απόλυσηΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 766/2017

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Διάκριση υπαλλήλου – εργάτη. Ουσιαστικό κριτήριο διάκρισης. Η διάκριση του εργαζόμενου ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στην σύμβαση χαρακτηρισμό ή τον τρόπο αμοιβής. Κρίση ότι, με βάση την παρεχόμενη εργασία του ενάγοντος, προείχε το πνευματικό στοιχείο και όχι η καταβολή της σωματικής εργασίας και εξ αυτού του λόγου είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη. Δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε από την α’ εναγόμενη αποζημίωση απόλυσης μικρότερη από τη νόμιμη, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και η α’ εναγόμενη περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 9.596,89 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης

766/2017

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Γεώργιο Γρίβα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και την Γραμματέα Αναστασία Καραγγελή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23/2/2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: …………., κατοίκου Αθηνών, οδός …………., αρ. …, ο οποίος στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Των εναγόμενων: 1) …………., κατοίκου Αθηνών, …………. και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Αλυσανδράκη, 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία “………….”, που εδρεύει στα …………., οδός …………., αρ. … και έχει ιδρύσει και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα, οδός …………., αρ. …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νάσο Νικολόπουλο.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 8-7-2015 αγωγή του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης …………./2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./2015, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 29/2/2016, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως πιο πάνω σημειώνεται και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων από την εργασιακή σχέση επέρχεται, εφόσον αυτή υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, καθόσον εάν αυτή είχε λήξει νόμιμα (π.χ. με τον θάνατο, την οικειοθελή αποχώρηση του εργαζόμενου, την καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη), τότε δεν επέρχεται μεταβίβαση. Εάν όμως η εργασιακή σχέση δεν είχε λήξει πριν την μεταβίβαση με νόμιμο τρόπο, όπως συμβαίνει για παράδειγμα σε περίπτωση παράνομης ή καταχρηστικής απόλυσης εργαζόμενου, τότε ο εργαζόμενος μπορεί να ασκήσει εντός της νόμιμης προθεσμίας τα δικαιώματα από την παράνομη απόλυση κατά του νέου εργοδότη. Και τούτο διότι παράλληλα προς το π.δ. 178/2002 έχει εφαρμογή και το άρθρο 479 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσίας ή επιχείρησης με σύμβαση, αυτός που αποκτά ευθύνεται για τα χρέη της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης και είναι συνυπεύθυνος με τον μεταβιβάζοντα έναντι των εργαζομένων αυτού για τις ήδη γεννημένες εργατικές αξιώσεις τους. Για να συμβεί αυτό και να ανακύψει υποχρέωση του διαδόχου εργοδότη να καταβάλει τις μέχρι της διαδοχής καθυστερούμενες αποδοχές των εργαζομένων στην επιχείρηση, θα πρέπει η τελευταία να του μεταβιβάστηκε, αυτή καθ’ εαυτή, ως ενιαίο σύνολο, χωρίς διακοπή ή με διακοπή μεν, αλλά με την θέληση του νέου επιχειρηματία να είναι ο διάδοχος εργοδότης και να συνεχίσει την λειτουργία της επιχείρησης (Στυλιανός Βλαστός “Ατομικό Εργατικό Δίκαιο”, έκδοση 2012, σελ. 133). Περαιτέρω, την ιδιότητα του εργαζόμενου την αποκτά κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο παρέχει εξαρτημένη εργασία, έστω και ευκαιριακά. Επί του κατά τα ανωτέρω εργαζόμενου που αποκτά την ιδιότητα του εργαζόμενου, εφαρμόζεται η εργατική νομοθεσία, χωρίς άλλη ειδικότερη προϋπόθεση. Επικράτησε όμως στην πράξη η ένταξη των εργαζόμενων σε κατηγορίες βάσει διαφόρων κριτηρίων, όπως το είδος και η φύση της παρεχόμενης εργασίας, η εξειδίκευση ή μη του εργαζόμενου, το είδος των επαγγελματικών του γνώσεων κλπ, σημαντικότερο των οποίων είναι η φύση της παρεχόμενης εργασίας. Με βάση το κριτήριο αυτό οι εργαζόμενοι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες και δη στους ιδιωτικούς υπαλλήλους και στους εργατοτεχνίτες. Η διάκριση αυτή καθιερώθηκε και νομοθετικά και ορίστηκε σχετικά ότι για να χαρακτηριστεί ένας εργαζόμενος ιδιωτικός υπάλληλος, θα πρέπει να παρέχει εργασία αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο μη σωματική. Κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή στην πράξη της ανωτέρω νομοθετικά καθιερωθείσας διάκρισης, διαμορφώθηκε νομολογιακά το λεγόμενο ουσιαστικό κριτήριο διάκρισης, σύμφωνα με το οποίο για να χαρακτηριστεί ο εργαζόμενος ως ιδιωτικός υπάλληλος δεν αρκεί η απασχόλησή του στον χειρισμό και την ρύθμιση μηχανικών μέσων με τα οποία αναπληρώνεται η σωματική εργασία, αλλά απαιτείται επιπλέον και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και κυρίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Ειδικότερα, όπως παγίως δέχεται πλέον η νομολογία, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η διάκριση του εργαζόμενου ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στην σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη, η οποία προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία, η οποία απαιτείται γι’ αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και οι ασκούντες αυτή ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. Για τον χαρακτηρισμό επομένως εργαζομένου ως ιδιωτικού υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, καθόσον μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού. Ο χαρακτηρισμός του εργαζόμενου ως ιδιωτικού υπαλλήλου ή ως εργάτη δεν στερείται συνεπειών και μάλιστα σημαντικών. Και τούτο υπό την έννοια ότι τόσο οι αποδοχές του ιδιωτικού υπαλλήλου είναι, κατά κανόνα, υψηλότερες έναντι των αντίστοιχων του εργάτη, όσο και το κυριότερο, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, η νόμιμη αποζημίωση την οποία δικαιούται να λάβει ο εργάτης, υπολείπεται σημαντικά έναντι της αντίστοιχης αποζημίωσης του ιδιωτικού υπαλλήλου, ανάλογα δε ισχύουν και ως προς το επίδομα ανεργίας, το οποίο και αυτό είναι υψηλότερο κατά ποσό για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους (Στυλιανός Βλαστός “Ατομικό Εργατικό Δίκαιο”, έκδοση 2012, σελ. 95, 96).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, ζητεί περιορίζοντας παραδεκτά το αίτημά του με τις προτάσεις του (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30/4/2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμία, να καταβάλει στον ενάγοντα για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας το ποσό των 12.256,39 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, άλλως και σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του είχε λυθεί ή ήταν άκυρη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμία, να καταβάλουν στον ενάγοντα για οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, αποζημίωση μη ληφθείσα άδειας έτους 2015 και επίδομα αδείας έτους 2015 το συνολικό ποσό των 6.809,17 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ήτοι την 30/4/2015, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Ζητεί επίσης να του χορηγηθεί εκ μέρους των εναγόμενων πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του, άλλως και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με την ανωτέρω διάταξη να απειληθεί σε βάρος εκάστων εξ αυτών (εναγόμενων) χρηματική ποινή ποσού 5.900 ευρώ, να υποχρεωθεί η β’ εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, άλλως και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής αυτής (β’ εναγόμενης) με την ανωτέρω διάταξη να απειληθεί σε βάρος της β’ εναγόμενης χρηματική ποινή ποσού 500 ευρώ, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην δικαστική του δαπάνη.

Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 14&2, 16 αρ.2, 22, 25&2, 33, 37&1, 41 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 614&3 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 341, 345, 346, 361, 481 επ, 648, 649, 653, 655, 656 ΑΚ, 907, 908&1, 946, 1047&1 ΚΠολΔ, %, στις διατάξεις του ν. 2112/1920 και του ν. 3198/1955. Πρέπει επομένως η υπό κρίση αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, των μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων εγγράφων, την υπ’ αριθμ 2797/23-2-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Ευανθίας Λερίδου, η οποία λήφθηκε ύστερα από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθμ …………., …………./20-2-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), την υπ’ αριθμ …………./22-2-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Αικατερίνης Ευφραιμίδου, η οποία λήφθηκε ύστερα από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ …………./17-2-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ιωάννη Σολωμάκου), αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ της α’ εναγόμενης και του ενάγοντος στην Αθήνα την 20/9/2002, προσλήφθηκε ο τελευταίος από την α’ εναγόμενη, η οποία διατηρούσε επιχείρηση στεγασμένου σταθμού αυτοκινήτων τριών επιπέδων με εσωτερικό πρατήριο υγρών καυσίμων και πλυντήριο αυτοκινήτων, εμβαδού 2.366 τ.μ, κείμενη επί της οδού …………., αρ. …, στην Αθήνα, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του οδηγού και του πωλητή υγρών καυσίμων, αντί μηνιαίων αποδοχών, ανερχομένων κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, στο ποσό των 851 ευρώ (βλ. ιδίως την από 30/4/2015 καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος). Στα καθήκοντα του ενάγοντος αναγόταν η παραλαβή των αυτοκινήτων των πελατών της επιχείρησης από την κεντρική είσοδο του σταθμού, η επιλογή της κατάλληλης θέσης για το κάθε όχημα σε ένα από τα τρία επίπεδα ορόφους, η οδήγησή τους μέχρι την θέση στάθμευσης και η στάθμευσή τους, η παράδοση των οχημάτων στους πελάτες, κατά την αποχώρησή τους από τον σταθμό, αφού προηγουμένως είχε οδηγήσει τα οχήματα αυτά μέχρι την έξοδο του σταθμού και η είσπραξη του τιμήματος. Συγχρόνως στα καθήκοντά του αναγόταν ο εφοδιασμός των αυτοκινήτων με υγρά καύσιμα, η πώληση λαδιών και άλλων αξεσουάρ αυτοκινήτων, η είσπραξη του τιμήματος των πωλούμενων ειδών και η έκδοση του οικείου φορολογικού παραστατικού, η διενέργεια παραγγελιών των πωλούμενων ειδών από τους προμηθευτές και η τήρηση του ταμείου, το οποίο απέδιδε στο τέλος κάθε βάρδιας στην α’ εναγόμενη. Με βάση την παρεχόμενη εργασία του ενάγοντος προείχε οπωσδήποτε το πνευματικό στοιχείο και όχι η καταβολή της σωματικής εργασίας και εξ αυτού του λόγου είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη. Άλλωστε και η α’ εναγόμενη είχε δηλώσει ρητά ότι ο ενάγων απασχολούταν στην επιχείρησή της ως υπάλληλος- πωλητής (βλ. ιδίως τους από 5/11/2013 και 21/10/2014 προσκομιζόμενους πίνακες προσωπικού της επιχείρησης της α’ εναγόμενης). Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι αν και ο ενάγων προσέφερε προσηκόντως και με ευσυνειδησία τις υπηρεσίες του στην α’ εναγόμενη, αυτή καθυστερούσε να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του, γεγονός το οποίο έπραξε την 23/4/2015. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι την 30/4/2015 η α’ εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (βλ. ιδίως την από 30/4/2015 προσκομιζόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος). Η α’ εναγόμενη προέβη στην προαναφερόμενη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εξαιτίας του γεγονότος ότι η επιχείρηση της α’ εναγόμενης επρόκειτο να μεταβιβαστεί στην β’ εναγόμενη εταιρεία, γεγονός το οποίο έλαβε χώρα την 15/5/2015 (βλ. ιδίως το από 15/5/2015 προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόμενων) και η β’ εναγόμενη εταιρεία δεν επιθυμούσε την παραμονή τόσο του ενάγοντος, όσο και του λοιπού προσωπικού της επιχείρησης της α’ εναγόμενης, καθόσον διέθετε δικό της υπαλληλικό προσωπικό (βλ. ιδίως την υπ’ αριθμ …………./23-2-2017 προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Ευανθίας Λερίδου, η οποία κρίνεται ιδιαιτέρως πειστική, καθόσον ο ανωτέρω μάρτυρας ως γείτονας και τακτικός πελάτης της επιχείρησης της α’ εναγόμενης, έχει άμεση και επισταμένη γνώση των ανωτέρω εκτεθέντων και δεν προσδοκά κάποιο έννομο όφελος από την έκβαση της παρούσας δίκης). Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η β’ εναγόμενη εταιρεία αποτελεί ουσιαστικά διάδοχο της α’ εναγόμενης ως προς την λειτουργία της επιχείρησης αυτής. Και τούτο διότι η β’ εναγόμενη εταιρεία εκμίσθωσε τον χώρο σταθμού αυτοκινήτων και πρατηρίου υγρών καυσίμων, όπως λειτουργούσε, γεγονός που λαμβάνει χώρα σε όλες τις αντίστοιχες μισθώσεις, καθόσον τέτοιου είδους επιχειρήσεις, με αδειοδοτούμενη υποδομή και λειτουργία, εξαιτίας των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας λόγω των καυσίμων και της συγκέντρωσης οχημάτων, σπανίως μεταβάλλουν την χρήση τους, ανεξαρτήτως του ποιος τυγχάνει κύριος ή εκμεταλλευτής τους (βλ. ιδίως την υπ’ αριθμ …………./22-2-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………., η οποία κρίνεται ιδιαιτέρως πειστική, καθόσον ο ανωτέρω μάρτυρας ασχολούμενος με επιχειρήσεις με συναφές αντικείμενο με αυτό των εναγόμενων, έχει άμεση και επισταμένη γνώση των ανωτέρω εκτεθέντων και δεν προσδοκά κάποιο έννομο όφελος από την έκβαση της παρούσας δίκης), χωρίς αυτό να έχει την έννοια ότι η β’ εναγόμενη εταιρεία αποτελεί διάδοχο της α’ εναγόμενης. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι αν και η β’ εναγόμενη λειτουργεί την επιχείρησή της στις ίδιες εγκαταστάσεις που λειτουργούσε η επιχείρηση της α’ εναγόμενης, εν τούτοις προέβη σε εκτεταμένη ανακαίνιση, με ουσιώδες τμήμα της επιχείρησης να μην λειτουργεί, καθόσον η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης της β’ εναγόμενης εκδόθηκε μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος πέντε (5) μηνών από την μίσθωση (βλ. ιδίως την υπ’ αριθμ …………./22-2-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………., η οποία κρίνεται ιδιαιτέρως πειστική, καθόσον ο ανωτέρω μάρτυρας ασχολούμενος με επιχειρήσεις με συναφές αντικείμενο με αυτό των εναγόμενων, έχει άμεση και επισταμένη γνώση των ανωτέρω εκτεθέντων και δεν προσδοκά κάποιο έννομο όφελος από την έκβαση της παρούσας δίκης). Εξάλλου, από τους υπαλλήλους που απασχολούσε η α’ εναγόμενη στην επιχείρησή της, μόνο ο …………. προσλήφθηκε με νέα σύμβαση εργασίας από την β’ εναγόμενη, γεγονός που ενισχύει την αυτοτέλεια της επιχείρησης της β’ εναγόμενης εταιρείας και ότι δεν αποτελεί διάδοχο της επιχείρησης της α’ εναγόμενης. Επομένως, δεδομένου ότι ουδεμία σχέση διέπει την β’ εναγόμενη με το υπαλληλικό προσωπικό της επιχείρησης της α’ εναγόμενης και ουδέποτε η β’ εναγόμενη εταιρεία διαδέχθηκε την επιχείρηση της α’ εναγόμενης εταιρείας, αντιθέτως λειτουργεί την εν λόγω επιχείρηση στο πλαίσιο της δικής της ευρύτερης επαγγελματικής, δραστηριότητας, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως προς την β’ εναγόμενη ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο ενάγων εργάστηκε στην επιχείρηση της α’ εναγόμενης ως υπάλληλος, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, επί δεκατρία (13) συναπτά έτη, δικαιούται να λάβει για οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, συνεπεία της προαναφερόμενης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας του, εννέα (9) μισθούς, πλέον της προσαύξησης ποσοστού 1/6 αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 114, 122), ήτοι το ποσό των (851 ευρώ νόμιμος μισθός χ 9 μήνες + προσαύξηση 1/6= 7.659+ 1.276,5)= 8.935,50 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι αυτός (ενάγων) έλαβε από την α’ εναγόμενη για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 2.410 ευρώ (βλ. ιδίως την από 30/4/2015 προσκομιζόμενη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος), ήτοι μικρότερο από το ανωτέρω δικαιούμενο ποσό, η ανωτέρω καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, η α’ εναγόμενη εργοδότης του ενάγοντος περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα που απολύθηκε άκυρα μισθούς υπερημερίας (Κωνσταντίνου Λαναρά “Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική”, έκδοση 2003, σελ. 97, 98). Επομένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1/5/2015 έως την 30/4/2017, ήτοι 24 μήνες, το ποσό των (851 ευρώ μηνιαίος μισθός χ 24 μήνες+ προσαύξηση 1,04166)= 21.274,86 ευρώ. Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ενάγων παραιτήθηκε, διά των νομίμως κατατεθεισών προτάσεών του, του ποσού των 2.130,69 ευρώ που αντιστοιχούν στις αποδοχές υπερημερίας μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου έτους 2017, καθώς επίσης και του ποσού 9.547,28 ευρώ που αντιστοιχούν στις αποδοχές υπερημερίας μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαίου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου έτους 2016 και Ιανουαρίου έτους 2017, χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων εργάστηκε σε άλλον εργοδότη, δικαιούται να λάβει αυτός (ενάγων) για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας το ποσό των (21.274,86-2.130,69= 19.144,17-9.547,28)=9.596,89 ευρώ.

Πρέπει επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την β’ εναγόμενη, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την α’ εναγόμενη, να αναγνωριστεί ότι η από 30/4/2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και να υποχρεωθεί η α’ εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.596,89 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση.

Σε ότι αφορά το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και ως εκ τούτου το ως άνω αίτημα του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

Σε ότι αφορά την δικαστική δαπάνη, πρέπει να επιβληθεί κατά ένα μέρος σε βάρος της α’ εναγόμενης, λόγω της εν μέρει ήττας της (άρθρο 178 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς την β’ εναγόμενη (“………….”)

-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς την α’ εναγόμενη (………….)

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 30/4/2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την α’ εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εννέα χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (9.596,89 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση

-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ

-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της α’ εναγόμενης μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει σε εκατόν ενενήντα πέντε (195) ευρώ

Κρίθηκε, αποφασίστηκε, δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 24/5/2017

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies