Τελευταία ενημέρωση: 6 Ιανουαρίου 2025
Περίληψη: Έννοιες υπερεργασίας, νόμιμης και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης. Υπολογισμός αμοιβών και αποζημιώσεων. Υπολογισμός αμοιβής για εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες. Περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και νυκτερινής εργασίας κατά τις ημέρες αυτές. Υπολογισμός αμοιβής. Αποζημίωση για τη στέρηση της ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό). Υπολογισμός αμοιβής. Επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς και αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας. Επιδίκαση πρόσθετης παροχής (πριμ) που συνίστατο σε ποσοστό επί των καθαρών κερδών της εταιρικής χρήσης. Έννοια διευθυντικής θέσης εργαζομένου. Διακρίσεις από τους λοιπούς εργαζόμενους. Έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο ενάγων επέδειξε αδράνεια ως προς την άσκηση των αξιώσεων του. Υπάλληλος γενικών καθηκόντων σε πρατήριο υγρών καυσίμων και συναφών ειδών – βουλκανιζατέρ. Καίτοι είχαν ανατεθεί στον ενάγοντα καθήκοντα υπεύθυνου υπαλλήλου, καθώς επιμελείτο όλων των διαδικαστικών θεμάτων της επιχείρησης ενώ συγχρόνως ήταν επιφορτισμένος με την επίβλεψη των εργαζομένων και την καθημερινή εύρυθμη λειτουργία του πρατηρίου, ωστόσο τελούσε υπό τον συνεχή έλεγχο και τις οδηγίες του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, ο οποίος ασκούσε τον απαιτούμενο έλεγχο και έδινε στον ενάγοντα τις απαραίτητες εντολές για τη λειτουργία της επιχείρησης, δεν μετείχε στο Δ.Σ. της εναγόμενης ούτε είχε αρμοδιότητα για την πρόσληψη ή την απόλυση του προσωπικού, δεν είχε αποφασιστική ούτε κανενός είδους αρμοδιότητα σε ζητήματα επιχειρησιακής εξέλιξης και στρατηγικής της εναγομένης και οι αποδοχές του δεν διαφοροποιούνταν κατά πολύ από αυτές των υπολοίπων υπαλλήλων της εναγομένης. Συνεπώς δεν πρόκειται περί διευθύνοντος υπαλλήλου αλλά για απλό εργαζόμενο. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 351.030,60 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Αποφάσεως
1455/2010
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Μυλωνά Δέσποινα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: ……….., κατοίκου Αθηνών, τον οποίο εκπροσώπησαν στο Δικαστήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Δημήτριος Βλαχόπουλος και Ιωάννης Τρίμης.
Της εναγόμενης: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «………..» που εδρεύει στο ……….. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν στο Δικαστήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Δημήτριος Βερβεσός και Θεόδωρος Πιστιόλης.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 18-8-2008 αγωγή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………../………../2008, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 25-05-2009, μετά δε από νόμιμη αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά την συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 6 των από 6/2/1975 και από 14/2/1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε που υπογράφηκαν παρουσία του Υπουργού Εργασίας και δεσμεύουν το σύνολο των εργαζομένων όλης της χώρας, ως υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση πέρα από τις 40 ώρες (συμβατικό ωράριο) και μέχρι το νόμιμο ωράριο εβδομαδιαίως (8 ώρες την ημέρα και 48 ώρες την εβδομάδα για τους απασχολούμενους επί 6 ημέρες και 9 ώρες ημερησίως και 45 ώρες εβδομαδιαίως για τους απασχολούμενους επί 5θήμερο) και ο εργοδότης τότε υποχρεώνεται σε καταβολή προς τον εργαζόμενο προσαύξησης 25% για κάθε ώρα εργασίας πάνω από τις 40 ώρες την εβδομάδα και μέχρι συμπληρώσεως του προαναφερθέντος νομίμου ωραρίου εβδομαδιαίως υπολογιζόμενη με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές, δηλαδή με βάση τις συμφωνίες ή τις διατάξεις που ισχύουν και όχι με βάση τις τακτικές αποδοχές, ενώ ως υπερωρία λαμβάνεται υπόψη η ημερήσια απασχόληση , δηλαδή άνω των 8 ή 9 ωρών με τις πιο πάνω διακρίσεις (ανάλογα με το σύστημα εβδομαδιαίας απασχόλησης), ούσα νόμιμη ή παράνομη κατ’ άρθρο 1 Ν.435/76 ανάλογα με το εάν υπάρχει ή όχι άδεια της Αρχής, καθοριζόμενης επί παράνομης υπερωρίας της προσαύξησης σε 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, όπως αυτό ορίζεται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο (ΟλΑΠ3-5/99 ΕλλΔνη 40.273, ΑΠ 1043/99 ΕλλΔνη 40.1551). Έτσι υπερεργασία για τους απασχολούμενους με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας είναι από την 41η και μέχρι των 45 ωρών την εβδομάδα για καθεμία των οποίων οφείλεται ως αμοιβή το ωρομίσθιο του μισθωτού προσαυξημένο κατά 25%, ενώ η πέραν της 45ης και μέχρι την 48η ώρα απασχόληση εβδομαδιαίως αποτελεί ιδιόρρυθμη υπερωρία και έχει την ίδια μεταχείριση με τις νόμιμες υπερωρίες (προσαύξηση 25% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο), δηλ. συνυπολογίζεται σ’ αυτές ώστε να αμειφθούν ως τέτοιες κατ’ άρθρο 1 Ν.435/76 και τέλος η πέραν των 48 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση αποτελεί υπερωρία που αμείβεται ανάλογα με το χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης (ΔΕΝ 51.78 & 1413-1414, ΔΕΝ 53.349-351). Ακόμη στην εβδομαδιαία εργασία δεν συνυπολογίζεται η εργασία του μισθωτού σε ημέρα Κυριακή ή άλλη ημέρα ανάπαυσης του, όπως θεωρείται και το Σάββατο για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, καθόσον η εργασία αυτού κατά τις παραπάνω ημέρες ρυθμίζεται με αυτοτελείς διατάξεις (ΑΠ 967/98 ΔΕΝ 55.362, ΑΠ 353/95 ΔΕΝ 51.1361,ΑΠ 1017/95 ΔΕΝ 51.1364,ΑΠ 1058/86 ΔΕΝ 44.132, ΕφΑθ5177/98 ΔΕΝ 55.1187, ΕφΘες1605/94 ΕΕΔ 1994.1029, ΕφΠειρ 1904/88 ΔΕΝ 45.1265 ΔΕΝ 53.129επ.) και ειδικότερα η αμοιβή για εργασία κατά ημέρα Σάββατο (επί ισχύοντος 5θημέρου) παρέχεται βάσει των διατάξεων των 904 επ. ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 1164/95 ΔΕΝ 51.1366, ΑΠ 1017/95οπ.παρ.) και έτσι τυχόν εργασία του μισθωτού κατά ημέρες αυτές (Κυριακή-αργία ή Σάββατο) δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εάν στη τελευταία περίπτωση (υπερωριακή εργασία) δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης (ΑΠ 119/97 ΔΕΝ 54.17, ΕφΘεσ 2858/98 ΔΕΝ 55.1188). Περαιτέρω, από 01.04.2001, η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέρα από τις 40 ώρες και μέχρι τις 43 θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή (άρθρ. 4 παρ. 2 ν. 2874/2000), για κάθε ώρα της οποίας οφείλεται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθ. 4 παρ. 4 αυτού), η δε πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το συμβατικό ωράριο, θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης (άρθρ. 4 παρ. 3 του άνω νόμου) για την οποία οφείλεται, α) για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής εργασίας μέχρι τις 120 ώρες ετησίως, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, β) για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής εργασίας, πέραν των 120 ωρών ετησίως, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% (άρθρ. 4 παρ. 4 αυτού και 1 ν. 435/76) και γ) για κάθε ώρα παράνομης υπερωριακής εργασίας, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%, ήτοι συνολική αμοιβή ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, η οποία πλέον στηρίζεται στο νόμο (άρθρ. 4 παρ. 5 του ν. 2874/2000) και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 (Ρυθμίσεις για την προώθηση της απασχόλησης), το οποίο ισχύει από 1/10/2005, το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ 286 Α) αντικαταστάθηκε ως εξής: «1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4.Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%». Επίσης, σύμφωνα με την 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύθηκε από την 25825/51 ομοία (ΔΕΝ 2007, σ.992), στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυκτερινές ώρες (δηλαδή από τη 10η βραδινή έως την 6η πρωινή, καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές τους αυξημένες κατά 25%. Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζομένους κατά τις νυκτερινές ώρες, άσχετα εάν η εργασία τους παρέχεται καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύκτας ή μόνο σε μέρος αυτού (ορισμένες ώρες) και αδιάφορα εάν απασχολούνται συνεχώς ή έκτακτα. Επίσης δεν έχει σημασία εάν η απασχόλησή τους κατά τις νυκτερινές ώρες επιβάλλεται από την οικεία εργατική σύμβαση ή από τη φύση της εργασίας τους. Από το νόμο ορίζεται ότι η προσαύξηση 25% για την παροχή νυκτερινής εργασίας υπολογίζεται για όλους τους μισθωτούς (υπαλλήλους, εργατοτεχνίτες) επί του νομίμου ημερομισθίου ή του 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού, ανάλογα με τον τρόπο πληρωμής που προβλέπεται για κάθε κατηγορία από αυτούς και όχι των τυχόν μεγαλύτερων αποδοχών που καταβάλλονται από τον εργοδότη. Έτσι η προσαύξηση 25% υπολογίζεται καταρχήν επί του νομίμου ωρομισθίου για κάθε ώρα απασχόλησης και στη συνέχεια προστίθεται στο οφειλόμενο για την απασχόληση (καταβαλλόμενο) ωρομίσθιο του μισθωτού (ΑΠ 1485/2007, ΔΕΝ 2008, σ. 357).
Εξάλλου σύμφωνα με το εδάφιο α’ του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων “περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν”, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπον ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται καμιά φορά και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές. Γι’ αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους. Η έννοια δε της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους (ΑΠ 747/2007, 1047/2007, 583/2007, δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος).
Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ’ απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1236/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος στο πρατήριο υγρών καυσίμων και συναφών ειδών – βουλκανιζατέρ, που διατηρεί αυτή (εναγομένη) στο ……….. Αττικής, αντί μισθού 300,00 ευρώ καταβαλλόμενου κάθε εβδομάδα και επιπλέον ποσοστό 20% (πριμ) επί των καθαρών κερδών της εναγόμενης σε περίπτωση που ο ετήσιος κύκλος εργασιών της υπερέβαινε το ποσό των 300.000,00 ευρώ. Ότι εργαζόταν τις ημέρες και ώρες που αναφέρει στην αγωγή του καθώς και όλα τα Σάββατα, τις αργίες και τις Κυριακές (από 1-7-2002 έως 31-12-2003 όλες τις Κυριακές και από 1-1-2004 δύο Κυριακές κάθε μήνα), συνεχώς έως την 15-11-2007, οπότε η εναγομένη απέλυσε αυτόν, χωρίς να αμείβεται για όλες αυτές τις υπηρεσίες του και ότι η εναγομένη του οφείλει επιπλέον δώρα εορτών, άδεια και επίδομα αδείας καθώς και το συμφωνηθέν ποσοστό 20% επί των κερδών (πριμ) για τα έτη 2002 έως 2007. Επίσης εκθέτει ότι εξαιτίας της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης, υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Με βάση τα ανωτέρω ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλλει, από τις ανωτέρω αιτίες, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το συνολικό ποσό των 369.362,29 ευρώ ως και να υποχρεωθεί να του καταβάλλει το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε αιτούμενο κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 16 αριθ. 2, 664 ΚΠολΔ) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένης της σχετικής ενστάσεως της εναγόμενης και είναι νόμιμη, κατά την κύρια βάση αυτής, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648επ, 341, 345, 346, άρθρ 1παρ.1 ν.3385/2005 (υπερεργασία) και 2παρ.1 Ν. 435/1976 για την προσαύξηση εργασίας κατά τις Κυριακές, ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του ν. 1082/1980 για τα δώρα εορτών, αρθρ. 3 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 6 του ν. 4505/66, όπως ισχύουν μετά το ν. 1346/1983 για την κανονική άδεια και το επίδομα αδείας και άρθρ. 176, 907, 908 ΚΠολΔ. Δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί η επικουρική βάση αυτής, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904επ.ΑΚ διότι ο ενάγων δεν επικαλείται περιστατικά πρόσθετα ή διαφορετικά από εκείνα στα οποία στηρίζεται η κύρια βάση της αγωγής, ούτε καν επικαλείται ακυρότητα της σύμβασής του, ενώ η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα, μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία και επομένως εάν αυτή (αγωγή) στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι αβάσιμη νομικά, γιατί, αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 585/2006, ΔΕΕ 2006.942). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ουσίαν, δεδομένου ότι ο ενάγων προσκομίζει το, κατά το μέρος του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του που υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου, οριζόμενο έως του ποσού της εκάστοτε καθ’ύλην αρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου (άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ), απαιτούμενο δικαστικό ένσημο (βλ. υπ’αριθ. ………. διπλότυπο είσπραξης ΔΟΥ ΙΘ Αθηνών με τα επικολληθέντα κινητά ένσημα υπέρ του ΤΠΔΑ και υπ’αριθ. ………., ………., ………., ………. και ………. δικαστικά ένσημα υπέρ του Τ.Ν).
Η εναγόμενη με τις προτάσεις της αρνείται την αγωγή και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η κρινόμενη αγωγή ασκείται καταχρηστικά διότι ο ενάγων επέδειξε αδράνεια ως προς την άσκηση των αξιώσεων του, γεγονός που της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι αυτές δεν επρόκειτο να προβληθούν. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος δεδομένου ότι δεν εκτίθεται κανένα περιστατικό που να στοιχειοθετεί τα στοιχεία του άρθρου 281 ΑΚ, όπως ανωτέρω αναλύθηκαν αλλά και περαιτέρω πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς του ενάγοντος, από τα οποία να της δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα πού ήδη ασκεί.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι καθώς και από τις υπ’ αριθ. ………./21-5-2009, ………. /22-5-2009 και ………. /25-11-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και οι οποίες λήφθηκαν ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου με την υπ’αριθ. ………. /18-5-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Αθανασίου Λυκιαρδοπούλου και με δήλωση γνωστοποίησης εξέτασης μαρτύρων του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της παρούσας υπόθεσης και από τις υπ’αριθ. ………./25-11- 2009, ………./25-11-2009, ………./25-11-2009 και ………./30-11-2009 ένορκες βεβαιώσεις του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Χαλκίδη, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη και οι οποίες λήφθηκαν ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου με την υπ’αριθ. ………./24-11-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Μιχαήλ Γεωργάκη και με δήλωση γνωστοποίησης εξέτασης μαρτύρων του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης που καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της παρούσας υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 1-7-2002, από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις, υπηρεσίες του ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων στο πρατήριο υγρών καυσίμων και συναφών ειδών – βουλκανιζατέρ που διατηρεί αυτή (εναγομένη) στο ………. Αττικής, σύμφωνα με το νόμιμο ωράριο (πέντε ημέρες εβδομαδιαίως επί 8 ώρες ημερησίως), συνεχώς έως την 15-11-2007 οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και απέλυσε αυτόν. Ο μισθός του ενάγοντος συμφωνήθηκε στο ποσό των 300,00 ευρώ (καθαρά) καταβαλλόμενος κάθε εβδομάδα και επιπλέον ποσοστό 20% επί των καθαρών κερδών της εναγομένης σε περίπτωση που ο ετήσιος κύκλος εργασιών της υπερέβαινε το ποσό των 300.000,00 ευρώ. Ωστόσο παρά την ως άνω συμφωνία, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση της εναγομένης, καθημερινά από τις 08.00 έως τις 11.00 καθώς και Σάββατα, αργίες και Κυριακές (για το χρονικό διάστημα, από 1-7-2002 έως 31-12-2003 όλες τις Κυριακές και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 οπότε ξεκίνησε η εκ περιτροπής λειτουργία της επιχείρισης κατά τις Κυριακές, όλες πλην δύο Κυριακών το μήνα). Στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων ο ενάγων, μετέβαινε στο πρατήριο καθημερινά στις 08.00 προκειμένου να παραλάβει τις προγραμματισμένες ποσότητες καυσίμων για τις ανάγκες της ημέρας, επιμελούμενος της ασφαλούς μεταφοράς των καυσίμων από τα βυτιοφόρα στις δεξαμενές του πρατηρίου, ακολούθως προέβαινε σε καταμέτρηση του ταμείου της προηγούμενης ημέρας και στη συνέχεια διεκπεραίωνε εξωτερικές εργασίες (καταθέσεις σε τράπεζες, εφορία, είσπραξη απαιτήσεων από πελάτες της εναγομένης). Μετά την επιστροφή του στην επιχείρηση, τις μεσημεριανές ώρες, ο ενάγων συνέτασσε την αναλυτική κατάσταση της πρωινής βάρδιας (η οποία έληγε στις 14.00) και στη συνέχεια ασχολούνταν με τιμολόγηση προϊόντων και εγγραφές στο μηχανογραφικό σύστημα της επιχείρησης ………. και ………. έως το κλείσιμο του πρατηρίου. Παραλλήλως κατά τη διάρκεια της ημέρας επέβλεπε το προσωπικό της επιχείρησης (τόσο του πρατηρίου υγρών καυσίμων όσο και του βουλκανιζατέρ που λειτουργούσε σε διπλανό χώρο) έλεγχε τα αποθέματα των προϊόντων (λάδια, ελαστικά κλπ) και πραγματοποιούσε τις απαιτούμενες παραγγελίες. Εξάλλου μετά τη διακοπή της λειτουργία της επιχείρησης την 31-5-2007, ο ενάγων απασχολούνταν, από 1-6-2007, με τη διεκπεραίωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών για την εκκαθάριση της επιχείρησης (είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών από πελάτες της επιχείρησης, απογραφή εμπορευμάτων κλπ). Τις ανωτέρω υπηρεσίες του προσέφερε έως την 12-8-2007 οπότε έλαβε την θερινή του άδεια και στη συνέχεια από 1-9-2007, οπότε επέστρεψε από την άδεια, εγκαταστάθηκε στα γραφεία της συγγενών συμφερόντων προς την εναγομένη εταιρίας με την επωνυμία “………. “, όπου είχαν μεταφερθεί όλα τα οικονομικά παραστατικά και τα εμπορικά βιβλία της εναγομένης και συνέχισε να παρέχει τις ως άνω υπηρεσίες του, συνεχώς έως την 15-11-2007 οπότε η εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και απέλυσε αυτόν. Οι κατά τα άνω αναφερόμενες αρμοδιότητες του ενάγοντος, σαφώς προσδίδουν σε αυτόν την ιδιότητα του υπεύθυνου για τη λειτουργία της επιχείρησης υπαλλήλου, ωστόσο δεν αρκούν για να καταστήσουν αυτόν διευθύνοντα υπάλληλο αφού λείπουν τα στοιχεία, όπως στην αρχή της παρούσας αναλύθηκαν, από την εργασιακή σχέση του με την εναγομένη ώστε να χαρακτηριστεί αυτή ως σχέση διευθυντική. Έτσι, στον ενάγοντα είχαν μεν ανατεθεί καθήκοντα υπεύθυνου υπαλλήλου, καθώς επιμελούνταν όλων των διαδικαστικών θεμάτων της επιχείρησης ενώ συγχρόνως ήταν επιφορτισμένος με την επίβλεψη των εργαζομένων και την καθημερινή εύρυθμη λειτουργία του πρατηρίου, ωστόσο τελούσε υπό τον συνεχή έλεγχο και τις οδηγίες του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, ο οποίος επισκεπτόταν την επιχείρηση τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα προκειμένου να ασκήσει τον απαιτούμενο έλεγχο και να δώσει στον ενάγοντα τις απαραίτητες εντολές για τη λειτουργία της επιχείρησης. Εξάλλου ο ενάγων δεν μετείχε στο Δ. Σ. της εναγομένης, ούτε είχε αρμοδιότητα για την πρόσληψη ή την απόλυση του προσωπικού, δικαιώματα που ως γνωστόν αρμόζουν σε εργοδότη, ενώ δεν είχε αποφασιστική ούτε κανενός είδους αρμοδιότητα, σε ζητήματα επιχειρησιακής εξέλιξης και στρατηγικής της εναγομένης. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί τις εντολές και οδηγίες του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης. Εξάλλου και οι αποδοχές του δεν διαφοροποιούνταν κατά πολύ από αυτές των υπολοίπων υπαλλήλων της εναγομένης αφού όπως προαναφέρθηκε αυτός ελάμβανε το ποσό των 300,00 ευρώ εβδομαδιαίως, το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και σε κάθε περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει αμοιβή διευθυντικού στελέχους. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων ήταν υπάλληλος της εναγόμενης, υπεύθυνος για τη λειτουργία του πρατηρίου έχοντας υπό την επίβλεψή του τους εργαζόμενους σε αυτό συναδέλφους του, χωρίς τούτο να τον καθιστά διευθύνον στέλεχος. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο ενάγων εργαζόταν καθημερινώς, πέραν του νομίμου ωραρίου του, από 08.00 έως 23.00, ήτοι 75 ώρες εβδομαδιαίως, προσφέροντας υπερωριακή εργασία για την οποία δεν ελάμβανε αμοιβή. Επομένως ο ενάγων δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: Α) Για ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και υπερεργασία: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 30-5-2005 απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως 43 ωρών (κατά τις εργάσιμες ημέρες) ήτοι συνολικά 480 ώρες (160 εβδομάδες χ 3 ώρες). Κατά το άνω χρονικό διάστημα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ήταν 9,24 ευρώ [(300,00 ευρώ εβδομαδιαίως χ 52 εβδομάδες: 12 μήνες χ 1,184 (συντελεστής ασφαλιστικών κρατήσεων) = 1.539,20 ευρώ : 25 χ 6 : 40). Επομένως δικαιούται από την αιτία αυτή το ποσό των 6.652,80 ευρώ (480 ώρες χ 9,24 χ 50% προσαύξηση). β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 31-5-2007 (οπότε ισχύουν οι διατάξεις του ν.3385/05 για την υπερεργασία) ο ενάγων απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως 45 ωρών (κατά τις εργάσιμες ημέρες) ήτοι συνολικά 425 ώρες (85 εβδομάδες χ 5 ώρες). Κατά το άνω χρονικό διάστημα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ήταν 9,24 ευρώ. Επομένως δικαιούται από την αιτία αυτή το ποσό των 4.908,75 ευρώ (425 ώρες χ 9,24 χ 25% προσαύξηση) και συνολικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 11.561,55 ευρώ (6.652,80 + 4.908,75). Β) Για παράνομη υπερωριακή απασχόληση κατά τις εργάσιμες ημέρες. α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 30-5-2005 απασχολήθηκε πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως (κατά τις εργάσιμες ημέρες) και συνολικά 5.120 ώρες (160 εβδομάδες χ 32 ώρες). Κατά το άνω χρονικό διάστημα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ήταν 9,24 ευρώ. Επομένως δικαιούται από την αιτία αυτή το ποσό των 118.272,00 ευρώ (5.120 ώρες χ 9,24 χ 150% προσαύξηση). Από το σύνολο των ανωτέρω ωρών οι 850 αντιστοιχούν σε νυχτερινή εργασία (ήτοι από τις 22.00 έως τις 23.00) για τις οποίες ο ενάγων δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 25% και συνολικά από την ανωτέρω αιτία το ποσό των 9.817,50 ευρώ (850 ώρες χ 9,24 χ 25% προσαύξηση) θα επιδικασθεί όμως το αιτούμενο από αυτόν ποσό των 4.913,00 ευρώ. β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 31-5-2007 απασχολήθηκε πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως (κατά τις εργάσιμες ημέρες) και συνολικά 2.550 ώρες (85 εβδομάδες χ 30 ώρες). Κατά το άνω χρονικός διάστημα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ήταν 9,24 ευρώ. Επομένως δικαιούται από την αιτία αυτή το ποσό των 47.124,00 ευρώ (2.550 ώρες χ 9,24 χ 100% προσαύξηση). Από το σύνολο των ανωτέρω ωρών οι 435 αντιστοιχούν σε νυχτερινή εργασία (ήτοι από τις 22.00 έως τις 23.00) για τις οποίες ο ενάγων δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 25% και συνολικά από την ανωτέρω αιτία το ποσό των 5.024,25 ευρώ (435 ώρες χ 9,24 χ 25% προσαύξηση) θα επιδικασθεί όμως το αιτούμενο από αυτόν ποσό των 2.009,70 ευρώ. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται συνολικά από την ανωτέρω αιτία (παράνομη υπερωριακή απασχόληση κατά τις εργάσιμες ημέρες) το ποσό των 172.318,70 ευρώ (118.272,00 + 4.913,00 + 47.124,00 + 2.009,70). Γ) Αμοιβή για εργασία τα Σάββατα: Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-5-2007, ο ενάγων εργάστηκε όλα τα Σάββατα ήτοι 248 ημέρες. Για την εργασία του αυτή δικαιούται να λάβει τα ακόλουθα ποσά: α) Για εργασία εντός του νομίμου ωραρίου, ήτοι από 08.00 έως 16.00, το ποσό των 61,57 ευρώ (1.539,20 : 25) και συνολικά το ποσό των 15.269,36 ευρώ (248 ημέρες χ 61,57). β) Για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, ήτοι από 16.00 έως 22.00 δικαιούται: αα) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 30-9-2005 κατά το οποίο απασχολήθηκε πέραν του νομίμου ημερήσιου ωραρίου επί 1.014 ώρες (169 Σάββατα χ 6 ώρες) το ποσό των 23.423,40 ευρώ (9,24 ευρώ ωρομίσθιο χ 150% προσαύξηση παράνομης υπερωρίας = 23,10 ευρώ χ 1.014 ώρες), ββ) Για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 31-5-2007, κατά το οποίο απασχολήθηκε πέραν του νομίμου ημερήσιου ωραρίου επί 474 ώρες (79 Σάββατα χ 6 ώρες) το ποσό των 8.759,52 ευρώ (9,24 ευρώ χ 100% προσαύξηση παράνομης υπερωρίας = 18,48 ευρώ χ 474 ώρες), γ) Για εργασία μετά τις 22.00 έως τις 23.00 δικαιούται: αα) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 30-9-2005 κατά το οποίο απασχολήθηκε επί 169 ώρες (169 Σάββατα χ 1 ώρα) το ποσό των 4.880,72 ευρώ (9,24 ευρώ χ 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 11,55 ευρώ χ 150% προσαύξηση παράνομης υπερωρίας = 28,80 ευρώ χ 169 ώρες), ββ) Για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 31-5-2007, κατά το οποίο απασχολήθηκε επί 79 ώρες (79 Σάββατα χ 1 ώρα) το ποσό των 1.824,90 ευρώ ((9,24 ευρώ χ 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 11,55 ευρώ χ 100% προσαύξηση παράνομης υπερωρίας = 23,10 ευρώ χ 79 ώρες). Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται συνολικά από την ανωτέρω αιτία (εργασία τα Σάββατα) το ποσό των 54.157,90 ευρώ (15.269,36 + 23.423,40 + 8.759,52 + 4.880,72 + 1.824,90). Δ) Αμοιβή για εργασία τις Κυριακές: α) Για εργασία εντός του νομίμου ωραρίου, ήτοι από 08.00 έως 16.00. αα) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2002, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 698,41 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 27,94 ευρώ, εργάστηκε επί 26 Κυριακές και δικαιούται 1) για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 1.600,82 ευρώ (26 ημέρες χ 61,57 καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και 2) για προσαύξηση λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 544,83 ευρώ (26 ημέρες χ 27,94 νόμιμο ημερομίσθιο χ 75%) και συνολικά το ποσό των 2.145,65 ευρώ. ββ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 727,82, ευρώ και το ημερομίσθιο σε 29,11 ευρώ, εργάστηκε επί 48 Κυριακές και δικαιούται: 1) για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 2.955,36 ευρώ (48 ημέρες χ 61,57 καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και 2) για προσαύξηση λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 1.047,96 ευρώ (48 ημέρες χ 29,11 νόμιμο ημερομίσθιο χ 75%) και συνολικά το ποσό των 4.003,32 ευρώ. γγ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-8-2004, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 756,93, ευρώ και το ημερομίσθιο σε 30,28 ευρώ, εργάστηκε επί 15 Κυριακές και δικαιούται: 1) για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 923,55 ευρώ (15 ημέρες χ 61,57 καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και 2) % για προσαύξηση λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 340,65 ευρώ (15 ημέρες χ 30,28 νόμιμο ημερομίσθιο χ 75%) και συνολικά το ποσό των 1.264,20 ευρώ. δδ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2004, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 772,92 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 30,92 ευρώ, εργάστηκε επί 9 Κυριακές και δικαιούται: 1) για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 554,13 ευρώ (9 ημέρες χ 61,57 καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και 2) για προσαύξηση λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 208,71 ευρώ (9 ημέρες χ 30,92 νόμιμο ημερομίσθιο χ 75%) και συνολικά το ποσό των 762,84 ευρώ. εε) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-8-2005, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 789,92 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 31,60 ευρώ, εργάστηκε επί 15 Κυριακές και δικαιούται: 1) για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 923,55 ευρώ (15 ημέρες χ 61,57 καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και 2) για προσαύξηση λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 355,50 ευρώ (15 ημέρες χ 31,60 νόμιμο ημερομίσθιο χ 75%) και συνολικά το ποσό των 1.279,05 ευρώ. στστ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 31-12-2005, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 815,99 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 32,64 ευρώ, εργάστηκε επί 9 Κυριακές και δικαιούται: 1) για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 554,13 ευρώ (9 ημέρες χ 61,57 καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και 2) για προσαύξηση λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 220,32 ευρώ (9 ημέρες χ 32,64 νόμιμο ημερομίσθιο χ 75%) και συνολικά το ποσό των 774,45 ευρώ. ζζ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-8-2006, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 839,65 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 33,59 ευρώ, εργάστηκε επί 15 Κυριακές και δικαιούται) για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 923,55 ευρώ (15 ημέρες χ 61,57 καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και 2) για προσαύξηση λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 377,89 ευρώ (15 ημέρες χ 33,59 νόμιμο ημερομίσθιο χ 75%) και συνολικά το ποσό των 1.301,44 ευρώ. ηη) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 30-4-2007, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 86,40 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 34,56 ευρώ, εργάστηκε επί 19 Κυριακές και δικαιούται: 1) για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 1.169,83 ευρώ (19 ημέρες χ 61,57 καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και 2) για προσαύξηση λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 492,48 ευρώ (19 ημέρες χ 34,56 νόμιμο ημερομίσθιο χ 75%) και συνολικά το ποσό των 1.662,31, ευρώ. θθ) Για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-5-2007 κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 908,07 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 36,32 ευρώ, εργάστηκε επί 2 Κυριακές και δικαιούται: 1) για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 123,14 ευρώ (2 ημέρες χ 61,57 καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και 2) για προσαύξηση λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 54,48 ευρώ (2 ημέρες χ 36,32 νόμιμο ημερομίσθιο χ 75%) και συνολικά το ποσό των 177,62 ευρώ. β) Για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, ήτοι από τις 16.00 έως τις 22.00. αα) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2002, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,19 ευρώ (698,41 : 25 χ 6 : 40), εργάστηκε επί 26 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε μία και, συνολικά 156 ώρες (26 χ 6) και δικαιούται το ποσό των 4.828,20 ευρώ [(9,24 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 3,14 ευρώ προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου (4,19 χ 75%) = 12,38 χ 150% = 30,95 ευρώ χ 156 ώρες)], ββ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003, έως 31-12-2003, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,37 ευρώ, εργάστηκε επί 48 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε μία και συνολικά 288 ώρες (48 χ 6) και δικαιούται το ποσό των 9.014,40 ευρώ [(9,24 + 3,28 (4,37 χ 75%) = 12,52 χ 150% = 31,30 ευρώ χ 288 ώρες)], γγ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-8-2004, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,54 ευρώ, εργάστηκε επί 15 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε μία και συνολικά 90 ώρες (15 χ 6) και δικαιούται το ποσό των 2.845,80 ευρώ [(9,24 + 3,41 (4,54 χ 75%) = 12,65 χ 150% = 31,62 ευρώ χ 90 ώρες)], δδ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2004, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,64 ευρώ, εργάστηκε επί 9 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε μία και συνολικά 54 ώρες (9 χ 6) και δικαιούται το ποσό των 1.717,20,ευρώ [(9,24 + 3,48 (4,64 χ 75%) = 12,72 χ 150% =,31,80 ευρώ χ 54 ώρες)], εε) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-8-2005 κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,74 ευρώ, εργάστηκε επί 15 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε μία και συνολικά 90 ώρες (15 χ 6) και δικαιούται να λάβει το ποσό των 2.880,00 ευρώ [(9,24 + 3,56 (4,74 χ 75%) = 12,80 χ 150% = 32,00 ευρώ χ 90 ώρες)], στστ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 31-12-2005, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,90 ευρώ, εργάστηκε επί 9 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε μία και συνολικά 54 ώρες (9 χ 6) και δικαιούται να λάβει το ποσό των 1.395,36 ευρώ [(9,24 + 3,68 (4,90 χ 75%) = 12,92 χ 100% = 25,84 ευρώ χ 54 ώρες)], ζζ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-8-2006, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 5,04 ευρώ, εργάστηκε επί 15 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε μία και συνολικά 90 ώρες (15 χ 6) και δικαιούται να λάβει το ποσό των 2.343,60 ευρώ [(9,24 + 3,78 (5,04 χ 75%) = 13,02 χ 100% = 26,04 Ευρώ χ 90 ώρες)], ηη) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 30-4-2007, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 5,18 ευρώ, εργάστηκε επί 19 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε μία και συνολικά 114 ώρες (19 χ 6) και δικαιούται να λάβει το ποσό των 2.993,64 ευρώ [(9,24 + 3,89 (5,18 χ 75%) = 13,13 χ 100% = 26,26 ευρώ χ 114 ώρες)], θθ) Για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-5-2007, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 5,45 ευρώ, εργάστηκε επί 2 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε μία και συνολικά 12,ώρες (2 χ 6) και δικαιούται να λάβει το ποσό των 319,92 ευρώ [(9,24 + 4,09 (5,45 χ 75%) = 13,33 χ 100% = 26,66 ευρώ χ 12 ώρες)], γ) Για εργασία νυχτερινή που παρασχέθηκε υπερωριακά, ήτοι από 22.00 έως 23.00. αα) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2002, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,19 ευρώ και εργάστηκε επί 26 Κυριακές ήτοι συνολικά επί 26 ώρες, δικαιούται να λάβει το ποσό των 872,56 ευρώ [(9,24 + 3,14 (4,19 χ 75%) = 12,38 + 1,05 (προσαύξηση 25% για νυχτερινή εργασία) = 13,43 χ 150% (προσαύξηση παράνομης υπερωρίας) = 33,56ευρώ χ 26 ώρες)], ββ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,37 ευρώ και εργάστηκε επί 48 Κυριακές, ήτοι συνολικά επί 48 ώρες, δικαιούται να λάβει το ποσό των 1.633,44 ευρώ [(9,24 + 3,28 (4,37 χ 75%) = 12,52 + 1,09 (προσαύξηση 25% για νυχτερινή εργασία) = 13,61 χ 150% (προσαύξηση παράνομης υπερωρίας) = 34,03 ευρώ χ 48 ώρες)], γγ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-8-2004, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,54 ευρώ και εργάστηκε επί 15 Κυριακές ήτοι συνολικά επί 15 ώρες, δικαιούται να λάβει το ποσό των 517,20 ευρώ [(9,24 + 3,41 (4,54 χ 75%) = 12,65 + 1,14 (προσαύξηση 25% για νυχτερινή εργασία) = 13,79 χ 150% (προσαύξηση παράνομης υπερωρίας) = 34,48 ευρώ χ 15 ώρες)]. δδ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2004, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,64 ευρώ και εργάστηκε επί 9 Κυριακές ήτοι συνολικά επί 9 ώρες, δικαιούται να λάβει το ποσό των 312,30 ευρώ [(9,24 + 3,48 (4,64 χ 75%) = 12,72 + 1,16 (προσαύξηση 25% για νυχτερινή εργασία) = 13,88 χ 150% (προσαύξηση παράνομης υπερωρίας) = 34,70 ευρώ χ 9 ώρες)], εε) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-8-2005, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,74 ευρώ και εργάστηκε επί 15 Κυριακές ήτοι συνολικά επί 15 ώρες, δικαιούται να λάβει το ποσό των 523,35 ευρώ [(9,24 + 3,56 (4,74 χ 75%) = 12,80 + 1,16 (προσαύξηση 25% για νυχτερινή εργασία) = 13,96 χ 150% (προσαύξηση παράνομης υπερωρίας) = 34,90 ευρώ χ 15 ώρες)], στστ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 31-12-2005,κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4,90 ευρώ και εργάστηκε επί 9 Κυριακές, ήτοι συνολικά επί 9 ώρες, δικαιούται να λάβει το ποσό των 254,70 ευρώ [(9,24 + 3,68 (4,90 χ 75%) = 12,92 + 1,23 (προσαύξηση 25% για νυχτερινή εργασία) = 14,15 χ 100% (προσαύξηση παράνομης υπερωρίας) = 28,30 ευρώ χ 9 ώρες)], ζζ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-8-2006, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 5,04 ευρώ και εργάστηκε επί 15 Κυριακές ήτοι συνολικά επί 15 ώρες, δικαιούται να λάβει το ποσό των 428,40 ευρώ [(9,24 + 3,78 (5,04 χ 75%) = 13,02 + 1,26 (προσαύξηση 25% για νυχτερινή εργασία) = 14,28 χ 100% (προσαύξηση παράνομης υπερωρίας) = 28,56 ευρώ χ 15 ώρες)], ηη) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 30-4-2007, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 5,18 ευρώ και εργάστηκε επί 19 Κυριακές ήτοι συνολικά επί 19 ώρες, δικαιούται να λάβει το ποσό των 548,34 ευρώ [(9,24 + 3,89 (5,18 χ 75%) = 13,13 + 1,30 (προσαύξηση 25% για νυχτερινή εργασία) = 14,43, χ 100% (προσαύξηση παράνομης υπερωρίας) = 28,86 ευρώ χ 19ώρες)].θθ) Για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-5-2007, κατά το οποίο το ωρομίσθιο του ενάγοντος ανέρχονταν σε 5,45 ευρώ και εργάστηκε επί 2 Κυριακές ήτοι συνολικά επί 2 ώρες, δικαιούται να λάβει το ποσό των 58,76 ευρώ [(9,24 + 4,09 (5,45 χ 75%) = 13,33 + 1,36 (προσαύξηση 25% για νυχτερινή εργασία) = 14,69 χ 100% (προσαύξηση παράνομης υπερωρίας) = 29,38 ευρώ χ 2 ώρες)]. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται να λάβει·;- συνολικά από την ανωτέρω αιτία (εργασία τις Κυριακές) το. ποσό των 46.858,05 ευρώ (2.145,65 + 4.003,32 + 1.264,20 + 762,84 + 1.279,05 + 774,45 + 1.301,44 + 1.662,31 + 177,62 + 4.828,20 + 9.014,40 + 2.845,80 + 1.717,20 + 2.880,00 + 1.395,36 + 2.343,60 + 2.993,64 + 319,92 + 872,56 + 1.633,44 + 517,20 + 312,30 + 523,35 + 254,70 + 428,40 + 548,34 + 58,76). Ε) Αμοιβή για εργασία τις αργίες, α) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2002, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 698,41 ευρώ εργάστηκε 3 αργίες και δικαιούται να λάβει λόγω προσαύξησης το ποσό των 62,87 ευρώ (27,94 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο χ 3 ημέρες χ προσαύξηση 75%). β) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 727,82 ευρώ, εργάστηκε 5 αργίες και δικαιούται να λάβει λόγω προσαύξησης το ποσό των 109,17 ευρώ (29,11 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο χ 5 ημέρες χ προσαύξηση 75%). γ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-8-2004, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 756,93 ευρώ, εργάστηκε 3 αργίες και δικαιούται να λάβει λόγω προσαύξησης το ποσό των 68,13 ευρώ (30,28 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο χ 3 ημέρες χ προσαύξηση 75%). δ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2004, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 772,92 ευρώ εργάστηκε 2 αργίες και δικαιούται να λάβει λόγω προσαύξησης το ποσό των 46,38 ευρώ (30,92 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο χ 2 ημέρες χ προσαύξηση 75%). ε) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-8-2005, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 789,92 ευρώ εργάστηκε 3 αργίες και δικαιούται να λάβει λόγω προσαύξησης το ποσό των 71,10 ευρώ (31,60 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο χ 3 ημέρες χ προσαύξηση 75%). στ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 31-12-2005, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 815,99 ευρώ, εργάστηκε 2 αργίες και δικαιούται να λάβει λόγω προσαύξησης το ποσό των 48,96 ευρώ (32,64 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο χ 2 ημέρες χ προσαύξηση 75%). ζ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-8-2006, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 839,65 ευρώ εργάστηκε 3 αργίες και δικαιούται να λάβει λόγω προσαύξησης το ποσό των 75,58 ευρώ (33,59 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο χ 3 ημέρες χ προσαύξηση 75%) η) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 30-4-2007, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 864,00 ευρώ, εργάστηκε 4 αργίες και δικαιούται να λάβει λόγω προσαύξησης το ποσό των 107,52 ευρώ (35,84 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο χ 4 ημέρες χ προσαύξηση 75%). θ) Για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-5-2007, κατά το οποίο ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν σε 908,07 ευρώ, εργάστηκε 1 αργία και δικαιούται να λάβει λόγω προσαύξησης το ποσό των 27,24 ευρώ (36,32 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο χ προσαύξηση 75%). Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται να λάβει συνολικά από την ανωτέρω αιτία (εργασία τις αργίες) το ποσό των 616,95 ευρώ (62,87 + 109,17 + 68,13 + 46,38 + 71,10 + 48,96 + 75,58 + 107,52 + 27,24). Επίσης η εναγόμενη δεν έχει καταβάλλει στον ενάγοντα τα δώρα εορτών για όλο το διάστημα της απασχόλησής του σε αυτήν και επομένως του οφείλει: α) Για δώρο Πάσχα για τα έτη 2003 έως 2007, το ποσό των 3.848,00 ευρώ (1.539,20 ευρώ καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός χ 1/2 χ 5 έτη), β) Για δώρο Χριστουγέννων αα) για το έτος 2002 τα 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19μερο εργασίας από 1-7 έως 31-12, ήτοι ποσό 1.192,00 ευρώ (123,14 ευρώ χ 9,68 19μερα), ββ) για τα έτη 2003 έως 2006 το ποσό των 6.156,80 ευρώ (1.539,30 ευρώ καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός χ 4 έτη) και γγ) για το έτος 2007 τα 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19μερο εργασίας από 1-5 έως 15-11, ήτοι ποσό 1.289,28 ευρώ (123,14 ευρώ χ 10,47 19μερα). Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται να λάβει συνολικά από την ανωτέρω αιτία (δώρα εορτών) το ποσό των 12.486,08 ευρώ (3.848,00 + 1.192,00 + 6.156,80 + 1.289,28). Επίσης η εναγομένη δεν έχει καταβάλλει και οφείλει στον ενάγοντα, το επίδομα αδείας για τα έτη 2003 έως 2007, συνολικού ποσού 3.848,00 ευρώ (1.539,20 ευρώ καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός χ 1/2 = 769,60 ευρώ χ 5 έτη). Όσον αφορά το αιτούμενο από τον ενάγοντα κονδύλιο της αποζημίωσης για μη χορηγηθείσα άδεια αναψυχής των ετών 2003 έως 2007 πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο λόγω του ότι, από τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι αδύνατον ένας εργαζόμενος να παρέχει αδιάκοπα, επί πέντε έτη, την εργασία του χωρίς να λάβει κάποιες ημέρες ανάπαυσης για την ανασύνταξη, των σωματικών και ψυχικών του δυνάμεων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε συμφωνήσει με την εναγομένη, σε περίπτωση κατά την οποία ο ετήσιος κύκλος εργασιών της υπερέβαινε ετησίως το ποσό των 300.000,00 ευρώ, να λαμβάνει, πέραν του μηνιαίου μισθού του εκ 1.539,20 ευρώ, και πρόσθετη αμοιβή υπολογιζόμενη σε ποσοστό 20% επί των καθαρών κερδών της εταιρικής χρήσης, ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του και ως κίνητρο για την καλύτερη απόδοσή του. Την ανωτέρω πρόσθετη παροχή ουδέποτε του κατάβαλλε η εναγομένη η οποία εκ του λόγου αυτού του οφείλει τα ακόλουθα ποσά: Για την εταιρική χρήση 2002, ο ετήσιος κύκλος εργασιών της εναγομένης ανήλθε σε 1.975.030,97 ευρώ και τα καθαρά κέρδη αυτής ανήλθαν σε 75.243,17 ευρώ και επομένως το ποσοστό 20% επ’αυτών, που οφείλεται στον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 15.048,63 ευρώ. Για την εταιρική χρήση 2003 ο ετήσιος κύκλος εργασιών της εναγομένης ανήλθε σε 2.319.432,08 ευρώ και τα καθαρά κέρδη αυτής ανήλθαν σε 95.004,80 ευρώ και επομένως το ποσοστό 20% επ’αυτών που οφείλεται στον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 19.000,96 ευρώ. Για την εταιρική χρήση 2004 ο ετήσιος κύκλος εργασιών της εναγομένης ανήλθε σε 2.055.114,34 ευρώ και τα καθαρά κέρδη αυτής ανήλθαν σε 64.927,18 ευρώ και επομένως το ποσοστό 20% επ’αυτών που οφείλεται στον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 12.985,44 ευρώ. Για την εταιρική χρήση 2005 ο ετήσιος κύκλος εργασιών της εναγόμενης ανήλθε σε 1.947.100,80 ευρώ και τα καθαρά κέρδη αυτής ανήλθαν σε 10.741,80 ευρώ και επομένως το ποσοστό 20% επ’αυτών που οφείλεται στον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 2.148,34 ευρώ. Για την εταιρική χρήση 2006 η εναγομένη, σύμφωνα με τον ισολογισμό αυτής που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εμφάνισε ζημία.
Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται να λάβει συνολικά από την άνω αιτία (πρόσθετη παροχή, πριμ) το ποσό των 49.183,37 ευρώ (15.048,63 + 19.000,96 + 12.985,44 + 2.148,34). Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξαιτίας της καθυστέρησης καταβολής των αποδοχών του από την εναγομένη, υπέστη ηθική βλάβη και επομένως το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατόπιν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 351.030,60 ευρώ (11.561,55 + 172.318,70 + 54.157,90 + 46.858,05 + 616,95 + 12.486,08 + 3.848,00 + 49.183,37) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Όσον αφορά το αίτημα του ενάγοντος για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει και δη για το ποσό των 40.000,00 ευρώ, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση της ικανοποίησης του ενάγοντος μπορεί να περιορίσει την οικονομική του ρευστότητα και να επιφέρει σε αυτόν σημαντική ζημία δεδομένου και του ότι πρόκειται για αξίωση απορρέουσα από εργατική διαφορά (άρθρ. 908παρ.1 περ.ε ΚΠολΔ). Τέλος η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης, μειωμένης όμως λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρ. 178 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των τριακοσίων πενήντα ενός χιλιάδων τριάντα και εξήντα λεπτών (351.030,60) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Κηρύσσει την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000,00) ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος την οποία ορίζει στο ποσό των δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500,00) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 09 ΙΟΥΝ 2010.
