απόλυσηΜονομελές Εφετείο Αθηνών 1372/2016

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου επειδή έγινε χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Μισθοί υπερημερίας. Άσκηση της αγωγής εντός τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Έναρξη και λήξη της προθεσμίας. Αν η αποζημίωση απόλυσης υπερβαίνει τους μισθούς δύο μηνών και μπορεί να καταβληθεί σε δόσεις, η αποσβεστική προθεσμία ορίζει από τότε που έγινε απαιτητή η κάθε δόση. Δέχεται την έφεση της εργαζόμενης. Της επιδικάζει το συνολικό ποσό των 31.713,73 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS – Δ/ΝΗ 2016.1403

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

 1372/2016

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 3ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή: Αγγελική Καρδαρά, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από το Γραμματέα Ιωάννη Διαμαντόπουλο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …………., κατοίκου ………….., την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Βλαχόπουλος .

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………….», που εδρεύει …………………., νομίμως εκπροσωπούμενης, (της οποίας εμφανίσθηκε η νόμιμος εκπρόσωπος …………..) και η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Λειβαδίτη.

Η ενάγουσα Και ήδη εκκαλούσα …………., με την από 3/2/2014 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………./………./2014 ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 3180/2014 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε όσα έταξε σ’αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 16 Δεκεμβρίου 2014 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………/2014.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 16/12/2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. …../2014) έφεση της ενάγουσας κατά της υπ’ αριθμ. 3180/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μετά την επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513, παρ. 1 β’, 516, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) αρμόδια δε και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ 19 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 σε συνδυασμό με άρθρο 72 παρ. 13 του ίδιου νόμου). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω διαδικασία, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτή (άρθρα 522, 524 παρ. 1 533 παρ. 1 της συνδ. με άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 3/2/2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……../………./2014) αγωγή της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι την 17/4/2000 επαναπροσελήφθη από την εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει σ’ αυτή τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα της λογίστριας υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας πλήρους απασχόλησης, έναντι μηνιαίου μισθού, ο οποίος από τον Ιούλιο του έτους 2011 και εντεύθεν ανήλθε στο ποσό των 2.250 ευρώ. Ότι η εργασιακή της σχέση με την εναγόμενη εξελίχθηκε ομαλά μέχρι το έτος 2011, έκτοτε δε αυτή (εναγομένη) καθυστερούσε συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, ενώ από το έτος 2012 έπαυσε να της καταβάλει την ετήσια πρόσθετη μισθολογικής φύσης, παροχή που της κατέβαλε μέχρι τότε για τη σύνταξη του ισολογισμού και ανήρχετο σε ποσοστό 65% επί των μηνιαίων καταβαλλομένων αποδοχών της. Ότι εξαιτίας των διαμαρτυριών της προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, δημιουργήθηκε στη διοίκηση της τελευταίας εκδικητική διάθεση απέναντι της, εκδηλούμενη αρχικά με τη συστηματική αμφισβήτηση των ικανοτήτων της ως λογίστρια και στη συνέχεια με προσβλητική συμπεριφορά και λεκτικές επιθέσεις του άνω νομίμου εκπρόσωπου της εναγομένης σε βάρος της. Ότι την 2/9/2013 κατόπιν φραστικού επεισοδίου μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και αυτής (ενάγουσας) της απαγορεύτηκε η είσοδος στις εγκαταστάσεις της εναγομένης για να αναλάβει εργασία, γεγονός το οποίο κατήγγειλε αυθημερόν στο τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ………. του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και υπέβαλε αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς. Ότι την 30/9/2013 η εναγομένη της κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία της ως άνω σύμβασης εργασίας της με την προσφορά αποζημίωσης καταβλητέας σε δόσεις, κατ’ άρθρο 74 παρ. 3 του Ν. 38638/2010, υπολειπόμενης της νόμιμης. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της ενάγουσας καταχωρηθείσα στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της, ζήτησε, κυρίως με βάση τη σύμβαση της εργασίας, άλλως και επικουρικώς και σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 30/9/2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση κηρυσσομένη· προσωρινώς εκτελεστή να της καταβάλει: 1) για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Φεβρουαρίου έως και Σεπτεμβρίου 2013 το ποσό των 16.875 ευρώ, νομιμοτόκως από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία της, άλλως από την επίδοση της από 25/11/2013 προγενέστερης αγωγής της σε βάρος της εναγομένης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, 2) για πρόσθετη μισθολογική παροχή για τη σύνταξη ισολογισμού ετών 2012 και 2013 το ποσό των 2925 ευρώ, νομιμοτόκως από την 31η Μαΐου εκάστου έτους, άλλως από την επίδοση της από 25/11/2013 προγενέστερης αγωγής της σε βάρος της εναγομένης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, 3) για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, που υπαίτιως δεν της χορήγησε η εναγομένη κατά τα έτη 2008 έως και 2012, μετά της οικείας προσαυξήσεως εκ ποσοστού 100%, το ποσό των 8464 ευρώ, νομιμοτόκως από την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους εντός του οποίου ήταν απαιτητή η κάθε παροχή, άλλως από την επίδοση της από 25/11/2013 προγενέστερης αγωγής της σε βάρος της εναγομένης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, 4) το ποσό των 5000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας της ως εργαζόμενης, νομιμοτόκως από την επίδοση της από 25/11/2013 προγενέστερης αγωγής της σε βάρος της εναγομένης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, 5) το ποσό των 33.176,29 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, ως και τις συναφείς παροχές, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα λάμβανε για επιδόματα εορτών και αδείας χρονικού διαστήματος από 1/10/2013 έως 30/9/2014, λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της που συνίσταται στο γεγονός ότι η αποζημίωση απόλυσης της υπολείπεται της νόμιμης (αποζημίωσης), αφού κατά τον υπολογισμό της δεν ελήφθη υπόψη και δεν συνυπολογίσθηκε η μηνιαία αναλογία της πρόσθετης μισθολογικής παροχής σύνταξης ισολογισμού ανερχόμενη σε ποσοστό 65% επί των μηνιαίων καταβαλλομένων αποδοχών της, ήτοι στο ποσό των 121,88 ευρώ καθώς και στο γεγονός ότι δεν της καταβλήθηκε η τρίτη δόση της αποζημίωσης απόλυσης, άλλως στο γεγονός ότι είναι καταχρηστική ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 200 και 288 ΑΚ, καθόσον οφείλεται σε λόγους εκδικητικότητας σε βάρος της, νομιμοτόκως από την δήλη ημέρα καταβολής εκάστης παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός εντός του οποίου έκαστος μηνιαίος μισθός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός, από την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων και αδείας και από την 30η Απριλίου 2014 για το επίδομα Πάσχα, άλλως από την επίδοση της από 25/10/2013 προγενέστερης αγωγής της σε βάρος της εναγομένης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, 6) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως λογίστριας, κατά τους όρους της εργασιακής της σύμβασης από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης της να συμμορφωθεί με την ως άνω υποχρέωση της, 7) άλλως και επικουρικώς, σε περίπτωση που κριθεί ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι έγκυρη, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης της ποσού 14.404,74 ευρώ, νομιμοτόκως από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, άλλως από την επίδοση της από 25/11/2013 προγενέστερης αγωγής της σε βάρος της εναγομένης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, καθώς και να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας στο, οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της καθώς και η διαγωγή της, απειλούμενης σε βάρος της (εναγομένης) χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης της προς συμμόρφωση με την ως άνω υποχρέωση της. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού: α) απέρριψε ως απαράδεκτο το αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, κατά το μέρος που στηρίζεται στην παράλειψη της εναγομένης να της καταβάλει, κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο χρόνο, την τρίτη δόση της αποζημίωσης απόλυσης, λόγω παρόδου της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 β) απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα, γ) απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή κατά την κύρια βάση της, στη συνέχεια έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και βάσιμη κατ’ ουσίαν κατά την επικουρική της βάση, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 13.125 ευρώ για νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε δόση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή καθώς και να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας του άρθρου 678 ΑΚ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η ενάγουσα με την υπό κρίση έφεση της, για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας. Στην ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), υπόκειται κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιοδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 404/2008, ΑΠ 1619/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αφετηρία της ως άνω προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος λύσης της εργασιακής σύμβασης, που επέρχεται με την καταγγελία και είναι όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της – εργαζόμενος -, λήγει δε αυτή, με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε (άρθρο 213 ΑΚ). Σύμφωνα δε με το άρθρο 74 παρ. 3 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 5/7/2010 κατά άρθρο 76 του νόμου αυτού) «όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεώνεται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, κάθε μία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τους αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση». Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι εάν η αποζημίωση υπερβαίνει τους μισθούς δύο (2) μηνών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταβολής της σε τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3198/1955) προς άσκηση της αγωγής για ακύρωση της καταγγελίας αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έγινε απαιτητή η κάθε δόση και ισχύει  αυτοτελώς για καθεμία από αυτές (Ολ. ΑΠ 39/2002 ΕλλΔνη 2003.118, ΑΠ 81/2010, ΑΠ 25/1991 ΔΕΝ. 1993.582 ΕΑ58/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την ανωμοτί κατάθεση του μέλους του ΔΣ της εναγομένης …………………. στο ακροατήριο του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων, η υπ’ αριθμ ……../25-2-2014 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. κλήση – γνωστοποίηση μαρτύρων που περιέχεται στη σελίδα 18 του δικογράφου της ένδικης αγωγής σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ… ………../ 12/2/2014 έκθεση επιδόσεως αυτής του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου  Λεράκη), η υπ’ αριθμ …./ 27/2/2014 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Καρπενησίου Άννας Ματθαίου, απολύθηκε κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την από 24/2/2014 αίτηση – κλήση της ενάγουσας προς την εναγόμενη σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ………/25-2-2014 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), οι υπ’ αριθμ ……… και ………./ 24/3/2014 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ ………. / 21/3/2014 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη σε συνδυασμό με την από 20/3/2014 αίτηση – κλήσης γνωστοποίησης μαρτύρων), η υπ’ αριθμ ……../ 14/3/2014 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. την υπ’ αριθμ …………/ 12/3/2014 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αντώνη Ζαρουλέα σε συνδυασμό με την από 10/3/2014 κλήση – γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων), καθώς και οι κατωτέρω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που λήφθηκαν μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρο 670 εδ. α, 671 παρ. 1 δ’, 674 παρ. 2, 529 παρ. Ια ΚΠολΔ, ΑΠ 548/2007, ΑΠ 1877/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) : α) οι υπ’ αριθμ ……… και ………../ 23/10/2015 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγομένης, μετά τη συζήτηση της έφεσης, αλλά εντός της τριήμερης προθεσμίας προσθήκης και χρησιμεύουν προς αντίκρουση ισχυρισμών της εναγομένης (ΑΠ 66/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ( βλ. την υπ’ αριθμ …………./ 22/10/2015 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη σε συνδυασμό με την από 21/10/2015 αίτηση- κλήση γνωστοποίησης μαρτύρων) και β) οι υπ’ αριθμ ………./ 16/10/2015 και ………/ 19/10/2015 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθησαν επιμέλεια της εναγομένης κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της ενάγουσας, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης (βλ. την υπ’ αριθμ …………./13-10-2015 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Συνδουκά σε συνδυασμό με την από 12/10/2015 κλήση- γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη : 1) το επικληθεν και προσκομισθέν από την εναγομένη αποδεικτικό μέσο, ήτοι CD που αφορά σε μαγνητοφωνημένο οπτικοακουστικό υλικό από τις κάμερες ασφαλείας που βρίσκονται στα γραφεία της εναγομένης με το κείμενο της απομαγνητοφώνησής του, στο οποίο περιέχεται ιδιωτική συνομιλία της ενάγουσας με μέλη του ΔΣ της εναγομένης, αποτυπωθείσα εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση αυτής την 16/7/2013, 24/8/2013 και 30/8/2013 στα γραφεία της εναγομένης, καθόσον είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο δεδομένου ότι η χρήση της κάμερας έγινε εν αγνοία της ενάγουσας και η χωρίς τη συναίνεση της μαγνητοσκόπηση με κάμερα ασφάλειας των κινήσεων, της εικόνας και της ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευσή της και συνεπώς δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον της σε πολιτική δίκη (Ολ. ΑΠ 1/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και 2) της από 5/2/2014 και από Μαρτίου 2014 υπεύθυνης δήλωσης του υπαλλήλου της εναγομένης ………… οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον κατά την κρίση του δικαστηρίου, έγιναν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα μεταξύ των τώρα διαδίκων πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι δικονομικές διατάξεις του άρθρου 671 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ (ΑΠ 1405/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη είναι κατασκευαστική εταιρεία με αντικείμενο δραστηριότητας την εκτέλεση, ως υπεργολάβος, τεχνικών κατασκευαστικών έργων οδοποιίας, χωματουργικά εκσκαπτικά, υδραυλικά, αποχετεύσεις κ.λπ. ιδρύθηκε το έτος 1981 από τον …………., βασικό μέτοχο αυτής με ποσοστό 65% από το έτος 1998 και νόμιμο εκπρόσωπο της τον …………. (αδελφό του ………..) με ποσοστό 16%, τη ……….., χήρα ………….. με ποσοστό 8% τον ……………… με ποσοστό 3% και …………… με ποσοστό 3%. Τον Αύγουστο του έτους 2012 απεβίωσε ο βασικός μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ……………. και στη θέση αυτού ως μετόχου της εναγομένης, υπεισήλθαν οι κληρονόμοι του, η σύζυγός του ………….. και τα τέκνα του ………… και ……………, εκ των οποίων ο …………… ανέλαβε τη διαχείριση και εκπροσώπηση της εναγομένης, ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής. Η ενάγουσα, η οποία είναι αδελφή του …………… και ……………, την 17/4/2000 προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει τις υπηρεσίες της σ’ αυτήν ως λογίστρια, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και με πλήρες ωράριο. Ειδικότερα, τα καθήκοντα της συνίσταντο στην τήρηση και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων της εναγομένης (ισοζυγίου, γενικών και αναλυτικών καθολικών, μητρώου παγίων κ.λπ.), στη σύνταξη και υποβολή στο ΙΚΑ των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων, στη σύνταξη και υποβολή στην αρμόδια ΔΟΥ περιοδικών και Εκκαθαριστικών Δηλώσεων (ΦΠΑ ΦΜΥ, εισοδήματος, καταστάσεις πελατών – προμηθευτών κ.λπ.), στην κατάρτιση του ισολογισμού της (ισολογισμός χρήσης, καταστάσεις αποτελεσμάτων χρήσης, λογαριασμός εκμετάλλευσης χρήσης, πίνακας διάθεσης κερδών). Οι μηνιαίες αποδοχές της ανήρχοντο, για το χρονικό διάστημα: από 1/7/2008 έως 31/3/2009 σε 1780 ευρώ, από 1/4/2009 έως 31/5/2009 σε 1905 ευρώ, από 1/6/2009 έως 31/8/2009 σε 1950 ευρώ, από 1/9/2009 έως 30/6/2011 σε 2150 ευρώ και από 1/7/2011 και εντεύθεν σε 2250 ευρώ. Η ενάγουσα, με την ως άνω ιδιότητα της παρείχε συνεχώς τις υπηρεσίες της στην εναγομένη από της προσλήψεώς της μέχρι την 30/9/2013, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της (βλ. την από 27/9/2013 εξώδικη δήλωση περιέχουσα καταγγελία της σύμβασης εργασίας, επιδοθείσα στην ενάγουσα την 30/9/2013 όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ ………../ 30/9/2013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Ράλλιου), ενώ ορίστηκε ότι το συνολικό ύψος της οφειλόμενης αυτήν νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης ανέρχεται, με βάση τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές της κατά το χρόνο της απόλυσής της ποσού 2250 ευρώ) στο ποσό των 23.625 ευρώ. Επειδή δε το ύψος της ως άνω οφειλόμενης προς την ενάγουσα αποζημίωσης απόλυσης υπερέβαινε τους μισθούς δύο μηνών, η εναγομένη κατέβαλε σ’ αυτήν, κατά την ημέρα της καταγγελίας (30/9/2013) την πρώτη δόση της αποζημίωσης ποσού 5250 ευρώ, που αντιστοιχούσε στους μισθούς δύο μηνών, το δε υπόλοιπο ποσό, σύμφωνα με τον νόμο (άρθρο 74 παρ. 3 του ν. 3863/2010) και με όσα αναφέρονται στο έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ήταν καταβλητέο σε τέσσερις διμηνιαίες δόσεις ως εξής: 1) την 28/11/2013 ποσό 5250 ευρώ, 2) την 28/1/2014 ποσό5250 ευρώ, 3) την 29/3/2014 ποσό5250 ευρώ και 4) την 28/5/2014 ποσό 2625 ευρώ. Εκτός όμως από την πρώτη και δεύτερη δόση, ποσού 5250 ευρώ εκάστη, που η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα κατά την ημέρα της καταγγελίας (30/9/2013) την πρώτη και την 29/11/2013 τη δεύτερη, και αυτή εισέπραξε συνολικού ποσού 10.500 ευρώ, η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα, κατά τις προαναφερθείσες και προβλεπόμενες από το νόμο προθεσμίες τις 3η, 4η και 5η δόσεις, συνολικού ποσού 13.125 ευρώ. Κατόπιν τούτων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε απορριπτέο ως απαράδεκτο το αίτημα της αγωγής περί ακύρωσης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, κατά το μέρος που στηρίζεται στο γεγονός ότι η εναγομένη παρέλειψε να της καταβάλει, κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο χρόνο, την τρίτη δόση της οφειλόμενης αυτήν αποζημίωσης απόλυσης, με την αιτιολογία «ότι παρήλθε η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, διότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτή (εκκαλουμένη απόφαση) η προθεσμία αυτή, που ξεκίνησε από την επομένη ημέρα της απολύσεώς της (1/10/2013), δεν διακόπηκε με την επίδοση στην εναγομένη της προγενέστερης από 25/11/2013 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ………../……… 2013 αγωγής της κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον ως άνω λόγος ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής εκείνης και συνεπώς η εν λόγω τρίμηνη προθεσμία θεωρείται ότι δεν διακόπηκε ποτέ, κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 263 ΑΚ, ως προς το λόγο ακυρότητας αυτών και συμπληρώθηκε πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής» εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία προς άσκηση της αγωγής για ακύρωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο κατέστη απαιτητή κάθε δόση και ισχύει αυτοτελώς για καθεμία από αυτές, όπως δε προκύπτει από την υπ’ αριθμ …………./ 12/2/2014 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε (επιδόθηκε στην εναγομένη) την 12/2/2014, ήτοι πριν από την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την 29/1/2014, οπότε έγινε απαιτητή η τρίτη δόση της οφειλόμενης, κατά τα ανωτέρω, αποζημίωσης απόλυσης, η οποία (τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία) συμπληρώθηκε την 29/4/2014. Εξάλλου, η άσκηση από την ενάγουσα της από 25/11/2013 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ………../………/2013) προγενέστερης αγωγής της κατά της εναγομένης, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με δήλωσή της που περιέχεται στην παρούσα ένδικη αγωγή, ουδεμία επιρροή ασκεί στο συγκεκριμένο ζήτημα, ήτοι αυτό της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω παράλειψης καταβολής από την εναγομένη της τρίτης δόσης της οφειλόμενης προς την ενάγουσα αποζημίωσης απόλυσης, αφού η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία προς άσκηση της εν λόγω αγωγής (ακύρωση καταγγελίας λόγω μη καταβολής αποζημίωσης καταβληθηκε σε δόσεις) δεν μπορούσε να αρχίσει πριν η σχετική αξίωση καταστεί απαιτητή και δικαστικά επιδιώξιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που η σχετική αξίωση της ενάγουσας (καταβολή της τρίτης δόσης) κατέστη απαιτητή μετά την άσκηση της από 25/11/2013 προγενέστερης αγωγής της. Κατά συνέπεια η από 30/9/2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη και η εναγομένη που κατήγγειλε ακύρως αυτή (σύμβαση εργασίας) περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας της (ενάγουσας) και υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών υπερημερίας αυτής, χωρίς να απαιτείται πραγματική εκ μέρους της τελευταίας προσφορά των υπηρεσιών της, τις οποίες ήδη η εναγομένη απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, αν καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρις ότου άρει την υπερημερία του να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή τους (ΑΠ 597/2006 χΡΙΔ 2007.170). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την ένδικη αγωγή της ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας καθώς και τις συναφείς παροχές, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε για επιδόματα εορτών και αδείας, για το χρονικό διάστημα από 1/10/2013 έως και 30/9/2014, λόγω της κατά τα ανωτέρω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα, ήτοι από 17/3/2014 έως και 30/9/2014, με την αιτιολογία, ότι μέχρι τότε οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης. Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ και 69 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν πρόκειται για μέλλουσα έννομη σχέση, αλλά για υφιστάμενη και σε εξέλιξη μέχρι την άρση της υπερημερίας, η δε παροχή της εναγομένης για καταβολή των αποδοχών υπερημερίας δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή της εργασίας της ενάγουσας, η οποία αποκρούστηκε με την ως άνω καταγγελία. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε τα αντίθετα, έσφαλε και όσα υποστηρίζει η ενάγουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης, της κρίνονται αβάσιμα. Κατά συνέπεια, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1/10/2013 έως 30/9/2014 ποσού (ήτοι μισθοί 12 μηνών X 2250 ευρώ = 27.000 ευρώ). Επίσης, η ενάγουσα δικαιούται: α) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2013 το μαθηματικό υπολογισμό του οποίου δεν αμφισβήτησε ειδικά η εναγομένη, ποσό 907,49 ευρώ, β) για επίδομα εορτών Πάσχα 2014 το μαθηματικό υπολογισμό του οποίου δεν αμφισβήτησε ειδικά η εναγομένη, ποσό 1171,87 ευρώ, γ) για επίδομα αδείας 2014 το μαθηματικό υπολογισμό του οποίου δεν αμφισβήτησε ειδικά η εναγομένη, ποσό 1125 ευρώ, δ) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2014, το μαθηματικό υπολογισμό του οποίου δεν αμφισβήτησε ειδικά η εναγομένη, ποσό 1509,37 ευρώ. Συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται να λάβει από την εναγομένη για τις ανωτέρω αιτίες (μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1/10/2013 έως 30/9/2014, αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2013, δώρο Πάσχα 2014 επίδομα αδείας 2014, και αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2014) το συνολικό ποσό των 31.713,73 ευρώ (ήτοι 27.000 + 907,49 + 1171,87 + 1125 + 1509,37) οι ως άνω απαιτήσεις της ενάγουσας (οι οποίες αφορούν σε οφειλή μισθολογικού χαρακτήρα παροχών) δεν υπόκεινται σε συμψηφισμό, αφού συμπεριλαμβάνονται στην έννοια του τεκμαιρόμενου ως αναγκαίου για τη διατροφή της ενάγουσας, εν ευρεία έννοια μισθού της. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από της προσλήψεώς της στην επιχείρηση της εναγομένης λάμβανε πρόσθετη μισθολογικής φύσης παροχή για τη σύνταξη του ισολογισμού της, η οποία ανήρχετο σε ποσοστό 65% επί των μηνιαίων καταβαλλόμενων αποδοχών της και ήταν καταβλητέα την 31η Μαΐου εκάστου έτους. Τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις των ετών 2004 έως 2013 προς το ΙΚΑ, στις οποίες δεν αναφέρεται η λήψη εκ μέρους της ενάγουσας επιδόματος ισολογισμού για όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, ενώ εάν πράγματι λάμβανε τέτοιας φύσης πρόσθετη μισθολογική παροχή θα έπρεπε να περιληφθεί στις ανωτέρω Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις με τον κωδικό «06». Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίοι δεν έχουν ιδία γνώμη επί του συγκεκριμένου ζητήματος, αλλά καταθέτουν όσα η ίδια η ενάγουσα τους έχει γνωστοποίησ περί τούτου, ούτε από την κατάθεση του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετασθέντος, επιμέλεια της ενάγουσας, μάρτυρα – οικογενειακού της φίλου- ο οποίος κατέθεσε ό,τι είχε περιέλθει σε γνώση του από αναφορές της ενάγουσας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο ……………., μέτοχος και συνιδιοκτήτης της εναγομένης ήταν μόνιμος κάτοικος Ευρυτανίας και δεν ασχολείτο με την ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας, ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει μετά βεβαιότητας, το ύψος και το είδος των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών στην ενάγουσα. Κατά συνέπεια, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια ως προς την ανωτέρω πρόσθετη μισθολογικής φύσης παροχή για τη σύνταξη του ισολογισμού δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της. Περαιτέρω, από τις ίδιες ανωτέρω καταστάσεις απασχόλησης προσωπικού και μισθοδοσίας αυτού της εναγομένης προς το ΙΚΑ αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, κατά τα έτη 2008 έως και 2012 έλαβε κανονικά την ετήσια άδειά της, αμειβόμενη με τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές του εν λόγω χρονικού διαστήματος, λαμβάνοντας επιπλέον και το αντίστοιχο επίδομα άδειας. Ειδικότερα, από τις εν λόγω καταστάσεις προκύπτει ότι η ενάγουσα έλαβε ως επίδομα αδείας, τον Αύγουστο του έτους 2008, ο ποσό των 850 ευρώ, τον Αύγουστο του 2009 το ποσό των 975 ευρώ, τον Αύγουστο του έτους 2010 το ποσό των 1075 ευρώ, τον Αύγουστο του έτους 2011 το ποσό των 1125 ευρώ και τον Αύγουστο του έτους 2012 το ποσό των 1125 ευρώ τα ανωτέρω ποσά περιγράφονται στις άνω καταστάσεις με τον κωδικό «05» που αφορά στο επίδομα αδείας), ενώ έλαβε και τις αντίστοιχες αποδοχές των μηνών αυτών. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη στέρησε την ενάγουσα από τη λήψη της ετήσιας άδειας. Άλλωστε, εάν συνέβαινε τούτο θα διεμαρτύρετο εγγράφως προς την εναγομένη, όπως έπραξε την 10/7/2013 και 17/7/2013 με τα με ίδια ημερομηνία έγγραφα της προς την εναγομένη, όπου στο πρώτο εξ αυτών γίνεται αναφορά για καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, ενώ στο δεύτερο πέραν των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών της γίνεται λόγος και για μη υπολογισμό σ’ αυτές και του επιδόματος ισολογισμού (βλ. προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ανωτέρω έγγραφα), ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται σ’ αυτά για οφειλόμενη σε αυτήν αποζημίωση, λόγω μη ληφθείσας άδειας κατά τα έτη 2008 έως 2012. Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, οι οποίοι δεν έχουν ιδία γνώση επί του συγκεκριμένου ζητήματος, αλλά καταθέτουν, ό,τι γνωρίζουν από αυτή. Κατά συνέπεια, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια ως προς την αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας αδείας ετών 2008 έως 2012, δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τον έκτο λόγο της έφεσής της.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. ( ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1405/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο οφειλέτης δεν είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η εν λόγω καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ’ αυτό αναφέρεται η δίκη. Μόνο αν ο δανειστής αντιλέγει ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε ο μεν δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, αναφέροντας και τα παραγωγικά τούτου γεγονότα, ο δε οφειλέτης ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επιδίκου (χρέους) (Μπαλής Ενοχ. Δικ. παρ. 120 αριθμ. 8 I. Καρακατσάνης σε Αστικό Κώδικα Γεωργιάδη. – Σταθόπουλου, άρθρο 422 αριθμ. 8, ΑΠ 1439/2005 ΕλλΔνη 47.157). Όπως όμως σε κάθε ένσταση, πρέπει να αναφέρονται από αυτόν που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση, για ύπαρξη άλλου χρέους, τα γεγονότα που κατά νόμο την θεμελιώνουν και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από το δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα να αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλούμενων περισσότερων χρεών και το ύψος αυτών, διότι διαφορετικά η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα (Εφ.Πειρ. 5/7/2000 Πειρ. Νομ. 2000.339, Εφ, Θεσσαλ. 1402/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2013 έως 30/9/2013 η εναγομένη κατέβαλε στο ΙΚΑ τις αναλογούσες στις αποδοχές της ενάγουσας ασφαλιστικές εισφορές (βλ. τον προσκομιζόμενο και επικαλούμενο Ατομικό Λογαριασμό Ασφάλισης της ενάγουσας του ΙΚΑ για τη χρονική περίοδο από 1/1/2008 έως 30/9/2013, καθώς και τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις που υπέβαλε αυτή στο ΙΚΑ). Οι καθαρές τακτικές αποδοχές της ενάγουσας για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από 1/1/2013 έως 30/9/2013) ανήρχοντο στο ποσό των 13.731,21 ευρώ (ήτοι καθαρές τακτικές μηνιαίες αποδοχές 1525,69 X 9 μήνες) πλέον Δώρου Πάσχα και επιδόματος αδείας 2013 ποσού 1525,69 ευρώ, ήτοι για το ανωτέρω χρονικό διάστημα έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 15.256,90 ευρώ. Κατά το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα η ενάγουσα έλαβε από την εναγομένη τα ακόλουθα καθαρά ποσά, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο αυτής (ενάγουσας), όπου περιέχονται χειρόγραφες σημειώσεις αυτής σχετικά με καταβολές εκ μέρους της εναγομένης έναντι των οφειλομένων αποδοχών της, οι οποίες (καταβολές) συμπίπτουν με αντίστοιχες καταβολές που περιέχονται στο μηχανογραφημένο λογαριασμό της εναγομένης, που επιγράφεται ως «Προσωρινό Αναλυτικό Καθολικό από 1/1/2013 έως 31/12/2013», ειδικότερα δε έλαβε: την 14/1/2013 το ποσό των 3000 ευρώ την 8/2/2013 το ποσό των 1000 ευρώ, την 1/3/2013 το ποσό των 600 ευρώ, την 15/3/2013 το ποσό των 735 ευρώ, την 4/4/2013 το ποσό των 200 ευρώ, την 12/4/2013 το ποσό των 100 ευρώ την 17/5/2013 το ποσό των 200 ευρώ, την 14/8/2013 το ποσό των 1900 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 7735 ευρώ. Επίσης, όπως προκύπτει από το μηχανογραφημένο λογαριασμό της εναγομένης με την ονομασία «Προσωρινό Αναλυτικό Καθολικό» η ενάγουσα έλαβε, πλέον του άνω ποσού των 7735 και τα ακόλουθα ποσά: την 22/3/2013 το ποσό των 500 ευρώ, την 26/4/2013 το ποσό των 1000 ευρώ, την 30/4/2013 το ποσό των 1000 ευρώ, την 6/6/2013 το ποσό των 2500 ευρώ, την 11/7/2013 το ποσό των 2000 ευρώ και την 2/8/2013 το ποσό των 1000 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 8000 ευρώ. Επομένως, η ενάγουσα έλαβε, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2013 έως και 30/9/2013, έναντι δεδουλευμένων τακτικών (καθαρών) αποδοχών της το συνολικό ποσόν των 15.735 ευρώ (ήτοι 7735 + 8000) και συνεπώς έχει εξοφληθεί για τις δεδουλευμένες αποδοχές της για το άνω χρονικό διάστημα, αποδεικνυομένης ως ορισμένης και βάσιμης της παραδεκτώς προβληθείσας από την εναγομένη ένσταση εξόφλησης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τόσο με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου, όσο και με τις έγγραφες προτάσεις της, ζητώντας τον καταλογισμό των ανωτέρω καταβολών στο επίδικο χρέος (οφειλή από δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου έως 3 Σεπτεμβρίου 2013), παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα. Η ενάγουσα με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αρνήθηκε την ένσταση εξοφλήσεως, ισχυριζόμενη ότι οι επικαλούμενες από την εναγομένη ως άνω καταβολές αφορούν προγενέστερα χρέη της εναγομένης προς αυτήν από την ίδια, ήτοι για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών προγενέστερων ετών αιτία. Η αντένσταση όμως αυτή της ενάγουσας κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού από τα πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι αυτή (ενάγουσα) πρόβαλε στο ακροατήριο την άνω ένσταση και ότι αυτή καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά. (ΑΠ 2259/2009, ΑΠ 89/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν δε ήθελε υποτεθεί, ότι η ενάγουσα – εκκαλούσα επαναφέρει τον άνω ισχυρισμό (αντένσταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τούτο πράττει χωρίς να επικαλείται ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή του (ΑΠ 2259/2009 ο.π). Σε κάθε περίπτωση, όμως και εάν η εν λόγω αντένσταση της ενάγουσας – εκκαλούσας είχε προβληθεί παραδεκτώς, αυτή είναι παντελώς αόριστη και απορριπτέα, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν εκθέτει τα παραγωγικά γεγονότα των χρεών αυτών, ποία δηλαδή είναι αυτά, σε ποιους μήνες και έτη αφορούν (απλώς αρκείται στην αναφορά ότι οι ως άνω καταβολές της εναγομένης προς αυτήν αφορούν χρέη από δεδουλευμένες αποδοχές της προγενέστερου χρονικού διαστήματος, ήτοι προ του Φεβρουαρίου του έτους 2013) και σε ποίο ύψος ανέρχονται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλη/και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο η ομολογία που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή στον εντεταλμένο δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 987/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα – εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι κακώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν θεώρησε ως πλήρη απόδειξη την ομολογία της εναγομένης – εφεσίβλητης ότι «αποδέχεται ότι η επιχείρηση οφείλει από δεδουλευμένες αποδοχές ετών 2011, 2012 και 2013 στην προσφεύγουσα το ποσό των 10.365 ευρώ και προτείνει να εξοφληθεί το ανωτέρω ποσό σε δέκα (10) ισόποσες μηνιαίες δόσεις …..», η οποία περιέχεται στο υπ’ αριθμ. …./2013 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, που συνέταξε ο Κοινωνικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας – Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Δ/νση Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικής Αττικής Τίμημα Κοινωνικής Επιθεώρησης ……….), και είναι δημόσιο έγγραφο. Ο ανωτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας – εκκαλούσας, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το παραπάνω έγγραφο (Δελτίο Εργατικής Διαφοράς) είναι μεν δημόσιο έγγραφο, γενικώς, πλην όμως σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς τις περιεχόμενες σ’ αυτό δηλώσεις τόσο της εκκαλούσας ως εργαζόμενης όσο και του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης εταιρείας ως εργοδότριας, ως προς τις οποίες το εν λόγω έγγραφο εκτιμάται ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο, η δε ομολογία της εφεσίβλητης, η οποία προκύπτει, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, από το έγγραφο αυτό, η δε εξώδικη και ως τέτοια δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη, αλλά εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι η ενάγουσα – εκκαλούσα, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής της, ζητούσε με τα ακόλουθα έγγραφα της προς την εναγομένη – εφεσίβλητη κάθε φορά διαφορετικά ποσά για οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς και ειδικότερα: 1) με το από 10/7/2013 έγγραφό της ζήτησε για οφειλούμενους μισθούς χρονικού διαστήματος από 31/12/2010 έως 30/6/2013 το ποσό των 18.295 ευρώ, και 2) με το από 17/7/2013 έγγραφό της ζήτησε για την ίδια ανωτέρω αιτία, και χρονικό διάστημα να της καταβληθεί το ποσό των 13.415 ευρώ. Αντίθετα στην επιθεώρηση εργασίας, δηλώνει ότι της οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές ετών 2011, 2012, 2013 συνολικού ποσού 14.515 ευρώ, ενώ με την ένδικη από 3/2/2014 αγωγή της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ζήτησε να της επιδικαστεί για μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος από Φεβρουάριο 2013 έως και 30/9/2013 το ποσό των 16.875 ευρώ. Κατά συνέπεια, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν το κονδύλιο ποσού 16.875 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Φεβρουαρίου έως και Σεπτεμβρίου 2013, να δεχθείσα την παραδεκτώς προβληθείσα από την εναγομένη ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένσταση εξοφλήσεως, δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της. Περαιτέρω, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε από εχθρότητα ή για λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό της, εξαιτίας της εκ μέρους της διεκδίκησης δεδουλευμένων αποδοχών της, αλλά έγινε κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, και επομένως δεν αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα προσέφυγε για πρώτη φορά στην Επιθεώρηση Εργασίας ………….. την 2/9/2013, υποβάλλοντας αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Στην αίτηση αυτή η ενάγουσα αναφέρει ότι η εναγομένη της οφείλει  δεδουλευμένες αποδοχές, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης της, από λόγους εκδίκησης, για τους οποίους κάνει λόγο για πρώτη φορά την 17/10/2013, οπότε ορίστηκε, μετά από δύο αναβολές τη συζήτηση της εν λόγω εργατικής διαφοράς. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι την 19/7/2013 συνεδρίασε το ΔΣ της εναγομένης με την παρουσία της ενάγουσας ως εξουσιοδοτημένης προς τούτο από τον ……………, αντιπρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης, με θέματα τη σύγκλιση ετήσιας γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης και τον ορισμό θεμάτων ημερήσιας διάταξης της γενικής συνέλευσης. Κατά την ανωτέρω συνεδρίαση αποφασίστηκε η σύγκληση της ετήσιας γενικής συνέλευσης την 30/8/2013 με θέματα ημερήσιας διάταξης, την έγκριση του ισολογισμό και των πεπραγμένων της προηγούμενης εταιρικής χρήσης, τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων των μελών του ΔΣ της εναγομένης, τον ορισμό ταμία της τελευταίας και την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι οικονομικές της υποχρεώσεις (βλ. το από 19/7/2013 πρακτικό του ΔΣ της εναγομένης σε συνδυασμό με την 17/7/2013 εξουσιοδότηση του …………). Την 30/8/2013 κατά τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, ο Πρόεδρος αυτής ……………… έθεσε υπόψη των μετόχων, ότι κατά τη μελέτη του δημοσιευμένου ισολογισμού εταιρικής χρήσης έτους 2012, τον οποίο είχε συντάξει η ενάγουσα, διαπίστωσε ότι η τελευταία είχε καταχωρήσει το ποσό των 72.034,82 ευρώ, το οποίο είχε δοθεί ως δάνειο στην εναγομένη από τον ήδη θανόντα …………., βασικό μέτοχο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής (εναγομένης) και πατέρα του ………….., στα έκτακτα και ανόργανα έσοδα της εναγομένης, ενώ από το ισοζύγιο Γενικών – Αναλυτικών εξόδων της τελευταίας χρήσης έτους 2012 προκύπτει ότι το ανωτέρω ποσό αναφέρεται ως πίστωση του ως άνω …………….. προς την εταιρεία . Η διαγραφή αυτής της οφειλής της εναγομένης προς τους κληρονόμους του …………….. έγινε χωρίς τη συναίνεση των τελευταίων, δίχως να συνταχθεί προσάρτημα που να την δικαιολογεί και χωρίς να συνοδεύεται από οποιοδήποτε έγγραφο που να δικαιολογεί τη διαγραφή αυτή, είχε δε ως αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η αναζήτηση του ποσού αυτού από τους ανωτέρω κληρονόμους, αφού με την καταχώριση αυτή διαγράφηκε το χρέος της εναγομένης προς τον ……………, και μετά το θάνατο του προς τους κληρονόμους αυτού, με αντίστοιχη ωφέλεια των υπολοίπων μετόχων. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με τη λογιστική εγγραφή δεν ζημειώθηκε ούτε στο ελάχιστο η εναγομένη εταιρεία, αντίθετα επιχειρήθηκε βελτίωση της εικόνας των οικονομικών της προς τα έξω, κυρίως δε προς τις τράπεζες, οι οποίες συνήθως αξιολογούν αρνητικά όσον αφορά την πιστοληπτική τους ικανότητα, τις εταιρίες που εμφανίζουν σημαντικές ζημίες, με αποτέλεσμα να περιορίζουν ή να διακόπτουν τη δανειοδότηση τους . Ο ανωτέρω ισχυρισμός της, όμως, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ανωτέρω λογιστική εγγραφή έγινε χωρίς τη συναίνεση των κληρονόμων του …………, σε κάθε δε περίπτωση, με αυτή (ανωτέρω λογιστική εγγραφή) θίγονται τα δικαιώματα των παραπάνω κληρονόμων, ενώ ευνοούνται τα συμφέροντα των λοιπών μετόχων της εναγομένης. Η ανωτέρω ενέργεια της ενάγουσας κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης που μέχρι τότε συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη εταιρεία . Γι’ αυτό και κατά τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης την 30/8/2013, κατόπιν πρότασης του προέδρου του ΔΣ αυτής, αποφασίσθηκε ο επανέλεγχος του ισολογισμού εταιρικής χρήσης έτους 2012 καθώς και των προηγούμενων εταιρικών χρήσεων από τον εξωτερικό λογιστή ………….. Το γεγονός αυτό ώθησε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ……….., να αλλάξει μετά την 30/8/2013 τις κλειδαριές εισόδου του κτιρίου αυτής, προκειμένου να διασφαλίσει τα εταιρικά της έγγραφα και να έχει τον πλήρη έλεγχο της επιχείρησης της εναγομένης εταιρείας. Την 2/9/2013 η ενάγουσα μετέβη στην επιχείρηση της εναγομένης για να εργασθεί, παρά το γεγονός ότι αυτή βρισκόταν σε νόμιμη άδεια, πλην όμως κατέστη αδύνατη η είσοδος της στην εταιρεία, για το λόγο ότι είχαν αλλαχθεί οι κλειδαριές εισόδου. Το ανωτέρω γεγονός ανέφερε αυθημερόν η ενάγουσα στην Άμεση Δράση Αττικής, ενώ την ίδια ανωτέρω ημερομηνία υπέβαλε αίτηση ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ………. Αττικής για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς. Τελικά η εναγομένη προέβη στην από 30/9/2013 έγγραφη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, χωρίς όμως, να αναφέρει ως αιτία αυτής, την άνω αποδιδόμενη στην ενάγουσα ευθύνη για την προαναφερόμενη διαγραφή της οφειλής της εναγομένης προς τους κληρονόμους του …………….. Με βάση τα ως άνω περιστατικά η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν έγινε για λόγους εκδίκησης, αλλά κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης. Ειδικότερα δε, η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, διότι διαπίστωσε, όπως προαναφέρθηκε, ότι εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της, γεγονός που ήταν ικανό να κλονίσει τη σχέση εμπιστοσύνης που συνέδεε τους διαδίκους, λόγω και της προαναφερθείσας συγγενικής σχέσης της ενάγουσας με τους μετόχους της εναγομένης και τα μέλη του ΔΣ αυτής. Η προάσπιση δε των επαγγελματικών συμφερόντων της εναγομένης δεν μπορούσε να γίνει με τη λήψη και άλλων ηπιότερων μέτρων, όπως η απασχόληση της ενάγουσας σε άλλη θέση, καθόσον αυτή επέδειξε την άνω αντισυμβατική συμπεριφορά, χωρίς να ασκεί ουδεμία επιρροή το γεγονός ότι υπολείποντο δύο έτη ασφάλισης στην ενάγουσα, προκειμένου αυτή να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας έλαβε χώρα υπό συνθήκες που επέφεραν μείωση της τιμής, υπόληψης και επαγγελματικής αξίας αυτής και, κατά συνέπεια, προσβολή της προσωπικότητάς της. Συνεπώς, το κονδύλιο της αγωγής περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία δεν έγινε για λόγους εκδίκησης, αλλά κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι λόγοι της έφεσης της ενάγουσας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 26/3/2013), σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εργαζομένου, το Δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του, σε θέση στην οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ως μη νόμιμο, ή να αξιώσει περισσότερα για τη θεμελίωση του (ΑΠ 2011/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η από 30/9/2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, λόγω παράλειψης καταβολής από την εναγομένη της τρίτης δόσης της οφειλόμενης προς αυτήν (ενάγουσα) αποζημίωσης απόλυσης και η εναγομένη που κατήγγειλε ακύρως αυτή (σύμβαση εργασίας) περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας της (ενάγουσας) και υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών υπερημερίας αυτής μετά των συναφών αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από 1/10/2013 έως και 30/9/2014 συνολικού ύψους 31.713,73 ευρώ. Το αίτημα όμως της αγωγής περί υποχρέωσης της εναγομένης να επαναπροσλάβει την ενάγουσα και να την απασχολεί με τους ίδιους όρους εργασίας, το οποίο είναι νόμιμο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, καθόσον η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη εξ αυτού του λόγου, δηλαδή, πως προαναφέρθηκε, δεν έγινε για λόγους εκδίκησης, αλλά κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και συγκεκριμένα, διότι η τελευταία (εναγομένη) διαπίστωσε ότι η ενάγουσα εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της, γεγονός που ήταν ικανό να κλονίσει την μέχρι τότε δημιουργηθείσα μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης, και ως εκ τούτου η συνέχιση της εν λόγω εργασιακής σχέσης, υπό τις ανωτέρω συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί, δεν καθίσταται πλέον ανεκτή. Κατά ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η από 16/12/2014 (αριθμ. έκθ. κατάθ.   …../2014) έφεση της ενάγουσας που στρέφεται κατά τη υπ’ αριθμ 3180/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που  εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δικασθεί εκ νέου η από 3/2/2014 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ……../……./2014) αγωγή κατά την ίδια ανωτέρω διαδικασία, πρέπει αυτή (αγωγή) να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν κατά την κυρία βάση της, να αναγνωρισθεί ότι η από 30/9/2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 31.713,73 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα για τους μισθούς υπερημερίας, για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2013, 2014 και επίδομα αδείας 2014 από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου αντιστοίχως έτους και για επίδομα εορτών Πάσχα 2014 από την 1η Μαΐου του αντίστοιχου έτους. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης – εφεσίβλητης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων και κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος (άρθρο 106, 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 16/2/2014 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ……./2014) έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 3180/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 3/2/2014 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ……../…/2014) αγωγής, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των τριάντα ένα χιλιάδων επτακοσίων δέκα τριών ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (31.713,73), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2016 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies