Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022
Περίληψη: Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας νυχτοφύλακα. Καθήκοντα και διάκριση από την ειδικότητα του θυρωρού. Απορρίπτει ισχυρισμό της εκκαλούσας ότι ο ενάγων είχε την ειδικότητα του θυρωρού. Κατά την έννοια των άρθρων 664 ΑΚ και 3 του β.δ. της 247/21-8-1920 μισθός θεωρείται κάθε εργοδοτική παροχή που δίνεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Όταν οι καταβαλλόμενες αποδοχές του εργαζομένου είναι ανώτερες των ελάχιστων ορίων αμοιβών μπορεί να καταλογισθεί (συμψηφισθεί) στο υπερβάλλον τμήμα τους οποιαδήποτε απαίτηση του εργαζομένου από μισθό, επιδόματα, προσαυξήσεις και λοιπές αποζημιώσεις χωρίς η δυνατότητα αυτή του εργοδότη να προσκρούσει στις πιο πάνω διατάξεις. Ειδική συμφωνία απαιτείται για την αξίωση από προσαύξηση λόγω Κυριακής και για το επίδομα γάμου. Η εκκαλούσα δεν προέβη σε τέτοια συμφωνία και συνεπώς απορριπτέος ο σχετικός λόγος έφεσης. Η παραίτηση του μισθωτού από το δικαίωμα να προσμετρηθεί η προϋπηρεσία του για την μισθολογική προσαύξηση λόγω τριετιών είναι έγκυρη, μόνον όταν από την παραίτηση αυτή δεν θίγονται τα ελάχιστα νόμιμα όρια των αποδοχών του, όπως αυτά διαμορφώνονται μετά τον συνυπολογισμό ολοκλήρου του χρόνου της προϋπηρεσίας που νομίμως γνωστοποίησε στον εργοδότη και ο μισθωτός λαμβάνει αποδοχές ανώτερες των νομίμων. Η απλή αναφορά του ενάγοντος ότι δεν είχε ζητήσει από τον εργοδότη του επίδομα τριετιών δε συνιστά παραίτηση από την αξίωση του επιδόματος προϋπηρεσίας του. Νόμιμη προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και τις νύχτες. Υπολογισμός αμοιβής. Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Καταβολή αποζημίωσης κατώτερης της νόμιμης. Υπερημερία εργοδότη. Απορρίπτει την έφεση του εργοδότη και την αντέφεση του εργαζόμενου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 54.269,68 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός Απόφασης
5664/2013
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 4°
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Λεωνίδα Ντούλη, Πρόεδρο Εφετών, Γεώργιο Ταμβακάκη και Παρασκευή Δημοσθένους – Μαλακάση – Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κοπτερίδου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της Ένωσης των, κατά τον νόμο 3741/1929 Συνιδιοκτητών του Μεγάρου, που εδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού ………. αρ. … πολυκατοικίας – Μεγάρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Χατζηκυριάκο.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: ………., κατοίκου εν ζωή Αθηνών, ο οποίος απεβίωσε και στη θέση του παρίστανται οι 1) ………., κάτοικου ………. Αττικής και 2) ………., κατοίκου Αθηνών ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος, υπεισελθουσών αυτοδικαίως στην αγωγική αξίωση ως καθολικοί διάδοχοι αυτού, οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Ο ενάγων, και ήδη εφεσίβλητος με την από 6 Αυγούστου 2009 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………. /………. /2009, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2499/2010 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 24 Ιανουαρίου 2011 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………. /2011.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε, με την αντέφεση που κατέθεσαν οι εφεσίβλητες με τις προτάσεις τους.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσίβλητων αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 24-1-2011 α/α ………. /2011 έφεση κατά των Α) ………. και ………., οι οποίοι ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού εφεσιβλήτου ………., ο οποίος απεβίωσε μετά την άσκηση της έφεσης ήτοι την 25-9-2012 (βλ. προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ………. Αττικής υπ’ αριθμ. ………./27-9-2012 και το υπ’ αριθμ. πρωτ. ………./10-10-2012 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ……….), συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρα 286, 287 ΚΠολΔ), και Β) της υπ’ αριθμ. 2499/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 516, 518 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων κατά την ίδια διαδικασία, συνεκδικαζόμενη κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ με την δια των προτάσεων ασκηθείσα αντέφεση.
Ο ενάγων ………. επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με βάση την οποία προσελήφθη την 24-3-2007 από την εναγομένη ήδη εκκαλούσα Ένωση των Συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας – μεγάρου που βρίσκεται στην οδό ………. … στην Αθήνα, προκειμένου να απασχοληθεί ως νυχτοφύλακας και απασχόληση του με την ιδιότητά του αυτή έως την 30-5-2009 οπότε απολύθηκε, ζητούσε ν’ αναγνωριστεί άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 59.269,68 ΕΥΡΩ, για δεδουλευμένες αποδοχές του ως άνω χρονικού διαστήματος, μισθούς υπερημερίας και για ηθική βλάβη λόγω προσβολής που υπέστη στην προσωπικότητά του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση που την έκανε εν μέρει δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τώρα οι διάδικοι με την έφεση και την αντέφεση και τους λόγους που περιέχονται σ’ αυτές και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν οι εναγόμενοι εκκαλούντες την εξαφάνισή της, προκειμένου ν’ απορριφθεί η αγωγή και οι αντεκκαλούσες προκειμένου να γίνει δεκτή εξ ολοκλήρου η αγωγή.
Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει να αναφέρει όλα τα υπό του νόμου οριζόμενα στοιχεία ήτοι α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Ειδικότερα η αγωγή με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα ποσά οφειλόμενα από την εργασιακή σύμβαση όπως προσαυξήσεις για απασχόληση του κατά την ημέρα της Κυριακής και λόγω νυκτερινής εργασίας, απαιτείται ν’ αναφέρονται στην αγωγή η σύμβαση εργασίας, ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός και τα περιστατικά εκείνα από τα οποία να προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη επαρκώς προσδιορισμένα, ενώ η αντέφεση και εφαρμογή των εφαρμοστέων Συλλογικών συμβάσεων εργασίας και Διαιτητικών αποφάσεων δεν απαιτείται να αναφέρονται διότι είναι έργο του Δικαστή να της εφαρμόσει. Εν προκειμένω η από 6-8-2009 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και ειδικότερα την εργασιακή σχέση τους όρους αυτής τον καταβαλλόμενο στον ενάγοντα μισθό τις ώρες και τις ημέρες απασχόλησης τους καθ’ έκαστο μήνα και τον αριθμό των Κυριακών. Να σημειωθεί Α) ότι δεν είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός των ημερών ότι δεν απαιτείται η αναφορά άλλων στοιχείων όπως ποσών που έλαβε ο ενάγων για την απασχόληση του, αφού οι καταβολές αυτές δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής του εργαζομένου, αλλά περιεχόμενο της σχετικής ένστασης εξόφλησης του εργοδότη. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε την αγωγή ορισμένη δεν έσφαλλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και για τούτο ο σχετικός λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του ν.3198/1955 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ4 του ν. 2556/97 η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως αορίστου χρόνου από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Κατά δε το άρθρο 669 παρ.2 ΑΚ η καταγγελία αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη, υπόκειται όμως όπως κάθε δικαίωμα στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ που απαγορεύει ως καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτού όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια ή σε λόγους εκδικήσεως συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή που ο εργοδότης κατήγγειλε άκυρα και καταχρηστικά τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, τότε περιέχεται σε υπερημερία και υποχρεούται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ στην καταβολή μισθών υπερημερίας. Την ίδια υποχρέωση έχει ο εργοδότης και στην περίπτωση μη καταβολής ολόκληρης της αποζημίωσης απολύσεως ή αλλιώς στην περίπτωση καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως, οπότε δίνεται το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει την καταγγελία άκυρη και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας είτε παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας να ζητήσει την καταβολή του υπολοίπου της αποζημιώσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, τις ………, ……… και ……… /14-10-2010 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Δέδε οι οποίες λήφθηκαν μετά νομότυπη κλήση του αντιδίκου (βλ. την ………/12-10-2010 έκθεση επιδόσεως του Δικ. Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γεωργίου Παρασκευόπουλου) και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Δυνάμει προφορικής συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη ο ενάγων την 24-3-2007 από την εναγομένη ήδη εκκαλούσα ένωση των συνιδιοκτητών (ν.3741/1929) της πολυκατοικίας της οδού ……… αρ. … στην Αθήνα που εκπροσωπείται νομίμως από τον διαχειριστή αυτής, προκειμένου ν’ απασχοληθεί επί πενθήμερο εβδομαδιαίως επί 8ωρες κατά τη νυκτερινή βάρδια φύλαξης της πολυκατοικίας αυτής κατά τις ώρες 22.00 μ.μ. έως τις 6.00 π.μ. Ειδικότερα τα καθήκοντα του ενάγοντα ήσαν η ευθύνη φύλαξης των γραφείων των δημοσίων και ιδιωτικών υπηρεσιών που στεγάζονται στη πολυκατοικία αυτή (ήτοι του ………, του ………, της εταιρείας «………», της ………, της εταιρείας επιχειρηματικών πληροφοριών και συμβουλευτικών υπηρεσιών ……… κ.α), η επίβλεψη της εισόδου της πολυκατοικίας, ο έλεγχος των εσωτερικών χώρων της πολυκατοικίας καθώς και του πεζοδρομίου έξω από την πολυκατοικία προκειμένου ν’ αποφεύγονται φθορές, ρύπανση και παράνομη αφισοκόλληση. Για την εκτέλεση των καθηκόντων του και την παραμονή του είχε προβλεφθεί ειδικό γραφείο επιτήρησης δίπλα στην είσοδο της πολυκατοικίας η οποία ήτο κλειστή διότι η πόρτα της πολυκατοικίας κατά τις νυκτερινές ώρες παρέμεινε κλειστή και άνοιγε μόνο αν υπήρχε ανάγκη να εισέλθει ένοικος ή υπάλληλος κατά τις νυκτερινές ώρες. Με δεδομένα τα ως άνω καθήκοντα του ενάγοντος και το γεγονός ότι ο ενάγων δεν απασχολείτο με την καθαριότητα του μεγάρου τον έλεγχο του φωτισμού των ανελκυστήρων, τη διανομή λογαριασμών κοινοχρήστων που αποτελούν τα καθήκοντα του θυρωρού, κρίνεται ότι ο χαρακτηρισμός που προσιδιάζει στην εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος είναι αυτός του νυχτοφύλακα, άλλωστε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του μεγάρου κατά τις υπόλοιπες ώρες είχαν προσληφθεί τρείς θυρωροί. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 29-10-2007 κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας κατατεθειμένη στην επιθεώρηση εργασίας με αριθμό πρωτ. ………/6-11-2007 στην οποία αναγράφεται η ιδιότητα του εργαζομένου – ενάγοντος ως νυχτοφύλακα και από τα προσκομιζόμενα φύλλα ενσήμων του ενάγοντος στο ΙΚΑ από τα οποία προκύπτει ότι ως την 1-2-2009 η διαχείριση της εναγομένης ασφάλιζε στο ΙΚΑ τον ενάγοντα ως νυχτοφύλακα με τα αντίστοιχα βαρέα ένσημα και ότι από 1-2-2009 αιφνιδίως μετέβαλε το καθεστώς ασφαλίσεως του με κοινά μικτά ένσημα. Ενώ δεν πρέπει να αγνοηθεί και το γεγονός ότι ουδένα εν των λοιπών θυρωρών του μεγάρου ασφάλιζε με βαρέα ένσημα (βλ. τις προσκομιζόμενες αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις ΙΚΑ). Εξάλλου από την ………/1970 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας στη σελίδα 53 της οποίας ρητά αναφέρεται ότι το Μέγαρο υποχρεωτικώς εξυπηρετείται δια θυρωρών καθ’ όλον το 24ωρον, ήτοι ότι θα υπάρχουν τρείς θυρωροί εναλλασσόμενοι, προκύπτει ότι παρά το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν το προέβλεπε, προφανώς οι αυξημένες ανάγκες φύλαξης του συγκεκριμένου μεγάρου, οδήγησαν την ένωση των συνιδιοκτητών πέραν των 3 θυρωρών που απασχολούσε σύμφωνα με τον κανονισμό να προσλάβει και νυκτερινό φύλακα με διαφορετικά καθήκοντα από αυτά των θυρωρών. Επομένως οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας που αποτελούν και λόγο εφέσεως, ότι ο ενάγων ήτο θυρωρός και ότι εκ λάθους τον ασφάλιζαν με βαρέα ένσημα και ακόμη ότι στο ΙΚΑ ήτο καταχωρημένος με τον κώδικα των θυρωρών δεν προκύπτουν ως βάσιμοι και για το λόγο αυτό τυγχάνουν απορριπτέοι, όπως και ο σχετικός λόγος εφέσεως, άλλωστε όπως προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη είναι έργο του Δικαστηρίου να ανεύρει και να εφαρμόσει τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και να χαρακτηρίσει τη συνδέουσα τους διαδίκους εργασιακή σχέση. Ακολούθως κατά την έννοια των άρθρων 664 ΑΚ και 3 του β.δ. της 247/21-8-1920 μισθός θεωρείται κάθε εργοδοτική παροχή που δίνεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Οι ανωτέρω διατάξεις είναι δημοσίας τάξεως αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς κάθε συμφωνία η οποία προηγείται της αξιώσεως για καταβολή μισθού και έχει ως αντικείμενο την παραίτηση του εργαζομένου από την προστασία των ανωτέρω διατάξεων είναι άκυρη. Γίνεται όμως δεκτό από τη νομολογία ότι εάν οι καταβαλλόμενες αποδοχές του εργαζομένου είναι ανώτερες των ελάχιστων ορίων αμοιβών μπορεί να καταλογισθεί (συμψηφισθεί) στο υπερβάλλον τμήμα τους οποιαδήποτε απαίτηση του εργαζομένου από μισθό, επιδόματα, προσαυξήσεις και λοιπές αποζημιώσεις χωρίς η δυνατότητα αυτή του εργοδότη να προσκρούσει στις πιο πάνω διατάξεις. Ειδική συμφωνία απαιτείται για την αξίωση από προσαύξηση λόγω Κυριακής (ΑΠ 825/84 ΔΕΝ 41. 376) και για το επίδομα γάμου (10/76 και 100/87 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών). Εν προκειμένω με τον σχετικό λόγο εφέσεως η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έχει καταβάλλει στον ενάγοντα αποδοχές υπέρτερες αυτών που δικαιούτο, όσον αφορά όχι μόνο το βασικό μισθό αλλά και τα επιδόματα γάμου, προσαυξήσεις νυκτερινής απασχόλησης, απασχόλησης κατά την Κυριακή. Ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι απορριπτέος, διότι η εναγομένη – εκκαλούσα δεν επικαλείται ειδική συμφωνία συμψηφισμού μεταξύ αυτής και του εργαζομένου της, των υπερτέρων κατά τους ισχυρισμούς της ποσών που κατέβαλε κάθε μήνα στον εργαζόμενο, με τις ειδικές αξιώσεις του τελευταίου, ήτοι την προσαύξηση λόγω απασχόλησής του κατά την ημέρα της Κυριακής, και το επίδομα γάμου, ενώ όσον αφορά το κονδύλι της προϋπηρεσίας προκύπτει ότι δεν του καταβάλλετο παρά το γεγονός ότι είχε γνωστοποιηθεί νομίμως η προϋπηρεσία του στην εργοδότρια του. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η παραίτηση του μισθωτού από το δικαίωμα να προσμετρηθεί η προϋπηρεσία του για την μισθολογική προσαύξηση λόγω τριετιών είναι έγκυρη, μόνον όταν από την παραίτηση αυτή δεν θίγονται τα ελάχιστα νόμιμα όρια των αποδοχών του, όπως αυτά διαμορφώνονται μετά τον συνυπολογισμό ολόκληρου του χρόνου της προϋπηρεσίας του μισθωτού. Εν προκειμένω ο ενάγων κατά την πρόσληψη του γνωστοποίησε στην εργοδότρια του την προϋπηρεσία του με την κατάθεση του ασφαλιστικού του βιβλιαρίου από το οποίο προέκυπτε συνολική προϋπηρεσία 101/2 ετών, γεγονός που υποχρέωνε την τελευταία να του καταβάλλει επίδομα προϋπηρεσίας. Έτσι η από 7-6-2009 επιστολή του ενάγοντος προς τον ………, αντικειμενικά εκτιμώμενη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραίτηση του μισθωτού από το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος προϋπηρεσίας ούτε αίρει την αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλλει το επίδομα αυτό. Κατά συνέπεια σύμφωνα με την 10/1976 ΔΑ σε συνδυασμό με την από 26-1-1977 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και τις μεταγενέστερες Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (από 12-4-2006 και από 2-4-2008) ο ενάγων δικαιούτο για επίδομα προϋπηρεσίας του χρονικού διαστήματος από 24-3-2007 έως 31-1-2009 το συνολικό ποσό των 4.933,50 ΕΥΡΩ. Επίσης για επίδομα γάμου του ίδιου ως άνω χρονικού διαστήματος δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.081 ΕΥΡΩ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκκαλουμένη δεν βάλλεται ως προς τον υπολογισμό των επιμέρους ποσών των δύο ως άνω επιδομάτων. Εξάλλου με δεδομένο ότι ο ενάγων απασχολείτο επί 2 Κυριακές μηνιαίως καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα επί οκτάωρο κάθε Κυριακή, χωρίς όμως να λαμβάνει και την υπό του νόμου θεσπιζομένη προσαύξηση αμοιβής εργασίας Κυριακών επί του νομίμου μισθού του δικαιούται συνολικά για την αιτία αυτή για το πιο πάνω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 1.490,21 ΕΥΡΩ, ενώ για προσαύξηση 25% πραγματοποιηθείσας νυκτερινής εργασίας δικαιούται το συνολικό ποσό των 6.170,42 ΕΥΡΩ. Από τα πιο πάνω ποσά (1.490,21 + 6.170,42 = 7.660,63 ΕΥΡΩ) ο ενάγων συνομολογεί ότι έλαβε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 2.146,96 ΕΥΡΩ και συνεπώς πρέπει να λάβει τη διαφορά από 5.513,67ΕΥΡΩ, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση που επεδίκασε στον ενάγοντα τα πιο πάνω ποσά. Ακολούθως προκύπτει ότι ο ενάγων απολύθηκε στις 30-5-2009 και του καταβλήθηκε αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως 2.166,89 ΕΥΡΩ. Με δεδομένες τις μηνιαίες αποδοχές του που ήσαν κατά το χρονικό διάστημα της απολύσεώς του 1.857,33 μισθός + 73,96 ευρώ επίδομα γάμου + 61,25 ΕΥΡΩ προσαύξηση λόγω τακτικής παρεχόμενης εργασίας κατά τις δύο Κυριακές του μήνα + 255,20 ΕΥΡΩ προσαύξηση λόγω τακτικής παρεχόμενης νυκτερινής εργασίας + 1/6 προσαύξηση εκ 749,25 ΕΥΡΩ λόγω συνυπολογισμού αναλογίας επιδομάτων εορτών και επιδόματος αδείας X 2 δεδομένο ότι ο ενάγων είχε συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στην εναγομένη έπρεπε να λάβει 5.244,73 ΕΥΡΩ. Συνεπώς και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι η καταβολή της αποζημιώσεως στον απολυθέντα εργαζόμενο δεν ήτο η προσήκουσα η από 30-5-2009 καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως ήτο άκυρη και η εργοδότρια κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του και οφείλει εκ του λόγου αυτού τις υπό του νόμου καθοριζόμενες αποδοχές υπερημερίας, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση που επεδίκασε στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 31-5-2009 έως 30-9-2010 με βάση τον μισθό που ελάμβανε αποδοχές υπερωρίες συνολικού ύψους 41.741,51 ΕΥΡΩ συνυπολογιζομένων δώρων και επιδομάτων. Συνακόλουθα των όσων αναφέρθηκαν πρέπει ν’ απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω και σε σχέση με τον λόγο αντέφεσης που πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που απέρριψε το αγωγικό αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του απολυθέντος εργαζομένου πρέπει να λεχθεί ότι δεν πρόεκυψαν περιστατικά παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του απολυθέντος εργαζομένου που να μπορούν να θεμελιώσουν κατά τα άρθρα 59 και 932 ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το σχετικό κονδύλι τυγχάνει απορριπτέο όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το κονδύλι αυτό. Μετά από όσα προαναφέρθηκαν πρέπει ν’ απορριφθεί η έφεση καθώς και η αντέφεση στο σύνολο τους αφού το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο και έκρινε τις αποδείξεις. Η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
Συνεκδικάζει την έφεση με την αντέφεση.
Δέχεται τυπικά αυτές.
Απορρίπτει κατ’ ουσία την έφεση και την αντέφεση.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2013 και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013.
