επίσχεση εργασίαςοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Εφετείο Αθηνών 3931/2017

Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022

Περίληψη: Οι περί άρσεως των συνεπειών της υπερημερίας της εναγομένης αυτοτελείς ισχυρισμοί της είναι απαράδεκτοι, διότι υποβλήθηκαν μόνο με τις προτάσεις και όχι όπως κατά νόμο απαιτείται, ήτοι με προφορική πρότασή τους κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ταυτόχρονη καταχώρισή τους στα πρακτικά. Απορριπτέα ως μη νόμιμη η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, αφού τα επικαλούμενα προς στήριξή της πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Απορρίπτει την έφεση του εργοδότη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που επιδίκασε στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 193.970,26 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

3931/2017

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή: Αικατερίνη Μουμουζιά Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μπριντζίκη

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….», που εδρεύει ……………………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου η πληρεξούσια δικηγόρος της Αναστασία Τζιόλα.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………., κατοίκου …….., 2) ………., κατοίκου ……………, 3) …………………, κατοίκου ………………, 4) ………………, κατοίκου ……………………. και 5) ……………………….., κατοίκου …………………, τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Βλαχόπουλος.

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 15/12/2010 αγωγή τους, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………/……../2010 ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 2846/2014 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 8 Δεκεμβρίου 2014 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/2014.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσίβλητων, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ,

ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση της ηττηθείσας εναγομένης κατά της υπ’ αριθμ. 2846/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική     διαδικασία των εργατικών διαφορών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (άρθρα 495 επ. 511επ ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων της κατά την ίδια διαδικασίας.

Οι ενάγοντες (ήδη εφεσίβλητοι) με την αγωγή τους, την οποία απεύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης (ήδη εκαλούσας) εταιρίας, ισχυρίσθηκαν ότι η τελευταία κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών τους, οφειλομένων σ’ αυτούς δυνάμει των αναφερομένων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι εξαιτίας αυτού προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, εωσότου ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις τους. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει, ως αποδοχές επίσχεσης του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο του 2010 έως τον Δεκέμβριο του 2012, τα συνολικά ποσά των 42.203,13 ευρώ στον πρώτο, 57.442,70 ευρώ στον δεύτερο, 23.579,13 ευρώ στον τρίτο, 17.000 ευρώ στον τέταρτο και 53.745,30 στον πέμπτο, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, νομιμοτόκως δε από τότε που κάθε επί μέρους παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η υπόθεση εκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη με την έφεσή της και παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας να εξαφανισθεί ώστε να απορριφθεί ή αγωγή.

Από τα άρθρα 591 παρ.1β’, 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1 δ’ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου , οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους του αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντεστάσεις, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 2259/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων , αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υποχρέου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. ΑΠ 10/2012, Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 207/2014, ΑΠ 1127/2013, ΑΠ 1103/2013, ΑΠ 37/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες ότι συνδέονται με την εναγομένη εταιρία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η τελευταία κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή των αναφερόμενων δεδουλευμένων αποδοχών τους. Ότι εξαιτίας αυτού προέβησαν την 1-4-2010 σε επίσχεση εργασίας, εωσότου ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις τους. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η αντίδικος τους να τους καταβάλει νομιμοτόκως τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή ποσά στον καθένα, ως αποδοχές επίσχεσης του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο του 2010 έως τον Δεκέμβριο του 2010. Η εναγομένη με τις νομίμως κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγγραφες προτάσεις της ισχυρίσθηκε α) ότι κατά το χρόνο έναρξης της ένδικης επίσχεσης εργασίας είχε προσφέρει στους ενάγοντες τις μέχρι τότε οφειλόμενες αποδοχές τους, τις οποίες, λόγω άρνησης εκείνων να τις εισπράξουν, κατέθεσε δημοσίως, και β) ότι, διαρκούσης της ένδικης επίσχεσης εργασίας, κατήγγειλε τις εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων. Σύμφωνα όμως με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, οι ως άνω περί άρσεως των συνεπειών της υπερημερίας της εναγομένης αυτοτελείς ισχυρισμοί της είναι απαράδεκτοι, διότι υποβλήθηκαν μόνο με τις προτάσεις και όχι όπως κατά νόμο απαιτείται, ήτοι με προφορική πρότασή τους κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ταυτόχρονη καταχώρισή τους στα πρακτικά. Επίσης, η εναγομένη εταιρία με επιγραμματικού περιεχομένου δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αναλύεται με τις προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι η ένδικη επίσχεση εργασίας ασκήθηκε από τους ενάγοντες κατά κατάχρηση δικαιώματος, δοθέντος ότι προέβησαν σε αυτή την πρώτη μόλις ημέρα μετά τη λήξη του καθεστώτος διαθεσιμότητας την 31-3-2010, στην οποία τους είχε θέσει από 1-1-2010, και παρά το γεγονός ότι τους κάλεσε να προσέλθουν στην εργασία τους. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται μη νόμιμος, αφού τα επικαλούμενα προς στήριξή του πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκρινε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγομένη λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται την έφεση τυπικά και την απορρίπτει κατ’ ουσίαν,

Καταδικάζει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 10 Αυγούστου 2017 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies