άδειες εργαζόμενουοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Εφετείο Αθηνών 1118/2016

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Εργαζόμενη σε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) του ΟΑΕΔ. Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Έννοια και νομοθετικό πλαίσιο. Περιπτώσεις που δικαιολογείται η απεριόριστη ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Σύμβαση μαθητείας. Έννοια και διακρίσεις. Κρίση ότι οι συμβάσεις της ενάγουσας είναι ανεξάρτητες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας στις οποίες εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Κρίση ότι, παρά τα αναφερόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε η παροχή εργασίας από στην εναγομένη, αφού η ενάγουσα απασχολούταν όχι ως μαθητευόμενη, αλλά με τους ίδιους όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, τελούσε δε υπό τις δεσμευτικές οδηγίες της εναγομένης σε σχέση με τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας της. Οι συμβάσεις μαθητείας δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού σ’ αυτές (συμβάσεις μαθητείας) δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΠΔ 81/2003. Άκυρη σύμβαση εργασίας. Η εναγομένη ενέχεται έναντι της ενάγουσας για την ωφέλεια, που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας της ενάγουσας με τη μη πρόσληψη άλλου μισθωτού, που θα εκτελούσε την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους. Επιδίκαση διαφορών διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών. Απορρίπτει την ένσταση της εφεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Δέχεται την έφεση της εργαζόμενης. Της επιδικάζει το συνολικό ποσό των 6.099,62 Ευρώ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός Απόφασης

1118/2016

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευφροσύνη Σακελλαρίου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κοπτερίδου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : …………….., κατοίκου ………. (οδός ……. αρ. ….), την οποία εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Βλαχόπουλος.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Τριτοβάθμιας επαγγελματικής οργάνωσης του ν. 1712/1997 με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ……… αρ. ….) και εκπροσωπείται νόμιμα την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Δήμας.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 10.6.2010 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών), που έχει κατατεθεί με αριθμό ……../……./2010, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε τη με αριθμό 2367/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

 Την απόφαση αυτή προσέβαλε η τότε ενάγουσα, με την από 5.9.2014 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/2014, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου (αριθμός πινακίου ….) και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο με δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο Δικαστήριο, όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 5.9.2014 (αρ. κατ. …../2014) έφεση της ενάγουσας κατά της 2467/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ.1, 516 και 517 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα εντός τριετίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, δεδομένου ότι από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της απόφασης αυτής (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία (άρθρ. 533 παρ. 1, 674 παρ. 2 α του ίδιου κώδικα).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994 προέβλεψε περιορισμούς στην πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στις δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου. Ακολούθως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 885/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, “Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ,, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.” (1). “Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1 με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου. Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α’). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου”(15). Εξάλλου, κατά το Π.Δ. 81/2003, με το οποίο έγινε “η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L. 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και θεσπίζονται διατάξεις για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου”, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: “το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ’ αυτού. 2. Δεν εφαρμόζεται: α) στις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26 του Ν. 2956/2001 (Α258)” (άρθρο 2). “1. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός, ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης. 2. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του. Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργασίμων ημερών. 3. Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3) τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. “Διαδοχικές” θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου “ίδιου εργοδότη” περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του Ομίλου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά την θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος” (άρθρο 5, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 3 ΠΔ 180/2004). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Σύμβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του. Αντίθετα επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (Ολ ΑΠ 18/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Κατά το άρθρο 904 ΑΚ, “όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη”. Ακόμη σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1131/2015, ΑΠ 885/2014 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την από 10.6.2010 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ισχυρίστηκε, ότι με τη με αριθμό ……/…./14-9-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) καταρτίστηκε «Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας (STAGE) στις υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ.» 18μηνης διάρκειας. Ότι αρχικά στις 6 Απριλίου 2005 και στη συνέχεια κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή της χρόνους καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, ως φορέα υλοποίησης του ανωτέρω προγράμματος, συμφωνητικά συνεργασίας ορισμένου χρόνου στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Ότι τοποθετήθηκε στην εναγόμενη με την ειδικότητα του Διοικητικού Υπαλλήλου, κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.), όπου και παρείχε την εργασία της επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και οκτώ ώρες ημερησίως, υπό την εποπτεία και έλεγχο των προϊσταμένων της, αντί ημερήσιας αποζημίωσης (εκπαιδευτικό επίδομα). Ότι η αρχική σύμβαση παρατάθηκε επανειλημμένα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρει στην αγωγή της μέχρι και τις 12.4.2010, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε προφορικά και αζημίως τη σύμβαση εργασίας της. Ότι η εργασία που προσέφερε στην εναγομένη ήταν όμοια με αυτή των μονίμων υπαλλήλων, κάλυπτε δηλαδή πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, εργαζόταν στον ίδιο χώρο και με το ίδιο ωράριο που εργάζονταν και το λοιπό προσωπικό. Και ότι η εναγομένη της κατέβαλλε, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε, αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες, δηλαδή τις προβλεπόμενες για τους εργαζόμενους – γραμματείς στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, ενώ, επίσης, δεν της κατέβαλλε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας ούτε της χορηγούσε ετήσια άδεια αναψυχής. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε α) να αναγνωρισθεί, ότι η σύμβαση που τη συνέδεε με την εναγομένη, από 6.4.2005, ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 12.4.2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από έως 31.10.2010 το ποσό 26.827,76 ευρώ, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αρχικού αιτήματος της (των 33.098,05 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε, εφόσον κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, το ποσό των 5.864,56 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 20.330,68 ευρώ για διαφορές αποδοχών, το ποσό των 7.583,86 ευρώ για επιδόματα εορτών και το ποσό των 7.447,30 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσης άδειας και επίδομα αδείας, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικαλούμενη για τα ως άνω ποσά ευθέως το νόμο, τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ωφελήθηκε η εναγομένη, με το να αποφύγει να καταβάλει τα ποσά αυτά σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε νόμιμα στη θέση της, ακόμη δε πιο επικουρικά ζήτησε τα ποσά αυτά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθόσον η εναγομένη τη ζημίωσε κατά τα ποσά αυτά με τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της. Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται, με την κρινόμενη έφεσή της, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργασίας, άλλως κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με την οποία ζήτησε την αμοιβή, που θα κατέβαλλε η εναγομένη σε άλλον υπάλληλο που θα απασχολούσε με τις ίδιες συνθήκες με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Αντίθετα, η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν εκκαλείται ως προς την απορριπτική της διάταξη, που αφορά τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας, αφού η εκκαλούσα δεν αναφέρει σχετικές ειδικότερες διατάξεις, που παραβιάστηκαν.

Με το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η ως άνω αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση, για το λόγο ότι η σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, με το συμφωνητικό που υπέγραψαν, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE στις υπηρεσίες του ΟΑΕΔ, η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσει η ενάγουσα επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης, και αποτελεί, ως εκ τούτου, γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (ΑΠ 1676/2011, ΑΠ 1592/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 581/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μη νόμιμη, όμως, τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθόσον, και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της σχέσης που συνδέει τους διαδίκους είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι της σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με παρεχόμενες υπηρεσίες της η ενάγουσα στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς λειτουργίες διοικητικών υπηρεσιών της εναγόμενης, δεν ισχύει η αρχή της μη διάκρισης, όπως επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της, στην προκειμένη περίπτωση, καθώς οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, εφόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του π.δ. 81/2003, το οποίο κατά ρητή επιταγή του δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α’). Άλλωστε, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι στην υπό κρίση περίπτωση τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχε η ενάγουσα, αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους αναφερόμενους στη μείζονα σκέψη της παρούσας φορείς απασχόλησης και όχι μόνο την εναγόμενη, και το ότι η αρχική διάρκειά τους παρατάθηκε όχι με πρωτοβουλία της εναγομένης, άλλα στα πλαίσια υλοποίησης ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που αφορούσαν την τοποθέτηση ανέργων σε διάφορους φορείς απασχόλησης, με σκοπό να αποκτήσουν οι άνεργοι αυτοί εργασιακή εμπειρία στους εν λόγω φορείς σε διοικητικές υπηρεσίες και στη συνέχεια να προσαρμόσουν τα επαγγελματικά τους προσόντα στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν μπορεί να γίνει λόγος για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας άλλα, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες η ενάγουσα συμμετείχε με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όριζαν οι εκάστοτε Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998 για τη δυνατότητα υλοποίησης από την εναγομένη προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, οι οποίες μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων λύθηκαν αυτοδικαίως. Συνεπώς, δεν υπάρχει δυνατότητα μετατροπής των ανωτέρω συμβάσεων μαθητείας σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η ενάγουσα δεν δικαιούται, με βάση την αρχή της μη διάκρισης, τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού δεν συνδέονταν, κατά τα προαναφερόμενα, με την εναγόμενη με σύμβαση εργασίας αλλά με σύμβαση μαθητείας. Συνεπώς, η εκκαλουμένη, που έκρινε όμοια και απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής (της ύπαρξης νόμιμης σύμβασης εργασίας) και τα συνδεόμενα με αυτή αιτήματα (της αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, της υποχρέωσης της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, της υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή μισθών υπερημερίας, επικουρικά δε αποζημίωσης απόλυσης, και της υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή διαφορών αποδοχών, κατ’ εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης), ορθά έκρινε κατ’ αποτέλεσμα, έστω και αν εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α του ΠΔ 164/2004, αντί της ορθής του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α του ΠΔ 81/2003, όσα δε ισχυρίζεται η ενάγουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής της, που εκτιμώνται ενιαία, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Περαιτέρω, με την επικουρική βάση της αγωγής, όπως εκτιμάται, η ενάγουσα υποστηρίζει, ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτό, ότι δεν συνδέονταν με την εναγομένη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αλλά ότι η σύμβαση μαθητείας λειτούργησε ως άκυρη σύμβαση εργασίας, η εναγομένη της οφείλει τα ποσά, που ειδικότερα αναφέρει ως διαφορές αποδοχών, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και συγκεκριμένα την ωφέλεια που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας της εκμεταλλευόμενο το εργοδοτικό του δικαίωμα με τη μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους. Η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, 648 επ., 904, 905 επ., 910, 346 ΑΚ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική αυτή βάση, έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με τον τρίτο λόγο της έφεσής της. Ακολούθως, πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο, που απέρριψε την ενλόγω επικουρική βάση, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί κατ’ ουσία η από 10.6.2010 αγωγή, ως προς αυτή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις …. και …../14.2.2012 ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν νομότυπα υπέρ της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά προηγουμένη νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου της [βλ. την ………./8.2.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη], και την …../26.3.2013 ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε νομότυπα υπέρ της εναγόμενης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά προηγουμένη νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου της [βλ. την ……/22.3.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δημητρίου Παπαδάκου], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του από 19.10.2004 «συμφωνητικού συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στις υπηρεσίες του ΟΑΕΔ», το οποίο υπογράφηκε μεταξύ του Ο.Α.Ε.Δ, ως υπευθύνου φορέα του προγράμματος, της εναγομένης, ως φορέα υλοποίησης αυτού, και της ενάγουσας, η τελευταία απασχολήθηκε στα γραφεία, που διατηρούσε η εναγομένη στην Αθήνα επί της οδού ……………. αρ. …, προκειμένου κατά το εν λόγω συμφωνητικό να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό της αντικείμενο (απόφοιτος Λυκείου γενικής εκπαίδευσης) και συγκεκριμένα ως διοικητική υπάλληλος-γραμματέας, με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις επτά ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή, και με μικτές ημερήσιες αποδοχές ποσού 25 ευρώ. Η διάρκεια του συμφωνητικού ορίσθηκε δεκαοκτάμηνη, δυνάμει δε αυτού η ενάγουσα απασχολήθηκε από 6.4.2005 έως 5.10.2006. Μετά την πάροδο του 18μηνου η ενάγουσα απασχολήθηκε στην ίδια υπηρεσία της εναγομένης, δυνάμει των από 29.9.2006, 28.9.2007 και 6.10.2008 όμοιων συμφωνητικών στις υπηρεσίες του ΟΑΕΔ», από 6.10.2006 έως 5.10.2007, από 6.10.2007 έως 5.10.2008 και από 13.10.2008 έως 12.4.2010, αντίστοιχα, συνολικά δε απασχολήθηκε 5 έτη. Ακόμη αποδείχθηκε, ότι παρά τα αναγραφόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, ότι δηλαδή σκοπός ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε η παροχή εργασίας στην εναγομένη, αφού η ενάγουσα απασχολούνταν όχι ως μαθητευόμενη, αλλά με τους ίδιους όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, τελούσε δε υπό τις δεσμευτικές οδηγίες της εναγομένης σε σχέση με τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας της. Ειδικότερα η ενάγουσα μετέβαινε καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή στα (ευρισκόμενα στην αρχή επί της οδού ……….. αρ. … και από τον Οκτώβριο του 2007 επί της οδού ……… αρ. ….) γραφεία της εναγομένης, παρείχε εργασία με το ίδιο ωράριο, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι της εναγομένης επί επτάωρο μέχρι τον μήνα Οκτώβριο 2007, έκτοτε δε επί οκτάωρο, και ήταν επιφορτισμένη με τη γραμματειακή υποστήριξη διαφόρων τμημάτων της εναγομένης. Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ως άνω καθηκόντων της σε συνδυασμό με το χρόνο διάρκειας αυτών συνάγεται, ότι οι ως άνω συμβάσεις μαθητείας λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Ωστόσο, οι επίδικες συμβάσεις μαθητείας δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού σ’ αυτές (συμβάσεις μαθητείας) δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΠΔ 81/2003, όπως προαναφέρθηκε. Μετά τα παραπάνω, η εναγομένη ενέχεται έναντι της ενάγουσας από 6.4.2005 στην ωφέλεια, που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας της ενάγουσας με τη μη πρόσληψη άλλου μισθωτού, που θα εκτελούσε την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και που ισούται με τη διαφορά μεταξύ του βασικού μισθού, που κατέβαλλε στους υπαλλήλους της – γραμματείς, που υπηρετούσαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς προϋπηρεσία και οποιοδήποτε επίδομα, και των αποδοχών που ελάμβανε με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας καθώς και του ποσού των 196,34 ευρώ, που από τον Οκτώβριο του 2007 της κατέβαλλε μηνιαίως η εναγομένη (άρθρο 904 ΑΚ). Ο βασικός μισθός των γραμματέων – υπαλλήλων γραφείων σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών διαμορφώθηκε ως εξής : α) με την ΔΑ 23/2005 (Π.Κ. Υπ. Απασχόλησης 14/9.6.2005), από 1.1.2005 σε 637,88 ευρώ και από 1.7.2005 σε 660,21 ευρώ, β) με την ΔΑ 39/2006 (Π.Κ. Υπ. Απασχόλησης 23/8.8.2006) από 1.1.2006 σε 680,02 ευρώ και από 1.9.2006 σε 703,82 ευρώ, γ) με την ΣΣΕ της 12.4.2007 (Π.Κ. Υπ. Απασχόλησης 34/11.5.2007) από 1.1.2007 σε 724,93 ευρώ και από 1.9.2007 σε 746,68 ευρώ και δ) με την ΔΑ 11/2008 (Π.Κ. Υπ. Απασχόλησης 6/6.6.2008) από 1.1.2008 σε 772,81 ευρώ, από 1.9.2008 σε 797,54 ευρώ, από 1.1.2009 σε 817,48 ευρώ και από 1.9.2009 σε 850,18 ευρώ. Κατ’ ακολουθία η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα τα ακόλουθα ποσά : 1) από 6.4.2005 έως 30.6.2005, το ποσό των (561,33 + 637, 88 + 637,88 = 1.837,09 ευρώ – 1.550 ευρώ που έλαβε =) 287,09 ευρώ, 2) από 1.7.2005 έως 31.12.2005 το ποσό των (660,21 X 6 = 3.961,26 ευρώ – 3.300 ευρώ που έλαβε=) 661,26 ευρώ, 3) από 1.1.2006 έως 31.8.2006 το ποσό των (680,02 X 8 = 5.440,16 ευρώ – 4.400 ευρώ που έλαβε =) 1.040,16 ευρώ, 4) από 1.9.2006 έως 31.12.2006 το ποσό των (703,82 X 4=2.815,28 ευρώ – 2.200 ευρώ που έλαβε = ) 615,28 ευρώ, 5) από 1.1.2007 έως 31.8.2009 (724,93 X 8 = 5.799,44 ευρώ – 4.400 ευρώ που έλαβε =) 1.399,44 ευρώ, 6) από 1.9 έως 30.9.2007 το ποσό των (746,68 ευρώ – 550 ευρώ  που έλαβε=) 196,68 ευρώ, 7) από 1.10.2007 έως 31.12.2007 το ποσό των (746,68 X 3 = 2.240 ευρώ – [ 550 + 196,34 = 746,34 ευρώ X 3 =] 2.239,02 ευρώ που έλαβε=) 0,98 ευρώ, 8) από 1.1.2008 έως 31.8.2008 το ποσό των (772,81 X 8 = 6.182,48 ευρώ – 5.970,72 ευρώ που έλαβε =) 211,76 ευρώ, 9) από 1.9.2008 έως 31.12.2008 το ποσό των (797,54 X 4 =3.190,16 ευρώ – 2.985,36 ευρώ που έλαβε=) 204,80 ευρώ, 10) από 1.1.2009 έως 31.8.2009 το ποσό των (817,48 X 8 = 6.539,84 ευρώ – 5.970,72 ευρώ που έλαβε =) 569,12 ευρώ, 11) από 1.9.2009 έως 31.8.2009 το ποσό των (817,48 X 8 = 6.539,84 ευρώ – 6.114,72 ευρώ που έλαβε =) 425,12 ευρώ, 12) από 1.9.2009 έως το ποσό των (850,18 X 7 =5.951,26 + 283,39 = 6.234,65 ευρώ – [5.350,38 + 396,34 =] 5.746,72 ευρώ που έλαβε = ) 487,93 ευρώ, συνολικά δε της οφείλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 6.099,62 ευρώ. Ισχυρίστηκε πρωτοδίκως η εναγομένη, ότι η ως άνω αξίωση της ενάγουσας ασκείται καταχρηστικά αφενός επειδή η τελευταία γνώριζε, ότι τα προγράμματα στα οποία συμμετείχε ως άνεργη είχαν προσωρινό χαρακτήρα, ουδέποτε δε αυτή μέχρι την άσκηση της αγωγής ζήτησε τα επίδικα ποσά, που θα ελάμβανε αν υπήρχε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αφετέρου επειδή τυχόν υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει τα επίδικα ποσά θα καταστήσει χειρότερη την ήδη δεινή οικονομική κατάσταση αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα ανωτέρω περιστατικά, που επικαλείται η εναγομένη προς θεμελίωσή του, ακόμη και αν υποτεθούν αληθή, δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού μόνη η μακροχρόνια, έστω, αδράνεια του δικαιούχου μισθωτού και η αδιαμαρτύρητη είσπραξη αποδοχών μικρότερων από τις οφειλόμενες δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με τη μακρά αδράνεια να δημιούργησαν στον υπόχρεο τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα και θεμελίωσαν υπέρ αυτού μία πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας προκαλεί τόσο επαχθείς συνέπειες, ώστε προς ανατροπή των συνεπειών αυτών να επιβάλλεται με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (ΑΠ 1123/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 733/2003 ΕΕργΔ 2003.1269, ΑΠ 2073/1990 ΕΕργΔ 1992.129, Δ. Ζερδελής, Ατομικές εργασιακές σχέσεις 2007, σελ. 766, I. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 2005, σελ. 650), τέτοιες δε ειδικές συνθήκες και περιστάσεις δεν επικαλείται ότι συντρέχουν στην κρινόμενη περίπτωση η εναγομένη, η οποία επίσης αορίστως επικαλείται ότι η καταβολή των ενδίκων αξιώσεων θα χειροτερεύσει την οικονομική της κατάσταση. Μετά τα παραπάνω, η αγωγή, ως προς την κρινόμενη επικουρική βάση της, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.099,62 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (άρθρα 910, 346 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 5.9.2014 έφεση.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την 2467/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασία εργατικών διαφορών, κατά το κεφάλαιο, που απέρριψε την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση της από 10.6.2010 αγωγής.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή, ως προς την επικουρική βάση αυτής.

Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των έξι χιλιάδων ενενήντα εννέα ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (6.099,62), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2016, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies