Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αναγνώριση ακυρότητας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης. Περιορισμός του αιτήματος της αγωγής. Μερική παραίτηση κατ’ άρθρο 223 και 297 ΚΠολΔ. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 49.564,70 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
[Τμήμα εργατικών διαφορών]
Αριθμός Απόφασης: 1848/2013
Αριθμ. καταθ. αγωγής: ……………….
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
[διαδικασία εργατικών διαφορών]
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ το Δικαστή Λεωνίδα Δ. Μπόμπολη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Σοφία Κόντη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ στην Αθήνα και στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2013, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………………., κατοίκου Αθηνών, οδός ………………., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Δημήτριου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Της ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και με το διακριτικό τίτλο «……………….», με έδρα την Αθήνα, οδός ………………., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου.
Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΖΗΤΑ να γίνει δεκτή η από 18-1-2011 αγωγή της, η οποία και κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2011 και η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 15-3-2013 και μετ αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο [της 5-6-2013], όπου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο υπό τον αριθμό ΧΚΑ-17.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθ. ……/28-1-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Β. Λεράκη, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα [μετά πράξεως με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου με έκθεση που συνέταξε η Γραμματέας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (διαδικασία εργατικά), πράξεως ορισμού συζήτησης φέρουσα ημερομηνία, της ιδίας Γραμματέα του παραπάνω Δικαστηρίου με την οποία έχει ορίσει δικάσιμο για την συζήτηση αυτής και έγγραφης παραγγελίας προς επίδοση με ημερομηνία από τον αναγραφόμενο σε αυτήν πληρεξούσιο δικηγόρο προκειμένου προκειμένου να λάβει γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, με αντίστοιχη κλήση όπως παρασταθεί νόμιμα κατά την συζήτηση της αγωγής όταν και όπου παραπάνω ορίζεται], αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 18-1-2011 υπ’ αριθ. εκθ. καταθέσεως …../2011 υπό κρίσιν αγωγής, μετά πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 13-3-2013) νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στην εναγόμενη, όπως νόμιμα εκπροσωπείται (άρθρα 122 επ., 228, 229 ΚΠολΔ). Επομένως, η τελευταία, που δεν παρέστη κατά την εκφώνηση της υποθέσεως και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, πρέπει να δικασθεί ερήμην (άρθρο 271 §1, όπως αυτό έχει αντικατασταθεί από τη διάταξη του άρθρου 13 ν.2915/2001). Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν αυτή παρούσα (άρθρο 672 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν απαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι η διεκδίκηση από τον εργαζόμενο των νομίμων δικαιωμάτων του από την εργασιακή σχέση, δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν δικαιολογείται από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει, όταν γίνεται λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού που δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του και στις ανάγκες της επιχείρησης και ειδικότερα όταν ο μισθωτός αρνείται ν’ αποδεχθεί την μεταβολή των όρων εργασίας του, υπολαμβάνοντας αυτήν ως βλαπτική, η οποία, όμως, αφενός δεν είναι βλαπτική γι’ αυτόν και αφετέρου επιβάλλεται από το πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης, με αποτέλεσμα την δημιουργία από την άρνηση αυτή σοβαρών προβλημάτων, εξαιτίας των οποίων ο εργοδότης εξαναγκάζεται να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας, για να επιτευχθεί η ομαλή λειτουργία της επιχείρησής του. [βλ. ΑΠ 126/2011, δημοσίευση Τρ.Νομ.Πλ. «ΝΟΜΟΣ»].Επομένως, η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου καθώς και όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους – που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος – εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή καταγγελία η οποία δε δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως, λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίσιν αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, η οποία εμπορικά δραστηριοποιείται στην εμπορία ειδών ένδυσης και υπόδησης, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείτο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 4-7-1997, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος και δη πωλητής υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ότι, στην πραγματικότητα, προσλήφθηκε, προκειμένου να εργαστεί, υπό την ίδια ως άνω ειδικότητα, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και ότι πράγματι εργάστηκε, καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του και μέχρις της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας στις 17-11-2010, λόγω διαμαρτυρίας της από την επανειλημμένη καθυστέρηση ως προς την καταβολή των ήδη ληξιπροθέσμων δεδουλευμένων του αποδοχών από την πλευρά της εναγομένης από τον Ιανουάριο του 2010 και εφεξής. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα ζητά, με έκδοση προσωρινά εκτελεστής απόφασης, κυρίως από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της (ΑΚ 648 επ.), άλλως και επικουρικώς, σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (904 επ.), να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει: [α] με αιτία την ακυρότητα της γενομένης από 17-11-2010 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της λόγω μη καταβολής της εκ του νόμου οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης, ως μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσόν των 46.685,88 € μετά των λοιπών συνήθων αποδοχών της κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και συνολικά του ποσού των 54.753,14 €, άλλως και δη επικουρικώς το ποσόν των 13.616,72 € ως αποζημίωση απόλυσης και [β] ως δεδουλευμένες αποδοχές για το συνολικό χρονικό διάστημα Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2010, ήτοι του ποσού των 3.114,43 €, [γ] το ποσόν των 5000 € ως αποζημίωση για την επικαλουμένη από την ίδια αδικοπρακτική συμπεριφορά των προς τούτο προστηθέντων οργάνων της εναγομένης, καθόσον η ίδια επικαλείται λόγους εκδικήσεως οι οποίοι αιτιωδώς οδήγησαν στην ως άνω επίδικη καταγγελία της σύμβασής της, όπως και, [δ] να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω γενόμενης καταγγελίας, να υποχρεωθεί δε η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως παρεχόμενες υπηρεσίες της κατά τους όρους της εργασιακής της σύμβασης με απειλή χρηματικής ποινής της τάξης των 500 € για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της απόφασης. Τέλος, ζητά να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης και τα δικαστικά έξοδά της.
Εξάλλου, ο ενάγων μπορεί κατ’ εξαίρεση με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ο οποίος (περιορισμός) θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 του εν λόγω Κώδικα, αλλά κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 ΚΠολΔ, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ιδίως όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία, όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων. Είναι αληθές ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 297 ΚΠολΔ, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, πλην όμως στην περίπτωση του περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, ο οποίος θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 223 ΚΠολΔ, με βάση την οποία ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις ωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό και επομένως και με την προσθήκη στις προτάσεις αυτές, που γίνεται μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά μέσα στη νόμιμη προθεσμία, εφόσον μέχρι τότε δεν έχει περατωθεί η δίκη στον εν λόγω βαθμό. [βλ. ΑΠ 315/2010 ΕΠολΔ 2010,734]. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων παραδεκτώς και δη με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου η οποία και καταχωρήθηκε (και ως εκ τούτου εμπεριέχεται) στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και με σχετική μνεία στις εγγράφως κατατεθείσες προτάσεις, περιόρισε το αρχικό αγωγικό αίτημά του/της (άρθρα 223 εδ. β’, 295 αρ. 1, 591 αρ. 1 ΚΠολΔ) ως εξής: περιόρισε την καταψηφιστική διάσταση της υπό κρίσιν αγωγής του ως προς το ποσόν των 31.123,92 € που αντιστοιχεί στους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας (λόγω άκυρης απόλυσης) για το συνολικό διάστημα από 18-11-2010 έως και τις 17-11-2012 (ήτοι 24 μήνες* 1296,83 € έκαστος), ενώ άπαντα τα λοιπά αγωγικά κονδύλια περιόρισε από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά. Τέλος, επανέφερε το αγωγικό αίτημα όπως επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης και τα δικαστικά έξοδά του. Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα [και μετά τον ανωτέρω μερικό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος], εξακολουθούν να οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής καθόσον, με τον περιορισμό αυτό, καταλύθηκαν μεν αναδρομικά τα αποτελέσματα της επίδοσης της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, έτσι ώστε να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, διατηρήθηκαν όμως τα αποτελέσματα της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, δημιουργικής υπερημερίας του οφειλέτη, κατά το άρθρο 345 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/1994 ΕλλΔνη 35, 1260, ΑΠ 488/2002 ΝοΒ 2002, 872, ΑΠ 1122/2000 ΕλλΔνη 41,1665].
Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή αρμοδίως φέρεται, καθ’ ύλην και κατά τόπον, ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2, 664 ΚΠολΔ), το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 αρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς αμφότερες, κυρία και επικουρική της βάση, στηριζόμενη στις διατάξεις, των άρθρων 325 επ. και 361 ΑΚ 648 επ., 656, 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 176, 191 αρ. 2, 907, 908 και 946 ΚΠολΔ. Όμως, μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο είναι το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής περί επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος της εναγομένης για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς η επιβολή τέτοιας ποινής ως μέσο έμμεσης εκτέλεσης, προβλέπεται από το άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει υλική πράξη, η επιχείρηση της οποίας εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, μη δυνάμενης εκ της φύσεώς της, να εκτελεσθεί από τρίτον (βλ. Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 946 παρ. 1, σελ. 1819), κάτι όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον από την πλευρά της ενάγουσας διώκεται η ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης και η αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίησή της χωρεί μόνο με τους προβλεπόμενους από το άρθρο 951 ΚΠολΔ, τρόπους έμμεσης εκτέλεσης, ήτοι κατάσχεση περιουσίας, αναγκαστική διαχείριση ή προσωπική κράτηση.
Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 669 § 2 ΑΚ, 1, 5 § 1 του ν. 2112/1920, όπως αντικαταστάθηκε από το ν. 4558/1930 και 3, 7 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως τυπική δικαιοπραξία (βλ. Α.Π. 876/2004 Ελ.Δνη 47(2006).1397, Ε.Εργ.Δ. 2004.1499) είναι άκυρη, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου (ΑΚ 174), ήτοι αν δεν γίνει εγγράφως και ο εργοδότης δεν καταβάλει συγχρόνως στον εργαζόμενο την οφειλόμενη αποζημίωση (ΑΠ 1900/2005 ΕλλΔνη 47(2006). 1035, ΧρΙΔ 2006,662, ΑΠ 457/2005 Ελ.Δνη 48(2007).171, βλ. και ΑΠ 850/1999 Ελ.Δνη 41(2000). 399). Όταν η απόλυση είναι άκυρη, την ακυρότητά της δικαιούται να την επικαλεστεί μόνο ο απολυθείς μισθωτός, δηλαδή πρόκειται για σχετική ακυρότητα (ΟλΑΠ 566/1969 ΕΕργΔ 1969.150, ΑΠ 83/1997 ΕΕργΔ 57(1998).12, ΑΠ 1176/1995 Ελ.Δνη 38(1997).818, ΑΠ 590/1994 Ελ.Δνη 36(1995).152, ΑΠ 701/1991 Ελ.Δνη 33(1992).121, ΑΠ 1818/1990 ΔΕΝ 1992.989). Κατά το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955 «πάσα αξίωση του μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσης εργασίας». Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης, το απαράδεκτο αυτό, σε περίπτωση που δεν ασκηθεί η αγωγή εντός τριμήνου από τη λύση της σχέσης εργασίας, αφορά τόσο την καταψηφιστική ή για άλλη νόμιμη αξίωση αγωγή, όσο και την αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης, η οποία αποτελεί τη βάση της καταψηφιστικής ή για άλλη αξίωση αγωγής. Η παραπάνω δε προθεσμία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κατ’άρθρ.280 ΑΚ. Αν επομένως, ο εργαζόμενος θεωρήσει ότι η απόλυσή του με καταγγελία είναι άκυρη, τότε μπορεί να ασκήσει αγωγή εντός 3 μηνών από την απόλυση και να ζητήσει αποδοχές υπερημερίας. Αν όμως ζητά αποζημίωση απόλυσης, τότε η αποσβεστική προθεσμία είναι 6 μηνών. Αυτές οι προθεσμίες είναι αποκλειστικές, οπότε με την παρέλευσή τους αποσβένυται το δικαίωμα και η ασκηθείσα αγωγή μετά την παρέλευση είναι απαράδεκτη. Η διάταξη της § 2 του άρθρου 6 του ν. 3198/1955, ως θεσμική, έχει εφαρμογή σε όλους τους μισθωτούς, οι οποίοι εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, είτε στο Δημόσιο, σε ν.π.δ.δ. και γενικά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, είτε αμιγώς ιδιωτικό τομέα, πολύ δε περισσότερο αν κανονισμοί προσωπικού με ισχύ νόμου ή άλλες διατάξεις παραπέμπουν ως προς την καταβλητέα λόγω απολύσεως αποζημίωση στον ν. 3198/1955, στο ν. 2112/1920 ή στο β.δ. της 16/18.7.1920, είτε στο σύνολό τους, είτε μόνο ως ρος τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης [βλ. Εφ.ΑΘ. 960/2008 Ελ.Δνη 50,224]. Ας σημειωθεί, επίσης, στην προκειμένη περίπτωση, ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρο 280 ΑΚ) του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, αναφορικά με τις αξιώσεις που πηγάζουν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας (ήτοι, με επικαλούμενο από την πλευρά της ενάγουσας χρόνο καταγγελίας την 17-11-2010, η αγωγή επιδόθηκε νομίμως στην εναγόμενη εταιρεία στις 28-1-2011 [βλ. υπ’ αριθ. ……./28-1-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Β. Λεράκη, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα [μετά πράξεως με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου με έκθεση που συνέταξε η Γραμματέας τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (διαδικασία εργατικά), πράξεως ορισμού συζήτησης φέρουσα ημερομηνία, της ιδίας Γραμματέα του παραπάνω Δικαστηρίου με την οποία έχει ορίσει δικάσιμο για την συζήτηση αυτής και έγγραφης παραγγελίας προς επίδοση με ημερομηνία από τον αναγραφόμενο σε αυτήν πληρεξούσιο δικηγόρο προκειμένου προκειμένου να λάβει γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, με αντίστοιχη κλήση όπως παρασταθεί νόμιμα κατά την συζήτηση της αγωγής όταν και όπου παραπάνω ορίζεται], η οποία (αποσβεστική προθεσμία) ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο [βλ. ΑΠ 98/2004 ΝοΒ 2004, 1273, ΑΠ 21/2004 ΕΕργΔ 2004, 610, ΑΠ 1341/2002 ΕλλΔνη 2003, 453, ΕφΑθ 6886/2004 ΝοΒ 2005,104].
Σύμφωνα, εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 17 ν. 2479/1997: Το άρθρο 71 του Εις.Ν.Κωδ.Πολ.Δικ. αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά το νόμο ΓΠΟΗ’/1912 (ΦΕΚ 3 Α’), όπως ήδη ισχύει, δικαστικό ένσημο, για το μέχρι του ποσού της εκάστοτε και καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτημα της αγωγής», ενώ με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 ΚΠολΔ, «Στην Αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται: 1. α) όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ…………. 2. Στην Αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους είναι πάνω από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, δεν υπερβαίνει όμως τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ.» [όπως το άρθρο 14 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 Ν.3994/2011-ΦΕΚ Α 165/25.7.2011]. Ήδη η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν.ΓΠΟΗ/1912 (Α’ 3) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ περίπτωση 6) του Ν.4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α’ 222/ 12-11-2012), το άρθρο 16 παρ.16 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Φ.Ε.Κ. Α’ 237 /5-12-2012) και το άρθρο 40 παρ.16 του Ν.4111/2013 (Φ.Ε.Κ. Α’ 18 /25-1-2013) έχει πλέον ως εξής: «1.Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8ο/οο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό 10 τοις εκατό (10%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό 5 τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% τα οποία ανωτέρω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου.». Πρέπει, συνεπώς, η ένδικη αγωγή, εφόσον κρίθηκε ότι ασκείται ορισμένα, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι η ενάγουσα μετά τον ως άνω (παραδεκτά προβαλλόμενο και νόμιμα ασκούμενο) μερικό περιορισμό του αγωγικού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό) υποχρεούται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και προσαυξήσεων υπέρ τρίτων, καθόσον το συνολικό καταψηφιστικώς αιτούμενο αγωγικό του αίτημα υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου (ήτοι το ποσό των 20.000 Ευρώ, βλ. άρθρ. 71 Εις.Ν.Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου προσκομίζει μετ επικλήσεως τα υπ. αρ. 151918, 311924, 582990 και 238291 δικαστικά ένσημα (αγωγόσημα) με τα επικολληθέντα επ αυτών, ενώ εξάλλου και για το αναγνωριστικό της αντικείμενο δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου [άρθρο 7 παρ. 3 του ν.δ. 1544/1942 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α’51/12-3-2012)].
Από το σύνολο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, ειδικότερα δε από την ένορκη επ ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ………………..…, [καθόσον, λόγω της ως άνω ερημοδικίας της εναγομένης δεν εξετάστηκε μάρτυρας ανταπόδειξης] ο οποίος και εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, όπως η κατάθεσή του εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, εκτιμώμενη σε συνδυασμό κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας του, από το σύνολο, των εγγράφων, που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο ενάγων [άρθρα 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του ΚΠολΔ, τα οποία έχουν εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, βλ. σχετ. ΑΠ 1351/2003 ΕλΔ 45(2004).1037, ΑΠ 1150/2003 ΕλΔ 46(2005).405], από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνονται υπόψιν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚπολΔ), αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ότι η ενάγουσα, ………………..…, προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, η οποία εμπορικά δραστηριοποιείται στην εμπορία ειδών ένδυσης και υπόδησης, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείτο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 4-7-1997, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος και δη πωλητής υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Απασχολήθηκε υπό την ίδια ως άνω ειδικότητα, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του και μέχρις της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας στις 17-11-2010. Δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι αιτία της επίδικης απόλυσης ήταν η διαμαρτυρία της ενάγουσας προς την εναγομένη, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείτο από την επανειλημμένη καθυστέρηση ως προς την καταβολή των ήδη ληξιπροθέσμων δεδουλευμένων του αποδοχών από την πλευρά της εναγομένης από τον Ιανουάριο του 2010 και εφεξής και συνεπώς το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τυγχάνει απορριπτέο στην ουσία του ως αναπόδεικτο. Για την ως άνω καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας της ενάγουσας τηρήθηκε ο εκ του νόμου έγγραφος τύπος [προσκομίζεται μετ επικλήσεως αντίγραφο αυτής από την πλευρά της ενάγουσας], υπολογίστηκε δε από την πλευρά της εναγομένης η οφειλομένη αποζημίωση απόλυσης [και δη στο συνολικό ποσόν των 13.615,94 €], η οποία όμως έως και τη συζήτηση της υπό κρίσι αγωγής ουδέποτε κατεβλήθη στην ενάγουσα. Επομένως από την μη καταβολή της οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης η εναγομένη καθίσταται υπερήμερη εργοδότης ως προς την αποδοχή των προσηκόντως παρεχομένων υπηρεσιών από την πλευρά της ενάγουσας και ως εκ τούτου υποχρεούται όπως αποδέχεται αυτές με βάση έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και να της καταβάλλει όλες εκείνες τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων όφειλε να της αποδίδει μηνιαίως για το συνολικό χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδικης καταγγελίας [18-11-2010] έως και 18-6-2013 (χρόνος συζήτησης της υπό κρίσιν αγωγής), ήτοι για 31 μήνες συνολικά και συγκεκριμένα: 1.296,83 € μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 18/11/2010 έως 18/6/2013 = για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 40.201,73 €(1.296,83 Ευρώ χ 31 μήνες), ως και τις συναφείς παροχές, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα λάμβανε για επιδόματα εορτών και επίδομα αδείας, ήτοι: α) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010: 250,70 € (2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 18/11/2010 έως 31/12/2010, από 51,87 € έκαστο [1.296,83/25 = 51,87]: 2 χ 51,87 χ 2,32 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 250,70), β) για επίδομα Πάσχα 2011: 675,43 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 648,42 χ 1,4166, γ) για επίδομα αδείας 2011: 648,42 Ευρώ ( 1.296,83€/ 2), δ) για επίδομα Χριστουγέννων 2011: 1.350,86 € (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.296,83 €* 1,04166), ε) για επίδομα Πάσχα 2012: 675,43 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 648,42 χ 1,04166), στ) για επίδομα αδείας 2012: 648,42 € (1.296,83 €/2), ζ) για επίδομα Χριστουγέννων 2012: 1.350,86 € (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.296,83 €* 1,04166), η) για επίδομα Πάσχα 2013: 675,43 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 648,42 €*1,04166), θ) για επίδομα αδείας 2013: 648,42 € (1.296,83 6/2), όπως και [α] για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2010 το ποσόν των 1.296,83 € και για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2010, το συνολικό ποσόν των 674,31 € και [γ] για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010 το συνολικό ποσόν των 1.143,29 €.
Συνεπώς, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη εργοδότρια εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα (μετά την ως άνω παραδεκτή μετατροπή μερικώς του καταψηφιστικού αιτήματος της υπό κρίσιν αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό) το συνολικό ποσόν των τριάντα ενός χιλιάδων εκατόν εικοσιτριών ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών του ευρώ [31.123,92 €] όπως και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των δεκαοκτώ χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών του ευρώ [18.440,78 €] με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Το αίτημα περί κηρύξεως της παρούσας απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό βάσιμο κατ’ ουσίαν καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν προς τούτο εξαιρετικοί λόγοι καθώς και ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσής της να προξενηθεί σημαντική ζημία στην ενάγουσα, δεδομένου ότι η ,με την παρούσα επιδίκαση αφορά χρηματικές οφειλές που προέρχονται από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έχουν δε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες και ως εκ τούτου απαιτητές στο σύνολό τους. Τέλος, το σύνολο των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, σε βάρος της εναγομένης, λόγω της ήττας της (179 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην της εναγομένης.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής από την πλευρά της εναγομένης κατά της παρούσης απόφασης, στο ποσό των διακοσίων ενενήντα ευρώ [290 €].
ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 17-11-2010 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας από την πλευρά της εναγομένης και ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως παρεχόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας υπό την αυτή ως άνω ιδιότητα και συνθήκες εργασίας και κατά τους όρους της εργασιακής της σύμβασης.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη εταιρεία [ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………….» και με το διακριτικό τίτλο «……………….», με έδρα την Αθήνα, οδός ………………., νομίμως εκπροσωπούμενη] να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των τριάντα ενός χιλιάδων εκατόν εικοσιτριών ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών του ευρώ [31.123,92 €] και ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης όπως καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των δεκαοκτώ χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών του ευρώ [18.440,78 €] με το νόμιμο τόκο και μέχρις εξοφλήσεως ως εξής: για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και μισθούς υπερημερίας, από το τέλος εκάστου μηνός κατά τον οποίο έκαστο αγωγικό επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, για αποδοχές και επιδόματα αδείας, όπως και για δώρα Χριστουγέννων από τις 31-12 εκάστου έτους που αυτά αφορούν και για δώρα Πάσχα από 31-5 εκάστου αντίστοιχα έτους και όλα τα ανωτέρω ποσά μέχρι και την ολοσχερή τους εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ως προς την καταψηφιστική της διάταξη και έως του ποσού των δώδεκα χιλιάδων ευρώ [12.000 €].
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης, το ποσόν των οποίων ορίζει στο ποσόν των χιλίων τριακοσίων είκοσι ευρώ [1.320 €].
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, στις 11 Ιουλίου 2013.
