Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας νυχτοφύλακα. Διάκριση από συναφείς ειδικότητες. Στοιχεία του ορισμένου της ένστασης εξόφλησης. Απορριπτέα ως απαράδεκτη ένσταση εξόφλησης του εργοδότη, καθώς αυτή δεν προτάθηκε από αυτόν με προφορική ανάπτυξη και καταχώριση αυτής στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης. Στοιχεία του ορισμένου της ένστασης συμψηφισμού των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος με τις υπέρτερες καταβαλλόμενες σε αυτόν από τις νόμιμες αποδοχές. Απορρίπτει την ένσταση. Έννοια προϋπηρεσίας, γνωστοποίηση αυτής. Επίδομα προϋπηρεσίας. Η παραίτηση του μισθωτού από το δικαίωμα να προσμετρηθεί η προϋπηρεσία του για την μισθολογική προσαύξηση λόγω τριετιών είναι έγκυρη, μόνον όταν από την παραίτηση αυτή δεν θίγονται τα ελάχιστα νόμιμα όρια των αποδοχών του, όπως αυτά διαμορφώνονται μετά τον συνυπολογισμό ολοκλήρου του χρόνου της προϋπηρεσίας που νομίμως γνωστοποίησε στον εργοδότη και ο μισθωτός λαμβάνει αποδοχές ανώτερες των νομίμων. Η απλή αναφορά του ενάγοντος ότι δεν είχε ζητήσει από τον εργοδότη του επίδομα τριετιών δε συνιστά παραίτηση από την αξίωση του επιδόματος προϋπηρεσίας του. Επίδομα γάμου. Η γνωστοποίηση στον εργοδότη ή η από αυτόν γνώση του γάμου του μισθωτού δεν αποτελεί στοιχείο της αξιώσεως της λήψης του επιδόματος γάμου. Νόμιμη προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και τις νύχτες. Υπολογισμός αμοιβής. Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Καταβολή αποζημίωσης κατώτερης της νόμιμης. Για τον υπολογισμό αυτής λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 54.269,68 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης: 2499/2010
Αριθμ. καταθ. αγωγής: ……../……../2009
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Ευάγγελο Στασινόπουλο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Κωνσταντίνα Τσιαχρή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: ……….., κατοίκου ……… (οδ. ……… αρ. …), ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου Δικηγόρου, Δημήτριου Βλαχόπουλου (Α.Μ. ΔΣΑ: 29922).
Της εναγομένης: Ενώσεως Συνιδιοκτητών της εν Αθήναις και επί της οδού ……….αρ. …… πολυκατοικίας-μεγάρου, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας Δικηγόρου, Τριάδας Σταμάτη (Α.Μ. ΔΣΑ: 21586). Συμπαραστάθηκε ο ασκούμενος Δικηγόρος Δ.Σ.Α., Κωνσταντίνος Ρώτας.
Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 6-8-2009 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό εκθ. καταθ. δικογρ. ……../………/2009, προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, που απορρέει από νόμους, κανονιστικές διατάξεις, Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. και έχοντες ισχύ νόμου Κανονισμούς Επιχειρήσεων, ως προϋπηρεσία νοείται η απασχόληση του μισθωτού στον ίδιο ή σε άλλο προηγούμενο εργοδότη αντί μισθού, σε εκτέλεση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, κατά την οποία ο μισθωτός υπόκειται στην προσωπική εξάρτηση του εργοδότη, ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο της εργασίας και υποχρεούται να ακολουθεί τις εντολές του [ΑΠ 436/2004 ΕλΔ 47(2006).144]. Πάγιοι κανόνες για τον τρόπο αποδείξεως της προϋπηρεσίας, που διανύθηκε σε άλλον εργοδότη και για το χρόνο γνωστοποιήσεώς της, δεν υπάρχουν. Συνεπώς, η προϋπηρεσία αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτουν οι διάφορες ΣΣΕ και ΔΑ [ΑΠ 199/2004 ΕΕργΔ 2005.23=ΔΕΝ 61 (2005).23]. Αν όμως δεν υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση στις ΣΣΕ και ΔΑ, εφαρμόζονται οι διατάξεις της ΔΑ 10/1976 (ΔΕΝ 32.431), που επέχει θέση Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, και ορίζει ότι «ως προϋπηρεσία δια την εφαρμογήν της παρούσης, λαμβάνεται υπ’ όψιν η διανυθείσα τοιαύτη παρ’ οιωδήποτε εργοδότη, εις θέσιν και ειδικότητα παρεμφερή και ανάλογον της ήδη κατεχομένης. Η προϋπηρεσία λαμβάνεται υπ’ όψιν από της υποβολής των αποδεικτικών ταύτης πιστοποιητικών». Με την διάταξη αυτή αποσκοπείται να καθιερωθεί ασφαλής τρόπος γνώσεως της προϋπηρεσίας από τον εργοδότη [ΑΠ 588/1993 ΔΕΝ 49(1993).1293]. Πάντως, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ενόψει και του άρθρου 288 ΑΚ, ο υπολογισμός της προϋπηρεσίας του μισθωτού γίνεται βάσει των πιστοποιητικών, τα οποία ο εργαζόμενος πρέπει να καταθέσει στον εργοδότη, κατά την πρόσληψή του [ΑΠ 70/2009 ΔΕΝ 65(2009).897] και, επομένως, δεν αρκεί η απλή ανακοίνωση ή γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας προς τον εργοδότη [ΑΠ 306/1987 ΔΕΝ 44(1988).20, ΕφΘεσ 158/1994 ΔΕΝ 50(1994).1152]. Στα πιστοποιητικά αποδείξεως της προϋπηρεσίας ανήκουν και τα έγγραφα στα οποία συνέπραξε ο προηγούμενος εργοδότης, όπως είναι τα ασφαλιστικά βιβλιάρια (ΑΠ 1053/1987 ΔΕΝ 44(1988).760, Αλλ. ΔΕΝ 51 (1995).735]. Τα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας δεν απαιτείται, εξάλλου, να έχουν υποβληθεί κατά τον τύπο του άρθρου 678 ΑΚ, αλλά, για την απόδειξη, αρκεί να προκύπτει η προϋπηρεσία και από άλλα έγγραφα, στα οποία ήταν αναγκαία η συμμετοχή του εργοδότη [ΑΠ 660/2009 ΔΕΝ 65(2009).1123, ΑΠ 1520/2003 ΕΕργΔ 2004.1429=ΔΕΝ 60(2004).489]. Η υποβολή των πιστοποιητικών δεν είναι χρονικώς απεριόριστη. Κατά γενική αρχή, εκτός αν προβλέπουν διαφορετικά οι επί μέρους ΣΣΕ ή ΔΑ, η προϋπηρεσία των μισθωτών αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωσή τους και με την προσαγωγή (εντός διμήνου ή τριμήνου συνήθως, από την δήλωση) πιστοποιητικών των οικείων εργοδοτών. Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος δεν γνωστοποίησε στον εργοδότη την προϋπηρεσία του, ούτε το στοιχείο αυτό περιήλθε σε γνώση του εργοδότη κατ’ οποιοδήποτε άλλο τρόπο, δεν οφείλονται οι αυξημένες, σύμφωνα με την προϋπηρεσία του μισθωτού, αποδοχές σε αυτόν [ΑΠ 113/1998 ΔΕΝ 56(2000).1327]. II. Κατά τις διατάξεις της με αριθ. 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, «περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζόμενους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς», όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την με αριθ. 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών και το άρθρο 2 του ν. 435/76, σε περίπτωση απασχόλησης μισθωτού που αμείβεται με ημερομίσθιο, κατά την Κυριακή ή εξαιρετέες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας για την απασχόληση αυτή και των άλλων ενδεχομένως συνεπειών, το κανονισμένο ημερομίσθιο, αυξημένο κατά 75%. Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται στο νόμιμο ημερομίσθιο, ήτοι εκείνο που προκύπτει από το νομίμως θεσπισμένο για κάθε κατηγορία μισθωτών, κατώτατο όριο μισθού ή ημερομισθίου, με τις κάθε φύσης προσαυξήσεις, λόγω πολυετίας, οικογενειακών βαρών κλπ. (βλ. ΑΠ 1818/1999 ΔΕΝ 2000.499, ΑΠ 306/1984 ΔΕΝ 1985.220, σχόλ. ΔΕΝ 2002.906). Ήτοι, σε περίπτωση απασχόλησης μισθωτού που αμείβεται με ημερομίσθιο κατά την Κυριακή ή εξαιρετέες εορτές, ο μισθωτός αυτός δικαιούται να λάβει: α) το καταβαλλόμενο συνήθως ημερομίσθιό του, β) προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του και γ) αναπληρωματική ανάπαυση, σε άλλη ημέρα της εβδομάδας. Επίσης, ο μισθωτός για την εργασία που παρέχει τη νύχτα, δικαιούται, σύμφωνα με την ΥΑ 18310/1946, πρόσθετη αμοιβή (προσαύξηση) 25%, η οποία υπολογίζεται με βάση το νόμιμο μισθό ή ημερομίσθιο και όχι τον καταβαλλόμενο [ΑΠ 1485/2007 ΔΕΝ 64(2008).357]. Για τη νομική δε πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, έχουσας ως αίτημα και την καταβολή αμοιβής για παρασχεθείσα εργασία Κυριακών και νυκτερινή συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, ο αριθμός των Κυριακών, κατά τις οποίες εργάστηκε ο ενάγων και ο αριθμός των ημερών που εργάστηκε κατά τη νύκτα και ο αριθμός των ωρών που εργάστηκε κάθε φορά (την Κυριακή ή τη νύκτα), καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται οι ημέρες και ώρες εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός των ημερών που εργάστηκε Κυριακές και κατά τη νύκτα με ακριβείς χρονολογίες [βλ. ΑΠ 1261/2009 ΕΠολΔ 2010.446, ΑΠ 184/2007 ΕΕργΔ 66(2007).662]. III. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 679 και 653 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 υπ’ αριθμ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως «περί προστασίας του ημερομισθίου», 5 § 2 του ν. 133/1975, 1 § 1 του ν. 435/1976, 1 § 2 του ν. 1082/1980, προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας [ΑΠ 805/2006, ΑΠ 45/2006 ΕλΔ 47(2006).1395=ΕΕργΔ 65(2006).925=ΝοΒ 54(2006).131]. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ των άλλων, οι προσαυξήσεις για παροχή εργασίας τη νύκτα και τις Κυριακές και αργίες (ΑΠ 741/2002, ΑΠ 1318/1984, ΕφΑθ 161/1983 ΔΕΝ 40.1129, ΕφΑθ 3159/1988, ΕφΑθ 1950/1995). IV. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Περαιτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί, κατά το άρθρο 669 § 2 ΑΚ, δικαίωμα του καταγγέλοντος, που ασκείται με δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα και, εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, αναιτιώδη, υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται και να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα [ΑΠ 1540/2006 ΕΕργΔ 66(2007).810]. Η άσκηση του δικαιώματος προς καταγγελία υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει ως καταχρηστική την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου (π.χ. συνδικαλιστική δραστηριότητα). Στο δικόγραφο της αγωγής, στην οποία ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως προβάλλεται η καταχρηστική, εκ μέρους του εργοδότη, άσκηση του σχετικού δικαιώματος του, πρέπει να διαλαμβάνονται περιστατικά, από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ [ΑΠ 958/2007 ΕΕργΔ 67(2008).357=ΔΕΝ. 64(2008).221, ΑΠ 1420/2006 ΕΕργΔ 66(2007).556, ΑΠ 704/2006 ΔΕΕ 2007.1102, ΑΠ 351/2005 ΕΕργΔ 65(2006).93, ΑΠ 900/2004 ΕλΔ 46(2004).1656]. Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς, ή πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι, που επικαλέστηκε ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους -που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ [βλ. ΑΠ 1500/2007 ΕλΔ 48(2007).1409, ΑΠ 958/2007 ό.π., ΑΠ 516/2007 ΕΕργΔ 67(2008).219, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 66(2007).1487, ΑΠ 1689/2006 ΕΕργΔ 66(2007).1031, ΑΠ 1437/2006 ΔΕΕ 2007.1108, ΑΠ 1420/2006 ό.π., ΑΠ 704/2006 ό.π., ΑΠ 448/2006 ΕΕργΔ 66(2007).613=ΕλΔ 49(2008).466, ΑΠ 1901/2005 ΕΕργΔ 65(2006).674=ΕλΔ 47(2006).1036, ΑΠ 655/2005 ΕΕργΔ 66(2007).77=ΕλΔ 47(2006).1037]. Στην περίπτωση δε που ο εργοδότης κατήγγειλε άκυρα τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού του, περιέρχεται σε υπερημερία (δανειστή) και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή μισθού, ο δε μισθωτός δεν υποχρεούται σε προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχτεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 § 1 εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικαστεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και, συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή αποδοχή τους [ΑΠ 752/2007 ΕλΔ 48(2007).807=ΕΕργΔ 68(2009).366]. Ο μισθωτός, που απολύθηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του ή καταχρηστικώς, δικαιούται να αξιώσει (και) χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης (άρθρα 57, 59, 330, 299, 932, 914 και 281 ΑΚ, 5 § 1 Συντάγματος), το δε ποσό της χρηματικής ικανοποίησης καθορίζεται από το Δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση [ΑΠ 161/1997 ΔΕΝ 53(1997). 763]. V. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει καταρχήν, εκτός αντίθετης συμφωνίας, υποχρέωση να απασχολεί πραγματικώς τον εργαζόμενο και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν, όμως, ως άνω νόμιμη άρνηση του εργοδότη καθίσταται παράνομη, όταν καθίσταται καταχρηστική, το οποίο συμβαίνει, όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σε αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης [ΑΠ 1672/2007 ΕΕργΔ 67(2008).968, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 66(2007).1487]. Υπάρχει δε αγώγιμη αξίωση του μισθωτού (βλ. άρθρο 23 § 2 του ν. 1264/1982), του οποίου ακυρώνεται με δικαστική απόφαση η απόλυσή του, να ζητήσει την πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του από τον εργοδότη, ενώ, για να καταδικαστεί ο εργοδότης σε πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή, σύμφωνα με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 [για το ότι οι δημιουργούμενες από την εργασιακή σχέση υποχρεώσεις των μερών, όπως είναι η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται τις προσφερόμενες από τον εργαζόμενο υπηρεσίες, εμπίπτουν στη ρύθμιση της ΚΠολΔ 946 παρ. 1, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 28/2006 ΧρΙδ 2006.521, όμοια η ΑΠ 41/2006 ΕλΔ 47(2006).787, ΑΠ 255/2005 ΕΕργΔ 65(2006).487=ΕλΔ 47(2006).1403, ΕφΑθ 8860/2006 ΕλΔ 48(2007).886, βλ. ακόμη και ως προς την αυτεπάγγελτη εφαρμογή από το Δικαστήριο του άρθρου 946 ΚΠολΔ, ΑΠ 1167/1999 ΕΕργΔ 60(2001).731, Δημ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (εκδ. 2002), αρ 940], δεν απαιτείται να συντρέχουν και άλλοι όροι, δηλονότι η απόκρουση των προσφερόμενων υπηρεσιών να έχει γίνει υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ ή να συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (άρθρο 57 ΑΚ) ή υπαιτίως να προσβάλουν το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) [ΑΠ 1540/2006 ΕΕργΔ 66(2007).810, ΕφΘεσ 1774/2007 Αρμ 2007.1748]. Ο ενάγων ιστορεί ότι προσλήφθηκε στις 24-3-2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγόμενη Ένωση των Συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας-μεγάρου που βρίσκεται στην οδό ………. αρ. …. στην Αθήνα, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος (νυχτοφύλακας) της πολυκατοικίας, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως και με τα ειδικότερα καθήκοντα που εκθέτει. Ότι εργάστηκε στην εναγομένη μέχρι τις 30 Μαΐου 2009, οπότε απολύθηκε και ότι καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα λειτουργίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του δεν του καταβάλλονταν από την εναγομένη τα επιδόματα προϋπηρεσίας και γάμου (και παρόλο που είχε γνωστοποιήσει στο διαχειριστή της εναγομένης, ήδη από την πρόσληψη, ότι είχε προϋπηρεσία και ότι ήταν έγγαμος), ούτε (του καταβάλλονταν) οι νόμιμες προσαυξήσεις στην αμοιβή για την εργασία του τις Κυριακές (2 Κυριακές ανά μήνα κατά μέσο όρο) και τις νύχτες (22.00 μ.μ. έως 6.00 π.μ. καθημερινά), όπως ειδικότερα εκθέτει. Ότι απολύθηκε άκυρα από την εναγομένη λόγω μη καταβολής του συνόλου της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεώς του και λόγω πλημμελούς ασφαλίσεώς του στο ΙΚΑ, ήτοι υπό καθεστώς απλών και όχι βαρέων ενσήμων με βάση την εργασία νυχτοφύλακα που εκτελούσε, όπως ειδικότερα εκθέτει, άλλως ότι απολύθηκε άκυρα ως καταχρηστικά, δεδομένου ότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί σε μονομερή τροποποίηση ουσιώδους όρου της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του από την εναγομένη (που συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του), ήτοι σε μεταβολή του χρόνου εργασίας του και δη μόνο επί δύο (2) ημέρες εβδομαδιαίως, αντί του πενθημέρου που εργαζόταν, όπως ειδικότερα εκθέτει, με συνέπεια η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του να είναι άκυρη και να δικαιούται αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις συνθήκες και περιστάσεις της άκυρης απολύσεώς του. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζητεί κυρίως από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του (ΑΚ 648 επ.), άλλως και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (904 επ.), αφενός να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30-5-2009 καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του ως νυχτοφύλακα από την επίδοση της εκδοθησόμενης απόφασης και επ’ απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσής της αυτής να τον απασχολεί πραγματικά και απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως διάρκειας ενός (1) έτους σε βάρος της διαχειρίστριάς της, ………….., ως νομίμου εκπροσώπου της και αφετέρου να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που έκαστο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (δήλη ημέρα, άρθρα 341, 345 και 655 ΑΚ), άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, το συνολικό ποσό των 59.269,68 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί: α) στο ποσό των 41.741,51 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας λόγω της ακύρου απολύσεώς του, άλλως και επικουρικώς στο ποσό των 3.077,84 ευρώ ως διαφορά (συμπλήρωση) αποζημιώσεως απολύσεώς, β) στο ποσό των 4.933,50 ευρώ για επίδομα προϋπηρεσίας, γ) στο ποσό των 2.081 ευρώ για επίδομα γάμου, δ) στο ποσό των 5.513,67 ευρώ για προσαύξηση αμοιβής εργασίας τις Κυριακές και τις νύχτες και ε) στο ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άκυρη, ως καταχρηστική, απόλυσή του. Τέλος, ζητεί να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδά του. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της τρίμηνης και εξάμηνης, αντιστοίχως, αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955 (άρθρο 280 ΑΚ) αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια αποδοχών υπερημερίας και συμπλήρωσης αποζημίωσης απολύσεως, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. …………./18-8-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Μαρίνας Δημ. Μαστρογιαννοπούλου και με επικαλούμενο από τον ενάγοντα ως χρόνο απολύσεώς του από την εναγομένη, τις 30-5-2009, αρμοδίως εισάγεται καθ’ ύλην και κατά τόπον, προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9 εδ. α’-γ’, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2 και 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ) και είναι πλήρως ορισμένη (άρθρο 216 αρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι ως προς όλα τα επιμέρους κονδύλια, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της εναγομένης, εφόσον α) η ανεύρεση και εφαρμογή των εφαρμοστέων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και Διαιτητικών Αποφάσεων είναι έργο του Δικαστή [ΑΠ 425/2004 ΕλΔ 47(2006).145], β) για το ορισμένο της αγωγής [ΑΠ 1413/2009 ΕΠολΔ 2010.453, ΑΠ 1411/2009 ΕΠολΔ 2010.448], με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από την εργασιακή σύμβαση ποσά, όπως προσαυξήσεις Κυριακών και νυχτερινής εργασίας κλπ., απαιτείται να αναφέρεται η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα, όπως ο ενάγων εν προκειμένω πλήρως εκθέτει στο κρινόμενο δικόγραφο (βλ. επίσης τα εκτιθέμενα στην υπό I νομική σκέψη της παρούσας, ειδικώς για την αμοιβή εργασίας Κυριακών και νυχτερινής) και γ) στην αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη ο ενάγων από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο άδικη και υπαίτια πράξη, αρκεί για το ορισμένο αυτής να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης μετ’ αυτής σύνδεσμος και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα, όπως εν προκειμένω πλήρως προσδιορίζει ο ενάγων αναφορικά με την ηθική βλάβη που υπέστη από την άκυρη, ως καταχρηστική, απόλυσή του, η οποία συνιστά αδικοπραξία και προσβολή της επαγγελματικής προσωπικότητάς του, υπό τις συνθήκες και περιστάσεις που αυτή τελέστηκε [βλ. ΑΠ 1189/2009 ΕΠολΔ 2010.280]. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ., 57, 59, 281, 914, 932, 340, 341, 345, 346 και 904 επ. ΑΚ, ν. 1876/1990, α.ν. 539/1945, 1 § 2 του ν. 1082/1980 και του άρθρου 10 § 1 της κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου εκδοθείσας ΥΑ 19040/1981, 5 αρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, 68, 70, 176, 191 αρ. 2, 907, 908, 910 αρ. 4, 947 και 1047 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι ο ενάγων κατέβαλε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου μετά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων (βλ. άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997, σε συνδυασμό με Υ.Α. 125804/30-7-2003 Δικ/νης ΦΕΚ 1-8-2003 Β’, σε ΔΕΝ 2003.1279), όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με αριθμ. ………, ………, ………. και ……….. ειδικά έντυπα δικαστικών ενσήμων (αγωγόσημα, σειράς Α’), με τα επικολληθέντα σε αυτά ένσημα υπέρ του ΤΠΔΑ και του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.
Α. Από την διάταξη του άρθρου 591 § 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, συνάγεται σαφώς ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται δηλαδή σε κάθε περίπτωση προφορική πρότασή των ισχυρισμών, που «ως γενόμενο κατά τη συζήτηση», σημειώνεται στα πρακτικά. Από την διάταξη του άρθρου 256 § 1 περ. δ’ συνάγεται ότι κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων στα πρακτικά μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλόμενων εγγράφων προτάσεων [ΟλΑΠ 2/2005 ΕλΔ 46(2005).689=ΕΕργΔ 65(2006).610]. Β. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη ή η αναβολή της απάντησης σε αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Δηλαδή, για να κριθεί ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα δικαστική εκτίμηση της αγωγής (ΕφΑθ 9577/1986 Δίκη 18.376). Αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ένστασης, είτε συνιστούν το «πραγματικό» ουσιαστικού, είτε το «πραγματικό» δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη ή δεν συνάπτονται με ορισμένο αίτημα, η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη [ΕφΑθ 7045/1990 ΕλΔ 31 (1990).1518, Νικολόπουλος, Η έννοια και λειτουργία της ενστάσεως στο Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, εκδ. 1987, σελ. 123]. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ. 1 και 424 εδ. α’ του ΑΚ, προκύπτει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής, που αποτελείτο αντικείμενο της ενοχής. Ο οφειλέτης και επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ο εργοδότης, προβαίνοντας σε καταβολή των αποδοχών, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εργαζόμενο να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη, η οποία πρέπει να είναι αναλυτική και να αναφέρει δηλαδή τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου, καθώς και τις αιτίες καταβολής τους. Κατά το άρθρο 445 ΚΠολΔ, έγγραφα ιδιωτικά συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Συνεπώς, το ιδιωτικό έγγραφο της εξοφλητικής απόδειξης παράγει πλήρη απόδειξη ότι προέρχεται από τον υπογράψαντα αυτό, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη ότι η βεβαίωση αυτή δεν είναι αληθινή, χωρίς να προσβληθεί η απόδειξη ως πλαστή. Ως προς το γεγονός όμως ότι έγινε η καταβολή, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί στην πραγματικότητα εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατά το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, και η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 354 του ιδίου Κώδικα, ανακαλείται, αν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια [ΑΠ 646/2009 ΔΕΝ 65(2009).1117]. Στην ένσταση εξοφλήσεως του εργοδότη [ο οποίος, συνεπώς, φέρει και το σχετικό βάρος αποδείξεως ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους, ΑΠ 854/2005 ΕΕργΔ 65(2006).83], των αποδοχών του μισθωτού, πρέπει να μνημονεύονται όχι μόνο το συνολικώς καταβληθέν ποσό, αλλά και τα επιμέρους καταβληθέντα ποσά για κάθε αιτία, και ο χρόνος καταβολής τους, αλλιώς η ένσταση είναι αόριστη και δεν μπορεί να συμπληρωθεί διά των αποδείξεων [ΑΠ 1828/2008 ΔΕΝ 65(2009).628, ΑΠ 1320/2008 ΕλΔ 49(2008). 1426=ΧρΙΔ 2009.311, ΑΠ 1086/2006 ΕΕργΔ 66(2007).306=ΕλΔ 50(2009).503]. Γ. Από την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959 προκύπτει ότι είναι άκυρη η μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνία, κατά την οποία οι αμοιβές, και αποζημιώσεως για νόμιμη και παράνομη υπερωρία καλύπτονται εν όλω ή ενμέρει με την πληρωμή του μισθού, μεγαλύτερου του νόμιμου. Αντίθετα, δεν είναι άκυρη η συμφωνία για συμψηφισμό στον υπέρτερο του νομίμου μισθού των οφειλόμενων προσαυξήσεων και αποζημιώσεων που δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας, παροχής εργασίας κατά τις ημέρες της υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές και τις αργίες και κατά την διάρκεια της νύκτας [ΑΠ 429/2010 ΔΕΝ 66(2010).1003]. Δ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, ακόμη κι αν τούτο απορρέει από κανόνες δημόσιας τάξης [ΑΠ 879/2002 ΕλΔ 44(2003).1306], όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η απλή αδράνεια περί την άσκηση του δικαιώματος και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη δανειστή την πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες για τον οφειλέτη συνέπειες, ώστε προς αποτροπή να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος [ΑΠ 1694/2006 ΧρΙΔ 2007.211, ΑΠ 1141/2006 ΝοΒ 55(2007).1317, ΑΠ 875/2006 ΝοΒ 54(2006).1463]. Η εναγομένη αρνήθηκε την αγωγή και περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των νομίμως κατατεθεισών προτάσεών της, ισχυρίστηκε ότι «σύμφωνα με τις προσαγόμενες και επικαλούμενες αποδείξεις μισθοδοσίας και μισθολογικές καταστάσεις έχουν καταβληθεί σε αυτόν (ενάγοντα) αποδοχές υπέρτερες των αιτούμενων (από τον ενάγοντα) στην υπό κρίση αγωγή, είναι δε εμφανές ότι όχι μόνον ο βασικός μισθός είναι υπέρτερος του αιτουμένου (από τον ενάγοντα), αλλά καταβάλλονταν σε αυτόν και επιδόματα γάμου, προσαυξήσεις νυκτερινής απασχόλησης και απασχόλησης κατά την Κυριακή». Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων ήταν ο υπαίτιος της λύσεως της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του και ότι η ίδια (εναγομένη) είχε ασκήσει προηγουμένως δικαίωμά της που της παρεχόταν από την οικεία εφαρμοστέα ΣΣΕ των θυρωρών (δηλαδή ότι η εναγομένη θεμιτά μετέβαλε το ωράριο εργασίας του ενάγοντος σε συνάρτηση και με τους λοιπούς απασχολούμενους θυρωρούς της πολυκατοικίας και παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του ενάγοντος), καθώς και ότι (επί λέξει), «η συμπεριφορά του αντιδίκου να προβλέψει επιμελώς το γεγονός της ανάρμοστης συμπεριφοράς του και της άρνησής του να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του εργοδότη-διαχείρισης, οι οποίες προβλέπονται από το νόμο και τις συλλογικές συμβάσεις και ως εκ τούτου να προκαλέσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, είναι κακόπιστη και γίνεται σε αντίθεση με τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών». Ο πρώτος ισχυρισμός της εναγομένης, που κατατείνει, κατ’ ερμηνεία του, σε εξόφληση (ΑΚ 416) των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος για καταβολή επιδομάτων και προσαυξήσεων αμοιβής εργασίας Κυριακών και νύκτας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, όπως αναλυτικώς εκτίθεται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, η εναγομένη δεν πρότεινε παραδεκτώς ένσταση εξόφλησης των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος, με προφορική ανάπτυξη και καταχώριση αυτής (ενστάσεως) στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (απορριπτέα για τον ίδιο λόγο είναι και η επικουρικώς προταθείσα ένσταση της εναγομένης περί συγγνωστής πλάνης της, ως προς το ύψος της πραγματικά οφειλόμενης αποζημίωσης του ενάγοντος, που δεν προτάθηκε στο ακροατήριο και δεν καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης), παρά μόνο αρνήθηκε στο σύνολό της την αγωγή, ενώ, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η εναγομένη πρότεινε παραδεκτά ισχυρισμό με περιεχόμενο τον «συμψηφισμό» (και όχι την εξόφληση) των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος με τις «υπέρτερες καταβαλλόμενες σε αυτόν από τις νόμιμες αποδοχές», όπως επικαλέστηκε, ο εν λόγω καταλυτικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αόριστος, άλλως ως μη νόμιμος, διότι η εναγομένη ουδόλως εξειδίκευσε τα επιμέρους καταβληθέντα στον ενάγοντα χρηματικά ποσά για κάθε ένδικη αιτία (επιδόματα προϋπηρεσίας και γάμου, προσαύξηση αμοιβής έκτακτης εργασίας τις Κυριακές και τη νύχτα καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα), το χρόνο καταβολής των ποσών αυτών και σε ποιες εκ των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος αφορούν συγκεκριμένα. Ούτε όμως πρόκειται πράγματι στην περίπτωση αυτή για «συμψηφισμό» των εργατικών απαιτήσεων του ενάγοντος από την επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του, εφόσον η εναγομένη δεν επικαλέστηκε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για συμψηφισμό (καταλογισμό) στον τυχόν υπέρτερο του νομίμου καταβαλλόμενο συμβατικό μισθό αυτού, των επιδομάτων προϋπηρεσίας και γάμου και της προσαύξησης της αμοιβής για την παροχή της νυκτερινής εργασίας [βλ. και ΑΠ 930/1990 ΕΕργΔ 51(1992).279]. Αντιθέτως, η εναγομένη συναθροίζει απλώς, με τις προτάσεις της (βλ. σελ. 8-9), τις καταβληθείσες στον ενάγοντα αποδοχές όλου του επίδικου χρονικού διαστήματος, καθώς και τις αποδοχές που αυτός ζητεί με την κρινόμενη αγωγή και ισχυρίζεται, μετά από γενόμενη αφαίρεση και προσδιορισμό του προκύπτοντος υπολοίπου, ότι, επειδή οι αποδοχές που κατέβαλε στον ενάγοντα ήταν συνολικά υπέρτερες από αυτές που ο ίδιος (ενάγων) ζητεί, ουδέν του οφείλει και ότι, συμπερασματικά, του έχουν καταβληθεί όλες οι τυχόν αμοιβές για έκτακτη εργασία που αυτός έχει πραγματοποιήσει, τις Κυριακές και τη νύχτα, όπως και για επιδόματα προϋπηρεσίας και γάμου (σημειωτέον ότι η εναγομένη κατά τα λοιπά δεν αρνήθηκε ειδικώς την πραγματοποίηση έκτακτης εργασίας από τον ενάγοντα). Με τέτοιο όμως περιεχόμενο, η ένσταση συμψηφισμού δεν είναι ούτε ορισμένη ούτε νόμιμη (ΚΠολΔ 262). Περαιτέρω, η προταθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα εκτιθέμενα από την εναγομένη πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως (άρθρο 262 ΚΠολΔ) δεν εμπίπτουν στην αόριστη νομική έννοια της καταχρήσεως δικαιώματος (ΑΚ 281), αλλά συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής, σύμφωνα (και) με τους βάσιμους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ήτοι δεν πρόκειται για επίκληση δικαιώματος και συνεπώς δεν δύναται να εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ [βλ. ενδεικτικά, ΑΠ 1590/2009 ΔΕΝ 66(2010).103].
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ήτοι των …………… και ……………, καθώς και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι [άρθρα 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του ΚΠολΔ, τα οποία έχουν εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, βλ. σχετ. ΑΠ 1351/2003 ΕλΔ 45(2004). 1037, ΑΠ 1150/2003 ΕλΔ 46(2005).405], λαμβανομένων υπόψη των υπ’ αριθμ. ……./14-10-2010, ………/14-10-2010 και ……./14-10-2010 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της εναγομένης, ήτοι, αντιστοίχως, των …………., …………… και ……………., ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Κωνσταντίνου Δέδε, οι οποίες λήφθηκαν νομίμως, ήτοι προ 24ωρης κλήτευσης του ενάγοντος (άρθρο 671 ΚΠολΔ), όπως αποδεικνύεται από τη με ημερ. 1-10-2010 κλήση της εναγομένης, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ………/12-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιά, Γεώργιου Π. Παρασκευόπουλου, αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη Ένωση των Συνιδιοκτητών (κατά το νόμο 3741/1929) της πολυκατοικίας-μεγάρου, που βρίσκεται στην Αθήνα (οδός ……. αρ. …..), νομίμως εκπροσωπούμενης από τον διαχειριστή αυτής, στις 24 Μαρτίου 2007, με άτυπη (προφορική) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως νυχτοφύλακας της πολυκατοικίας, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως. Στην κρίση του αυτή, περί της εργασιακής ειδικότητας του ενάγοντος, άγεται το Δικαστήριο και κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της εργασιακής σύμβασης, κυρίως από το περιεχόμενο των αποδειχθέντων εργασιακών καθηκόντων του ενάγοντος σε συνάρτηση με το καθημερινό ωράριο εργασίας αυτού, ήδη από το χρόνο προσλήψεώς του από την εναγομένη, τα οποία (καθήκοντα) αποδείχτηκε ότι ήταν (επί εκάστη ημέρα εργασίας), από τις ώρες 22.00 μ.μ. έως τις 6.00 π.μ., η παραμονή του σε ειδικό γραφείο επιτήρησης και φύλαξης κοντά στην είσοδο του κτιρίου της πολυκατοικίας, η ευθύνη φύλαξης των γραφείων δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών που στεγάζονται στην πολυκατοικία (ήτοι του ………., του ………, της εταιρείας «……………….», της ………….., της εταιρείας επιχειρηματικών πληροφοριών και συμβουλευτικών υπηρεσιών «……..» κλπ.), η επίβλεψη της εισόδου της πολυκατοικίας (η οποία ήταν κλειστή και άνοιγε μόνο σε περίπτωση που κάποιος από τους ενοίκους ή υπαλλήλους επισκεπτόταν τα γραφεία σε νυχτερινές ώρες), ο έλεγχος των εσωτερικών χώρων της πολυκατοικίας (είσοδος-υπόγειο-όροφοι), καθώς και του πεζοδρομίου έξω από αυτήν, προκειμένου να αποφεύγονται φθορές και ρύπανση με παράνομη αφισοκόλληση κλπ. και να ειδοποιείται αμέσως η Αστυνομία σε περίπτωση προκλήσεως κινδύνου από παράνομες ενέργειες τρίτων προσώπων. Αντιθέτως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων ασκούσε εργασιακά καθήκοντα θυρωρού, όπως επικαλείται η εναγομένη, εφόσον αυτός δεν εξυπηρετούσε ούτε παρείχε πληροφορίες σε ενοίκους ή επισκέπτες του μεγάρου κατά το χρονικό διάστημα από τις 22.00 έως τις 6.00), δεν απασχολείτο με την καθαριότητα του μεγάρου, με τον έλεγχο των ανελκυστήρων, του φωτισμού και της κεντρικής θέρμανσης, δεν διένειμε ούτε εισέπραττε λογαριασμούς κοινοχρήστων (αφού τέτοια υποχρέωση προϋποθέτει φυσική παρουσία των ενοίκων της πολυκατοικίας, οι οποίοι αποχωρούσαν από το μέγαρο πριν τις 22.00), ούτε διένειμε την αλληλογραφία των ενοίκων, ούτε πραγματοποιούσε εν γένει κάποια εργασία που να είναι σχετική με το επάγγελμα του θυρωρού. Η εναγομένη δεν προσκόμισε, επίσης, κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία περί της αποδείξεως των ισχυρισμών της, ήτοι έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αναλυτικούς εργασιακούς όρους και με ειδική πρόβλεψη ότι ο ενάγων θα ασκούσε συγκεκριμένα καθήκοντα θυρωρού τη νύκτα (και εφόσον το ωράριο εργασίας του ενάγοντος αποδείχτηκε ότι ήταν σταθερό και απαρέγκλιτο μόνο κατά την διάρκεια της νύκτας), ούτε έγγραφη γνωστοποίηση στον ενάγοντα των όρων εργασίας του, ως εργαζομένου, κατά το π.δ. 156/1994 [ΑΠ 860/2010 ΔΕΝ 2010.1061, ΑΠ, 651/2009 ΔΕΝ 65(2009).1118=ΕΕργΔ 69(2010).163=ΧρΙΔ 2010.146], αν μάλιστα, ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για μέγαρο στο κέντρο της Αθήνας, με πολυάριθμα στεγαζόμενα γραφεία δημοσίων και ιδιωτικών υπηρεσιών, στο οποίο απασχολείτο λογιστής για την οικονομική οργάνωση και λειτουργία του και τρεις θυρωροί για τις ανάγκες των ενοίκων, οι δε συνιδιοκτήτες αποδείχτηκε ότι συνέρχονταν τακτικά σε γενικές συνελεύσεις για τις ανάγκες του μεγάρου και τη ρύθμιση των ζητημάτων που ανέκυπταν από τη λειτουργία του, ώστε να απαιτείται η έγγραφη ρύθμιση και κατοχύρωση των εργασιακών σχέσεών της με το προσωπικό που απασχολούσε. Η εναγομένη, ακόμη, δεν αρνήθηκε ειδικώς το καθημερινό ωράριο εργασίας του ενάγοντος, που ήταν σταθερό και απαρέγκλιτο από τις 22.00 έως τις 6.00, όταν μάλιστα αποδείχτηκε ότι ένας ακόμη συνάδελφος του ενάγοντος, ο ……………., εργαζόταν ως θυρωρός και κάλυπτε τις βάρδιες του ενάγοντος μόνο για τις δύο (2) εκείνες νύχτες την εβδομάδα που ο ενάγων δεν εργαζόταν, δηλαδή όταν ο ενάγων λάμβανε τα «ρεπό» του. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, με την προσθήκη της, ότι ο ενάγων σε κάθε περίπτωση παρείχε εργασία «νυκτερινού θυρωρού», δεν είναι βάσιμος, αφού οι αντίστοιχες προβλέψεις των σχετικών ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των θυρωρών στις πολυκατοικίες και τα μέγαρα όλης της χώρας» αφορούν αποκλειστικώς (και μάλιστα το πρώτον καθιερωθέν με τη συλλογική ρύθμιση της από 30-5-2006 διετούς ισχύος ΣΣΕ των θυρωρών) στη χορήγηση επιδόματος επικινδυνότητας 5% για τους θυρωρούς που παρέχουν μεν την εργασία τους με αποκλειστικά νυκτερινό ωράριο, αλλά που ρητώς έχουν υπαχθεί στο εν λόγω συλλογικό καθεστώς με «την ατομική σύμβαση εργασίας τους» (που δεν αποδείχτηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων). Δηλαδή, η νυχτερινή φύλαξη κτιρίων αποτελεί, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντικείμενο εργασίας περισσοτέρων ειδικοτήτων (νυχτοφύλακα, νυχτερινού θυρωρού, υπαλλήλου παροχής υπηρεσιών φύλαξης ιδιωτικής εταιρείας, εργαζομένου με καθεστώς ετοιμότητας εργασίας κλπ.), για την διάκριση των οποίων απαιτείται αφενός η αποτύπωση της βούλησης των μερών σε έγγραφο τύπο και αφετέρου η διάγνωση των πραγματικών εργασιακών καθηκόντων του μισθωτού, ήτοι η ιδιαίτερη ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών του [πρβλ. και ΑΠ 1512/2008 ΔΕΝ 66(2010).1340]. Το μέγαρο, εξάλλου, αποδείχτηκε ότι δεν παρέμενε ανοικτό τη νύκτα για το κοινό ή για τους υπαλλήλους των γραφείων που στεγάζονταν σε αυτό, ώστε ο ενάγων να μπορεί να θεωρηθεί ότι πραγματοποιούσε εργασία νυχτερινού θυρωρού, δηλαδή ότι ασκούσε εργασιακά καθήκοντα θυρωρού τις νυχτερινές ώρες, όπως αυτά περιγράφτηκαν ανωτέρω. Η προσκομιζόμενη αναγγελία της προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, ως αποκλειστικά διοικητική υποχρέωση της εναγομένης, αλλά και οι προσκομιζόμενες καταστάσεις νεοπροσλαμβανόμενων στο ΙΚΑ και στην Επιθεώρηση Εργασίας, στις οποίες αναγράφεται ως εργασιακή ειδικότητα του ενάγοντος αυτή του «θυρωρού», αντικρούονται από τα πραγματικά εργασιακά καθήκοντα και το καθημερινό ωράριο εργασίας του ενάγοντος, αλλά επιπρόσθετα και από: (α) την προσκομιζόμενη από 29-10-2007 «κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας», κατατεθειμένη στην Επιθεώρηση Εργασίας (αριθμ. πρωτ. ……./6-11-2007), στην οποία ρητώς αναγράφεται ως ειδικότητα του ενάγοντος αυτή του νυχτοφύλακα, ο δε ισχυρισμός της εναγομένης για παραδρομή εκ μέρους της στην αναγραφή της ειδικότητας δεν κρίνεται πειστικός, εφόσον το έγγραφο αυτό υπογράφεται από τον διαχειριστή (που είχε συμβληθεί με τον ενάγοντα κατά την πρόσληψη) και τον λογιστή της και β) τα προσκομιζόμενα φύλλα ενσήμων του ενάγοντος στο ΙΚΑ, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η εναγομένη τον ασφάλιζε στο ΙΚΑ ως νυχτοφύλακα με τα αντιστοιχούντα βαρέα ένσημα και ότι μόνον από την 1-2-2009 μετέβαλε το καθεστώς ασφαλίσεώς του ως θυρωρού με κοινά μικτά ένσημα. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η επίδικη ασφάλιση του ενάγοντος ως νυχτοφύλακα με βαρέα ένσημα οφείλεται επίσης σε παραδρομή, δεν κρίνεται ομοίως πειστικός, λόγω της μεγάλης συνολικής χρονικής διάρκειας ασφαλίσεως του ενάγοντος με βαρέα ένσημα (δηλαδή ως νυχτοφύλακα) και εφόσον η εναγομένη δεν αποδείχτηκε ότι επεδίωξε μεταγενέστερα, με οποιοδήποτε τρόπο, την επιστροφή από τον ενάγοντα τυχόν αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών. Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη από το Δικαστήριο ότι ουδείς εκ των θυρωρών του μεγάρου δεν αποδείχτηκε ότι είχε ασφαλιστεί με βαρέα ένσημα (βλ. και τις προσκομιζόμενες αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις ΙΚΑ), δηλαδή ότι το ίδιο σφάλμα της εναγομένης αφορούσε και σε άλλους υπαλλήλους της, ούτε όμως η εναγομένη δικαιολόγησε πειστικά γιατί ο ενάγων ήταν ο μοναδικός υπάλληλός της που είχε ασφαλιστεί υπό καθεστώς βαρέων ενσήμων, δηλαδή ως νυχτοφύλακας, αν πράγματι δεν ασκούσε τέτοια εργασία. Η άσκηση καθηκόντων νυχτοφύλακα εκ μέρους του ενάγοντος δικαιολογείται, εξάλλου, από την θέση του μεγάρου στο κέντρο της Αθήνας (οδ. ……. αρ. ….), από τη συστέγαση στο μέγαρο πολυάριθμων γραφείων δημοσίων και ιδιωτικών υπηρεσιών και από το γεγονός ότι δεν αποδείχτηκε η άσκηση καθηκόντων φύλαξης του κτιρίου από εταιρεία υπηρεσιών ασφαλείας, αλλά και από το γεγονός ότι ο ενάγων (βλ. την ένορκη κατάθεση της μάρτυρός του), έχοντας μέχρι το χρόνο προσλήψεώς του από την εναγομένη ποικίλη επαγγελματική σταδιοδρομία, επέλεξε την θέση εργασίας νυχτοφύλακα και ειδικώς συμφώνησε τούτο προφορικά με την εναγομένη, ώστε να θεμελιώσει ταχύτερα συνταξιοδοτικό δικαίωμα και λόγω του ισχύοντος καθεστώς ασφαλίσεως βαρέων ενσήμων στο ΙΚΑ για τους νυχτοφύλακες (και εφόσον κατά την πρόσληψή του υπολείπονταν για τον ενάγοντα πέντε έτη ασφάλισης, υπό καθεστώς βαρέων ενσήμων, για την θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματός του). Το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό εργασίας του άρθρου 678 ΑΚ, στο οποίο αναγράφεται ως ειδικότητα του ενάγοντος αυτή του «θυρωρού», καθώς και η βεβαίωση του Συλλόγου Θυρωρών Αθηνών-Πειραιώς, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο μελών του σωματείου με αριθμ. 325, δεν συνιστούν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη της πραγματικής ειδικότητας του ενάγοντος, εφόσον ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται κυριαρχικώς από το Δικαστήριο και όχι από τα διάδικα μέρη, ενώ η ιδιότητα του ενάγοντος ως μέλους του σωματείου θυρωρών δεν αναιρεί το πραγματικό γεγονός της συμφωνηθείσας εργασίας του ως νυχτοφύλακα στο μέγαρο. Επιπλέον, η προσκομιζόμενη από την εναγομένη με αριθμ. ……./1970 «Σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμός – πολυκατοικίας» του Συμβολαιογράφου ……….., …………., κατά το μέρος της που αναφέρει στο άρθρο 15 (53η σελίδα) ότι «το Μέγαρον υποχρεωτικώς εξυπηρετείται διά θυρωρών καθ’ όλον το 24ωρον, ήτοι θα υπάρχουν τρεις θυρωροί εναλλασσόμενοι», ομοίως δεν αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της εναγομένης, δηλαδή ότι δεν είχε ανάγκη νυχτοφύλακα, εφόσον και εκτός του ότι ο κανονισμός πολυκατοικίας δεν απαιτείται να προβαίνει εξαντλητικώς σε διάκριση μεταξύ θυρωρού και νυχτοφύλακα ή άλλης παρεμφερούς ειδικότητας του προσλαμβανόμενου προσωπικού (ανάλογα με τις εκάστοτε χρονικές περιστάσεις και πραγματικές ανάγκες του μεγάρου), ο ίδιος ως άνω κανονισμός δεν προβλέπει ούτε την ειδικότητα «νυχτερινού θυρωρού», όπως ισχυρίζεται η εναγομένη ότι πράγματι απασχολήθηκε ο ενάγων, ενώ περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι η εναγομένη, συμμορφούμενη με τον Κανονισμό της, απασχολούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα που εργαζόταν ο ενάγων, τρεις θυρωρούς «εναλλασσόμενους», όπως προβλέπει δηλαδή ο Κανονισμός της, αλλά αντιθέτως αποδείχτηκε (βλ. τις προσκομιζόμενες καταστάσεις προσωπικού) ότι απασχολούσε, στις 10-11-2008, τον ενάγοντα και τέσσερις (4) θυρωρούς, ήτοι τους ……….., …………., …………. και ………….., δηλαδή περισσότερους θυρωρούς από αυτούς προέβλεπε ρητώς ο Κανονισμός της. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων είχε γνωστοποιήσει κατά την πρόσληψή του στην εναγομένη, την προϋπηρεσία του, με την κατάθεση του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του (και μετά από συνέντευξη) στον τότε διαχειριστή της εναγομένης ………….., από το οποίο βιβλιάριο προέκυπτε συνολική προϋπηρεσία του 10½ ετών και ότι, επομένως, η εναγομένη όφειλε ήδη έκτοτε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό I νομική σκέψη της παρούσας να καταβάλει στον ενάγοντα επίδομα προϋπηρεσίας, το οποίο ωστόσο αποδείχτηκε ότι δεν του κατέβαλε έως τις 31-1-2009 και που ανερχόταν, σύμφωνα με την 10/1976 ΔΑ σε συνδυασμό με την από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ και όλες τις μεταγενέστερες ΕΓΣΣΕ, ήτοι την από 12-4-2006 ΕΓΣΣΕ (Πράξη Κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης 14/13-4-2006) και την από 2-4-2008 ΕΓΣΣΕ (Π.Κ. 13/18-4-2008), ως εφαρμοστέες, για το χρονικό διάστημα από 24-3-2007 έως 31-1-2009 στο ποσό των (1.216,50 ευρώ αποδοχές προσαυξημένες λόγω της προϋπηρεσίας του, ήτοι 256,46 ευρώ για το μήνα Μάρτιο 2007 +801,41 ευρώ για το μήνα Απρίλιο 2007 +158,63 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2007 μείον 950,19 ευρώ βασικές αποδοχές, ήτοι 200,32 ευρώ για το μήνα Μάρτιο 2007 +625,97 ευρώ βασικός μισθός μηνός Απριλίου 2007 +123,90 ευρώ αναλογία επιδόματος Πάσχα 2007=)266,31 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-12-2007, στο ποσό των (8.036,76 ευρώ αποδοχές προσαυξημένες λόγω της προϋπηρεσίας του, ήτοι 842,28 ευρώ για έκαστο των μηνών Μάιο μέχρι και Δεκέμβριο 2007 +421,15 ευρώ για επίδομα αδείας 2007 +877,37 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2007 μείον 6.277,37 ευρώ βασικές αποδοχές, ήτοι 657,89 ευρώ για έκαστο των μηνών Μάιο μέχρι και Δεκέμβριο 2007 +328,95 ευρώ επίδομα αδείας 2007 +685,30 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2007=)1.759,39 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-8-2008, στο ποσό των (7.860,22 ευρώ αποδοχές προσαυξημένες λόγω της προϋπηρεσίας του, ήτοι 871,34 ευρώ για έκαστο των μηνών Ιανουάριο μέχρι και Αύγουστο 2008 +453,82 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα 2008 +435,68 ευρώ για επίδομα αδείας 2008 μείον 6.139,49 ευρώ βασικές αποδοχές, ήτοι 680,59 ευρώ για έκαστο των μηνών Ιανουάριο μέχρι και Αύγουστο 2008 +354,47 ευρώ επίδομα εορτών Πάσχα 2008 +340,30 ευρώ επίδομα αδείας 2008=)1.720,73 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 έως 31-1-2009, στο ποσό των (5.422,27 ευρώ αποδοχές προσαυξημένες λόγω της προϋπηρεσίας του, ήτοι 897,48 ευρώ για έκαστο των μηνών Σεπτέμβριο μέχρι και Δεκέμβριο 2008 +897,48 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2008 +897,48 ευρώ για το μήνα Ιανουάριο 2009 μείον 4.235,20 ευρώ βασικές αποδοχές, ήτοι 701 ευρώ για έκαστο των μηνών Σεπτέμβριο μέχρι και Δεκέμβριο 2008 +730,20 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2008 +701 ευρώ βασικός μισθός Ιανουαρίου 2009=)1.187,07 ευρώ και συνολικά ο ενάγων δικαιούται για επίδομα προϋπηρεσίας του ως άνω χρονικού διαστήματος το ποσό των 4.933.50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, όπως ζητεί (άρθρο 106 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η παραίτηση του μισθωτού από το δικαίωμα να προσμετρηθεί η προϋπηρεσία του για την μισθολογική προσαύξηση λόγω τριετιών είναι έγκυρη, μόνον όταν από την παραίτηση αυτή δεν θίγονται τα ελάχιστα νόμιμα όρια των αποδοχών του, όπως αυτά διαμορφώνονται μετά τον συνυπολογισμό ολοκλήρου του χρόνου της προϋπηρεσίας που νομίμως γνωστοποίησε στον εργοδότη και ο μισθωτός λαμβάνει αποδοχές ανώτερες των νομίμων [πρβλ. ΑΠ 971/1985 ΔΕΝ 42(1986).755], στοιχεία που δεν αποδείχτηκαν στην κρινόμενη περίπτωση, ώστε να ληφθεί υπόψη η προσκομιζόμενη από την εναγομένη από 7 Ιουνίου 2009 επιστολή του ενάγοντος προς τον ……….. και δη κατά το σημείο της που ο ενάγων, χωρίς να αρνείται ειδικώς τη γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας του στην εναγομένη, γράφει ότι ωστόσο δεν είχε ζητήσει «επίδομα τριετιών και αναδρομικά αυτών» (που δεν μπορεί να ερμηνευτεί δηλαδή, νομικά και ουσιαστικά, ως «παραίτηση» από την αξίωση του επιδόματος προϋπηρεσίας του). Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων ήταν έγγαμος κατά το χρόνο προσλήψεώς του, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι λάμβανε από την εναγομένη το οφειλόμενο επίδομα γάμου επί των νομίμων αποδοχών του. Ειδικότερα, στην περί επιδόματος γάμου διάταξη του άρθρου 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ (ΔΕΝ 1989, σελ. 351), που ισχύει από 1-1-1989 μέχρι σήμερα ορίζεται ότι «σε όλους τους εγγάμους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου, χορηγείται επίδομα γάμου σε ποσοστό 10%. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παραγρ. 2 της 10/76 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών», ενώ στην διάταξη της παρ. 2 εδ. α’ και β’ της ΔΑ 10/1976, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 16 του ν. 435/1976 (ΔΕΝ 1976, σελ. 430, 880), ορίζεται ότι «2. Επίδομα γάμου, α) Εις τους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου… β) Επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, του οριζομένου υπό της εκάστοτε εν ισχύι οικείας συλλογικής συμβάσεως, αποφάσεως διαιτησίας ή άλλης διατάξεως και δεν συμψηφίζεται προς τας τυχόν υπερτέρας των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλομένας αποδοχάς. Συμψηφίζεται όμως εις τούτο το τυχόν καταβαλλόμενη επίδομα γάμου ή συζύγου» (βλ. για το ποσοστό του επιδόματος γάμου αρχικώς την ΔΑ 100/79, ΔΕΝ 1979 σελ. 1086 και εν συνεχεία την από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ). Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι η γνωστοποίηση στον εργοδότη ή η από αυτόν γνώση του γάμου του μισθωτού δεν αποτελεί στοιχείο της αξιώσεως της λήψης του επιδόματος γάμου κατά την ΔΑ 10/1976 [«…συνεστώτος του γάμου…», βλ. ΑΠ 1413/2009 ΔΕΝ 66(2010).13], απορριπτομένων κατ’ ακολουθίαν των αντίθετων ισχυρισμών της εναγομένης περί αναγκαιότητας γνωστοποίησης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση αυτή αποδείχτηκε ότι είχε γίνει νομίμως από τον ενάγοντα και ότι είχε προσκομίσει, κατόπιν αιτήματος του διαχειριστή της ενώσεως κατά την πρόσληψη το πιστοποιητικό γάμου του (βλ. τούτο, όπως προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας δίκης). Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως επίδομα γάμου για το χρονικό διάστημα από της προσλήψεώς του (24-3-2007) έως την καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του (30-5-2009), τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: Για το χρονικό διάστημα από 24-3-2007 έως 30-3-2007, το ποσό των (625,97 / 25=25,04 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο Χ 8 ημέρες εργασίας για το μήνα Μάρτιο 2007 +625,97 ευρώ βασικός μισθός μηνός Απριλίου 2007 +123,90 ευρώ αναλογία επιδόματος Πάσχα 2007=950,19 ευρώ X 10%=)95,02 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-12-2007, το ποσό των (627,94 ευρώ βασικός μισθός X 8 μήνες, ήτοι Μάιο έως και Δεκέμβριο, +328,95 ευρώ επίδομα αδείας 2007 +685,30 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2007=6.277,37 ευρώ X 10%=)627,74 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-8-2008, το ποσό των (680,59 ευρώ βασικός μισθός X 8 μήνες, ήτοι Ιανουάριο έως και Αύγουστο, +354,47 ευρώ επίδομα εορτών Πάσχα 2008 +340,30 ευρώ επίδομα αδείας 2008=6.139,49 ευρώ X 10%=)613,95 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 έως 30-4-2009, το ποσό των (701 ευρώ βασικός μισθός X 8 μήνες, ήτοι Σεπτέμβριο 2008 έως και Απρίλιο 2009, +730,20 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2008 +365,10 ευρώ επίδομα εορτών Πάσχα 2009=6.703,30 ευρώ X 10%=)670,33 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2009 έως 30-5-2009, το ποσό των (739,56 βασικός μισθός X 10%=)73,96 ευρώ. Ήτοι, δικαιούται να λάβει από την εναγομένη για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 2.081 ευρώ. με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη, εξόφληση, όπως ζητεί (106 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν επί δύο (2) Κυριακές μηνιαίως κατά μέσο όρο καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα επί οκτάωρο κάθε Κυριακή, χωρίς ωστόσο να αποδειχτεί ότι λάμβανε την προσαύξηση αμοιβής εργασίας Κυριακών επί του νομίμου μισθού του. Συνεπώς, δικαιούται να λάβει για την αιτία αυτή, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: Για το χρονικό διάστημα από 24-3-2007 έως 30-4-2007, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων εργάστηκε επί τρεις (3) Κυριακές και δικαιούται το συνολικό ποσό των (864 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 =34,56 ευρώ X 3 Κυριακές X 75%=)77,76 ευρώ, για το χρονικό διάστημά από 1-5-2007 έως 31-12-2007 εργάστηκε επί δεκαέξι (16) Κυριακές και δικαιούται το συνολικό ποσό των (908,07 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 =36,32 ευρώ X 16 Κυριακές X 75%=)435,84 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-8-2008 εργάστηκε επί δεκαέξι (16) Κυριακές και δικαιούται το συνολικό ποσό των (939,40 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 =37,58 ευρώ Χ 16 Κυριακές X 75%=)450,96 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 έως 30-4-2009 εργάστηκε επί δεκαέξι (16) Κυριακές και δικαιούται το συνολικό ποσό των (967,58 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 =38,70 ευρώ X 16 Κυριακές X 75%=)464,40 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 11-5-2009 έως 30-5-2009 εργάστηκε επί δύο (2) Κυριακές και δικαιούται το συνολικό ποσό των (1.020,80 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 =40,83 ευρώ X 2 Κυριακές X 75%=)61,25 ευρώ. Ήτοι, ο ενάγων δικαιούται να λάβει για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 1.490,21 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από της ενάρξεως λειτουργίας της εργασιακής συμβάσεώς του μέχρι τη λύση αυτής, από τις 22.00 μ.μ. έως τις 6.00 π.μ., δηλαδή πραγματοποιούσε νυχτερινή εργασία επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως και σαράντα (40) εβδομαδιαίως, χωρίς να αποδειχτεί ότι λάμβανε την προσαύξηση αμοιβής της έκτακτης εργασίας του τη νύχτα, σε ποσοστό 25% επί του νομίμου μισθού του. Κατ’ ακολουθίαν, δικαιούται να λάβει για την αιτία αυτή τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: Για το χρονικό διάστημα από 24-3-2007 έως 30-4- 2007, το ποσό των (34,56 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο X 8 ημέρες εργασίας για το μήνα Μάρτιο +864 ευρώ νόμιμος μισθός μηνός Απριλίου=1.140,48 ευρώ X 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας=)285,12 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-12-2007, το ποσό των (908,07 ευρώ X 8 μήνες, ήτοι για έκαστο των μηνών Μάιο έως και Δεκέμβριο 2008=7.264,56 ευρώ X 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας=)1.816,14 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-8-2008, το ποσό των (939,40 ευρώ X 8 μήνες, ήτοι για έκαστο των μηνών Ιανουάριο έως και Αύγουστο 2008=7.515,20 ευρώ X 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας=)1.878,80 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 έως 30-4-2009, το ποσό των (967,58 ευρώ X 8 μήνες, ήτοι για έκαστο των μηνών Σεπτέμβριο 2008 έως και Απρίλιο 2009=7.740,64 ευρώ X 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας=)1.935,16 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2009 έως 30-5-2009, το ποσό των (1.020,80 ευρώ X 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας=)255,20 ευρώ. Ήτοι, δικαιούται να λάβει για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 6.170,42 ευρώ. Ο ενάγων συνομολογεί ότι έλαβε από την εναγομένη για προσαύξηση αμοιβής της εργασίας του τις Κυριακές και νυχτερινής, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των 2.146,96 ευρώ, επομένως δικαιούται να λάβει την διαφορά των (1.490,21 +6.170,42 ευρώ=7.660,63 ευρώ – 2.146,96 ευοώ=5.513.67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, όπως ζητεί (106 ΚΠολΔ). Σημειώνεται και ανεξαρτήτως του απαραδέκτου του περί εξοφλήσεως και του αορίστου άλλως μη νομίμου του περί συμψηφισμού (καταλογισμού) ισχυρισμών των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος, όπως προτάθηκαν από την εναγομένη κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ότι στις προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος δεν αναγράφεται ότι ο ενάγων λάμβανε αμοιβή έκτακτης εργασίας του για τις ένδικες αιτίες (Κυριακές και νύχτα), διότι στις «αποδοχές περιόδου» και μολονότι υπάρχουν έγγραφες καταχωρίσεις για «υπερεργασία», «υπερωρίες», «νυκτερινά» και αργίες», ουδεμία εγγραφή έχει γίνει παραπλεύρως των ως άνω καταχωρίσεων, ή οποία (εγγραφή) έχει γίνει μόνο δίπλα στην καταχώριση «διάφορα ποσά», ώστε να μην είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος αναφορικά με το ποια ήταν η αιτία της καταβολής αυτών των «διάφορων ποσών» στον ενάγοντα και σε τι ακριβώς αφορούσαν. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων απολύθηκε από την εναγομένη στις 30- 5-2009 και ότι η τελευταία του κατέβαλε κατώτερη της νομίμου αποζημίωση απολύσεώς από αυτήν που πράγματι δικαιούτο, ήτοι του κατέβαλε αποζημίωση ποσού 2.166,89 ευρώ, ενώ όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 5.244,73 ευρώ [ήτοι 1.857,33 ευρώ καταβαλλόμενος μισθός κατά τον μήνα απολύσεώς υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης + 73,96 ευρώ επίδομα γάμου +61,25 ευρώ προσαύξηση λόγω τακτικώς παρεχόμενης εργασίας κατά δύο Κυριακές ανά μήνα +255,20 ευρώ προσαύξηση λόγω τακτικώς παρεχόμενης νυχτερινής εργασίας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό III νομική σκέψη της παρούσας και εφόσον συνιστούσαν σταθερά και μόνιμα επαναλαμβανόμενη έκτακτη εργασία που εμπίπτει στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος X 2, δεδομένου ότι ο εναγών είχε συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στην εναγομένη πλέον προσαύξησης 1/6 εκ 749,25 ευρώ, λόγω συνυπολογισμού αναλογίας επιδομάτων εορτών και επιδόματος αδείας] ενώ, επιπρόσθετα, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων είχε πλημμελώς ασφαλιστεί από την εναγομένη στο ΙΚΑ, διότι από την 1η Φεβρουαρίου 2009 έως τις 30 Μαΐου 2009 είχε ασφαλιστεί από αυτήν υπό καθεστώς απλών μικτών ενσήμων και όχι βαρέων, όπως θα έπρεπε με βάση την πραγματική ειδικότητά του ως νυχτοφύλακα και υπό το οποίο (καθεστώς) ήταν ασφαλισμένος μέχρι την 1-2-2009 (άρθρο 5 αρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997). Ενόψει του ότι η καταβολή στον απολυθέντα ενάγοντα της αποζημίωσης απολύσεώς του δεν ήταν η προσήκουσα, ο ενάγων, ο οποίος επικαλέστηκε και απέδειξε το ύψος της δικαιούμενης αποζημίωσης και το γεγονός της μη πλήρους καταβολής της από την εργοδότριά του [ΑΠ 1160/20.07 ΕΕργΔ 67(2008).617, βλ. και ΑΠ 1057/2007 ΕλΔ 48(2007).1077=ΕΕργΔ 67(2008).474], νομίμως ζητεί την αναγνώριση από το Δικαστήριο της ακυρότητας της από 30-5-2009 γενομένης εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του και την αναγνώριση της υποχρεώσεως της εναγομένης να του καταβάλει τις οφειλόμενες, για την αίτια αυτή, αποδοχές υπερημερίας, δεδομένου ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δεν λύθηκε νομίμως και η εναγομένη αρνείται έκτοτε να αποδεχτεί τις πραγματικές και προσήκουσες υπηρεσίες του ενάγοντος, περιερχόμενη έτσι σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη (άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ), έχοντας, συνεπώς, την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές, τις οποίες εκείνος θα ελάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εναγομένου να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του [ΑΠ 1165/2007 ΕΕργΔ 67(2008).626] και εφόσον οι αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται οπό την αντιπαροχή της εργασίας του μισθωτού [ΑΠ 752/2007 ΕλΔ 48(2007).807]. Οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο μήνα της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του, αποδείχτηκε ότι ανέρχονταν στο ποσό των 2.247,74 ευρώ (ήτοι 1.857,33 ευρώ καταβαλλόμενος μισθός +73,96 ευρώ επίδομα γάμου +61,25 ευρώ προσαύξηση λόγω τακτικώς παρεχόμενης εργασίας κατά δύο Κυριακές ανά μήνα +255,20 ευρώ προσαύξηση λόγω τακτικώς παρεχόμενης νυχτερινής εργασίας) και, επομένως, δικαιούται για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 31-5-2009 έως 30-9-2010, όπως ζητεί (106 ΚΠολΔ), το συνολικό ποσό των (2.247,74 ευρώ X 16 μήνες=)35.963,84 ευρώ + 2.035,56 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2009 (2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 31-5-2009 έως 31-12-2009, προσαυξημένα κατά την αναλογία επιδόματος αδείας, 89,91 ευρώ έκαστο, ήτοι 2.247,74 ευρώ / 25=89,91 : 2 X 89,91 X 11,32 δεκαεννιαήμερα=2.035,56 ευρώ) +1.170,69 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα 2010 +1.123,87 ευρώ για επίδομα αδείας 2010 +1.447,55 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2010 (2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1- 5-2010 έως 30-9-2010, προσαυξημένα κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας, 89,91 ευρώ έκαστο : 2 X 89,91 X 8,05 δεκαεννιαήμερα=1.447,55 ευοώ)=41.741.51 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, όπως ζητεί (106 ΚΠολΔ), παρελκούσης της ουσιαστικής έρευνας της επικουρικής βάσεως της αγωγής περί καταχρηστικής καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας (και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό IV νομική σκέψη). Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης, η οποία να προσβάλει παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ανθρώπου και εργαζομένου, δοθέντος ότι από μόνη της η άκυρη απόλυση του μισθωτού, είτε για τυπικούς λόγους (είτε λόγω παράβασης του άρθρου 281 ΑΚ) δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει, κατά τα άρθρα 59 και 932 ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης [βλ. ΕφΑθ 5592/1999 ΕλΔ 41(2000).1402, ΕφΑθ 2466/1993 ΔΕΝ 49(1993).496], το αιτούμενο, επομένως, από τον ενάγοντα κονδύλιο για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του, ποσού 5.000 ευρώ, από την κατά τα, προεκτεθέντα, άκυρη απόλυσή του, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της από 30-5-2009 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες, του ως νυχτοφύλακα από την επίδοση της παρούσας, επ’ απειλή σε βάρος της και υπέρ του ενάγοντος χρηματικής ποινής ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ καθώς και προσωπικής κρατήσεως σε βάρος της διαχειρίστριάς της, ………….., διάρκειας τριάντα (30) ημερών, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως της εναγομένης στην υποχρέωσή της αυτή (δεδομένου ότι ο ενάγων δεν οριοθετεί στο αιτητικό της αγωγής του το είδος και τη χρονική διάρκεια «κάθε παράβασης») και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το συνολικό ποσό των (4.933,50 ευρώ +2.081 ευρώ +5.513,67 ευρώ +41.741,51 ευρώ=54.269.68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, όπως ο ενάγων ζητεί κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο ιστορικό της παρούσας για έκαστο επιδικαζόμενο αγωγικό κονδύλιο (βλ. όμως για την έναρξη τοκοδοσίας των εργατικών απαιτήσεων από δήλη ημέρα, ΟλΑΠ 39-40/2002 και έκτοτε πάγια νομολογία). Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης να προξενηθεί σημαντική ζημιά στον ενάγοντα, εφόσον αποδείχτηκε ότι είναι μισθοσυντήρητος και εξαρτώμενος αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της παρεχόμενης εξαρτημένης εργασίας της, διανύει το 57° έτος της ηλικίας του και δεν μπορεί να ανεύρει εργασία μετά την απόλυσή του από την εναγομένη, παραμένοντας άνεργος μέχρι σήμερα (βλ. και τις προσκομιζόμενες απαντητικές επιστολές στον ενάγοντα από διάφορες ιδιωτικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών φύλαξης). Γι’ αυτό, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί μερικώς προσωρινά εκτελεστή, ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις, λόγω και της φύσεως των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων [άρθρα 908 παρ. 1 εδ. α’ και περ. ε’ και 910 αρ.4 ΚΠολΔ βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ II, εκδ. 2000, άρθρο 910, αριθμ. 2]. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν αιτήματος του [ΑΠ 100/2002 ΕλΔ 43(2002).1033] και χωρίς κατάλογο εξόδων του ενάγοντος, κατά το λόγο της νίκης και ήττας των διαδίκων, ήτοι σε βάρος της εναγομένης, (άρθρα 178, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 100, 107 και 109 του Κώδικα Δικηγόρων), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.
ΔΕΧΕΤΑΙ μερικώς την αγωγή κατά την κύρια βάση της.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 30-5-2009 καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του ενάγοντος ως νυχτοφύλακα από την επίδοση της παρούσας απόφασης, επ’ απειλή, σε βάρος της και υπέρ του ενάγοντος χρηματικής ποινής ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ, καθώς και προσωπικής κρατήσεως σε βάρος της διαχειρίστριας της εναγομένης, ………….., διάρκειας τριάντα (30) ημερών, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως της εναγομένης στην υποχρέωσή της αυτή.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή, κατά την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πενήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (54.269,68), νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση μερικώς προσωρινά εκτελεστή κατά την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, ήτοι για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εκατόν εβδομήντα (2.170) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους, στις 26 Νοεμβρίου 2010.
