επίσχεση εργασίαςοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά 6402/2013

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Επίσχεση εργασίας. Έννοια και όρια άσκησης του δικαιώματος. Απορριπτέα η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Δυστροπία εργοδότη. Κρίση ότι η εναγόμενη επέλεξε να καταβάλλει υποχρεώσεις της προς τρίτους (μίσθωμα ακινήτου, προμηθευτές) και να ρυθμίζει τις οφειλές της προς το Ελληνικό Δημόσιο, μη καταβάλλοντας όμως κανένα ποσό έναντι των οφειλομένων στους εργαζόμενους, γεγονός που καταδεικνύει την υπαιτιότητα και την κακοτροπία της, ενόψει αφενός της χρονικά αξιόλογης καθυστέρησης πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, αφετέρου της ουσιώδους σημασίας τους για την επιβίωση τους και την κάλυψη των αναγκών διαβίωσής τους. Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 36.561,21 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης

6402/2013

(…./2013)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη δικαστή Σοφία Φαρασοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης και από το Γραμματέα Αριστομένη Μερμίγκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 26 Σεπτεμβρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1. ……. ……. του ……., κατοίκου ……. (οδός ……. …….αρ. ….) και 2. ……. ……. του ……., κατοίκου ……. Αττικής (οδός Ακριτών αρ. 30), οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Δημήτριου Βλαχόπουλου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…….» και το διακριτικό τίτλο «…….», που εδρεύει στον ……. (οδός ……. αρ….) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρος της, Κρυσταλλία Δικαιάκου.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……./28-6-2013 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης που έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 349, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει με σαφήνεια ότι ο μισθωτός (εργαζόμενος) μπορεί να προβεί σε επίσχεση της εργασίας του, προκειμένου να εξασφαλίσει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη του, που είναι συναφής με την εργασία της οποίας γίνεται η επίσχεση, όπως είναι η αξίωση για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει τη δική του παροχή, δηλαδή να καταβάλει στον μισθωτό τις καθυστερούμενες αποδοχές του. Η καθυστέρηση δε καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών, πρέπει αφενός να οφείλεται σε υπαιτιότητα ή δυστροπία του εργοδότη και όχι σε τυχόν πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία του, γνωστή στον εργαζόμενο, αφετέρου να είναι αξιόλογη και οι καθυστερούμενες αποδοχές να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση ή να μη χρήζουν εκκαθάρισης, άλλως η αξίωση ασκείται καταχρηστικά, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Το αξιόλογο δε της καθυστέρησης καταβολής, κρίνεται από το δικαστήριο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ιδίως ενόψει των οικονομικών και εν γένει συνθηκών του ασκούντος το σχετικό δικαίωμα εργαζομένου. Εξάλλου, το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, ασκείται και με εξώδικη δήλωση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, οπότε παύει να παρέχει την εργασία που οφείλει από τη σύμβαση, έως ότου καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές και έχει ως συνέπεια, ότι, μολονότι ο μισθωτός παύει να παρέχει την εργασία, δεν καθίσταται αυτός υπερήμερος, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος είναι υποχρεωμένος, όσο διαρκεί η υπερημερία, να καταβάλει το μισθό στον εργαζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, που βέβαια δεν είναι “δεδουλευμένος”, αφού δεν οφείλεται για πραγματική απασχόληση, οπωσδήποτε όμως είναι απαιτητός λόγω της υπερημερίας του εργοδότη. [πρβλ. ΑΠ 1502/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1153/2009 ΔΕΕ 2011.348 και ΕφΑθ 4682/2004 ΕλλΔνη 2006.1694, βλ. επίσης Στυλιανός Γερμ. Βλαστός, ΕΠΙΤΟΜΟ ΑΤΟΜΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ(Β’ έκδοση- Αθήνα/Κομοτηνή 2011), § 179, σελ. 382 επ.].

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες με την κρινομένη αγωγή τους, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου και του αιτήματός της, εκθέτουν ότι την 1-10-2006 και στις 14-7-2008, αντίστοιχα, συνήψαν ατύπως με την εναγομένη, όπως νόμιμα εκπροσωπείτο, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου αμφότεροι να απασχολούνται επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτώ ώρες ημερησίως, ως μηχανικοί αυτοκινήτων σε συνεργείο της τελευταίας στον …….. Ότι περί το Νοέμβριο του έτους 2011, η εναγομένη τους υποχρέωσε να συναινέσουν στην τροποποίηση των όρων των συμβάσεων εργασίας τους και να απασχολούνται επί τέσσερις ημέρες εβδομαδιαίως και οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού 1.220,20 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 1.263,20 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα. Ότι από τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αμφότεροι παρείχαν ανελλιπώς την εργασία τους στην εναγομένη. Ότι η εναγομένη, από τον Ιανουάριο του έτους 2011 και κυρίως από τον Αύγουστο του έτους 2012, έπαυσε να καταβάλει σε αμφότερους τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους, με αποτέλεσμα στις 18-4-2013 και ενώ ήδη είχαν οχλήσει εξωδίκως την εναγομένη, να τους καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή δεδουλευμένες αποδοχές τους, να προβούν αμφότεροι σε επίσχεση εργασίας, λόγω μη καταβολής των τελευταίων. Ότι έκτοτε η εναγομένη εξακολουθεί να μην καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές των εναγόντων. Με βάση τα προεκτεθέντα, οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει: α) Στον πρώτο από αυτούς, ……. ……., το συνολικό ποσό των 20.284,72 ευρώ, από το οποίο ποσό 10.052,33 ευρώ αντιστοιχεί σε διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιανουαρίου 2011 και σε δεδουλευμένες αποδοχές περιόδου Σεπτεμβρίου 2012 έως 18 Απριλίου 2013, ενώ ποσό 10.232,39 ευρώ αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας από 19 Απριλίου 2013 έως 18 Νοεμβρίου 2013, ημερομηνία κατά την οποία πιθανολογεί ότι θα συζητηθεί η κρινομένη αγωγή και β) Στον δεύτερο από αυτούς, ……. ……., το συνολικό ποσό των 21.257,58 ευρώ, από το οποίο ποσό 10.664,60 ευρώ αντιστοιχεί σε διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιανουαρίου 2011 και σε δεδουλευμένες αποδοχές περιόδου Σεπτεμβρίου 2012 έως 18 Απριλίου 2013, ενώ ποσό 10.592,98 ευρώ αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας από 19 Απριλίου 2013 έως 18 Νοεμβρίου 2013, ημερομηνία κατά την οποία πιθανολογεί ότι θα συζητηθεί η κρινομένη αγωγή. Επίσης, ζητούν όλα τα παραπάνω ποσά να επιδικαστούν σε αυτούς, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της κρινομένης αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα. Επικουρικά δε, οι ενάγοντες αιτούνται τα ανωτέρω, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες, αφού είναι δεδομένη η ωφέλεια της εναγομένης, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που αυτή θα κατέβαλε σε άλλους μισθωτούς, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες για την παροχή ίδιας εργασίας υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με αυτές των εναγόντων. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 7, 8, 9, 10, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2 , 25 παρ. 2 και 664 ΚΠολΔ , σε συνδ. με το άρθρο 74 ΚΠολΔ) φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, για να εκδικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη με την προσθήκη των προτάσεών της, περί υπαγωγής της διαφοράς στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, δεδομένου ότι η τελευταία κρίνεται με βάση το αίτημα της αγωγής, ανεξάρτητα από τη νομική και ουσιαστική του βασιμότητα [βλ. σχετ. Βασ. Βαθρακοκοίλη, ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, Τόμος Α’ (Αθήνα 1996), άρθρο 9, αρ. 1 και 26, σελ. 130 επ., ΚΕΡΑΜΕΥΣ/ΚΟΝΔΥΛΗΣ/ΝΙΚΑΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΠολΔ, Τόμος I, άρθρο 9, σελ. 38]. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη ως προς την κύρια βάση της, στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 158, 361, 648, 651, 653, 655, 656, 325, 329, 349, 350, 340, 345, 346 ΑΚ, 69 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6 της με αρ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 ΑΝ 539/1945 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 176 ΚΠολΔ. Κατά δε την επικουρική της βάση, είναι νόμιμη, μόνο όμως ως προς το αίτημα επιδίκασης των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, ερειδόμενη στα άρθρα 3,174,180, 904 επ. ΑΚ και 219 ΚΠολΔ, απορριπτομένη ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, καθόσον όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη από την αρχή ή καθίσταται εκ των υστέρων άκυρη για οποιοδήποτε λόγο, ο εργοδότης αρνούμενος να εξακολουθήσει να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού ή καταγγέλλοντας άκυρα την υπάρχουσα εργασιακή σχέση, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν ευθύνεται στην πληρωμή μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΕφΛαμ 47/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4410/2006 ΕλλΔνη 2007.286, ΕφΘεσ 152/2004 Αρμ 2004.394 και ΕφΠειρ 320/2003 ΔΕΕ 2003.1359, βλ. επίσης Λεων. Ντάσιου, ο.π., § 308, σελ. 476, Στυλιανός Γερμ. Βλαστός, ο.π., § 238, σελ. 548). Περαιτέρω, κατά το μέρος που στο αίτημα της αγωγής, περιλαμβάνεται και ποσό, το οποίο αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας για χρόνο μετά τη συζήτησή της, δηλαδή από 27-9-2013 μέχρι και 18-11-2013, δεδομένου ότι οι ενάγοντες -όπως συνάγεται από το περιεχόμενό της – ασκούν το σχετικό δικαίωμά τους μέχρι τον πιθανολογούμενο χρόνο συζήτησης αυτής, η αγωγή κατά το μέρος αυτό ( χρονικό διάστημα από 27-9-2013 έως 18-11-2013), τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενόψει του ότι πρόκειται για μη απαιτητές, κατά τη συζήτησή της, αποδοχές υπερημερίας, δίχως συγχρόνως να γίνεται επίκληση των προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 69 παρ. 1 περ. α’ και στ’ ΚΠολΔ, για τον μεταγενέστερο αυτής (της συζήτησης της αγωγής) χρόνο, δηλαδή είτε της εξακολούθησης της ρητής άρνησης της εναγομένης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας σε αυτούς τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, αίροντας δηλαδή την υπερημερία της, είτε της ύπαρξης βάσιμου φόβου ότι η τελευταία θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής, (πρβλ. ΑΠ 1377/2004 ΕλλΔνη 2005.1470, ΕφΑθ 2654/2010 ΕλλΔνη 2011.828, Στυλιανός Γερμ. Βλαστός, ο.π., § 238 σελ. 547, καθώς και Καλλιόπη Μακρίδου, Δικονομία Εργατικών Διαφορών, Αθήνα- Θεσσαλονίκη 2009, § 3 αρ. 17 σελ. 110 επ., επίσης σχετ. ΑΠ 752/2007, ΑΠ 597/2006, ΕφΔωδ 249/2005 και ΕφΑθ 9763/1989 όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως, η κρινομένη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο, για το αντικείμενό της, τέλος δικαστικού ενσήμου, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με το αρθρ. 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το αρθρ. 14 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το αρθρ. 2 του Ν. 3994/2011 (βλ. το με αριθμό ……./27-9-2013, Σειρά VI- Τύπου Β’διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. …….).

Η εναγομένη αρνείται την αγωγή και με συνοπτική προφορική δήλωση της πληρεξουσίας της δικηγόρου, η οποία αναπτύσσεται περαιτέρω στις προτάσεις που κατέθεσε ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμά τους για επίσχεση εργασίας και επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, καθόσον η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της, αλλά στην ιδιαίτερα δυσμενή οικονομική κατάστασή της, όπως αναλυτικά περιγράφεται στις προτάσεις της, που ήταν γνωστή στους τελευταίους. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ερειδόμενη στα άρθρα 281 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. ΑΠ 1502/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και για το λόγο αυτό πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός για κάθε διάδικο μέρος), που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ενάγοντες με αριθμό ……./23-9-2013 ένορκη βεβαίωση της ……. ……., η οποία έγινε με πρωτοβουλία των εναγόντων, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, μετά από νόμιμη πριν από 24 ώρες κλήτευση της εναγομένης, κατ’ άρθρο 671 παρ.1 εδ τελευταίο ΚΠολΔ (βλ. τη με αριθμό ……./12-7-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, σε συνδυασμό με την κρινομένη αγωγή δια της οποίας έγινε η γνωστοποίηση λήψης ένορκης βεβαίωσης κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία), καθώς και από όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, ακόμη και αν δεν μνημονεύεται ρητά παρακάτω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Αμφότεροι οι ενάγοντες συνήψαν ατύπως με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθούν ως μηχανικοί αυτοκινήτων, σε συνεργείο που εκμεταλλεύεται η τελευταία στον ……., επί της οδού ……. ……. αρ. …., την 1-10-2006 ο πρώτος και στις 14-7-2008 ο δεύτερος. Έκτοτε, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, δηλαδή προέβαιναν σε εργασίες συντήρησης και επισκευής των εισερχόμενων στο συνεργείο οχημάτων, εργαζόμενοι από Δευτέρα ως Παρασκευή, επί οκτώ ώρες ημερησίως. Τον Νοέμβριο του έτους 2011, η εναγομένη υποχρέωσε τους ενάγοντες, προκειμένου να μην καταγγελθούν οι συμβάσεις εργασίας τους, να συναινέσουν στην τροποποίηση των όρων τους και να καταρτίσουν συμβάσεις εργασίας εκ περιτροπής απασχόλησης, ώστε να απασχολούνται επί τέσσερις ημέρες εβδομαδιαίως και οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού 1.220,20 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 1.263,20 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα. Ωστόσο, επειδή η εναγομένη, είχε καθυστερήσει την πλήρη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, για το μήνα Ιανουάριο του έτους 2011 και ήδη από τον Αύγουστο του έτους 2012 έπαυσε να καταβάλει αυτές στους ενάγοντες, επικαλούμενη ταμειακή δυσχέρεια, οι τελευταίοι επέδωσαν σε αυτή την από 9-4-2013 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία της έθεταν προθεσμία επτά ημερών, προκειμένου να προβεί στην καταβολή των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών τους, προειδοποιώντας την συγχρόνως ότι προτίθενται να ασκήσουν το δικαίωμά τους για επίσχεση της παρεχόμενης εργασίας τους (βλ. τη με αριθμ. ……./10-4-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη). Ειδικότερα, η προερχόμενη, από μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, οφειλή της εναγομένης, προς τους ενάγοντες, μετά την καταβολή σε καθένα από αυτούς, ποσού των 500 ευρώ, έναντι του οφειλόμενου μισθού μηνός Αυγούστου 2012, ανήλθε: α) ως προς τον πρώτο ενάγοντα, ……. ……., στο συνολικό ποσό των 10.052,33 ευρώ, από το οποίο ποσό 730 ευρώ οφείλεται για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιανουαρίου 2011, ποσό 1.220,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2012, ποσό 1.220,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2012, ποσό 1.220,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2012, ποσό 1.220,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2012, ποσό 1.220,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2013, ποσό 1.220,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2013, ποσό 1.220,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2013 και ποσό 780,93 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μέχρι τις 18-4-2013, δηλαδή για δεκαέξι πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια κατά το μήνα Απρίλιο 2013 και β) ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, ……. ……., στο συνολικό ποσό των 10.664,60 ευρώ, από το οποίο ποσό 1.013,75 ευρώ οφείλεται για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιανουαρίου 2011, ποσό 1.263,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2012, ποσό 1.263,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2012, ποσό 1.263,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2012, ποσό 1.263,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2012, ποσό 1.263,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2013, ποσό 1.263,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2013, ποσό 1.263,20 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2013 και ποσό 808,45 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μέχρι τις 18-4-2013, δηλαδή για δεκαέξι πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια κατά το μήνα Απρίλιο 2013. Τα παραπάνω οφειλόμενα ποσά δεν αρνείται, ούτε αμφισβητεί η εναγομένη, αντιθέτως στις 19-4-2013, αναγνώρισε τη σχετική οφειλή της, ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, δια του νομίμου εκπροσώπου της ……. ……. (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους ενάγοντες με ημερομηνίες 10/4/2013, και 13/5/2013 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς με αριθμούς ……., ……., ……. και …….). Επειδή λοιπόν, η τελευταία όπως προαναφέρθηκε, μετά την παραπάνω όχληση της, προέβη στην καταβολή μόνο μικρού μέρους της συνολικής οφειλής της, ποσού 500 ευρώ, έναντι του οφειλόμενου μισθού μηνός Αυγούστου 2012, αμφότεροι οι ενάγοντες, στις 18-5-2013, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, γνωστοποιώντας αυθημερόν εγγράφως στην εργοδότριά τους την άσκηση του σχετικού δικαιώματος τους (βλ. τη με αριθμ. ……./18-4-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη). Όμως, ακόμη και μετά την επίσχεση εργασίας, εκ μέρους των εναγόντων, η εναγομένη συνέχισε να αρνείται αδικαιολόγητα και από δυστροπία της την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς αυτούς, με αποτέλεσμα έτσι να καταστεί υπερήμερη και ως προς τις αποδοχές της χρονικής περιόδου από 19-4-2013 έως 26-9-2013, δηλαδή μέχρι τη συζήτηση της κρινομένης αγωγής. Η περί δυστροπίας της εναγομένης, κρίση του Δικαστηρίου ερείδεται στο γεγονός ότι κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, η τελευταία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεν προσκάλεσε ανεπιφύλακτα τους ενάγοντες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εξοφλώντας ή καταβάλλοντας συγχρόνως ένα αξιόλογο μέρος των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών τους, αλλά πρότεινε σε αυτούς να προσέλθουν στην εργασία τους, υπό τον όρο να συμφωνήσουν σε εκ περιτροπής απασχόληση τριών ημερών εβδομαδιαίως και οκτώ ωρών ημερησίως, δηλώνοντας ότι μόνο μετά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2013, προτίθεται να καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 200 ευρώ σε καθένα από αυτούς, έναντι της συνολικής οφειλής της, υπό την ασαφή προϋπόθεση ότι θα το επιτρέπει η οικονομική κατάστασή της (βλ. το ίδιο όπως παραπάνω Δελτίο Εργατικής Διαφοράς). Επιπλέον, η εναγομένη δεν έχει καταβάλει στους ενάγοντες, μέχρι τη συζήτηση της κρινομένης αγωγής, ούτε τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους, κωφεύοντας συγχρόνως να προβεί στην άρση της υπερημερίας της, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στο Νόμο τρόπους, ακόμη και με καταγγελία των οικείων συμβάσεων εργασίας τους (πρβλ. ΕφΑθ 605/2008 ΕλλΔνη 2008.862 και ΕφΘεσ 1130/1998 Αρμ 1998.719). Τα όσα δε διατείνεται, περί καταχρηστικής άσκησης από την πλευρά των εναγόντων του δικαιώματος τους για επίσχεση εργασίας και της αξίωσής τους για καταβολή των επιδίκων μισθών υπερημερίας, κρίνονται απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα. Κατ’ αρχάς, δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των εναγόντων κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο Σεπτεμβρίου 2012 έως 18 Απριλίου 2013, οφειλόταν σε ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση της εναγομένης. Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εναγομένη έγγραφα ναι μεν είναι εμφανής η ύπαρξη μεγάλων οικονομικών υποχρεώσεων της προς τρίτους, όπως προς άλλους εργαζόμενούς της, προμηθευτές της και το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά από την κατάθεση της μάρτυρός της εναργώς αποδείχθηκε πως η εναγομένη, καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, επιλέγει να καταβάλει υποχρεώσεις της προς τρίτους (μίσθωμα του ακινήτου, προμηθευτές της) και να ρυθμίζει τις οφειλές της προς το Ελληνικό Δημόσιο, μη καταβάλλοντας όμως κανένα ποσό έναντι των οφειλομένων στους ενάγοντες, γεγονός που καταδεικνύει την υπαιτιότητα και την κακοτροπία της, ενόψει αφενός της χρονικά αξιόλογης καθυστέρησης πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, αφετέρου της ουσιώδους σημασίας τους για την επιβίωση τους και την κάλυψη των αναγκών διαβίωσής τους. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα απασχολούνταν με πλήρες ωράριο, επί τέσσερις ημέρες εβδομαδιαίως, στο συνεργείο της εναγομένης τελούσαν σε γνώση της οικονομικής κατάστασής της, ούτε ότι η τελευταία κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια για την οικονομική ανάκαμψή της, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς αυτούς, αλλά ούτε ότι η επίσχεση της εργασίας τους προκάλεσε δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στην τελευταία. Συνακόλουθα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, από μέρους των εναγόντων, συντελέστηκε, εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, καθώς και προς εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίον θεσπίστηκε. Επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν για αποδοχές υπερημερίας, συνεπεία της από 18-4-2013 επίσχεσης εργασίας τους, τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά: α) Ο πρώτος ενάγων, ……. ……., για αποδοχές υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από 19-4-2013 έως 30-4-2013, το ισόποσο εννέα ημερομισθίων, δηλαδή 439,29 ευρώ (1.220,20 € μηνιαίος μισθός : 25 ημερομίσθια = 48,81 € X 9 αναλογούντα ημερομίσθια = 439,29 €), για αποδοχές υπερημερίας μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2013, το συνολικό ποσό των 4.880,80 ευρώ (1.220,20 € X 4 μήνες), για αποδοχές υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2013 έως 26-9-2013, το ισόποσο είκοσι δύο ημερομισθίων, δηλαδή 1.073,82 ευρώ (1.220,20 € μηνιαίος μισθός : 25 ημερομίσθια = 48,81 € X 22 αναλογούντα ημερομίσθια = 1.073,82 €), για επίδομα αδείας έτους 2013 με βάσει τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του ως υπαλλήλου της εναγομένης από την 1-10-2006, οφείλεται το ποσό των 610,10 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 1/2 επί των μηνιαίων αποδοχών του, ύψους 1.220,20 ευρώ [Κων. Δ. Λαναρά, ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (Αθήνα 2011), σελ.423], δ) για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων 2013, κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 1-5-2013 έως 26-9-2013, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΥΑ 19040/81, υπολογιζομένου αυτού (Επιδόματος Χριστουγέννων), βάσει των καταβαλλόμενων τακτικών αποδοχών 10ης Δεκεμβρίου του έτους 2012, συνυπολογιζομένου σε αυτές και του επιδόματος αδείας (Κων. Δ. Λαναρά, ο.π., σελ. 614-615), το ποσό των 797,22 ευρώ [1.220,20 € : 25 ημερομίσθια= 48,81 €/ημερομίσθιο X 15,68 συντελεστής επιδόματος Χριστουγέννων για 149 ημέρες απασχόλησης = 765,34 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 31,88 ευρώ (765,34 € X 0,04166)]. Δηλαδή για αποδοχές υπερημερίας οφείλεται συνολικά στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 7.801,23 ευρώ (439,29 € + 4.880,80 € + 1.073,82 € + 610,10 € + 797,22 €) και β) Ο δεύτερος ενάγων, …… ……, για αποδοχές υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από 19-4-2013 έως 30-4-2013, το ισόποσο εννέα ημερομισθίων, δηλαδή 454,75 ευρώ (1.263,20 € μηνιαίος μισθός : 25 ημερομίσθια = 50,528 € X 9 αναλογούντα ημερομίσθια = 454,75 €), για αποδοχές υπερημερίας μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2013, το συνολικό ποσό των 5.052,80 ευρώ (1.263,20 € X 4 μήνες), για αποδοχές υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2013 έως 26-9-2013, το ισόποσο είκοσι δύο ημερομισθίων, δηλαδή 1.111,62 ευρώ (1.263,20 € μηνιαίος μισθός : 25 ημερομίσθια = 50,528 € X 22 αναλογούντα ημερομίσθια = 1.111,62 €), για επίδομα αδείας έτους 2013 με βάσει τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του ως υπαλλήλου της εναγομένης από τις 14-7-2008, οφείλεται το ποσό των 631,60 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 1/2 επί των μηνιαίων αποδοχών του, ύψους 1.263,20 ευρώ [Κων. Δ. Λαναρά, ο.π., σελ.423], δ) για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων 2013, κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 1-5-2013 έως 26-9-2013, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΥΑ 19040/81, υπολογιζομένου αυτού (Επιδόματος Χριστουγέννων), βάσει των καταβαλλόμενων τακτικών αποδοχών 10ης Δεκεμβρίου του έτους 2012, συνυπολογιζομένου σε αυτές και του επιδόματος αδείας (Κων. Δ. Λαναρά, ο.π., σελ. 614-615), το ποσό των 792,28 ευρώ [1.263,20 € : 25 ημερομίσθια= 50,528 €/ημερομίσθιο X 15,68 συντελεστής επιδόματος Χριστουγέννων για 149 ημέρες απασχόλησης = 792,28 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 33 ευρώ (792,28 X 0,04166)]. Δηλαδή για αποδοχές υπερημερίας οφείλεται συνολικά στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 8.043,05 ευρώ (454,75 € + 5.052,80 € + 1.111,62 € + 631,60 € + 792,28 €). Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες για δεδουλευμένες αποδοχές και για αποδοχές υπερημερίας, εξαιτίας της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας από αυτούς, στον μεν πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.853,56 ευρώ (10.052,33 € + 7.801,23 €), στο δε δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 18.707,65 ευρώ (10.664,60 € + 8.043,05 €). Από τα ποσά δε αυτά εκείνα που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, που συμπίπτει με την τελευταία μέρα κάθε μήνα, κατά τον οποίο ο μισθωτός παρείχε την εργασία του (άρθρα 341 παρ, 1 και 655 ΑΚ), ενώ τα επιδόματα Χριστουγέννων 2013 και αδείας 2013 με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2014, αφού σύμφωνα με τα άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του Α.Ν.539/1945, του Ν.4504/1961 και 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966, δήλη ημέρα καταβολής τους είναι η 31η Δεκεμβρίου 2013 (ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1477, ΑΠ 201/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινομένη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, απορριπτομένης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που υπέβαλε η εναγομένη- σημειώνεται πως παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της επικουρικής της βάσης – και να υποχρεωθεί η τελευταία (εναγομένη) να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.853,56 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 18.707,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα από τα επιμέρους κονδύλια κατέστη απαιτητό, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα, μέχρι την πλήρη εξόφληση. Ως προς το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, γιατί η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατό να προξενήσει σημαντική ζημία στους ενάγοντες, οι απαιτήσεις των οποίων απορρέουν από παροχή εξαρτημένης εργασίας (907, 908 παρ.1 ε’ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων πρέπει να επιβληθούν στο σύνολό τους σε βάρος της εναγομένης, παρά τη μερική ήττα της, καθόσον το μέρος που απορρίφθηκε από την αγωγή είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή να αυξηθούν τα έξοδα(άρθρα 178 παρ. 2 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των δεκαεπτά χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα τριών ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (17.853,56 €) και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων επτακοσίων επτά ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (18.707,65 €), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής καθενός από τα επιμέρους κονδύλια που απαρτίζουν το παραπάνω οφειλόμενο ποσό μέχρι την πλήρη εξόφληση, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για κάθε ενάγοντα.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων σε βάρος της εναγομένης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 5 Δεκεμβρίου 2013, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies