Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Σύμβαση εργασίας αλλοδαπού. Απαιτείται να είναι εφοδιασμένος με άδεια εργασίας ειδάλλως η σύμβασή του εργασίας είναι άκυρη και λογίζεται ως απλή σχέση εργασίας, στην οποία δικαιούται αμοιβή για την ακύρως παρασχεθείσα εργασία του. Επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, προσαύξηση 25% νυκτερινής εργασίας και 75% εργασίας κατά Κυριακές και προσαύξηση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ημερομισθίου για παρασχεθείσα παράνομη υπερωριακή απασχόληση, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους – βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας – με απλή σχέση εργασίας. Η μη καταβολή από τον εργοδότη στον εργαζόμενο δεδουλευμένων αποδοχών του τελευταίου, δεν αποτελεί αδικοπραξία ώστε εκ του λόγου αυτού να οφείλεται στον εργαζόμενο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 8.129,73 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Αποφάσεως

2418/2010

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από το Γραμματέα Δημήτριο Βαρθολομαίο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: ………., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου.

Του εναγομένου: ………., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Καρούζου.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 31-12-2008 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./………./2009, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 11-12-2009, μετά δε από νόμιμη αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 23 § 1 του ν. 1975/1991 που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 του ίδιου νόμου), και ορίζει ότι “η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος ή η ανάληψη οποιασδήποτε εργασίας από αλλοδαπό σε ελληνικό έδαφος απαγορεύεται ρητώς, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος έχει εφοδιαστεί με σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας ή άλλη εξουσιοδοτημένη από αυτόν Αρχή”, η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού που δεν είναι υπήκοος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι απολύτως άκυρη, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω απαγορευτική διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ. Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής σύμβασης παρέχει την εργασία στον εργοδότη δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές αλλά έχει αξίωση από τις διατάξεις των άρθρων 904 και επ. ΑΚ για απόδοση της ωφελείας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης. Η ωφέλεια αυτή ισούται με τις αποδοχές που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας και με τις αυτές συνθήκες και δεν υπολογίζονται τα οικογενειακά επιδόματα, το επίδομα προϋπηρεσίας και οι πρόσθετες παροχές που θα ελάμβανε ο αλλοδαπός λόγω της συνδρομής στο πρόσωπό του ορισμένων προϋποθέσεων σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης εργασίας, αφού τα επιδόματα και τις παροχές αυτές ο εργοδότης δεν θα κατέβαλε οπωσδήποτε σε άλλο μισθωτό για την παροχή της ίδιας εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 § 2 της 19040/1981 Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας, της 18130/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών και την Φ. 27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών σε συνδυασμό με το άρθρο 10 § 1 του β.δ. 748/1966 και το άρθρ. 2 του ν. 435/1976, του άρθρου 1 § 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 § 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ) και 1 § 2 ν. 435/1976, συνάγεται ότι επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, προσαύξηση 25% νυκτερινής εργασίας και 75% εργασίας κατά Κυριακές και προσαύξηση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ημερομισθίου για παρασχεθείσα παράνομη υπερωριακή απασχόληση, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους – βάσει άκυρης συμβάσεως εργασίας – με απλή σχέση εργασίας. Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα σημείο τους δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι, αντιθέτως, στις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 § 2 της ΥΑ 19040/1981 και του άρθρου 3 § 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση. Συνεπώς και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για το επίδομα αδείας, τα επιδόματα εορτών τις προσαυξήσεις 25% για παροχή νυκτερινής εργασίας, 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και την προσαύξηση του 100% λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (ΑΠ 206/2009, ΤρΝομΠλ ΔΣΑ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι την 1-9-2006 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, ο οποίος είναι υπεργολάβος ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ηλεκτρολόγος, εργαζόμενος στο συνεργείο που διατηρεί ο τελευταίος, με το οποίο αναλαμβάνει εργολαβικά ηλεκτρολογικές μελέτες και εγκαταστάσεις σε οικοδομές καθώς και επισκευές ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων. Ότι συμφώνησε να παρέχει την εργασία του επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι ημερομισθίου το οποίο ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 31-12-2006 σε 30,00 ευρώ και από 1-1-2007 έως 20-1-2008 σε 35,00 ευρώ. Ότι καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης απασχολούνταν επί δύο Σάββατα μηνιαίως και επί μία Κυριακή μηνιαίως, χωρίς να λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή για την εργασία του αυτή και ότι ο ενάγων δεν του έχει καταβάλλει τα δώρα εορτών καθώς και την αποζημίωση και το επίδομα αδείας για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, γεγονός που τον ανάγκασε, την 20-1-2008, να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του. Κατόπιν των ανωτέρω ζητεί, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλλει, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, α) το ποσό των 1.725,00 ευρώ για υπερεργασιακή απασχόληση κατά τα Σάββατα, άλλως το ποσό των 1.380,00 ευρώ για απασχόληση κατά τα Σάββατα κατά τις διατάξεις των άρθρων 904επ ΑΚ, β) το ποσό των 1.006,25 ευρώ για απασχόληση κατά τις Κυριακές, γ) το ποσό των 1.897,85 ευρώ για επιδόματα εορτών, δ) το ποσό των 4.150,00 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσης άδειας και επίδομα αδείας και ε) το ποσό των 3.500,.00 ευρώ ως χρηματικής ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί, να απειληθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους και χρηματική ποινή 5.900,00 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική του δαπάνη.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 16 αριθ.2, 664 ΚΠολΔ) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένης της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648επ, 341, 345, 346, 904 ΑΚ, άρθρ. 2παρ.1 Ν. 435/1976 για την προσαύξηση εργασίας κατά τις Κυριακές, ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του ν. 1082/1980 για τα δώρα εορτών, αρθρ. 3 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 6 του ν. 4505/66, όπως ισχύουν μετά το ν. 1346/1983 για την κανονική άδεια και το επίδομα αδείας και άρθρ. 176, 907, 908 ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα περί απαγγελίας χρηματικής ποινής σε βάρος του εναγομένου ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, διότι η αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 943 ΚΠολΔ, η οποία δεν προβλέπει και την απαγγελία χρηματικής ποινής. Νόμιμη είναι επίσης η επικουρική βάση της αγωγής στηριζόμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (άρθρ. 904επ ΑΚ), η οποία ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση εργασίας, δεδομένου ότι για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως αρκεί να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟλΑΠ 22-23/2003 ΤρΝομΠληρΔΣΑ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ουσίαν, δεδομένου ότι ο ενάγων προσκομίζει το, κατά το μέρος του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του που υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου, οριζόμενο έως του ποσού της εκάστοτε καθ’ύλην αρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου (άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ), απαιτούμενο δικαστικό ένσημο (βλ. υπ’αριθ. ………. αγωγόσημο με τα επικολληθέντα κινητά ένσημα υπέρ του ΤΠΔΑ).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και από την υπ’αριθ. ………../2-2-2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Χρυσάνθης Σπυροπούλου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και η οποία λήφθηκε ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου (βλ. υπ’αριθ. ……../28-1-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 1-9-2006, από τον εναγόμενο, ο οποίος είναι υπεργολάβος ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ηλεκτρολόγος, εργαζόμενος στο συνεργείο που διατηρεί ο τελευταίος, με το οποίο αναλαμβάνει εργολαβικά ηλεκτρολογικές μελέτες και εγκαταστάσεις σε οικοδομές καθώς και επισκευές ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, παρέχοντας την εργασία του επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι ημερομισθίου το οποίο ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 31-12-2006 σε 30,00 ευρώ και από 1-1-2007 έως 20-1-2008 σε 35,00 ευρώ, συνεχώς έως την 20-1-2008 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του. Ο ενάγων ο οποίος προέρχεται από τρίτη, εκτός Ε.Ε. χώρα, κατά την παραμονή του στην Ελλάδα είχε εφοδιασθεί με την υπ’αριθ. …….. βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής του Δήμου Αθηναίων. Η ανωτέρω βεβαίωση, όπως ρητά αναγράφεται σε αυτήν, αφορά τις σπουδές του ενάγοντος και όχι την απασχόλησή του σε συγκεκριμένο εργοδότη και για ορισμένο είδος απασχόλησης με αντίστοιχη χορήγηση θεώρησης εισόδου στη χώρα, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του Ν.3386/2005. Συνεπώς η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και ισχύει ως απλή σχέση εργασίας. Ωστόσο ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας δικαιούται αμοιβή για την ακύρως παρασχεθείσα εργασία του καθώς επίσης και για τυχόν υπερωριακή και νυχτερινή εργασία, όπως και για την εργασία που παρείχε την Κυριακή ή σε αργία, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904επ ΑΚ), ο δε εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στο μισθωτό, την αμοιβή που θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενό του με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα γάμου, παιδιών και προϋπηρεσίας. Επίσης ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, τα δώρα εορτών Χριστουγέννων – Πάσχα καθώς και την προσαύξηση 100% για παράνομη υπερωριακή εργασία (Κων. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, έκδ. 2009). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, καθόλο το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία του, απασχολούνταν, πλέον του συμφωνημένου εβδομαδιαίου χρόνου, επί δύο Σάββατα μηνιαίως και επί μία Κυριακή μηνιαίως χωρίς να λαμβάνει την προβλεπόμενη αμοιβή και την προσαύξηση για την ημέρα της Κυριακής. Ειδικότερα α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 31-12-2006, ο ενάγων εργάστηκε επί οκτώ (8) Σάββατα επί οκτώ (8) ώρες κάθε φορά και επομένως δικαιούται να λάβει το ποσό των 240,00 ευρώ (30,00 ευρώ ημερομίθιο χ 8 Σάββατα), β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 20-1-2008, ο ενάγων εργάστηκε επί είκοσι έξι (26) Σάββατα επί οκτώ (8) ώρες κάθε φορά και επομένως δικαιούται να λάβει το ποσό των 910,00 ευρώ (35,00 ευρώ ημερομίσθιο χ 26 Σάββατα) και συνολικά από την ανωτέρω αιτία το ποσό των 1.150,00 ευρώ (240,00 + 910,00). Επίσης κατά το ένδικο χρονικό διάστημα εργάσθηκε τις ακόλουθες Κυριακές για τις οποίες του οφείλεται η αντίστοιχη αμοιβή, με τη νόμιμη προσαύξηση 75% α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 31-12-2006, εργάστηκε επί τέσσερις (4) Κυριακές επί οκτώ (8) ώρες κάθε φορά, ήτοι 30,00 ευρώ το ημερομίσθιο χ 6 : 40 = 4,50 ευρώ ωρομίσθιο προσαυξημένο με 75% = 7,87 ευρώ χ 8 ώρες = 63,00 ευρώ χ 4 Κυριακές = 252,00 ευρώ, β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 20-1-2008, εργάστηκε επί δέκα τρεις (13) Κυριακές επί οκτώ (8) ώρες κάθε φορά, ήτοι 35,00 ευρώ το ημερομίσθιο χ 6: 40 = 5,25 ευρώ ωρομίσθιο προσαυξημένο με 75% = 9,18 ευρώ χ 8 ώρες = 73,50 ευρώ χ 13 Κυριακές = 955,55 ευρώ. Επομένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει συνολικά από την ανωτέρω αιτία το ποσό των 1.207,55 (252,00 + 955,55) ευρώ, θα επιδικασθεί όμως το αιτούμενο από αυτόν ποσό των 1.006,25 ευρώ. Επίσης ο ενάγων δικαιούται να λάβει 1) α) για επίδομα Πάσχα 2007 ποσό ίσο με 15 ημερομίσθια ήτοι 525,00 ευρώ (35,00 ευρώ χ 15), β) για επίδομα Πάσχα 2008 ποσό ανάλογο του ημερομισθίου για κάθε 8 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης, ήτοι 35,00 ευρώ χ 2,5 8μερα = 87,50 ευρώ, θα επιδικασθεί όμως το αιτούμενο από αυτόν ποσό των 38,28 ευρώ, 2) α) για επίδομα Χριστουγέννων 2006 δύο (2) ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης, ήτοι 122 ημέρες : 19 = 6,42 19μερα χ 2 ημερομίσθια χ 30,00 ευρώ = 385,20 ευρώ, β) για επίδομα Χριστουγέννων 2007 ποσό ίσο με 25 ημερομίσθια ήτοι 875,00 ευρώ (35,00 ευρώ χ 25). Επομένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει συνολικά για δώρα εορτών το ποσό των 1.823,48 ευρώ (525,00 + 38,28 + 385,20 + 875,00). Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα που παρείχε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο δεν έλαβε την άδεια που δικαιούνταν παρά το γεγονός ότι είχε ζητήσει τη χορήγηση αυτής και επομένως ο εναγόμενος πρέπει να του καταβάλλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών της άδειάς του προσαυξημένες κατά 100% καθώς και το επίδομα αδείας που αναλογεί στην άδειά του. Ειδικότερα α) για το έτος 2006, ο ενάγων δικαιούται για αποζημίωση μη χορηγηθείσης άδειας το ποσό των 240,00 ευρώ (8 ημερομίσθια χ 30,00 ευρώ), για προσαύξηση 100% λόγω μη χορήγησης άδειας το ποσό των 240,00 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 240,00 ευρώ (8 ημερομίσθια χ 30,00 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 720,00 ευρώ, β) για το έτος 2007, ο ενάγων δικαιούται για αποζημίωση μη χορηγηθείσης άδειας το ποσό των 840,00 ευρώ (24 ημερομίσθια χ 35,00 ευρώ), για προσαύξηση 100% λόγω μη χορήγησης άδειας το ποσό των 840,00 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 455,00 ευρώ (13 ημερομίσθια χ 35,00 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 2.135,00 ευρώ, γ) για το έτος 2008, ο ενάγων δικαιούται για αποζημίωση μη χορηγηθείσης άδειας το ποσό των 840,00 ευρώ (24 ημερομίσθια χ 35,00 ευρώ) και για επίδομα αδείας το ποσό των 455,00 ευρώ (13 ημερομίσθια χ 35,00 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 1.295,00 ευρώ. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται να λάβει συνολικά για αποδοχές αδείας, προσαύξηση αυτών και επίδομα αδείας το ποσό των 4.150,00 ευρώ. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την συμπεριφορά του εναγομένου, δεδομένου ότι η μη καταβολή από τον εργοδότη στον εργαζόμενο δεδουλευμένων αποδοχών του τελευταίου, δεν αποτελεί αδικοπραξία (ΑΠ 1436/2002 ΕΔ 2004, 757), ώστε εκ του λόγου αυτού να οφείλεται στον εργαζόμενο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επομένως το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.129,73 ευρώ (1.150,00 + 1.006,25 + 1.823,48 + 4.150,00), με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που κάθε ένα εκ των ανωτέρω κονδυλίων κατέστη απαιτητό και ειδικότερα για τα κονδύλια αποδοχών αδείας και επιδομάτων αδείας από την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους, για τα δώρα Χριστουγέννων από την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους, για το δώρο Πάσχα από την 30η Απριλίου του έτους αυτού και για το κονδύλι για τις δεδουλευμένες αποδοχές από την τελευταία ημέρα του αντίστοιχου μήνα (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕλλΔνη 44.118). Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, καθώς κρίνεται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, δεδομένου και του ότι αφορά αξίωση που απορρέει από εργατική διαφορά (άρθρ. 908 παρ.1περ.ε ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου, μειωμένα όμως, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των οκτώ χιλιάδων εκατόν είκοσι εννέα και εβδομήντα τριών λεπτών (8.129,73) ευρώ με το νόμιμο τόκο, για κάθε επιμέρους κονδύλι, από αυτά που απαρτίζουν το παραπάνω ποσό, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, μέχρις εξοφλήσεως.

Κηρύσσει την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Επιβάλλει μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις  15-11-2010.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies