Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022
Περίληψη: Stage. Σύμβαση μαθητείας. Άκυρη σύμβαση εργασίας. Στην περίπτωση αυτή οι εργαζόμενοι δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα εορτών και για επίδομα αδείας. Αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ. Αναιρεί την, υπ’ αριθμ. 1118/2016, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS – Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ
Αριθμός 1373/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ……………………., κατοίκου ……………………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Τριτοβάθμιας επαγγελματικής οργάνωσης του ν.1712/87 με την επωνυμία «…………………..», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2367/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1118/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α«Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ’αριθ. ………../27.12.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κων/νου Λεράκη ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’αριθ.1118/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα της αναιρεσείουσας, η οποία προς τον σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά την δικάσιμο όμως αυτή όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι’ αυτό πρέπει να δικασθεί, ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθ.576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α` και γ` της οποίας ορίζεται, ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α` αυτού, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β` αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται μετά την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος, η εφαρμογή στις ανωτέρω συμβάσεις της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Στο άρθρο 2 αυτής ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002. Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται, ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται, ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο, που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ)τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, με ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α)θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004 από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004/ αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ` αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ` εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν “συνταγματικώς ανεκτές”, λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών. Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012). Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α` 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας. Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 218/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ` εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι “οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους”. Πάντως και στην περίπτωση εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας. 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η ενάγουσα με την από 10.6.2010 αγωγή της, ισχυρίστηκε, ότι με τη με αριθμό …./…./14-9-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) καταρτίστηκε “Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας (STAGE) στις υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ.” 18μηνης διάρκειας. Ότι αρχικά στις 6 Απριλίου 2005 και στη συνέχεια κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή της χρόνους καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης ως φορέα υλοποίησης του ανωτέρω προγράμματος, συμφωνητικά συνεργασίας ορισμένου χρόνου στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Ότι τοποθετήθηκε στην εναγομένη με την ειδικότητα του Διοικητικού Υπαλλήλου, κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.), όπου και παρείχε την εργασία της επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και οκτώ ώρες ημερησίως, υπό την εποπτεία και έλεγχο των προϊσταμένων της, αντί ημερήσιας αποζημίωσης (εκπαιδευτικό επίδομα). Ότι η αρχική σύμβαση παρατάθηκε επανειλημμένα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρει στην αγωγή της μέχρι και τις 12.4.2010, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε προφορικά και αζημίως τη σύμβαση εργασίας της. Ότι η εργασία που προσέφερε στην εναγομένη ήταν όμοια με αυτή των μονίμων υπαλλήλων, κάλυπτε δηλαδή πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, εργαζόταν στον ίδιο χώρο και με το ίδιο ωράριο που εργάζονταν και το λοιπό προσωπικό. Και ότι η εναγομένη της κατέβαλλε, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε, αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες, δηλαδή τις προβλεπόμενες για τους εργαζόμενους – γραμματείς στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, ενώ, επίσης, δεν της κατέβαλλε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, ούτε της χορηγούσε ετήσια άδεια αναψυχής. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε α) να αναγνωρισθεί, ότι η σύμβαση που τη συνέδεε με την εναγομένη, από 6.4.2005, ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 12.4.2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 14.5.2010 έως 31.10.2010 το ποσό 26.827,76 ευρώ, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αρχικού αιτήματος της (των 33.098,05 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε, εφόσον κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, το ποσό των 5.864,56 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 20.330,68 ευρώ για διαφορές αποδοχών, το ποσό των 7.583,86 ευρώ για επιδόματα εορτών και το ποσό των 7.447,30 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσης άδειας και επίδομα αδείας, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικαλούμενη για τα ως άνω ποσά ευθέως το νόμο, τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ωφελήθηκε η εναγομένη, με το να αποφύγει να καταβάλει τα ποσά αυτά σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε νόμιμα στη θέση της, ακόμη δε πιο επικουρικά ζήτησε τα ποσά αυτά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθόσον η εναγομένη τη ζημίωσε κατά τα ποσά αυτά με τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ως άνω ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως (κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως από την ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) το Εφετείο με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του αφού απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επεδίκασε δε σ`αυτήν εκ της ως άνω αιτίας λόγω διαφοράς αποδοχών το ποσόν των 6.099,62 ευρώ. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: “Με το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η ως άνω αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση, για το λόγο ότι η σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, με το συμφωνητικό που υπέγραψαν, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE στις υπηρεσίες του ΟΑΕΔ, η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσει η ενάγουσα επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης, και αποτελεί, ως εκ τούτου, γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (ΑΠ 1676/2011, ΑΠ 1592/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 581/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μη νόμιμη, όμως, τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθόσον, και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι της σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με παρεχόμενες υπηρεσίες της η ενάγουσα στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς λειτουργίες διοικητικών υπηρεσιών της εναγομένης, δεν ισχύει η αρχή της μη διάκρισης, όπως επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της, στην προκειμένη περίπτωση, καθώς οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, εφόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του π.δ. 81/2003, το οποίο κατά ρητή επιταγή του δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α`). Άλλωστε, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι στην υπό κρίση περίπτωση τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχε η ενάγουσα, αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους αναφερόμενους στη μείζονα σκέψη της παρούσας φορείς απασχόλησης και όχι μόνο την εναγόμενη, και το ότι η αρχική διάρκεια τους παρατάθηκε όχι με πρωτοβουλία της εναγομένης, άλλα στα πλαίσια υλοποίησης ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που αφορούσαν την τοποθέτηση ανέργων σε διάφορους φορείς απασχόλησης, με σκοπό να αποκτήσουν οι άνεργοι αυτοί εργασιακή εμπειρία στους εν λόγω φορείς σε διοικητικές υπηρεσίες και στη συνέχεια να προσαρμόσουν τα επαγγελματικά τους προσόντα στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν μπορεί να γίνει λόγος για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας άλλα, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες η ενάγουσα συμμετείχε με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όριζαν οι εκάστοτε Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ εξουσιοδότηση του όρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998 για τη δυνατότητα υλοποίησης από την εναγομένη προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, οι οποίες μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων λύθηκαν αυτοδικαίως. Συνεπώς, δεν υπάρχει δυνατότητα μετατροπής των ανωτέρω συμβάσεων μαθητείας σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η ενάγουσα δεν δικαιούται, με βάση την αρχή της μη διάκρισης, τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού δεν συνδέονταν, κατά τα προαναφερόμενα, με την εναγόμενη με σύμβαση εργασίας αλλά με σύμβαση μαθητείας….”.
8. Με την ανωτέρω κρίση το Εφετείο, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την κυρία βάση της, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 8 του ν. 2112/1920, 14 παρ.2 περ. κα` και 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.15 του ν. 2639/1998, 648 ΑΚ, του π.δ. 164/2004 και της ΚΥΑ 30484/4-7-2006, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα, οι επίμαχες συμβάσεις είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/ 1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι τούτο απαγορεύεται από το άρθρο 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν γνήσια σύμβαση μαθητείας, έγινε εκ περισσού, η δε ως άνω αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος αυτού με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της ως νόμιμη κατά την ανωτέρω βάση της και δεν υπεισήλθε σε περαιτέρω ουσιαστική έρευνα αυτής.
Περαιτέρω το Εφετείο ως προς τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή επιδόματα εορτών, αδείας και αποδοχές αδείας της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης δέχθηκε ότι: “Αντίθετα η απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν εκκαλείται ως προς την απορριπτική της διάταξη, που αφορά τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας, αφού η εκκαλούσα δεν αναφέρει σχετικές ειδικότερες διατάξεις που παραβιάστηκαν”. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση του δικογράφου της από 5-9-2014 έφεσης της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι η ενάγουσα – εκκαλούσα ζήτησε με αυτή την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης προκειμένου να γίνει δεκτή ως νόμιμη η ένδικη αγωγή της και περαιτέρω ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη στο σύνολό της και να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη (εναγομένη) να της καταβάλει τα αιτούμενα ποσά”. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη είναι βάσιμος.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος που δεν επεδίκασε τις αιτούμενες αποδοχές για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3) προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις της ενάγουσας για καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας του χρονικού διαστήματος για το οποίο της επιδικάσθηκαν ήδη οι λοιπές διαφορές αποδοχών, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1118/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνον κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.
