απόλυσηοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 122/2018

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Δεδουλευμένες αποδοχές. Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω μη καταβολής αποζημίωσης. Μισθοί υπερημερίας. Πτώχευση. Δικαστική αναστολή ατομικών διώξεων. Κάθε αγωγή ή έφεση κατά του πτωχεύσαντος απορρίπτεται ακόμα και αυτεπαγγέλτως. Διάκριση από απαγόρευση πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης. Εξόφληση. Περιεχόμενο ένστασης. Πρέπει να αναφέρεται το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Προϋποθέσεις παραδεκτής προβολής ισχυρισμών για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη. Επιδικάζει στις εργαζόμενες το συνολικό ποσό των 52.527,38 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ

ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης 122/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Νίκη Ζυγογιάννη, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 13-3-2017, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1) ……….., κατοίκου Αθηνών και 2) ………….., κατοίκου Αθηνών, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βλαχόπουλο.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….» και το διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στην ………. Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Γκαϊντατζή.

Οι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 18-3-2016 αγωγή τους, που κατατέθηκε νομίμως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./2016, προσδιορίστηκε για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 17-11-2016 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο και κατά τη συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγουσες εκθέτουν ότι είχαν προσληφθεί από την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πωλήτριες στο υποκατάστημα της εργοδότριάς τους στον ………. Αττικής, ότι η εναγομένη καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και τελικά κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους στις 31-12-2015 χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, μέρος της οποίας τους κατέβαλε μεταγενέστερα. Ότι συνεπώς η απόλυσή τους είναι άκυρη και η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία περί την καταβολή των αποδοχών τους. Κατ’ ακολουθία του παραπάνω ιστορικού, οι ενάγουσες ζητούν, όπως παραδεκτά (άρθρ. 223 ΚΠολΔ), περιόρισαν την αγωγή τους, α) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, με τους ίδιους όρους όπως και κατά τον προ της απόλυσής τους χρόνο, με την απειλή χρηματικής ποινής εναντίον της για την περίπτωση παράβασης της απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, για αποδοχές υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, στην πρώτη ενάγουσα, το ποσό των 23.342,32 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 22.453,01 ευρώ, με το νόμο τόκο από τότε που κάθε μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής τους, επικουρικά δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ήταν έγκυρες οι καταγγελίες, να υποχρεωθεί να καταβάλει ως υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 1.539,02 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 2.859,40 ευρώ, νομιμοτόκως από το χρόνο της καταγγελίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής, δ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα 2.981,38 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 3.277,70 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές τους, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής τους.

Η αγωγή αρμόδια εισάγεται προς εκδίκαση στο παρόν δικαστήριο (άρθρα 7, 9 εδ. α’-γ’ ΚΠολΔ, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2 και 25 αρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), η συζήτησή της δε είναι παραδεκτή, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης. Ειδικότερα, η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι με βάση την υπ’ αριθμ. 17/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης της και ανέσταλησαν, μέχρι τη λήξη της διαδικασίας αυτής, όπως αναφέρει επί λέξει: α) τα μέτρα, εκκρεμή η μη, ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας της για την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών της, β) η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατ’ αυτής, εκτός αν με αυτό επιδιώκεται η ανατροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης (πέραν των προς πώληση εμπορευμάτων), τεχνολογικού ή μηχανολογικού εν γένει εξοπλισμού της, που ενέχει τον κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης και γ) η λήψη κάθε μέτρου συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης συμπεριλαμβανομένης της κήρυξης της πτώχευσης. Με βάση τα παραπάνω, τα οποία πράγματι περιλαμβάνονται στο διατακτικό της ως άνω απόφασης, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δεν διατάχθηκε ως προληπτικό μέτρο γενικά η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της εναγομένης, όπως η ίδια υπολαμβάνει, παρά μόνο η απαγόρευση κάθε πράξης ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της η οποία (αναγκαστική εκτέλεση) όμως, είναι τελείως διάφορη της άσκησης και συζήτησης αγωγής, η οποία (αγωγή) αποτελεί απλό ατομικό καταδιωκτικό μέτρο κατά της εναγομένης, μη απαγορευόμενη από το διατακτικό της απόφασης συνδιαλλαγής. Διαφορετική βέβαια είναι η αντιμετώπιση του θέματος, σε περίπτωση επιδίωξης εκτέλεσης της ενδεχομένως ευνοϊκής για τον δανειστή απόφασης επί της αγωγής αυτής, η οποία εκτέλεση καταλαμβάνεται πράγματι από την απαγόρευση που αναφέρθηκε παραπάνω. Περαιτέρω, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη καθόσον, ουδόλως απαιτείται για το παραδεκτό της η αναφορά των καταβολών της εταιρείας προς τις ενάγουσες και τα ακριβή ποσά των καταβολών αυτών, αφού αυτές (καταβολές) αποτελούν αντικείμενο ένστασης εξόφλησης της εναγομένης. Επιπλέον, παραδεκτά σωρεύεται, επικουρικά, αίτημα των εναγουσών για καταβολή του υπολοίπου της αποζημίωσης απόλυσης, για την περίπτωση και μόνο που κριθεί ως έγκυρη καταγγελία, απορριπτομένων, επομένως των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης. Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί η αγωγή και από την άποψη της νομικής και ουσιαστικής της βασιμότητας, αφού έχει ασκηθεί εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των τριών μηνών από την καταγγελία (άρθρ.6 παρ.1 ν.3198/55), όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ………./24-3-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης Ιωάννας Φραγκάκη, ενώ εξάλλου, για το καταψηφιστικό της αίτημα έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αρ. ……….ηλεκτρονικό παράβολο), κατά το μέρος που το αίτημα αυτό υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή τούτου, το οποίο  καθορίζεται μέχρι του ποσού της εκάστοτε καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι τα στοιχεία τα ενστάσεως εξοφλήσεως, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση, για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Ισχυρισμός περί καταβολής όλων των απαιτήσεων του ενάγοντος, χωρίς να γίνεται ειδικότερη ανάλυση του ποσού που καταβλήθηκε για την κάθε μία αιτία, είναι αόριστος, έστω και αν αναφέρεται το συνολικό ποσόν, που καταβλήθηκε, εκτός εάν πρόκειται για μία μόνο απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος, ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους (ΑΠ 1688/2012 ηλεκτρονική συλλογή πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο με επιμέλεια των εναγουσών και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, καθώς και από τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν κι επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες είχαν προσληφθεί από τον εκπρόσωπο της εναγομένης, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία αγροτικών προϊόντων, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης, η πρώτη ενάγουσα στις 17-3-2008 και η δεύτερη ενάγουσα στις 2-5-2007, και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλοι-πωλήτριες στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα επί της οδού ………. στον ……….. Όμως από το τέλος του έτους 2013 και εφεξής, η εναγομένη, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, καθυστερούσε την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών των εναγουσών, με αποτέλεσμα οι ενάγουσες, αφενός να προσφύγουν στην επιθεώρηση εργασίας, αρχικά το Μάρτιο του 2015 και ακολούθως και μεταγενέστερα, αφετέρου θα εκδώσουν διαταγή πληρωμής για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους μέχρι 28-2-2015, τις οποίες εισέπραξαν με αναγκαστική εκτέλεση. Στις 31-12-2015, η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, χωρίς ωστόσο να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, μεγάλο μέρος της οποίας, ήτοι ποσό 4.986,38 ευρώ για κάθε ενάγουσα, τους κατέβαλε στις 15-1-2016, εξακολουθώντας να οφείλει το υπόλοιπο, ποσού, για την πρώτη ενάγουσα [(1.398,30 ευρώ οι αποδοχές της του τελευταίου μήνα απασχόλησης X 4 +1/6=) 6.525,40 ευρώ μείον καταβληθέν ποσό 4.986,38 ευρώ=] 1.539,02 ευρώ και για τη δεύτερη ενάγουσα [(1.344,99 ευρώ οι αποδοχές της του τελευταίου μήνα απασχόλησης X 5 +1/6=) 7.845,78 ευρώ μείον καταβληθέν ποσό 4.986,38 ευρώ=] 2.859,40 ευρώ. Μετά τα παραπάνω, εφόσον δεν καταβλήθηκε, και μάλιστα μέσα σε απολύτως εύλογο χρόνο, η νόμιμη αποζημίωση, οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, ως παράνομες είναι άκυρες, θεωρούνται ως μη γενόμενες (άρθρ. 174, 180 ΑΚ), η δε εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία εργοδότριας και οφείλει να καταβάλει στις ενάγουσες τις αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, όπως αυτές αιτούνται, οι οποίες ανέρχονται στα ακόλουθα ποσά: Α) Για την πρώτη ενάγουσα: με δεδομένο ότι οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 1.398,30 ευρώ, η εναγομένη της οφείλει [(14,5 μήνες X 1.398,30 ευρώ=) 20.275,35 ευρώ για μισθούς + (1398,30 : 2 X 1,04166=) 728,28 ευρώ για δώρο Πάσχα 2016 + (1398,30 : 2=) 699,15 ευρώ για επίδομα αδείας 2016 + (1398,30 X 1,04166=) 1.456,55 ευρώ για δώρο Πάσχα 2016=] 23.159,33 ευρώ και Β) Για τη δεύτερη ενάγουσα: με δεδομένο ότι οι μηνιαίες αποδοχές της εν λόγω ενάγουσες ανέρχονταν στο ποσό των 1.344,99 ευρώ, η εναγομένη της οφείλει [(14,5 μήνες X 1.344,99 ευρώ=) 19.502,36 ευρώ για μισθούς + (1.344,99: 2 X 1,04166=) 700,51 ευρώ για δώρο Πάσχα 2016 + (1.344,99: 2=) 672,50 ευρώ για επίδομα αδείας 2016 + (1.344,99 X 1,04166=) 1.401,02 ευρώ για δώρο Πάσχα 2016=] 22.276,39 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η εναγομένη εξακολουθεί να οφείλει στις ενάγουσες για δεδουλευμένες αποδοχές τους τα παρακάτω ποσά: Α) στην πρώτη ενάγουσα (634,78 ευρώ για υπόλοιπο αποδοχών Οκτωβρίου 2015 + 1.248,30 ευρώ για αποδοχές Νοεμβρίου 2015 + 1.098,30 ευρώ για αποδοχές Δεκεμβρίου 2015=) 2.981,38 ευρώ και Β) στη δεύτερη ενάγουσα (1.037,72 ευρώ για υπόλοιπο αποδοχών Οκτωβρίου 2015 + 1.194,99 ευρώ για αποδοχές Νοεμβρίου 2015 + 1.044,99 ευρώ για αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2015 =) 3.277,70 ευρώ. Η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι έχει εξοφλήσει τα δεδουλευμένα των εναγουσών μέχρι την 19-4-2016, με εμβάσματα, όπως (ισχυρίστηκε ότι) προκύπτει από την με ημερομηνία 1-1-2016 καρτέλα πιστωτών της που προσάγει και επικαλείται, και ότι με τον τρόπο αυτό και με βάση τα περιεχόμενα στην καρτέλα αυτή ποσά καταβολών της εταιρείας προς τις ενάγουσες, αυτές έχουν πλήρως εξοφληθεί, αφού το πραγματικό σημερινό υπόλοιπο της καρτέλας είναι μηδενικό. Με το πιο πάνω όμως περιεχόμενο, ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αόριστος και δεν συνιστά ένσταση εξόφλησης, αφού, όπως και στη νομική σκέψη αναλύεται, ουδόλως αναφέρεται στις προτάσεις της εναγομένης το ποσό που κάθε συγκεκριμένη ημεροχρονολογία καταβλήθηκε σε κάθε ενάγουσα και η αιτία καταβολής του, μη αρκούσης της αναφοράς ότι με τις καταβολές έχει γίνει πλήρης εξόφληση των επίδικων ποσών. Σημειώνεται ότι τέτοια ανάλυση δεν επιχειρείται ούτε στην προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων της εναγομένης, καθισταμένου έτσι αλυσιτελούς του ισχυρισμού της περί διαφοροποίησης του τρόπου καταλογισμού των καταβολών της προς τις αντιδίκους της. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες κατά το έτος 2015 δεν έλαβαν το σύνολο των ημερών αδείας αναψυχής τους. Έτσι, η πρώτη από αυτές στερήθηκε 12 ημέρες αδείας και η δεύτερη 3 ημέρες, κι επομένως τους οφείλονται για αποδοχές αδείας, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των (1.398,30 : 25 X 12 ημ.=) 671,18 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των (1.344,99 : 25 X 3 ημ.=) 161,40 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι ενάγουσες ζήτησαν από την εργοδότριά τους την ετήσια άδειά τους και αυτή αρνήθηκε υπαίτια να τους τη χορηγήσει ολόκληρη, και συνεπώς είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της προσαύξησης των αποδοχών αδείας κατά 100%, όπως ζητούν οι ενάγουσες.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 655, 656, 669, 174, 180, 341, 346 Α.Κ., 907, 908, 946, 70 και 176 ΚΠολΔ, 1 επ. ΑΝ 539/45, όπως τροπ. με άρθρ. 1 επ. 1346, 3 ν.δ. 3755/1957, 3 παρ.16 ν. 4504/1966, 1 επ.Ν. 1082/1980 σε συνδ. με ΥΑ 19040/1981, και ως προς την επικουρική της βάση της καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης στα άρθρα 1 επ. ν. 2112/20, 5 επ. ν. 3198/55, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και από ουσιαστική άποψη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους απασχολεί με τους ίδιους όρους όπως και πριν από την απόλυση τους, με την απειλή χρηματικής ποινής εναντίον της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των (23.159,33 + 671,18=) 23.830,51 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των (22.276,39 + 161,40=) 22.437,79 ευρώ, καθώς επίσης να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 2.981,38 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 3.277,70 ευρώ και τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο, και συγκεκριμένα για κάθε επιμέρους μηνιαία παροχή από την πρώτη του επομένου μηνός εκείνου κατά τον οποίο κατέστη απαιτητή, για το δώρο Πάσχα από την 1-5-2016 και για το δώρο Χριστουγέννων, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας από την 1-1-2017. Όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, κρίνεται ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημιά στις ενάγουσες, γι’ αυτό το σχετικό αίτημα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό για ποσό 5.000 ευρώ για κάθε ενάγουσα. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων θα συμψηφιστεί εν μέρει, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας, και θα επιβληθεί στην εναγομένη ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγουσών, ανάλογα προς την ήττα της (άρθρ. 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι από 31-12-2015 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών είναι άκυρες.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγουσών με τους ιδίους όρους, όπως και κατά τον προ της απολύσεώς τους χρόνο, απειλουμένης εναντίον της χρηματικής ποινής ποσού τριακοσίων (300) ευρώ και κάθε ημέρα άρνησης της να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωσή της.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (23.830,51) και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα επτά ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (22.437,79) με το νόμιμο τόκο, όπως αναλύεται στο σκεπτικό.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την αμέσως παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή για ποσό πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ για κάθε ενάγουσα.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (2.981,38) και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και εβδομήντα λεπτών (3.277,70) με το νόμιμο τόκο, όπως αναλύεται στο σκεπτικό.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγουσών, την οποία ορίζει σε χίλια επτακόσια (1.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια, έκτακτη, συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies