Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Εφόσον η αγωγή περιέχει αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, οι λόγοι που επικαλείται ο εργοδότης προς απόδειξη του ότι χώρησε έγκυρη καταγγελία και λύθηκε έτσι η σύμβαση εργασίας, αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, με συνέπεια, αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, την απόρριψη της αγωγής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθορισθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας. Αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του μισθωτού, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται κατ’ εύλογη κρίση από το δικαστήριο. Η εναγόμενη, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από λόγους εκδίκησης, επειδή ο ενάγων διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του και προσφεύγοντας στην επιθεώρηση εργασίας, με αποτέλεσμα η απόλυσή του να είναι άκυρη και να του οφείλονται έκτοτε μισθοί υπερημερίας. Προσβλήθηκε η προσωπικότητά του συνεπώς δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αναγνωρίζει τη νομιμότητα της επίσχεσης. Αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 19.004,72 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 1650/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντία Αθ. Κιούση, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου του έτους 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ – ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……. ……. του ……., κατοίκου ……. Αττικής (οδός ……. αρ. …) με ΑΦΜ ……., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημήτριου Βλαχόπουλου του Γεωργίου – Μιχαήλ, κατοίκου Αθηνών (οδός 28ης Οκτωβρίου αρ.95), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ – ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…….», και διακριτικό τίτλο «…….», που εδρεύει στη ……. Αττικής (οδός ……. αρ….), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 21-06-2013 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …/25-06-2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/25-06-2013, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 05-12-2013, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο στις 15-12-2014, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο στις 17-09-2015, οπότε ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των εθνικών εκλογών της 20ης-09-2015. Ήδη, ο ενάγων με την από 18-09-2015 κλήση του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …./25-09-2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/25-09-2015, επαναφέρει την αγωγή του προς συζήτηση, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο στις 21-03-2016, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές και στα πρακτικά, ενώ η εναγομένη δεν εκπροσωπήθηκε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την με αριθ. …/10-12-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, που προσκομίζει ο ενάγων, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης – κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση, προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 21ης-03-2016, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγομένη, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όμως, καίτοι κατά τα ανωτέρω η τελευταία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.δ ΚΠολΔ, νέα κλήση των διαδίκων για εμφάνιση στην μετά από την αναβολή [νέα] συζήτηση δεν απαιτείται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων [βλ.ΑΠ 653/1992 Δνη 1994.89]. Ωστόσο, το δικαστήριο θα προχωρήσει τη διαδικασία σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι [άρθρο 672 του ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν τη κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, λόγω του χρόνου κατάθεσης της υπό κρίσης κλήσης και της από 05-12-2014 αγωγής που επαναφέρεται, ήτοι στις 30-09-2015 και 15-01-2015, αντίστοιχα].

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν υπό την επίκληση από τον εργοδότη λόγων που δικαιολογούν την καταγγελία, υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα αυτού, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της καταγγελίας. Η καταγγελία, όμως, δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου καθώς και όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους – που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος – εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δε δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως, λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (AΠ 102/2017, ΕφΘεσσ 502/2018 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), Περαιτέρω, επί αγωγής που έχει ως αυτοτελές αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, πρέπει κατά το άρθρ. 216 του ΚΠοΛΔ για το ορισμένο αυτής να εκτίθενται στο δικόγραφό της με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα. Έτσι, στο δικόγραφο της αγωγής στην οποία ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως προβάλλεται η καταχρηστική εκ μέρους του εργοδότη άσκηση του σχετικού δικαιώματος του, πρέπει να διαλαμβάνονται περιστατικά από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά όρια του άρθρ. 281 του ΑΚ (ΑΠ 412/2017, ΑΠ 400/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 50/2011, ΑΠ 84/2011 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εάν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, κατ’ άρθρον 70 ΚΠολΔ, τότε οφείλει να εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα στο αγωγικό δικόγραφο τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της σχετικής βάσης της αγωγής που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα, χωρίς να είναι δυνατή η μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του συγκεκριμένου ισχυρισμού με τις προτάσεις που κατατίθενται επί της έδρας και κατά μείζονα λόγο με την προσθήκη των προτάσεων ή ενώπιον του Εφετείου και δη δια της επίκλησης νέων λόγων ακυρότητας ή δια της προσθήκης διαφορετικών πραγματικών περιστατικών σε σχέση με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, έστω και αν αυτά εμπίπτουν στον ίδιο λόγο ακυρότητας, διότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, που απαγορεύει τη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (βλ. ΑΠ 179/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ,, ΑΠ 460/2013 ΔΕΕ 2014,267, ΑΠ 1323/2010, ΑΠ 624/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, εφόσον η αγωγή περιέχει αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, οι λόγοι που επικαλείται ο εργοδότης προς απόδειξη του ότι εχώρησε έγκυρη καταγγελία και λύθηκε έτσι η σύμβαση εργασίας, αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της. αγωγής και όχι ένσταση (ΕφΛαμ 14/2013, ΕφΘεσσ 1314/1997 T.N.Π. ΝΟΜΟΣ), με συνέπεια, αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, την απόρριψη της αγωγής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθορισθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας (ΑΠ 460/2013 ΔΕΕ 2014,267). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914, 932 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του μισθωτού, ήτοι μείωσης της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση ή που συνιστούν αδικοπραξία, περίπτωση που συντρέχει επί καταχρηστικής καταγγελίας, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται κατ’ εύλογη κρίση από το δικαστήριο (ΑΠ 22/2014, ΑΠ 282/2009, ΕφΠειρ 146/2014, ΜΠρΘεσσ 8309/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Ο ενάγων ιστορεί στην από 21-06-2013 αγωγή του (που επαναφέρεται με την υπό κρίση αίτηση – κλήση) ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 11-06-2012, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος με την ειδικότητα του ψυκτικού, με βάση το νόμιμο καθεστώς εργασίας και αντί μηνιαίων μικτών αποδοχών ύψους 1.210,00 ευρώ. Ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη, υπό την αυτή ειδικότητα μέχρι τις 29-03-2013, οπότε η τελευταία κατήγγειλε την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του. Ότι ενώ παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του η εναγομένη δεν του κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές του και προέβη σε εξώδικη όχλησή της στις 06-12-2012 για την καταβολή τους. Ότι η εναγομένη εξακολουθούσε την αντισυμβατική της συμπεριφορά με αποτέλεσμα ο ενάγων να ασκήσει στις 13-02-2013 το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του και να προσφύγει στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ……). Ότι την προηγούμενη ημέρα της συζήτησης της εργατικής διαφοράς του ενάγοντος, ήτοι στις 28-03-2013, η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της υπέγραψε ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ανέλαβε να εξοφλήσει μέρος των οφειλόμενων τότε αποδοχών της τάξης του 40 % . Ότι από την ημέρα εκείνη διέκοψε την επίσχεση ο ενάγων και στις 29-03-2013 εμφανίστηκε στην Επιθεώρηση εργασίας και ανακάλεσε την αίτησή του για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς. Ότι αν και προσήλθε στην υπηρεσία του την ίδια ημέρα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης τον εκδίωξε, καλώντας να φύγει από την εργασία του και του παρέδωσε το έγγραφο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Ότι προσέφυγε εκ νέου στην Επιθεώρηση εργασίας για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων του και για την ακυρότητα της απόλυσής του. Ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του πάσχει ακυρότητας διότι έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του ενάγοντος και συγκεκριμένα επειδή είχε ασκήσει το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 13-02-2013 και επειδή προσέφυγε την ίδια ημέρα στην Επιθεώρηση εργασίας για την επίλυση της διαφοράς. Ότι η εναγομένη, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας του με τρόπο καταχρηστικό και μη αποδεχόμενη την προσηκόντως προσφερθείσα εργασία του, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας με αποτέλεσμα να του οφείλει τις αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 14-02-2013 έως 13-02-2014. Ότι λόγω των αναφερομένων στην αγωγή συνθηκών της απόλυσής του, υπέστη (ο ενάγων) ηθική βλάβη διότι προσβλήθηκε η προσωπικότητά του ως εργαζομένου και για τον λόγο αυτό ζητεί την αποκατάσταση της ηβικής του βλάβης. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζητεί, επί τη βάσει της εργασιακής του σχέσης, i) να αναγνωριστεί η νομιμότητα του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας του που άσκησε στις 13-02-2013, ii) να αναγνωρισθεί ότι η από 29-03-2013 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη, iii) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με την απειλή χρηματικής ποινής 500,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί στην εκδοθησόμενη απόφαση, επικουρικώς σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι έχει λυθεί η σύμβαση εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή για την περίπτωση αρνήσεώς της, iν) να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 23.004,72 ευρώ, ήτοι: α) 1.468,06 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα Πάσχα, β) 16.536,66 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας (το οποίο προϋποθέτει την διάγνωση της ακυρότητας της καταγγελίας) για το χρονικό διάστημα από 14-02-2013 έως 13-02-2014 και γ) 5.000,00 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και όλα τα ως άνω επιμέρους αγωγικά κονδύλια με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της δήλης ημέρας (άρθρα 655, 341, 345 ΑΚ), κατά την οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, άλλως και επικουρικώς από της επιδόσεως της αγωγής του και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητεί να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδά του. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προκειμένου συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 8, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2 και 664 ΚΠολΔ), το οποίο δικάζει κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν λόγω του χρόνου κατάθεσης της αγωγής) και είναι ορισμένη (άρθρο 216 ΚΠολΔ) και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας καθώς και σε αυτές των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648 επ., 649, 652, 653, 655 και 669 του ΑΚ (δεδουλευμένα, μισθούς υπερημερίας και ηθική βλάβη), 656 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το καταλαμβάνον και εκκρεμείς υποθέσεις άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (βλ. άρθρο 98 παρ. 1 του εν λόγω νόμου), 1 επ. α.ν. 539/1945, άρθρο 12 π.δ/τος 88/1999, άρθρο 3 παρ. 16 ν. 4504/1966 (για τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας), 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980 και άρθρο 1 της κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980 εκδοθείσας ΥΑ 19040/1981 (για τα επιδόματα εορτών), και των άρθρων 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, 907, 908, 946 και 176 του ΚΠολΔ (ως προς τα παρεπόμενα αιτήματα). Σημειώνεται, εξάλλου, ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, και δη κατά το κεφάλαιο της (αγωγής), που αφορά στην προσβολή του κύρους της καταγγελίας και την καταβολή μισθών υπερημερίας, δεδομένου ότι, με επικαλούμενο από τον ενάγοντα ως χρόνο ακύρου καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως του την 29-03-2013, η επίδοση της αγωγής στην εναγόμενη (με την οποία ολοκληρώθηκε, κατ’ άρθρον 215 αρ. 1 ΚΠολΔ, η άσκηση της) έλαβε χώρα στις 26-06-2013, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αρ. …./26-06-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη. Η αγωγή αυτή κατά τη δικάσιμο που προσδιορίστηκε στις 17-09-2015, ματαιώθηκε και επαναφέρεται με την από 18-09-2015 υπό κρίση αίτηση – κλήση, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 10-12-2015, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αρ. …./10-12-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό αντικείμενο της οποίας έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ το με κωδικό ……….. e-παράβολο).

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος του ενάγοντος, …… …… του ……, η οποία δόθηκε στο ακροατήριο και περιέχεται στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η οποία εκτιμάται χωριστά και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας του, από όλα τα έγγραφα που η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), από τις υπ’ αριθ. …./02-12-2013 και …./02-12-2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, ήτοι του …… …… του …… και …… …… του ……, αντιστοίχως, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες ελήφθησαν νομίμως, ήτοι προ 24ώρης κλήτευσης της εναγομένης [άρθρο 671 ΚΠολΔ], όπως αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 21-06-2013 αγωγή του ενάγοντος, σε συνδυασμό με την με αρ. …./26-06-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη αποτελεί βιομηχανία παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών και μέσα στα πλαίσια της δραστηριότητάς της προσέλαβε τον ενάγοντα στις 11 Ιουνίου 2012, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του ψυκτικού, απασχολούμενος σε, πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο, έναντι μηνιαίου μισθού, ύψους 1.210,00 Ευρώ. Τα καθήκοντα του ήταν η συντήρηση των κλιματιστικών μονάδων σε κτιριακές εγκαταστάσεις πελατών της εναγομένης. Από την έναρξη της εργασιακής σχέσης η εναγομένη καθυστερούσε συστηματικά να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του και εξ αυτού του λόγου ο ενάγων της επέδωσε στις 6 Δεκεμβρίου 2012 την, από 5 Δεκεμβρίου 2012, «εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωσή» του (υπ’ αριθμ. ….6-12-2012, έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), στην οποία εξέθετε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του, συνολικού ύψους, κατά τον χρόνο εκείνο, 4.850,00 Ευρώ. Περαιτέρω, η εναγομένη ουδέν έπραξε για την ικανοποίηση του αιτήματος που και εξωδίκως της εξέφρασε ο ενάγων, με περαιτέρω συνέχεια να ασκήσει ο ενάγων στις 13-02-2013 το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του, δυνάμει της από 13 Φεβρουαρίου 2013, «εξώδικης διαμαρτυρίας και δήλωσής» του (υπ’ αριθμ. ….13-2-2013, έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη). Επιπλέον, την ίδια ημέρα προσέφυγε και στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ……) και υπέβαλε έγγραφη αίτηση για την διενέργεια εργατικής διαφοράς. Όπως, αποδείχθηκε η εναγομένη, προφανώς θορυβούμενη από την προηγηθείσα επίσχεση εργασίας του ενάγοντος και την προσφυγή του στην Επιθεώρηση εργασίας και προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες μιας εργατικής διαφοράς ενώπιον της ανωτέρω υπηρεσίας, συνέταξε και υπέγραψε με τον ενάγοντα την παραμονή της ημερομηνίας της συζήτησης της εργατικής διαφοράς, ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης ρύθμισης της διαφοράς, δυνάμει του οποίου αναγνώρισε τη νομιμότητα και το κύρος της επίσχεσης και κατέβαλε ένα μέρος των οφειλομένων μέχρι τότε αποδοχών, της τάξης του 40% (υποχρεούμενη να εξοφλήσει το υπόλοιπο σε πέντε (5) ισόποσες δόσεις). Την ίδια μέρα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διέκοψε την επίσχεση εργασίας του, ενώ το πρωί της επομένης ημέρας (29ης Μαρτίου 2013) εμφανίστηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, προκειμένου να δηλώσει ότι είχε ήδη επιτευχθεί ρύθμιση της υπόθεσης και να ανακαλέσει την αίτησή του για διενέργεια εργατικής διαφοράς. Στη συνέχεια, ο ενάγων προσήλθε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης προκειμένου ν’ αναλάβει εργασία, πλην όμως ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του και του είπε να φύγει δίνοντάς του το έγγραφο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Μάλιστα, την ίδια συμπεριφορά και για λόγους εκδίκησης η εναγόμενη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας και άλλων συναδέλφων του ενάγοντος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει, ότι η εναγόμενη, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από λόγους εκδίκησης, επειδή ο ενάγων διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του και προσφεύγοντας στην επιθεώρηση εργασίας, με αποτέλεσμα η απόλυσή του να είναι άκυρη και να του οφείλονται έκτοτε μισθοί υπερημερίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη νομική σκέψη. Επιπροσθέτως, από τα παραπάνω περιστατικά, καθίσταται πρόδηλο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., δεδομένου ότι υπερβαίνει καταδήλως τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος. Κρίνονται δε βάσιμοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του οφείλεται στην προηγούμενη συμπεριφορά του, ήτοι στη διεκδίκηση των δεδουλευμένων του, διότι αποδείχθηκε ότι η διεκδίκηση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός της απόλυσης, καθώς δεν μεσολάβησε εύλογο χρονικό διάστημα που λειτούργησε ομαλώς η σύμβαση εργασίας της μέχρι την καταγγελία της. Όπως δεν αμφισβητήθηκε, οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο μήνα πλήρους απασχολήσεώς του στην εναγόμενη ανέρχονταν στο ποσό των 1.210,00 ευρώ. Συνεπώς, δικαιούται, ο ενάγων για το χρονικό διάστημα από 14-02-2013 έως 14-02-2014 (όπου ο πρώτος 1 ½ μήνας αποτελεί αποδοχές υπερημερίας λόγω επισχέσεως της εργασίας του), για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 14.520,00 Ευρώ (12 μήνες χ 1.210,00 €), ως και τις παροχές, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα λάμβανε για επιδόματα εορτών, ήτοι: α] για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2013: 478,96 Ευρώ (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 14/2/2013 έως 30/4/2013, εκ 48,40 € έκαστο [1.210,00 / 25]: 48,40€ X 9,50 οκταήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος άδειας [1,04166] = 478,96€), β) για επίδομα Χριστουγέννων 2013: 1.260,41 € (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.210,00€ X 1,04166 = 1.260,41€], γ) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2014: 277,29 € (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 1/1/2014 έως 13/2/2014, εκ 48,40 € έκαστο: 48,40€ χ 5,50 οκταήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 277,29€) και συνολικά το ποσό των 16.536,66 Ευρώ, νομίμως εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής (όπως ζητεί ο ενάγων) και μέχρι την εξόφληση. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα Πάσχα, μετ’ αφαίρεση του ποσού των 2.056,70 Ευρώ (μικτές αποδοχές) που του κατέβαλε στις 28/03/2013 κατά την υπογραφή του άνω συμφωνητικού, τα ακόλουθα ποσά: α) 658,37 € για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουάριου 2013, β) 532,40 € για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουάριου 2013 (11 ημερομίσθια χ 48,40 €) και γ) 277,29 € για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2013 (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 1/1/2013 έως 13/2/2013, εκ 48,40€ έκαστο: 48,40€ X 5,50 οκταήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 277,29€), ήτοι συνολικά το ποσό των 1.468,06 Ευρώ. Ακολούθως, υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος (συνυφασμένη με την προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος που δεν ήταν αρεστή στην εναγομένη), το Δικαστήριο κρίνει ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα και η επαγγελματική τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, συνεκτιμώμενου ιδιαίτερα του γεγονότος ότι ο ενάγων αν και εργάστηκε μικρό σχεδόν διάστημα στην εναγομένη με καλή την πίστη εργαζόταν από την πρώτη στιγμή χωρίς να πληρώνεται εμπρόθεσμα. Συνεπώς, δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την παράνομη και υπαίτια αυτή προσβολή της προσωπικότητάς του, το ποσό των 1.000,00 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο (ΑΚ 932), σύμφωνα με τις συνθήκες της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, τη συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει μερικώς δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, και (α) να αναγνωριστεί η νομιμότητα της από 13-02-2013 επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος, (β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 29-03-2013 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος εκ μέρους της εναγόμενης εταιρίας και να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος στη θέση που κατείχε πριν την απόλυσή του επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού εκατό ευρώ (100,00€) για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί στην υποχρέωσή της αυτή, (γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών του ευρώ [19.004,72 € = 16.536,66€ + 1.468,06 €+ 1.000,00€], για τις ανωτέρω αιτίες, νομιμοτόκως από την επομένη της δήλης ημέρας κατά την οποία ήταν απαιτητό έκαστο επί μέρους κονδύλιο και συγκεκριμένα από την τελευταία ημέρα εκάστου μήνα που έπρεπε να καταβληθούν τα ανωτέρω κονδύλια κατ’ άρθρο 341 ΑΚ, και για: α) τις δεδουλευμένες αποδοχές από το τέλος κάθε μήνα που αφορούν (κατ’ άρθ.655 ΑΚ, αφού δεν αποδείχθηκε αντίθετη συμφωνία), β) το Δώρο Χριστουγέννων από την 31η Δεκεμβρίου του έτους που αφορούν, γ) το επίδομα αδείας και την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας από το τέλος του έτους που αφορούν και δ) το Δώρο Πάσχα από την 30 Απριλίου 2013. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης να προκληθεί σημαντική ζημιά στον ενάγοντα, εφόσον αποδείχτηκε ότι είναι μισθοσυντήρητος και εξαρτώμενος αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της παρεχόμενης εξαρτημένης εργασίας του. Γι’ αυτό, πρέπει η απόφαση αυτή να κηρυχθεί ολικώς προσωρινά εκτελεστή, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων ως εργατικών απαιτήσεων και εφόσον οι μισθοί υπερημερίας εμπίπτουν στο εύρος της διάταξης του άρθρου 910 αρ.4 ΚΠολΔ [άρθρα 908 παρ.1 εδ. α’ και περ. ε’ και 910 αρ.4 ΚΠολΔ]. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος πρέπει να επιβληθεί, κατόπιν  αιτήματός του, κατά το λόγο της νίκης και ήττας των διαδίκων, σε βάρος της εναγόμενης εταιρίας [άρθρα 178 αρ.1, 189 αρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, άρθρα 100, 107 και 109 του ΚωδΔικ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για τους ερήμην δικασθέντες, σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από αυτούς κατά της παρούσας αποφάσεως (άρθρα 673, 591, 501, 502 παρ.1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγομένης.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων ενενήντα ευρώ [290,00€] για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την εναγομένη κατά της απόφασης αυτής.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την νομιμότητα της από 13-02-2013 επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 29-03-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος στη θέση που κατείχε πριν την απόλυσή του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού εκατό ευρώ (100,00€) για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί στην υποχρέωσή της αυτή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών του ευρώ [19.004,72 €), με τον νόμιμο τόκο σύμφωνα με τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ολικώς προσωρινά εκτελεστή, ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, κατά κεφάλαιο και τόκους.

ΕΠΙΒΑΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν πενήντα ευρώ [1.150,00€].

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου του έτους 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies