Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Μονομερής βλαπτική μεταβολή. Δικαιώματα του εργαζόμενου που απορρέουν από τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.  Καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται μεν από αυτόν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ή του νόμου, καθ’ υπέρβαση δε των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Ο εργοδότης, μετά από προσφυγή της εργαζόμενης στην Επιθεώρηση Εργασίας μετέβαλε, ορμώμενος από εκδικητικότητα, τον τόπο και τον χρόνο (διακεκομμένο ωράριο) παροχής της εργασίας της.  Ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Υπολογισμός. Προσβολή προσωπικότητας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 14.573,34 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Αποφάσεως

1195/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ειρήνη Κατινιώτη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από την Γραμματέα Αμαλία Σαμπράκου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της Ενάγουσας: ……….. ……, κάτοικο ……, οδός …… αρ…., η, οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Της Εναγόμενης: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……» και το διακριτικό τίτλο «……», που εδρεύει στην …… οδός …… αρ. …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 30-6-2010 αγωγή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό καταθ. Δικ…../…../2010 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 16ης Μαρτίου 2012, οπότε και αναβλήθηκε την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’αριθμ. …./3-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 16ης Μαρτίου του έτους 2012 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγομένη. Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Η εναγομένη, όμως, δεν εμφανίστηκε στην τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς, ενόψει του ότι η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, επέχει τη θέση κλητεύσεως ως προς όλους τους διαδίκους, πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ.). Η διαδικασία ωστόσο θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 672 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648,652 παρ.1,656,349 έως 351, 361 ΑΚ 1,3,7,8 του ν.2112/1920, όπως το τελευταίο αυθεντικώς ερμηνεύτηκε με το άρθρο 11 παρ.1 του α.ν 547/1937 και 5 παρ.3 του ν.3198/1955, προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να ρυθμίζει οποιοδήποτε θέμα ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, καθορίζοντας το είδος, τον τόπο, τις συνθήκες εργασίας και γενικά τους όρους παροχής αυτής, αρκεί το εν λόγω δικαίωμά του να μη αποκλείεται ή να μη περιορίζεται από διάταξη νόμου ή από την εργασιακή σύμβαση και η άσκησή του να μην υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ. Δηλαδή, από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια. Όταν το δικαίωμα αυτό του εργοδότη ρυθμίζεται ειδικώς ως προς ορισμένο τομέα από την ατομική σύμβαση ή από εσωτερικό κανονισμό εργασίας ή από συλλογική σύμβαση εργασίας ή διάταξη νόμου, η διευθυντική δραστηριότητα είναι επιτρεπτή μέσα στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών. Η άσκηση του παραπάνω διευθυντικού δικαιώματος μέσα στα πλαίσια των νομίμων και συμβατικών προϋποθέσεων, κατά τρόπο που δεν μπορεί να θεμελιωθεί μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν.2112/1920, υπόκειται στον τιθέμενο με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ περιορισμό της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός, ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος ( βλ. Εφ.Αθ.2364/1998 Ελλ.Δ/νη 1999.398). Σύμφωνα λοιπόν με τις ως άνω διατάξεις, συνάγεται ότι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς την συγκατάθεση του εργαζομένου, επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από την σύμβαση ή το νόμο, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται από αυτόν σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως ή του νόμου, αλλά καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ΑΠ 1791/2001 ΕΕργ.Δ.2002.850). Διευκρινίζεται ωστόσο, ότι η μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως του εργαζομένου που επιχειρεί ο εργοδότης, ασκώντας καταχρηστικά το διευθυντικό του δικαίωμα, συνιστά τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, με την προεκτεθείσα έννοια, αφού η μεταβολή αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ. (ΑΠ 13/2012, Α.Π, 1303/2005 και ΑΠ 542/1999). Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματος του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή , οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη , εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη , β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του , της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/20, γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή εκφράζοντας την αντίδραση του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους ( ΑΠ 13/2012 αδημ,. ΑΠ 46/2006 Ελλ.Δ/νση 2006.1397). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του Α.Κ. 2 παρ. 1 και 22 παρ. 1 και 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση ( ΑΠ 13/2012, Α.Π. 1303/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι στις 12-2-2001 προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία εμπορίας ενδυμάτων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προφέρει τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα της πωλήτριας, στο υποκατάστημα που διατηρούσε η εναγομένη στο …. …., με πενθήμερο σύστημα εργασίας και με συνεχές ωράριο απασχόλησης. Στις 8-4-2010 η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενη ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2009 η εναγόμενη καθυστερούσε συστηματικά να της καταβάλλει τις αποδοχές της, ενέργεια που είχε ως συνέπεια τέσσερις ημέρες αργότερα και δη, στις 12-4-2010, η εναγομένη να την μεταθέσει στο υποκατάστημά της στο ….. και να της μεταβάλλει το ωράριο εργασίας από συνεχές σε διακεκομμένο, γεγονός που μετέβαλλε δυσμενώς τις συνθήκες εργασίας της. Με βάση το ιστορικό αυτό και με την πρόσθετη επίκληση ότι η ενέργεια αυτή της εναγομένης, η οποία οφείλεται σε εκδικητικότητα λόγω της προσφυγής της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της και καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, ζητά, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό που έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, να αναγνωρισθεί ότι η συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει το συνολικό χρηματικό ποσό των 11.123,78 ευρώ ως αποζημίωση λόγω άτακτης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλλει το ποσό των 6.449,56 ευρώ για την υπερωριακή της απασχόληση, όλα δε, τα ανωτέρω ποσά ζητά να της καταβληθούν νομιμοτόκως από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί στην δικαστική της δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή, παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ( άρθρα 14 παρ.2, 16 αρ.2, 25 παρ.2, 664 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, καθώς και σε αυτές των άρθρων 341,346,648, 652 παρ.1, 656, 914, 932 ΑΚ, ΑΚ 1,3, 7 παρ. 1,8 του Ν 2112/1920 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, άρθρ. 4 παρ. 2 ν. 2874/2000, 70, 176 ,191, 908 επ. ΚπολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι λόγω του φύσεως της αγωγής και του ύψους του καταψηφιστικού αιτήματός της, δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα τα έγγραφα που η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει για να χρησιμεύσουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 1-3-2001 η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την εμπορία γυναικείων ενδυμάτων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα της πωλήτριας, με πενθήμερο σύστημα εργασίας και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 190.748 δραχμών, οι οποίες ήταν καταβλητέες στο τέλος κάθε μήνα. Ως τόπος παροχής των υπηρεσιών της συμφωνήθηκε το κατάστημα της εναγομένης στο …. ….. και δη, το εμπορικό Κέντρο «……» επί της οδού ….. αρ. …., ενώ επιπροσθέτως συμφωνήθηκε ότι κάθε μεταβολή των ανωτέρω όρων της συμβάσεως εργασίας της θα γίνεται εγγράφως και με ενημέρωση της ενάγουσας μέσα σε ένα μήνα από την μεταβολή (βλ. την από 1-3-2001 αναγγελία γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας). Η σύμβαση εργασίας της εξελίχθηκε ομαλά μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2009, οπότε η εναγομένη άρχισε να καταβάλλει τις αποδοχές της ενάγουσας με σημαντικές καθυστερήσεις, γεγονός που δυσκόλευε τον οικονομικό προγραμματισμό της τελευταίας αναγκάζοντάς την τελικά στις 8-4-2010 να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλλοντας την μη εμπρόθεσμη και ολοσχερή καταβολή των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών αποδοχών της για την εργασία που παρείχε τόσο εντός του συμβατικού ωραρίου της, όσο και εκτός του νομίμου ωραρίου της (υπερωριακή απασχόληση ), ζητώντας την παρέμβαση του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας. Τέσσερις ημέρες μετά την προσφυγή της, και δη, στις 12-4-2010, η εναγομένη την ενημέρωσε ότι μεταβάλλει τον τόπο και το ωράριο παροχής εργασίας της και ειδικότερα ότι την μεταφέρει στο υποκατάστημά της στο ….. επί της οδού ….. αρ. …, ενώ το ημερήσιο ωράριο εργασίας της από συνεχές μεταβαλλόταν σε διακεκομμένο, μεταβολή που η εναγομένη γνωστοποίησε και στην επιθεώρηση εργασίας με το από 15-4-2010 έγγραφό της, στο οποίο ανέφερε ότι η μεταβολή αυτή θα λάβει χώρα από 19-4-2010. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση της ενάγουσας, η οποία με την από 30-4-2010 εξώδικη διαμαρτυρία της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 7-5-2010, ισχυρίστηκε ότι οι μεταβολές αυτές αποτελούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της κατ’ άρθρο 7 του Ν. 2112/1920, αλλά και καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, δεδομένου ότι ο νέος τόπος παροχής εργασίας της αφενός απείχε πολύ από την οικία της, η οποία βρισκόταν στον ….., αφετέρου, στην περιοχή του ….. δεν υπήρχε χώρος στάθμευσης IX, με αποτέλεσμα να απαιτείται η χρήση εκ μέρους της των μέσων μαζικής μεταφοράς, κάτι που θα αύξανε σημαντικά το χρόνο μετάβασής της στην εργασία της, ενώ επιπροσθέτως λόγω της διάθρωσης του νέου ωραρίου της (πρωί και απόγευμα ) ήταν πρακτικά αδύνατη η απομάκρυνσή της από την περιοχή, καταλήγοντας έτσι στην δήλωση ότι δεν θα υποβάλλει την παραίτηση της, όπως επιδιώκει η εναγόμενη, και θα συνεχίσει να παρέχει προσωρινά τις υπηρεσίες της σ’ αυτή υπό τους νέους όρους, με τη ρητή όμως επιφύλαξη να προσφύγει αρμοδίως για την δικαστική αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της μεταβολής. Σε απάντηση της ανωτέρω εξωδίκου δηλώσεως της ενάγουσας, η εναγομένη στις 18-5-2010 της κοινοποίησε την από 17-5-2010 εξώδικη απάντηση με την οποία, αφού ηρνείτο τις αιτιάσεις της ενάγουσας περί παρελκυστικής τακτικής στην καταβολή του μισθού της, κάνοντας μάλιστα λόγο περί κακοπιστίας της τελευταίας, περαιτέρω και μεταξύ άλλων, υποστήριζε ότι η κατοικία της ενάγουσας βρισκόταν στις …. Αττικής και όχι στον ….., ότι η μετακίνησή της στο υποκατάστημα του ….. υπαγορεύτηκε αποκλειστικά και μόνο από τις ανάγκες της επιχείρησης, χωρίς να υπάρχει καμία εκδικητικότητα ή μίσος προς το πρόσωπο της, ότι δεν είχε υποχρέωση να την ειδοποιήσει προ μηνός για οποιαδήποτε μετακίνηση της και επομένως αυτή ήταν απολύτως νόμιμη, επισημαίνοντας επιπροσθέτως ότι η ενάγουσα από τις 12-5-2010 βρισκόταν σε αιφνίδια άδεια ασθενείας, καλώντας την να προσέρχεται κανονικά στην εργασία της και να προσφέρει προσηκόντως τις υπηρεσίες της. Ακολούθησε, η από 1-6-2010 εξώδικη απάντηση- δήλωση της ενάγουσας, με την οποία η τελευταία αφού αντέκρουε τους ισχυρισμούς της εναγομένης, υποστήριζε επιπροσθέτως ότι η μετακίνηση της στο κατάστημα ….. έγινε για λόγους εκδίκησης και μόνο, και κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, καθώς και ότι μετά την κοινοποίηση του αρχικού εξωδίκου της, το αρμόδιο όργανο της επιχείρησης ….. …… προσέβαλλε κατ’ επανάληψη την προσωπικότητά της με ειρωνικές, απαξιωτικές και υποτιμητικές εκφράσεις, καταλήγοντας ότι θεωρεί ότι η εναγομένη προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της και ότι επομένως αυτή κατήγγειλε την σύμβασή εργασίας της, καλώντας την να της καταβάλλει την αποζημίωση απολύσεως, καθώς και όλα τα δεδουλευμένα της μέχρι της 31-5-2010. Στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση, η εναγομένη απάντησε με την από 3-6-2010 εξώδικη απάντηση- διαμαρτυρία με την οποία, αφού ηρνείτο όλα τα ανωτέρω και αφού επανέλαβε ότι η μετακίνηση στο ….. δεν αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, αλλά υπαγορεύτηκε αποκλειστικά και μόνο από τις ανάγκες τις επιχείρησης, την καλούσε να προσέρχεται κανονικά στην εργασία της. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι η εναγομένη με βάση την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας είχε το διευθυντικό δικαίωμα να μεταβάλλει τον τόπο και το ωράριο εργασίας της τελευταίας, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης, έχοντας μόνο την (διαδικαστική) υποχρέωση να ενημερώνει εγγράφως την ενάγουσα για τις μεταβολές αυτές μέσα σε ένα μήνα, παρέχοντας έτσι προφανώς στην τελευταία έναν εύλογο χρόνο προκειμένου να ρυθμίσει, να τακτοποιήσει και να αναπροσαρμόσει τις προσωπικές υποχρεώσεις της και την ζωή της, με βάση τις νέες συνθήκες εργασίας της. Το γεγονός επομένως ότι η εναγομένη δεν τήρησε τελικά την υποχρέωσή της αυτή, δεν αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο στην υπό κρίση υπόθεση, υπό την έννοια ότι απλώς και μόνο η μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής εκ μέρους της εναγομένης δεν αποτέλεσε την επιζήμια για την ενάγουσα μεταβολή των όρων της εργασίας της σε υλικό ή ηθικό επίπεδο κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 7 του Ν.2112/1920, αφού την βλαπτική μεταβολή αποτέλεσε η αλλαγή του τόπου εργασίας καθ’ αυτή σε συνδυασμό με την μεταβολή του ωραρίου εργασίας. Περαιτέρω όμως αποδείχθηκε ότι η εν λόγω μετακίνηση της ενάγουσας δεν αποτελούσε μια επιλογή της εναγομένης που αφορούσε και εξυπηρετούσε αποφασιστικά την οργάνωση και την διεύθυνση της επιχείρησή της, αλλά έγινε από ευτελή κίνητρα, ήτοι από εκδίκηση, επειδή διαμαρτυρήθηκε για την μη εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών της, προσφεύγοντας για το λόγο αυτό στην Επιθεώρηση Εργασίας. Το κίνητρο αυτό της εναγομένης, προκύπτει με σαφήνεια από το γεγονός ότι αυτή (μεταβολή ) επήλθε τέσσερις μόλις ημέρες μετά την προσφυγή της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας, αποτελώντας επί της ουσίας την άμεση και απροκάλυπτη απάντηση της εναγομένης στην διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων της ενάγουσας και μάλιστα με ιδιαίτερη «σπουδή», χωρίς να της δοθεί ο εύλογος χρόνος των 30 ημερών που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διάδικων μερών για την οποιαδήποτε μεταβολή των όρων, γεγονός που όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελεί μεν βλαπτική μεταβολή κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν.2112/1920, δεικνύει όμως την εμπάθεια και την εκδικητικότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, διαψεύδοντας τους προσχηματικούς ισχυρισμούς της τελευταίας, όπως αυτοί εκφράστηκαν μέσω των εξωδίκων της, περί εξυπηρέτησης των αναγκών της επιχείρησης, ανάγκες ωστόσο τις οποίες η εναγομένη ουδέποτε διευκρίνισε, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν κάποιοι επείγοντες υπηρεσιακοί λόγοι που επέβαλαν την ως άνω μετακίνηση της ενάγουσας και την αλλαγή του ωραρίου της μέσα σε τέσσερις ημέρες από την προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, δεδομένου μάλιστα ότι η ενάγουσα απασχολείτο συνεχώς υπό τους ίδιους όρους εργασίας επί εννέα περίπου συναπτά έτη. Επιπροσθέτως τονίζεται ότι όπως ισχυρίστηκε η ενάγουσα τόσο στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, όσο και στο από 30-4-2010 εξώδικό της, χωρίς ουδέποτε να διαψευσθεί από την εναγομένη, στη θέση εργασίας της στο …. ….. η εναγομένη τοποθέτησε άλλη εργαζόμενη, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι το υποκατάστημα αυτό είχε ανάγκη υπαλλήλου και επομένως η όποια μετακίνηση της ενάγουσας δεν εξυπηρετούσε «επείγουσες» ανάγκες της επιχείρησης, δεδομένου μάλιστα ότι η εναγόμενη στις εξώδικες απαντήσεις της δεν εξέφρασε σαφείς και συγκεκριμένες αιτιάσεις για την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών της ενάγουσας. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η μετακίνηση της ενάγουσας σε συνδυασμό με το νέο ωράριο που της επιβλήθηκε, μετέβαλε στο χειρότερο τις συνθήκες εργασίας της, αφού με τον τρόπο αυτό αυξανόταν ο χρόνος μετάβασής της στην εργασία της κατά δύο περίπου ώρες, ενώ επιπροσθέτως εξαιτίας του νέου ωραρίου της, ήτοι επί τρεις ημέρες την εβδομάδα θα εργαζόταν σε δύο βάρδιες από τις 9.00 έως τις 14.30 και από τις 17.30 έως τις 21.00, στα μεσοδιαστήματα θα ήταν αδύνατο να απομακρυνθεί από την περιοχή εξανεμίζοντας έτσι τον ελεύθερο χρόνο της, κάτι που γνώριζε η εναγόμενη και της το επέβαλλε με προφανή σκοπό να την εκδικηθεί για τη διαμαρτυρία της και να την ταλαιπωρήσει. Ενόψει των ανωτέρω, η συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δημιουργεί την αίσθηση της κατάφωρης αδικίας σε βάρος της ενάγουσας, μη ανεκτής από τον μέσης ηθικής κοινωνικό άνθρωπο, αποτελώντας μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως της ενάγουσας και δίνει το δικαίωμα στην τελευταία να θεωρήσει ότι η σύμβαση της καταγγέλθηκε από την εναγομένη, οφείλοντάς της για αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 6.123,78 ευρώ {1.049,79 ευρώ (τελευταίες καταβαλλόμενες αποδοχές πριν την απόλυσή του ) X 14:12 X 5}. Επίσης, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας η τελευταία υπέστη ταλαιπωρία και προσβολή στην προσωπικότητά της γιατί η συμπεριφορά αυτή της επέφερε επαγγελματική και ηθική μείωση στο στενό εργασιακό χώρο όπου προσπαθούσε να καταξιωθεί, αλλά και στο ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον, με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 2.000 ευρώ, που είναι εύλογο έναντι της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης και της έκτασης της ηθικής βλάβης της ενάγουσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-9-2005 πραγματοποίησε 105 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες της οφείλεται το ποσό των 886.73 ευρώ, το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 31-5-2010 πραγματοποίησε 900 ώρες υπερεργασίας, για τις οποίες της οφείλεται το συνολικό χρηματικό ποσό των 6.510,2 ευρώ, ενώ το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-9-2005 πραγματοποίησε 35 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης για τις οποίες της οφείλεται το ποσό των 492,63 ευρώ και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες της οφείλεται το ποσό των 7889,56 ευρώ, έναντι του οποίου της καταβλήθηκε το ποσό των 1.440 ευρώ και επομένως της οφείλεται η διαφορά των 6.449,56 ευρώ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ουσίαν βάσιμη να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των 8.123,78 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλλει το ποσό των 6.449,56 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά από την επομένη ημέρα επιδόσεως της αγωγής (δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν αναφέρει τον ακριβή χρόνο που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό ΑΠ 803/2008). Ακολούθως δεκτό πρέπει να γίνει το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, διότι από την καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκληθεί σημαντική ζημία στην ενάγουσα, αλλά και λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, κατόπιν του σχετικού της αιτήματος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 191 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να οριστεί και το παράβολο που πρέπει να προκαταβληθεί από την εναγομένη, σε περίπτωση που θελήσει να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης (άρθρ. 505 παρ. 2 και 673 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της εναγομένης

Ορίζει το παράβολο που πρέπει να προκαταβληθεί από την εναγομένη σε περίπτωση που θελήσει να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των 8.123,78 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επιδόσεως της αγωγής

Κηρύσσει την απόφαση κατά την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.449,56 ευρώ, με τα νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επιδόσεως της αγωγής

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των 500 ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies