίσχεσης, τα συνολικά ποσά των: α) 50.703,78 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα (1.334,31 ευρώ x 33 μήνες που περιλαμβάνονται στο διάστημα από τον Απρίλιο του 2010 έως και το Δεκέμβριο του 2012 + 1.334,31 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2010 + 667,15 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2011 + 1.334,31 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2011 + 667,15 ευρώ ως επίδομα άδειας 2011 + 667,15 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2012 + 1.334,31 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2012 + 667,15 ευρώ ως επίδομα άδειας 2012), από το οποίο (ποσό), ωστόσο, θα πρέπει να αφαιρεθούν οι αποδοχές που έλαβε ο εν λόγω διάδικος κατά το διάστημα από 10-3-2012 έως 31-12-2012 από έτερο εργοδότη του, ήτοι 432 ευρώ ως μισθό Μαρτίου 2012, 176,25 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2012, 720 ευρώ ως μισθό Απριλίου 2012, 777,60 ευρώ ως μισθό Μαΐου 2012, 748,80 ευρώ ως μισθό Ιουνίου 2012, 748,80 ευρώ ως μισθό Ιουλίου 2012, 319,30 ευρώ ως επίδομα άδειας 2012, 777,60 ευρώ ως μισθό Αυγούστου 2012, 720 ευρώ ως μισθό Σεπτεμβρίου 2012, 777,60 ευρώ ως μισθό Οκτωβρίου 2012, 748,80 ευρώ ως μισθό Νοεμβρίου 2012, 750 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2012, 55,10 ευρώ ως επίδομα άδειας 2012 και 748,80 ευρώ ως μισθό Δεκεμβρίου 2012, αποδοχές που θα πρέπει να καταλογισθούν στα παρατιθέμενα εντός της ως άνω παρενθέσεως αντίστοιχα κονδύλια, με συνέπεια η υπολειπόμενη απαίτηση εκείνου (εν λόγω διαδίκου) να ανέρχεται στο ποσό των 42.203,13 ευρώ (50.703,78 – 432 – 176,25 – 720 – 777,60 – 748,80 – 748,80 – 319,30 – 777,60 – 720 – 777,60 – 746,80 – 750 – 55,10 – 748,80), β) 57.442,70 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα (1.511,65 ευρώ x 33 μήνες που περιλαμβάνονται στο διάστημα από τον Απρίλιο του 2010 έως και το Δεκέμβριο του 2012 + 1.511,65 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2010 + 755,82 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2011 + 1.511,65 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2011 + 755,82 ευρώ ως επίδομα άδειας 2011 + 755,82 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2012 + 1.511,65 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2012 + 775,82 ευρώ ως επίδομα άδειας 2012), γ) 55.104,94 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα (1.450,13 ευρώ x 33 μήνες που περιλαμβάνονται στο διάστημα από τον Απρίλιο του 2010 έως και το Δεκέμβριο του 2012 + 1.450,13 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2010 + 725,06 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2011 + 1.450,13 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2011 + 725,06 ευρώ ως επίδομα άδειας 2011 + 725,06 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2012 + 1.450,13 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2012 + 725,06 ευρώ ως επίδομα άδειας 2012), από το οποίο (ποσό), ωστόσο, θα πρέπει να αφαιρεθούν οι αποδοχές που έλαβε ο εν λόγω διάδικος κατά το διάστημα από 20-5-2011 έως 31-12-2012 από έτερο εργοδότη του, ήτοι 326,93 ευρώ ως μισθό Μαΐου 2011, 1.066,01 ευρώ ως μισθό Ιουνίου 2011, 1.349,47 ευρώ ως μισθό Ιουλίου 2011, 936,32 ευρώ ως επίδομα άδειας 2011, 1.291,01 ευρώ ως μισθό Αυγούστου 2011, 1,241,29 ευρώ ως μισθό Σεπτεμβρίου 2011, 1.312,02 ευρώ ως μισθό Οκτωβρίου 2011, 1.323,50 ευρώ ως μισθό Νοεμβρίου 2011, 1.305,19 ευρώ ως μισθό Δεκεμβρίου 2011, 1.528,95 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2011, 1.322,90 ευρώ ως μισθό Ιανουαρίου 2012, 1.288,75 ευρώ ως μισθό Φεβρουαρίου 2012, 1.361,56 ευρώ ως μισθό Μαρτίου 2012, 824,80 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2012, 1.562,06 ευρώ ως μισθό Απριλίου 2012, 1.617,42 ευρώ ως μισθό Μαΐου 2012, 1.553,17 ευρώ ως μισθό Ιουνίου 2012, 1.210,43 ευρώ ως μισθό Ιουλίου 2012, 800,02 ευρώ ως επίδομα άδειας 2012, 1.466,74 ευρώ ως μισθό Αυγούστου 2012, 1.367,61 ευρώ ως μισθό Σεπτεμβρίου 2012, 1.312,02 ευρώ ως μισθό Οκτωβρίου 2012, 1.323,50 ευρώ ως μισθό Νοεμβρίου 2012, 1.305,19 ευρώ ως μισθό Δεκεμβρίου 2012 και 1.528,95 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2012, αποδοχές που θα πρέπει να καταλογισθούν στα παρατιθέμενα εντός της ως άνω παρενθέσεως αντίστοιχα κονδύλια, με συνέπεια η υπολειπόμενη απαίτηση εκείνου (εν λόγω διαδίκου) να ανέρχεται στο ποσό των 23.579,13 ευρώ (55.104,94 – 326,93 – 1.066,01 – 1.349,47 – 936,32 – 1.291,01 – 1.241,29 – 1.312,02 + 1.323,50 – 1.305,19 – 1.528,95 – 1.322,90 – 1.288,75 – 1.361,56 – 824,80 – 1.562,06 – 1.617,42 – 1.553,17 – 1.210,43 – 800,02 – 1.466,74 – 1.367,61 – 1.312,02 – 1.323,50 – 1.305,19 – 1.528,95), δ) 17.000 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα (1.700 ευρώ x 9 μήνες που περιλαμβάνονται στο διάστημα από τον Απρίλιο του 2010 έως και το Δεκέμβριο του 2010, ενόψει του πραγματοποιηθέντος περιορισμού του κύριου αγωγικού αιτήματος του εν λόγω διαδίκου στο ανωτέρω διάστημα + 1.700 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2010) και ε) 53.745,30 ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα (1.414,35 ευρώ x 33 μήνες που περιλαμβάνονται στο διάστημα από τον Απρίλιο του 2010 έως και το Δεκέμβριο του 2012 + 1.414,35 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2010 + 707,17 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2011 + 1.414,35 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2011 + 707,17 ευρώ ως επίδομα άδειας 2011 + 707,17 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2012 + 1.414,35 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων 2012 + 707,17 ευρώ ως επίδομα άδειας 2012). Κατ’ ακολουθίαν όλων όσων προεκτέθηκαν, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει: i) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 42.203,13 ευρώ, ii) στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 57.442,70 ευρώ, iii) στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 23.579,13 ευρώ, iν) στον τέταρτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.000 ευρώ και ν) στον πέμπτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 53.745,30 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που τα συγκροτούντα καθένα από τα συνολικά αυτά ποσά επιμέρους κονδύλια κατέστησαν απαιτητά και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη ότι δυνάμει της 150/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε για την εναγομένη το άνοιγμα της προβλεπόμενης από το ν. 3588/2007 διαδικασίας συνδιαλλαγής, με την ίδια δε απόφαση απαγορεύθηκε η άσκηση κάθε διαδικασίας ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης σε βάρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας εκείνης έως την έκδοση απόφασης που θα επικυρώνει ή όχι τη συμφωνία μεταξύ της ανωτέρω διαδίκου και των πιστωτών της ή επί μη επιτεύξεως συμφωνίας μέχρι την έκδοση απόφασης που θα κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής, έως δε και σήμερα από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει η έκδοση των ως άνω αποφάσεων, δεν επιτρέπεται η κήρυξη της παρούσας προσωρινά εκτελεστής και επομένως το αντίστοιχο αίτημα των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων να επιβληθούν, κατ’ ίσα μέρη, σε βάρος της εναγομένης, λόγω της ήττας της στη δίκη αυτή (άρθρο 180 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναλογικά εφαρμοζόμενο), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει: i) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων διακοσίων τριών ευρώ και δεκατριών λεπτών (42.203,13), ii) στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα δύο ευρώ και εβδομήντα λεπτών (57.442,70), iii) στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και δεκατριών λεπτών (23.579,13), iv) στον τέταρτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκαεπτά χιλιάδων (17.000) ευρώ και ν) στον πέμπτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των πενήντα τριών χιλιάδων επτακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και τριάντα λεπτών (53.745,30), νομιμοτόκως από τότε που τα συγκροτούντα καθένα από τα συνολικά αυτά ποσά επιμέρους κονδύλια κατέστησαν απαιτητά και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Καταδικάζει την εναγομένη στην κατ’ ίσα μέρη καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτά χιλιάδων επτακοσίων εξήντα (7.760) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 ΣΕΠ 2014, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies