οφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1008/2012

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Έννοια μισθού. Δήλη ημέρα καταβολής μισθού και επιδομάτων εορτών και αδείας. Υπερημερία εργοδότη. Όταν υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που αυτός πραγματικώς και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να του καταβάλει τις αποδοχές που εκείνος θα λάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και τον νόμο. Εν προκειμένω, ο εργοδότης δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τις μηνιαίες αποδοχές του, παρά το γεγονός ότι ο εκείνος προσέφερε σε αυτόν πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες του, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η οικονομική δυσπραγία της εναγόμενης. Η εναγόμενη πρέπει και να αποδείξει ότι τα περιστατικά, τα οποία την οδήγησαν σε κατάσταση οικονομικής δυσπραγίας, δεν ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα και να αντιμετωπιστούν. Το απορρέον από το άρθρο 656 παρ. 1 ΑΚ δικαίωμα του εργαζόμενου προς λήψη του μισθού του από τον σε υπερημερία περί την αποδοχή της συμφωνηθείσας εργασίας του εργοδότη του, υπόκειται στη ρύθμιση του άρθρου 281 του ΑΚ. Ένσταση εργοδότη περί δόλιας και κακόβουλης αποφυγής ανεύρεσης και παροχής άλλης εργασίας. Στοιχεία του ορισμένου αυτής. Ο εργοδότης πρέπει να αναφέρει την εργασία την οποία μπορούσε ο εργαζόμενος να εκτελέσει ή αυτήν που του προσφέρθηκε και την απέκρουσε, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε. Ένσταση εργοδότη περί έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων. Στοιχεία του ορισμένου αυτής. Απαραίτητος ο προσδιορισμός των λοιπών επαγγελματικών δραστηριοτήτων του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές. Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημίωσης για εκτός έδρας διανυκτέρευση. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 12.521,46 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 1008/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Άννα Γαραντζιώτη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Σοφία Κόντη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………….., κατοίκου ………….. Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου Βασιλικής Λύτρα.

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 27-5-2010 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …………../2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………../2010, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μισθός, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 655 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 648 και 649 του ιδίου Κώδικα και 1 και 95 της ΔΣΕ, που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, είναι κάθε παροχή την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Ως νόμιμος μισθός θεωρείται, όχι μόνο ο βασικός μισθός ή το ημερομίσθιο που προβλέπεται από την οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση, κλπ, αλλά και τα κάθε είδους επιδόματα, τα οποία προβλέπονται επίσης από συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση κλπ., διότι θεωρούνται και αυτά ότι αποτελούν τμήμα από τις αποδοχές του εργαζομένου, εκτός εάν υπάρχει σχετική διάταξη που να αποκλείει ρητά τον υπολογισμό τους. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 655 εδ. α’ και β’ ΑΚ, 1 § 2 του Ν. 1082/1980, 10 § 1 της ΥΑ 19040/1981, 3 § 8, 4 § 1 του α.ν. 539/1946, όπως συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 1 § 3 του ν.δ. 4547/1966 και 3 § 15 του ν.δ. 4504/1966, προκύπτει αφενός ότι στη σύμβαση εργασίας, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, στο τέλος καθενός από αυτά, σε κάθε περίπτωση δε μόλις λήξει η σύμβαση, γίνεται απαιτητός ο μισθός που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη, αφετέρου δε ότι τα επιδόματα εορτών καταβάλλονται το αργότερο στις 30 Απριλίου (το επίδομα Πάσχα) και 31 Δεκεμβρίου (το επίδομα Χριστουγέννων) κάθε έτους, ενώ οι αποδοχές και το επίδομα της άδειας προκαταβάλλονται κατά την έναρξη άδειας, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει, ακόμη και αν δεν υποβληθεί σχετική αίτηση από τον μισθωτό, πριν από τη λήξη του οικείου ημερολογιακού έτους. Με τις παραπάνω διατάξεις ορίζεται σαφώς δήλη ημέρα πληρωμής όχι μόνο του μισθού (το τέλος του μήνα για τον υπολογιζόμενο κατά μήνα μισθό και σε κάθε περίπτωση ο χρόνος λήξης της σύμβασης εργασίας) αλλά και των επιδομάτων εορτών (το αργότερο μέχρι τις 30 Απριλίου και 31 Δεκεμβρίου) και, συνεπώς, με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, ο εργοδότης γίνεται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 του ΑΚ [ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕΕργΔ 61(2002).1478=ΝοΒ 2003.859 βλ περαιτέρω, πάγια νομολογία, ΑΠ 350/2004 ΕλΔ 46(2005).1480, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 63(2004).856=ΝοΒ 2005.254, ΑΠ 1341/2002 ΕλΔ 44(2003).253, ΑΠ 1682/2001 ΕλΔ 42(2001).1308], Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του ότι, δυνάμει της από 14-5-2009 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε από την εναγόμενη, προκειμένου να εργαστεί ως ιπτάμενος φροντιστής, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.230,00 ευρώ, πλέον ποσού 50,00 ευρώ για διανυκτέρευση εκτός έδρας. Ότι η εναγόμενη δεν του έχει καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς μηνών Νοεμβρίου 2009 έως Ιουνίου 2010, επιδόματα, εορτών Χριστουγέννων 2009, Πάσχα 2010 και επίδομα αδείας 2009, καθώς και αποζημίωση για την εκτός έδρας διανυκτέρευση μηνός Οκτωβρίου 2009. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, το συνολικό ποσό των 12.597,13 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (δήλη ημέρα, άρθρα 341, 345 και 655 εδ. α’ ΑΚ), άλλως και επικουρικώς από την επίδοση της αγωγής του και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης τα δικαστικά έξοδά του. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται, καθ’ ύλη και κατά τόπο, ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ) και είναι πλήρως, ορισμένη (άρθρο 216 ΚΠολΔ) και νόμιμη, ερειδόμενη στις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ., 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 176, 190, 191 αρ. 2, 907 και 908 αρ. 1 εδ. ε’ ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου μετά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων (βλ το υπ’ άριθμ. ……….. – σειράς Α’ παράβολο αγωγοσήμου με τα επ’αυτού επικολληθέντα ένσημα υπερ ΕΤΑΑ – ΤΥ -ΠΔΑ, ΤΝ).

Επειδή, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, όταν ο εργοδότης είναι υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή όταν, για λόγους, που αφορούν αυτόν και δεν οφείλονται σε ανώτερα βία, αδυνατεί να δεχθεί την εργασία, ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει τον μισθό του, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προσφέρει την εργασία του σε άλλον χρόνο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 349 και 350 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σ’ αυτόν (μισθωτό). Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη, να καταβάλει τον μισθό υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας του να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχείρησης και εκμετάλλευσής του. Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανωτέρα βία. Ανώτερη βία με τη συνδρομή της οποίας ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενο κατά το άρθρο 656 του ΑΚ συνιστά κάθε απρόβλεπτο και τυχαίο γεγονός, που δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 868/2010, ΑΠ 1587/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ). Με βάση τα παραπάνω, ανώτερη βία δεν συντρέχει στην περίπτωση που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά, ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και συνεπώς να αντιμετωπιστούν μεταξύ άλλων και με έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 868/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ). Το από το άρθρο 656 παρ. 1 ΑΚ, όμως, δικαίωμα του εργαζομένου προς λήψη του μισθού του από τον σε υπερημερία περί την αποδοχή της συμφωνηθείσας εργασίας του εργοδότη του, υπόκειται στη ρύθμιση του άρθρου 281 του ΑΚ, κατά το οποίο απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, τέτοια δε περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εργαζομένου προς λήψη του μισθού του, υπάρχει, όταν αυτός, για να λάβει το μισθό του, χωρίς να εργασθεί, ηθελημένα παραμένει άνεργος επί μακρό χρόνο, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την ανεύρεση εργασίας, την οποία δύναται ευχερώς να ανεύρει και να παράσχει σε άλλον εργοδότη. Προς στοιχειοθέτηση της σχετικής ένστασης του εναγομένου εργοδότη, πρέπει αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι δολίως και κακοβούλως ο μισθωτός απέκρουσε προσφερθείσα σ’ αυτόν, καθ’ όν χρόνον αιτείται μισθούς υπερημερίας, εργασία του αυτού είδους προς εκείνη, την οποία προσέφερε στον ίδιο εργοδότη και με τις ίδιες αποδοχές. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του, και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι, όμως, ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία, την οποία αυτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 142/2007 ΝοΒ 2007.690, ΔΕΕ 2007.1231, Α.Π. 157/20.04 ΔΕΕ 2006.310, ΕφΑθ 529/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το άρθρο 656 ΑΚ συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως, και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που αυτός πραγματικώς και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο (Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.), εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Από τις αποδοχές, όμως, αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που απεκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από τη χρησιμοποίηση του χρόνου του, που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος, είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια. Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια, που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη προερχόμενη από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε από τη δραστηριότητα αυτού, ως ελεύθερου επαγγελματία, εφόσον, όμως, η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθ. 677, 679, 591§1 β’, 666§1, 115§3 και 256§1δ’ ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στην οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά, που είναι απαραίτητα και για το ορισμένο αυτών, περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις τους (ΑΠ 221/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ). Η εναγόμενη εταιρεία, με τις προτάσεις της και με δήλωσή της στο ακροατήριο, καταχωρηθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αρνήθηκε την αγωγή και, περαιτέρω, πρότεινε τον ισχυρισμό [που συνιστά ένσταση κατ’ άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) περί καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, για το λόγο ότι η εναγόμενη έχει παύσει τις εργασίες της από το Μάρτιο του 2010 και ότι ο ίδιος καταχρηστικά δεν αναζήτησε αλλού εργασία, ενώ είχε αυτή τη δυνατότητα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις έγγραφες προτάσεις της. Η εν λόγω ένσταση είναι, με βάση τα εκτιθέμενα ανωτέρω, απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, καθόσον η εναγόμενη δεν αναφέρει την εργασία, την οποία ο ενάγων μπορούσε να εκτελέσει, τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε. Επίσης πρότεινε τον ισχυρισμό (που συνιστά ένσταση) ότι ο ενάγων αποκόμισε ωφέλεια από τη ματαίωση της εργασίας του και την αξιοποίησή της σε άλλο εργοδότη. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ωσαύτως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται η επαγγελματική δραστηριότητα, που φέρεται να ασκούσε ο ενάγων, ούτε οι συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από αυτή. Τέλος, η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση χώρησε άτυπη καταγγελία για σπουδαίο λόγο της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος λόγω μεταβολής της περιουσιακής κατάστασής της, που συνιστά ανωτέρα βία. Ο εν λόγω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενος, καθώς η εναγόμενη δεν επικαλείται ότι προέβη σε καταγγελία για σπουδαίο λόγο της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ώστε το Δικαστήριο εξετάσει αν η επικαλούμενη οικονομική της δυσπραγία συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ήτοι των ……….. και ……….., που δόθηκαν νομίμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε, δυνάμει της από 14-5-2009 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγόμενη αεροπορική εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη, προκειμένου να εργαστεί ως ιπτάμενος φροντιστής, αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.230,00 ευρώ, πλέον ποσού 50,00 ευρώ για εκτός έδρας διανυκτέρευση. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εναγόμενη από τον Νοέμβριο του έτους 2009 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2010 δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τις μηνιαίες αποδοχές του, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος προσέφερε σε αυτήν πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες του, χωρίς για το λόγο τούτο να ασκεί έννομη επιρροή η οικονομική δυσπραγία της εναγόμενης, καθώς η εναγόμενη δεν επικαλείται την ύπαρξη απρόβλεπτου και τυχαίου γεγονός, που δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, παρά μόνο τη διεθνή οικονομική κρίση. Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος και ως αναπόδεικτος, καθόσον δεν προσκομίζονται στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης. Το Δικαστήριο δεν άγεται σε διαφορετική κρίση από τη θέση της σε αδράνεια, καθόσον η εναγόμενη πρέπει και να αποδείξει ότι τα περιστατικά, τα οποία την οδήγησαν σε κατάσταση οικονομικής δυσπραγίας, δεν ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα και να αντιμετωπιστούν. Ειδικότερα, η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Νοεμβρίου 2009 έως Ιουνίου 2010 το συνολικό ποσό των 9.840,00 ευρώ (1.230,00 X 8 μήνες), για εκτός έδρας διανυκτέρευση μηνός Οκτωβρίου 2009 το συνολικό ποσό των 250,00 ευρώ (5 διανυκτερεύσεις στη Θεσσαλονίκη για το χρονικό διάστημα από 1 έως 5 Οκτωβρίου 2009 X 50,00 ευρώ), για επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων 2009 (αναλογία αυτού) το ποσό των 1.201,46 ευρώ [1-5-2009 έως 31-8-2009 = 12,21 δεκαεννεαήμερα X 98,40 (1.230,00 : 25 X 2), χωρίς συνυπολογισμό της προσαύξησης με την αναλογία του επιδόματος αδείας, διότι δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα], για επίδομα αδείας 2009 το ποσό των 615,00 ευρώ (1.230,00 X ½) και για επίδομα (δώρο) Πάσχα 2010 το ποσό των 615,00 ευρώ (1.230,00 X ½). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 12.521,46 ευρώ, νομιμοτόκως για τους δεδουλευμένους μισθούς του από την πρώτη του επομένου μηνός, εντός του οποίου έκαστος μηνιαίος μισθός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός και μέχρι την πλήρη εξόφληση, το επίδομα εορτών (δώρο) Χριστουγέννων 2009 και το επίδομα αδείας 2009, από την 1η-1-2010 και μέχρι την πλήρη εξόφληση και το επίδομα εορτών (δώρο) Πάσχα 2010 από την 1η-5-2010 και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχτηκαν εξαιρετικοί λόγοι, από το γεγονός ότι ο ενάγων είναι μισθοσυντήρητος και εξαρτώμενος αποκλειστικά από τα εισοδήματα της παρεχόμενης εργασίας του και ότι, επομένως, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί μερικώς προσωρινά εκτελεστή, κατ’ αποδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος του ενάγοντος, ως και ουσιαστικά βάσιμου, λόγω και της φύσεως των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων [άρθρα 908 παρ. 1 εδ. α’ και περ. ε’ ΚΠολΔ], σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν αιτήματός του, σε βάρος της εναγόμενης στο σύνολό τους, διότι το μέρος κατά το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή είναι ελάχιστο και ο ενάγων δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα (άρθρο 178 παρ. 2 περ. α’ ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι ενός ευρώ και σαράντα έξι λεπτών (12.521,46), νομιμοτόκως για τους δεδουλευμένους μισθούς από την πρώτη του επομένου μηνός, εντός του οποίου έκαστος μηνιαίος μισθός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός και μέχρι την πλήρη εξόφληση, για το επίδομα εορτών (δώρο) Χριστουγέννων 2009 και το επίδομα αδείας 2009, από την 1η-1-2010 και μέχρι την πλήρη εξόφληση και για το επίδομα εορτών (δώρο) Πάσχα 2009 από την 1η-5-2010 και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση μερικά προσωρινά εκτελεστή, για το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 28-5-2012

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies