Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Eξαιτίας τεχνικού προβλήματος του μηχανήματος καταγραφής των καταθέσεων – πρακτικών συνεδρίασης δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης. H νέα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, η οποία θεωρείται ότι έλαβε χώρα, δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων σε αυτή, χωρίς όμως τούτο να αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται η επαναφορά των προτάσεων που έχουν κατατεθεί προηγουμένως, τα δε πρακτικά, εφόσον έχουν υπογραφεί από τον διευθύνοντα τη συζήτηση εκείνη και τον γραμματέα, διατηρούν το κύρος τους και παρέχουν πλήρη απόδειξη για το περιεχόμενό τους. Διάκριση υπαλλήλου – εργάτη. Κριτήρια. Μαγείρισσα Β’. Η ενάγουσα μεταξύ άλλων επόπτευε το προσωπικό της κουζίνας έκανε έλεγχο των προμηθειών, πραγματοποιούσε παραγγελίες, παραλάμβανε πρώτες ύλες από προμηθευτές. Προείχε το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού και είχε την ιδιότητα της υπαλλήλου και όχι της εργάτριας. Τακτική αποδοχή αποτελεί και η προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες εφόσον αυτή παρέχεται τακτικά και μόνιμα καθώς και οι προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία. Αν οι πρόσθετες αυτές αποδοχές και προσαυξήσεις δεν είναι σταθερές αλλά διαφέρουν από μήνα σε μήνα, λαμβάνεται ο μέσος όρος του προηγούμενου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε. Πιστοποιητικό υγείας. Απαιτείται για τους μισθωτούς που έρχονται σε άμεση επαφή με τρόφιμα και ποτά ή με τους καταναλωτές τους, όπως οι μάγειρες. Έλλειψή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εργασίας, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. Η ύπαρξή του δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου αγωγής αναζήτησης αποδοχών, αλλά η έλλειψή του περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη. Ένσταση εξόφλησης. Απορριπτέα ως αόριστη. Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Τα επικαλούμενα από την εναγομένη πραγματικά περιστατικά περί του ύψους των ένδικων αξιώσεων και περί συνέπειας αυτής ως εργοδότριας στις συμβατικές της υποχρεώσεις συνιστούν αρνητικούς της ιστορικής βάσης της κρινόμενης αγωγής ισχυρισμούς και δεν είναι δυνατό να θεμελιώσουν την εν λόγω ένσταση. Προφορική και αζήμια καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης. Συμφωνία καταλογισμού. Πότε επιτρέπεται. Αμοιβή για απασχόληση κατά τις Κυριακές και τις νύχτες. Υπολογισμός. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 7.637,16 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Αριθμός απόφασης 1520/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από την Δικαστή Ελευθερία Αθανασίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Έλλη Βαρεταίου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 12η Δεκεμβρίου του έτους 2017 για να δικάσει την υπόθεση :

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : …………….. του …………, κατοίκου …………, οδός ……………………., με ΑΦΜ ………………., η οποία εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο, Δικηγόρο Αθηνών (AM ΔΣΑ 29922), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας με την επωνυμία «……………..», η οποία εδρεύει στην …………., οδός …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου η πληρεξούσια δικηγόρος της Σοφία Ανδριοπούλου, Δικηγόρος Αθηνών (AM ΔΣΑ 25849), που κατέθεσε προτάσεις.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 16.05.2016 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 17η Μαΐου του έτους 2016, έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης ………../2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/2016, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 27ης Ιανουαρίου του έτους 2017 και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 22ας Σεπτεμβρίου του έτους 2017 και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά την δικάσιμο εκείνη η υπόθεση συζητήθηκε, πλην όμως εξαιτίας τεχνικού προβλήματος του μηχανήματος καταγραφής των καταθέσεων — πρακτικών συνεδρίασης δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης επί της ένδικης διαφοράς. Με την με αριθμό 922/2017 πράξη του κ. Ελευθέριου Γεωργίλη, Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανασυζήτηση της υπόθεσης, λόγω μη καταγραφής των πρακτικών, η εγγραφή της στο πινάκιο και η κλήτευση των διαδίκων με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου σε συνδυασμό και με την με αριθμό ………../20.10.2017 και με και με γενικό αριθμό κατάθεσης …………/2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../2017 πράξη του ιδίου ως άνω Προέδρου περί ορισμού δικασίμου, επαναφέρεται νόμιμα προς αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση (επανάληψη της συζήτησης) η ανωτέρω αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 3 και 307 του Κ.Πολ,Δ., τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε με την σειρά του πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η κλήση για τη συζήτηση και τα αποδεικτικά επίδοσης συντάσσονται ατελώς. Κατά την άποψη που το δικαστήριο αυτό δέχεται ως ορθότερη, η κατά την παραπάνω διάταξη επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της συζήτησης που προηγήθηκε, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 254 του Κ.Πολ,Δ., με την έννοια ότι οι δύο συζητήσεις αποτελούν στάδια δικονομικά αδιάσπαστης και ενιαίας συζήτησης. Συνακόλουθα, στη νέα αυτή συζήτηση δεν είναι αναγκαία η παράσταση του διαδίκου, ο απολειπόμενος δε διάδικος θεωρείται ως κατ’ αντιμωλίαν δικαζόμενος, αν είχε παραστεί προσηκόντως στην προηγούμενη συζήτηση (ΕφΔυτΜακ 88/2011 Αρμ 2014.1168, ΕφΑθ 1503/2010 Αρμ 2010.1197, ΕφΑθ 961/2009 ΕλλΔνη 2010.1058, ΕφΠατρ 463/2009 ΑχαικΝομ 2010.358, Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας, «Ερμηνεία ΚΠολΔ», τόμος I, άρθρο 307 σελ. 612). Επειδή ακριβώς η νέα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, η οποία θεωρείται ότι έλαβε χώρα, δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων σε αυτή, χωρίς όμως τούτο να αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται η επαναφορά των προτάσεων που έχουν κατατεθεί προηγουμένως, τα δε πρακτικά, εφόσον έχουν υπογράφει από τον διευθύνοντα τη συζήτηση εκείνη και τον γραμματέα, διατηρούν το κύρος τους και παρέχουν πλήρη απόδειξη για το περιεχόμενό τους (ΕφΔυτΜακ 88/2011 Αρμ 2014.1168).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την από 16.05.2016 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ……./2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/2016 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 17η Μαΐου του έτους 2016, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 27ης Ιανουαρίου του έτους 2017 και γράφηκε στο πινάκιο, ζήτησε τα αναφερόμενα σε αυτή. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 22ας Σεπτεμβρίου του έτους 2017 και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά την δικάσιμο εκείνη η υπόθεση συζητήθηκε, πλην όμως εξαιτίας τεχνικού προβλήματος του μηχανήματος καταγραφής των καταθέσεων – πρακτικών συνεδρίασης δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης επί της ένδικης διαφοράς. Ήδη με την με αριθμό …./09.09.2017 πράξη του κ. Ελευθέριου Γεωργίλη, Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανασυζήτηση της υπόθεσης, λόγω μη καταγραφής των πρακτικών, η εγγραφή της στο πινάκιο και η κλήτευση των διαδίκων με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου σε συνδυασμό και με την με αριθμό ……/20.10.2017 και με και με γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/2017 πράξη του ιδίου ως άνω Προέδρου περί ορισμού δικασίμου, η υπόθεση νομίμως επαναφέρεται προς αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση (επανάληψη της συζήτησης), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., αφού αντίγραφα αυτής της πράξης περί ορισμού δικασίμου, με κλήση για να παραστούν κατά την επανάληψη της συζήτησης κοινοποιήθηκε νομίμως στην ενάγουσα με θυροκόλληση και στην εναγόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 122, 123, 124, 125, 126 παρ. 1 περ. α’ και γ’ όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του νόμου 4335/2015 (ΦΕΚ 87Α’/23.07.2015), 127, 128 παρ. 4, 129 παρ. 1, 139, 140 και 141 του ΚΙΪολ,Δ., ως προκύπτει από το με ημερομηνία 11.11.2017 αποδεικτικό επίδοσης του Δημητρίου Βαλδούμη, Αστυνομικού στο Αστυνομικό Τμήμα Ακροπόλεως και το με ημερομηνία 31.10.2017 αποδεικτικό επίδοσης της Σπυριδούλας Παχή, Επιμελήτριας Δικαστηρίων και τα συνημμένα σε αυτό απόδειξη παραλαβής εγγράφου που θυροκολλήθηκε του Βασιλείου Σούκα, Αρχιφύλακα στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας και κατάσταση καταχώρησης ταχυδρομικών αντικειμένων των ΕΛΤΑ Αθηνών [αριθμός σύστασης RE58578317GR] αντίστοιχα.

I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του νόμου 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 προεδρικό διάταγμα, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του νόμου 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953 : «ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ’ αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικής ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν. Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι’ αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού. Ειδικότερα, για τον χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολούμενων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στο χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλά απαιτείται εξιδιασμένη εμπειρία και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΑΠ 1266/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1488/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1405/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 90/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 167,168, 648 παρ. 1, 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 και 3 του νόμου 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του νόμου 3198/1955, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του νόμου 2556/1997, προκύπτει ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πρέπει να τηρηθεί έγγραφος τύπος, να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, εφόσον η απασχόληση του εργαζομένου έχει υπερβεί τους δύο μήνες και να καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα μητρώα για το Ι.Κ.Α. ή να έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, ενώ η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημιώσεως, άλλως η καταβολή ελλιπούς αποζημιώσεως συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 121/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 339/2000 ΕΕργΔ 2001.658, ΑΠ 1165/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», έκδοση 2003, σελ. 102). Η ακυρότητα της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα από το λόγο στον οποίο οφείλεται, τάσσεται υπέρ του εργαζομένου και επομένως μόνον αυτός μπορεί να την επικαλεστεί. Συνακόλουθα ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να ζητήσει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας είτε να την θεωρήσει έγκυρη, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της και να ζητήσει την καταβολή της αποζημιώσεως (ΕφΠειρ 8/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 9/2007 Αρμ 2007.415, ΕφΑθ 2342/2003 ΕλλΔνη 45.1483). Η παραίτηση από το ανωτέρω δικαίωμα του εργαζομένου μπορεί να είναι, κατά το άρθρο 156 του Α.Κ., ρητή ή σιωπηρή (ΑΠ 934/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η σιωπηρή παραίτηση πρέπει να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σιωπηρή παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας σύμβασης εργασίας ως άκυρης είναι και η από μέρους του είσπραξη του ποσού της αποζημίωσης απολύσεως χωρίς καμία επιφύλαξη, εναντίωση ή διαμαρτυρία για την καταγγελία της συμβάσεως του (ΑΠ 606/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 934/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1818/1990 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2343/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1654/2004 Αρμ 2004.1302, ΕφΑθ 6669/1998 ΕλλΔνη 41.504). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του νόμου 3198/1955 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων», ορίζεται ότι κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το νόμο 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το βασιλικό διάταγμα της 16/18.07.1920 αποζημίωσης, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου, από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Η διάταξη αυτή θέτει εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης καταβολής ή συμπλήρωσης της αποζημίωσης για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία, σε αντίθεση με την παραγραφή, λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, κατ’ άρθρο 280 του Α.Κ. (ΑΠ 2028/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου (ΑΠ 359/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 705/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η μη κοινοποίηση, της αγωγής στον εργοδότη ή η μη προβολή της ενστάσεως, μέσα στην παραπάνω εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 240, 241, 242 και 243 του Α.Κ. και 144 παρ, 1 και 145 παρ. 2 του Κ.ΠολΛ.), αρχίζει από την επομένη της ημέρας, που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης, που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτής, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 2234/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 404/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο και η αγωγή απορρίπτεται (ΑΠ 429/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 359/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 705/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω αποσβεστική προθεσμία, διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, είτε είναι καταψηφιστική είτε αναγνωριστική, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι στην αγωγή περιέχεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ 121/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1385/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το νόμο 133/1975, εισήχθη το σύστημα της εβδομάδας των πέντε (5) εργάσιμων ημερών, εφαρμοζόμενο είτε κατά την κρίση του εργοδότη είτε κατ’ επιταγήν νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή κανονισμού εργασίας, υπό τους όρους ότι οι μισθωτοί θα εργάζονται υποχρεωτικά 5 ημέρες την εβδομάδα και θα αμείβονται με πλήρεις τις αποδοχές τους για 6 εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα. Το δε νόμιμο ωράριο καθορίστηκε σε 9 ώρες την ημέρα και σε 45 ώρες την εβδομάδα. Κατά το άρθρο 6 της από 14.02.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11770/20.02.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 81Β720.02.1984), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 01.01.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νόμιμου, ως ανωτέρω, ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή 5 επιπλέον ώρες εβδομαδιαίως, κατά την κρίση του εργοδότη, που αντιστοιχούν στις 41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα (1 παρ. 1 του νόμου 3385/2005 – υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με τη 12425/10.03.1982 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β 15/19.03. 1982) και κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983 και επομένως ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (ΑΠ 418/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1207/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 του νόμου 435/1976, της από 14.02.1984 ΕΓΣΣΕ, 8 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου1346/1983 προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία (όπως ίσχυε μέχρι τις 31.03.2001, πριν από την εφαρμογή του άρθρου 4 του νόμου 2874/2000), ή υπερωριακή εργασία στο σύνολο, αλλά μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, δηλαδή των οκτώ ωρών ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.02.1975 ΕΓΣΣΕ (ΑΠ 506/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 864/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1615/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 45/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1673/2005 ΕΕργΔ 2006.545, ΑΠ 418/2004 ΕΕργΔ 2005.367, ΑΠ 33/2004 ΕΕργΔ 2004/662, ΕφΘεσ 2847/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Για το λόγο αυτόν οι ώρες απασχόλησής του τις παραπάνω ημέρες δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας (ΑΠ 33/2004 ΕΕργΔ 2004.662, ΑΠ 804/2003 ΕΕργΔ 2003.1350, ΕφΘεσσ 2847/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966 προκύπτει, ότι ο κατά τις Κυριακές εργαζόμενος, επιτρεπτώς (όπως σε επιχειρήσεις επισιτιστικού ενδιαφέροντος – βλ. σχετ. ΕφΠειρ 434/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, σε ξενοδοχεία κατά το άρθρο 7 παρ. 1 περ. θ’ του β.δ. 748/1966) και με μηνιαίο μισθό αμειβόμενος δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 του νομίμου μισθού του (δηλαδή αυτού που καθορίζεται από το νόμο ή από ΣΣΕ ή ΔΑ και αποτελείται από το βασικό μισθό και επιδόματα – προσαυξήσεις που τυχόν προβλέπονται), η οποία στηρίζεται στο νόμο (άρθρο 2 παρ. του ν. 435/1976) και συνεπώς τη δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 206/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1150/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 975/2000 ΕλΔνη 2001.122, ΕφΘεσ 1151/2008 Αρμ 2008.1212). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 3 του ΑΝ 539/1945 και 1 παρ. 2 του νόμου 1082/1980, 3 παρ. 16 του νόμου 4504/1966 και της Αποφάσεως 19040/1981 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι δίδεται σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 183/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 128/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τακτική αποδοχή, υπό την έννοια αυτή αποτελεί η προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες εφόσον αυτή παρέχεται τακτικά και μόνιμα καθώς και οι προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία. Αν δε οι πρόσθετες αυτές αποδοχές και προσαυξήσεις δεν είναι σταθερές αλλά διαφέρουν από μήνα σε μήνα, λαμβάνεται ο μέσος όρος του προηγούμενου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε (ΑΠ 1418/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1899/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 104/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ. 1, και 3 της με αριθμό 19040/1981 υπουργικής απόφασης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου 1082/1980, ορίζεται ότι όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους επίδομα εορτών Πάσχα και επίδομα εορτών Χριστουγέννων, ίσα με μισό μηνιαίο μισθό και ένα μηνιαίο μισθό αντίστοιχα, για τους αμειβόμενους με μισθό, τα οποία καταβάλλονται στο ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκησε ολόκληρη τη χρονική περίοδο, στην περίπτωση του επιδόματος εορτών Πάσχα από την 1η Ιανουαρίου μέχρι την 30η Απριλίου και στην περίπτωση εορτών Χριστουγέννων από την 1η Μαΐου έως την 31η Δεκεμβρίου. Επίσης, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του αναγκαστικού νόμου 539/1945 «περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 νόμου 1346/1983 κάθε μισθωτός μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) σε υπόχρεη επιχείρηση δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές καθώς και επίδομα άδειας, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξή του άρθρου 3 παρ. 16 του νομοθετικού διατάγματος 4504/1966 και καθορίζεται σε μισό μισθό για τους εργαζομένους που αμείβονται με μισθό και τα 13 ημερομίσθια, για όσους εργαζόμενους αμείβονται με ημερομίσθια (ΕφΔωδ 86/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), κατά δε το άρθρο 5 του αναγκαστικού νόμου 539/1945, ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του νομοθετικού διατάγματος 3755/1957, ο εργοδότης, αρνούμενος τη χορήγηση στο μισθωτό της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται κατά τη λήξη του έτους, κατά το οποίον ο μισθωτός δικαιούται της αδείας, να καταβάλει σε αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας αυξημένες κατά ποσοστό 100% (ΟλΑΠ 32/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 31/2003 ΔΕΕ 2004.594). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 648, 679, 653 του Α.Κ., της κυρωθείσας με το νόμο 3248/1955 με αριθμό 95/49 διεθνούς συμβάσεως «περί προστασίας του ημερομισθίου», 5 παρ. 2 του νόμου 133/1975, 1 παρ. 1 του νόμου 435/1976, 1 παρ. 2 του νόμου 1082/1980, προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας (εφόσον καταβλήθηκαν – βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική» έκδοση 2014, σελ 668), νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας (ΑΠ 805/2006 ΕλλΔνη 2006.47, ΑΠ 45/2006 ΕλλΔνη 2006. 1395). Περαιτέρω, σύμφωνα με την με αριθμό 18310/1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών : «στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες – ήτοι από την 10η βραδινή μέχρι την 6η πρωινή – καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές, αυξημένες κατά 25%». Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυχτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύχτας ή μόνο σε μέρος αυτού, υπολογίζεται δε επί του νομίμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα (ΑΠ 520/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκή και ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. παρέχει μεν στον ενάγοντα την ευχέρεια να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι, όμως, και να αναπληρώσει εκείνους οι οποίοι λείπουν και αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Με βάση την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 του Κ.Πολ.Δ. ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του να συμπληρώσει, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει την νομική αοριστία αυτής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση των περιστατικών που απαιτούνται κατά το νόμο για την γένεση του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 45.84, ΑΠ 167/2002 ΕλλΔνη 43.1348, ΑΠ 1363/1998 ΕλλΔνη 39.325). Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 του Α.Κ. και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, όπως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχολήσεως και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 2016/2207 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 184/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τα στοιχεία αυτά δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται στο δικόγραφο της αγωγής με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις, αλλά αρκεί λογικώς να συνάγονται από το όλο κείμενο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων μπορεί, έως τη συζήτησή της να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της (άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ.) με τις προτάσεις της συζητήσεως (ΑΠ 548/2000 ΕΕργΔ 2001.803, ΕφΘεσ 584/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 300/2001 ΕΕργΔ 2001.659). Αντιθέτως, για το ορισμένο της ανωτέρω αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτή οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών, διότι ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951,22 και 32 του νόμου 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού, πλην όμως τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους καθώς επίσης και τα καταβληθέντα έναντι των αγωγικών αξιώσεών χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 του Α.Κ.) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση, ο χρόνος από του οποίου αρχίζει η υπερεργασία και η υπερωρία κάθε ημέρα, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε η ανάγκη η οποία παρέστη για την εκτέλεση της και το πρόσωπο από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΑΠ 2018/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 140/2000 ΕλλΔνη 41.966, ΕφΠειρ 994/2207 ΕΝαυτΔικ 2007.385, ΕφΠειρ 892/2002 ΕΝΔ 30.437, ΕφΠειρ 1239/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

IV. Περαιτέρω, το άρθρο 904 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία κατά το άρθρο 361 του Α.Κ. και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα δικαιώματα του από τη σύμβαση. Επομένως, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εξαγομένου εργοδότη, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ. τα περιστατικά που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης, δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟΛΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 2003.1261, ΟλΑΠ 23/2003 ΝοΒ 2004.1179). Η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 923/2007 ΧρΙΔ 2008.121). Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν, μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι άκυρη ή ανίσχυρη ή εάν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα για οποιαδήποτε λόγο. Τα πραγματικά όμως περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα, το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης, τα οποία συνιστούν τη βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ, διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη, ένεκα της αοριστίας της (ΑΠ 1056/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1457/2001 ΕλλΔνη 2002.1690, ΑΠ 1322/1996 ΕλλΔνη 1997.1045, ΕφΑθ 5617/2007 ΕλλΔνη 2008.1523).

V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 678 Α.Κ., 2 του νόμου 2112/20 και 4 του Β.Δ. 16/18 Ιουλίου 1990, ερμηνευόμενων διασταλτικά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πιστοποιητικό προϋπηρεσίας δικαιούται να λάβει κάθε μισθωτής (υπάλληλος, υπηρέτης, εργατοτεχνίτης), που έχει προσληφθεί για διαρκή εργασία, είτε προσωρινώς είτε για δοκιμή, αρκεί η σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη να ήταν εξαρτημένης εργασίας, έστω και αν είχε συναφθεί ακύρως, διότι και σε άκυρη σύμβαση εργασίας υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να εκδώσει πιστοποιητικό. Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο επήλθε η λήξη της σύμβασης εργασίας δηλαδή είτε με την πάροδο του χρόνου για τον οποίο είχε συνομολογηθεί αυτή, είτε με καταγγελία από μέρους του εργοδότη ή του μισθωτού έστω και παρανόμου. Ακόμη και επί άκυρου συμβάσεως εργασίας υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας, εκτός αν η εργασιακή σχέση είναι γενικώς αθέμιτη ή αντίκειται στα χρηστά ήθη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το πιστοποιητικό εργασίας πρέπει να αποδίδει σωστά και συνολικά την υπηρεσιακή κατάσταση του μισθωτού ( ΕφΑθ 2115/95 ΔΕΝ 1996.118). Η διαφορά που προκύπτει από παράβαση της ανωτέρω διάταξης υπάγεται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών και η απόφαση που εκδίδεται, εφόσον δέχεται τη σχετική αγωγή, ενέχει καταδίκη του εργοδότη σε δήλωση βουλήσεως. Από την τελεσιδικία της ανωτέρω απόφασης θεωρείται ότι εκδόθηκε το πιστοποιητικό, το περιεχόμενο του οποίου ταυτίζεται με το διατακτικό της (ΕφΠειρ 987/1995 ΔΕΝ 1997.1197, ΕφΑθ 1138/1984 ΕΕργΔ 44.03, ΕφΑθ 3198/1970 ΔΕΝ 27.507, Ντάσιος, «Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο», έκδοση 1991, τόμος Α/Ι, σελ. 156 επ.). Υπάρχει επίσης υποχρέωση του εργοδότη για χορήγηση του λεγομένου «ενδιάμεσου πιστοποιητικού» και κατά τη διάρκεια της συμβάσεως. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από το καθήκον του για πρόνοια και πίστη απέναντι στο μισθωτό, διότι σκοπός της διατάξεως είναι, εκτός των άλλων, να διευκολύνει τον τελευταίο στην περαιτέρω επαγγελματική του σταδιοδρομία (ΕφΠατρ 996/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 987/1995 ΕλλΔνη 38.676, ΕφΑθ 1138/1984 ΕΕργΔ 44.403, «Το πιστοποιητικό Προϋπηρεσίας των μισθωτών» ΔΕΝ 2004.161 επ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι την 15.01.2014 προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να παρέχει την εργασία της σε αυτή ως υπάλληλος με την ειδικότητα της μαγείρισσας Α’. Ότι κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης κατείχε βιβλιάριο υγείας, ότι τόπος παροχής της εργασίας της συμφωνήθηκε το πολυτελές εστιατόριο ταυλανδέζικης κουζίνας που διατηρεί η εναγομένη στην Αθήνα και ότι συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία της πέντε ημέρες την εβδομάδα, από Τρίτη έως και Σάββατο, με πλήρες ωράριο απασχόλησης και με μηνιαίες αποδοχές που ανέρχονταν στο ποσό των 1.497,01 ευρώ και καθαρές αποδοχές ποσού 1.250 ευρώ. Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης παρείχε την εργασία της με συνέπεια, ευσυνειδησία, υπευθυνότητα, εργατικότητα και εκτελώντας τα ειδικότερα καθήκοντα που της ανατέθηκαν από τους προϊσταμένους της και αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή και ότι η σύμβαση εργασίας της λύθηκε την 16η Νοεμβρίου του έτους 2015, με προφορική καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, με αποτέλεσμα η τελευταία να της οφείλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 3.493,02 ευρώ. Ότι στο χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία της η εναγομένη-εργοδότρια, υπήρξε ασυνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ότι παρά τα συμφωνηθέντα απασχολούνταν στο εστιατόριο έξι ημέρες κάθε εβδομάδα, από Τρίτη έως και Κυριακή, χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη προσαύξηση για την εργασία τις Κυριακές και την διάρκεια της νύχτας, ότι την ασφάλιζε στον αρμόδιο φορέα για μερική απασχόληση και για αποδοχές υπολειπόμενες των πράγματι καταβαλλόμενων, ότι δεν κατέβαλλε σε αυτή τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας και τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 και ότι παρά τις διαρκείς οχλήσεις της η εναγομένη αρνήθηκε την καταβολή των οφειλομένων. Ότι ενόψει των ανωτέρω η εναγομένη οφείλει σε αυτή για δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 359,28 ευρώ, για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα του έτους 2014 και Χριστουγέννων του έτους 2015 και για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2014 και Πάσχα του έτους 2015 το ποσό των 4.432,37 ευρώ, για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας του έτους 2015 και επίδομα αδείας του έτους 2015 και για αποστέρηση δέκα (10) ημερών κανονικής άδειας το έτος 2014 και αστική ποινή λόγω μη χορήγησής τους το ποσό των 3.712,61 ευρώ και για προσαύξηση λόγω παροχής εργασίας τις Κυριακές και την διάρκεια της νύχτας τα ποσά των 1.670,10 ευρώ και 1.518 ευρώ, ως αυτά αναλυτικά υπολογίζονται για κάθε επιμέρους αξίωση στην κρινόμενη αγωγή. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως ενεχόμενη έναντι της από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη κατά τα ανωτέρω ποσά που θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις αυτές συνθήκες, την οποία στην προκείμενη περίπτωση απέφυγε, να της καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων εκατόν ογδόντα πέντε ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (15.185,38 ευρώ), νομιμοτόκως από την ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να χορηγήσει σε αυτή πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της καθώς επίσης και η διαγωγή της με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ύψους πεντακοσίων ευρώ (500 ευρώ) για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της στο διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, διότι τα αιτήματα της αφορούν σε χρηματικά ποσά από παροχή εξαρτημένης εργασίας και τυχόν καθυστέρηση της εκτέλεσης θα προκαλέσει σε αυτή σημαντική ζημία και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. του Κ.Πολ,Δ.). ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο (άρθρα 1, 2, 7, 9 εδ. α’, 10, 12, 13, 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 και 614, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015 του Κ.Πολ.Δ.), απορριπτόμενων των αντίθετων αιτιάσεων της εναγόμενης ως αβάσιμων κατ’ ουσίαν, διότι στην περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης περισσότερων αιτήσεων του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου, κατ’ άρθρα 218 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015 (ΦΕΚ 87Α/23.07.2015), εκ των οποίων η μία είναι μη αποτιμητή σε χρήματα, η ρύθμιση του άρθρου 218 του Κ.Πολ,Δ., μπορεί να καμφθεί από την εφαρμογή του άρθρου 31 του Κ,Πολ.Δ. σχετικά με τη δωσιδικία της συνάφειας, που διέπει όχι μόνο την κατά τόπο, αλλά και την καθύλην αρμοδιότητα, υπό την έννοια ότι στην αρμοδιότητα της κύριας δίκης μπορούν να υπαχθούν και οι παρεπόμενες αυτής δίκες, που ανήκουν στην καθύλην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου, συνάφεια δε υπάρχει και όταν τα δικαιώματα, που αποτελούν τα αντικείμενα των περισσότερων δικών, βρίσκονται σε εσωτερικό ή ουσιαστικό σύνδεσμο, που απορρέει από την ίδια έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, όπως εν προκειμένω η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων ή όταν το ίδιο βιοτικό συμβάν αποτελεί κοινή ιστορική βάση των περισσότερων αγωγών και συνακόλουθα η συνεκδίκασή τους είναι απαραίτητη προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων ( ΕφΑθ 407/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 188/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΠολΙϊρΘεσ 25108/2009 ΝΟΜΟΣ). Αυτή είναι αρκούντως ορισμένη, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι διαλαμβάνει άπαντα τα υπό του νόμου απαιτούμενα στοιχεία για τη δικαστική έρευνα και εκτίμηση της και συγκεκριμένα διαλαμβάνει αναφορά της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, του χρόνου της καταρτίσεως της συμβάσεως, του είδους της παρασχεθείσης από την ενάγουσα εργασίας, των όρων παροχής της εργασίας της και τα ειδικότερα καθήκοντα της, του χρόνου και των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης και του χρονικού διαστήματος για τον οποίο οφείλονται και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές της εναγομένης, απάντα, δε, τα ανωτέρω επαρκώς προσδιορισμένα και ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή, που κρίθηκε ορισμένη, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 158, 340, 341, 345, 346, 648, 653, 655,678 του Α.Κ. 1,2, 5 παρ. 1, 9 του β.δ. της 16/18.07.1920, 1, 2, 5 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2, 9 του νόμου 3198/1955, άρθρο μόνον της με αριθμό 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τις Κυριακές και εορτές» (ΦΕΚ 15Β’), όπως ερμηνεύτηκε με την με αριθμό 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 του νομοθετικού διατάγματος 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 435/1976, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 παρ. 1, 9 και 10 του βασιλικού διατάγματος 748/1966 (προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και εορτές), 1 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου 1082/1980, 1 παρ. 1, 2 και 3, 3 παρ. 1, 6, 10 παρ. 1 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας (δώρα εορτών), 1, 2 παρ. 1 του νόμου 539/1945, όπως η παρ. 1 είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 άρθρ. 13 του νόμου 3227/2004 και αντικαταστάθηκε και πάλι με την παρ. 1 του άρθρου 1 του νόμου 3302/2004, 1 παρ. 3 του νόμου 1346/1983, 3 παρ. 16 του νόμου 4504/1966 (επίδομα αδείας), άρθρο 3 του νομοθετικού διατάγματος 3755/1957, 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για τη νυχτερινή εργασία, 62, 63, 64, 68, 70, 176, 189, 191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αρ. 4 και 946 του Κ.Πολ.Δ. Η επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα αξιώνει τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ελέγχεται απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας. Συνακόλουθα, στην προκείμενη περίπτωση, που η ενάγουσα στηρίζει τις αξιώσεις της στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή βάσει της αντισυμβατικής ευθύνης της εναγομένης (οι αξιώσεις για την καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς επίσης και των προσαυξήσεων λόγω παροχής εργασίας τις ημέρες της Κυριακής και στη διάρκεια της νύχτας ερείδονται απευθείας στο νόμο), αυτή δεν δύναται λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του Α.Κ. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή ως προς την κύρια βάση της, που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δοθέντος ότι ως προς το αίτημα καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης ασκήθηκε εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του νόμου 3195/1955, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έλαβε χώρα την 16η Νοεμβρίου του έτους 2015 και η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 17η Μαΐου του έτους 2016 και επιδόθηκε στην εναγομένη, οπότε και ολοκληρώθηκε η άσκηση της, κατ’ άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., αυθημερόν (βλ. σχετ. την με αριθμό ………/17.05.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη και τις συνημμένες σε αυτή απόδειξη εγχειρίσεως δικογράφου του Αθανασίου Κυριακίδη, Αστυφύλακα στο Αστυνομικό Τμήμα Πετραλώνων και βεβαίωση του Απόστολου Παναγιωτάκη, ταχυδρομικού πράκτορα των ΕΛΤΑ Αθηνών) και ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, διότι το καταψηφιστικό ποσό δεν υπερβαίνει το όριο της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρα 14 παρ. περ. α’ του Κ.Πολ.Δ. και 71 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 παρ. 17 του νόμου 2479/1997, ήτοι για αγωγές που έχουν κατατεθεί από την 25.07.2011 και εφεξής το ποσό των 20.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 3994/2011).

Από την διάταξη του άρθρου 416 του Α.Κ., που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 262 παρ. 1 του Κ.Πολ,Δ., σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης απόσβεσης χρηματικής ένοχης με καταβολή (εξόφλησης) είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης περί πληρωμής όλων των απαιτήσεων του μισθωτού, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 του Α.Κ, 8 του νόμου 2112/1920, 8 παρ. 4 του νόμου 4020/1959). Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το άρθρο 18 παρ. 1 του νόμου 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (ΑΠ 602/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1591/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 447/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1069/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1322/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ, η οποία μπορεί να προβληθεί και σε δικαιώματα που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 1206/1986 ΝοΒ 35.906, ΕφΛαρ 169/2001 ΕλλΔνη 2002.837), για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος ή η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν ή άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, να καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού αυτή τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα την επέλευση επαχθών συνεπειών για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 42.383, ΟλΑΠ 1/1997 ΕλλΔνη 38.534, ΟλΑΠ 17/95 ΕλλΔνη 38.410, ΟλΑΠ 862/1990 ΕλλΔνη 32.501, ΑΠ 66/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 291/2003 ΕλλΔνη 45.424, ΑΠ 321/2002 ΕλλΔνη 44.143, ΑΠ 1129/2002 ΕλλΔνη 45.424, ΑΠ 681/2000 ΕλλΔνη 42.109, ΑΠ 1875/1999 ΕλλΔνη 41.1315, ΑΠ 1125/1999 ΕλλΔνη 41.379, ΑΠ 683/1999 ΕλλΔνη 41.379, ΑΠ 156/1997 ΕλλΔνη 38.1547, ΑΠ 1252/1996 ΕλλΔνη 38.1795, ΑΠ 803/1996 ΕλλΔνη 38.804, ΕφΑθ 6270/2000 ΕΕμπΔ 52.598, ΕφΘεσ 3270/1998 Αρμ 1999.1080). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο. Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε, αντικειμενική καλή πίστη, είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα, που υπαγορεύεται σε κάθε άνθρωπο, από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής, που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο, που ενυπάρχει στο δικαίωμα, από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη αντίθεση προς αυτά (ΑΠ 615/1994 ΕλλΔνη 36.340, ΕφΑθ 4019/1999 ΕλλΔνη 40.1586). Εξ αυτού συνάγεται ότι δεν αρκεί η απλή αδράνεια του δικαιούχου επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, αλλά απαιτείται μεταξύ άλλων δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, έτσι ώστε, η, με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, επιδίωξη ανατροπής μιας ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης, να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς, για τον υπόχρεο, επιπτώσεις και να προκαλεί έντονη την εντύπωση της αδικίας. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, που έχει δημιουργηθεί, να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες, προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ 681/2000 ό.π, ΑΠ 409/2000 ΕλλΔνη 41.1315). Σημειώνεται ότι δεν αποτελεί ισχυρισμό (δικαιοκωλυτική ένσταση) κατ’ άρθρο 281 του Α.Κ., η αμφισβήτηση της ύπαρξης αυτού καθεαυτού του δικαιώματος του ενάγοντος λόγω είτε μη επέλευσης των σχετικών δικαιογόνων πραγματικών περιστατικών ή λόγω επέλευσης δικαιοφθόρων (αποσβεστικών περιστατικών), καθόσον η διάταξη αυτή του άρθρου 281 του Α.Κ. δεν δύναται να αντιταχθεί κατά δικαιωμάτων, αλλά του τρόπου άσκησής τους κατά τις προμνησθείσες προϋποθέσεις (ΕφΘεσ 601/2005 ΝοΒ 53.1119) ήτοι η εφαρμογή της προϋποθέτει ότι ο ενιστάμενος καταφάσκει την ύπαρξη του δικαιώματος (ΑΠ 764/2001 ΔΕΕ 2001.1013, ΑΠ 950/1989 ΕλλΔνη 32.7, ΑΠ 1417/1984 ΝοΒ 33.1002, ΕφΘεσ 721/2010 Αρμ 2011.951, ΕφΛαρ 91/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 8263/2007 ΔΕΕ 2008.1115).

Η εναγομένη με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αρνείται αιτιολογημένα την κρινόμενη αγωγή και συγκεκριμένα ισχυρίζεται αφενός ότι η σύμβαση εργασίας που συνήψε με την ενάγουσα είναι άκυρη, διότι η τελευταία δεν προσκόμισε νόμιμα θεωρημένο βιβλιάριο υγείας και αφετέρου ότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της ως βοηθός μάγειρα και όχι ως μαγείρισσα, ότι ήταν, ως εκ της φύσεως της εργασίας της, ανειδίκευτη εργατοτεχνίτρια και όχι υπάλληλος, ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης είχε συμφωνήσει να εργάζεται τις ημέρες της Παρασκευής και της Κυριακής με ημερομίσθιο 23,56 ευρώ, ότι στο χρονικό διάστημα που εργάσθηκε στην επιχείρηση της καταβάλλονταν σε αυτή 42 ευρώ ως ημερομίσθιο, ότι οι υπολογισμοί των οφειλομένων στην αγωγή έχουν γίνει βάσει του ημερομισθίου του υπαλλήλου και όχι του ανειδίκευτου εργάτη και ότι ενόψει των ανωτέρω οι αξιώσεις για την καταβολή επιδομάτων και αδείας καθώς επίσης και το αίτημα για την καταβολή προσαυξήσεων λόγω της παροχής νυχτερινής εργασίας και εργασίας κατά την τις ημέρες της Κυριακής είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα έχουν πλήρως εξοφληθεί, διότι η ενάγουσα πληρώνονταν κάθε εβδομάδα με την καταβολή μετρητών, χωρίς να υπογράφει αποδείξεις περί καταβολής μισθοδοσίας, διότι αυτόν δεν ήταν υποχρεωτικό και ότι η αποχώρηση της από την εργασία της, χωρίς να διατυπώσει ουδεμία επιφύλαξη και χωρίς να αιτηθεί άμεσα τα δήθεν οφειλόμενα σε αυτή ποσά υποδηλώνει ότι αναγνωρίζει την πληρωμή της με μετρητά και την εξόφληση των απαιτήσεων της και αποσκοπεί στην πρόκληση οικονομικής ζημίας σε αυτή (εναγομένη). Ο σχετικός ισχυρισμός της εναγόμενης ελέγχεται απορριπτέος ως αόριστος, διότι πέραν της μνείας ότι η καταβολή της μισθοδοσίας ελάμβανε χώρα κανονικά, με την καταβολή μετρητών και χωρίς την υπογραφή σχετικής απόδειξης ουδέν διαλαμβάνει περί του ποσού που καταβλήθηκε για κάθε μία από τις αγωγικές αξιώσεις και του χρόνου καταβολής αυτού, στοιχεία αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, κατ’ άρθρο 262 του Κ.Πολ,Δ. για το ορισμένο της ένστασης περί εξοφλήσεως, οι δε λοιπές αιτιάσεις της εναγομένης όσον αφορά την ένσταση αυτή προβάλλονται αλυσιτελώς και δεν ασκούν έννομη επιρροή. Τέλος, η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα στο χρονικό διάστημα που εργάσθηκε στην επιχείρηση ουδέποτε εξέφρασε παράπονα, ότι αποχώρησε από την εργασία της χωρίς να διατυπώσει καμία επιφύλαξη περί της ύπαρξης οφειλών έναντι αυτής, ότι αποχώρησε από την εργασία της με δόλιο τρόπο προκειμένου να αξιώσει την αποζημίωση απόλυσης και ότι ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη ότι αυτή (εναγομένη) υπήρξε απόλυτα συνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και ότι οι αγωγικές αξιώσεις είναι εξωπραγματικές η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ασκούμενη καταχρηστικά και αντίθετη στις αρχές της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ. Ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά περί του ύψους των ένδικων αξιώσεων και περί συνέπειας αυτής ως εργοδότριας στις συμβατικές της υποχρεώσεις συνιστούν αρνητικούς της ιστορικής βάσης της κρινόμενης αγωγής ισχυρισμούς και δεν δύναται να θεμελιώσουν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, την από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση, τα δε λοιπά επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν καταδεικνύουν μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας και δεν συνιστούν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, ώστε να θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε στην εναγομένη – εργοδότρια η εντύπωση ότι δεν θα ασκήσει τα σχετικά δικαιώματά τους, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκηση της υπό κρίση αγωγής να κριθεί ότι συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για αυτήν (εναγόμενη) και συνακόλουθα η επιδίωξη ικανοποίησης των ένδικων αξιώσεων να θεωρηθεί ως αντίθετη στις επιταγές του άρθρου 281 Α.Κ. Επίσης, το γεγονός της μη διατύπωσης επιφύλαξης δεν συνιστά παραίτησή του εργαζομένου από τα σχετικά δικαιώματά του και δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση των ένδικων αξιώσεων (ΕφΠειρ 728/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ………….. του ………….. και ………………., που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 408 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ.) και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 410 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 παρ. 9 του νόμου 2915/2001), από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά από αυτά, είτε για να χρησιμεύσουν (τα έγγραφα) προς πλήρη απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 338, 339 του Κ.Πολ,Δ.), μεταξύ δε αυτών η με αριθμό ………../19.09.2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος …………… του ………….. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη τους (βλ. σχετ. την από 11.09.2017 κλήση και την με αριθμό …………/12.09.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), κατ’ άρθρο 422 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του νόμου 4335/2015 και ισχύει από την 01.01.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του νόμου 4335/2015, που ισχύει και στην διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 591 του Κ,Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015), διότι ελλείψει αντίθετης ειδικής μεταβατικής διάταξης εφαρμοστέες για τις διενεργούμενες μετά την 01.01.2016 διαδικαστικές πράξεις είναι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων άρθρα 12 και 21 εδ. β’ του ΕισΝΚΠολΔ, που εκφράζει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου (ΑΠ 927/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) οι νέες, τροποποιημένες διατάξεις (βλ. σχετ. Π. Γιαννόπουλος – X. Τριανταφυλλίδης, «Οι τροποποιήσεις του νόμου 4335/2015 στον Κ.Πολ.Δ. στο πεδίο του δικαίου της αποδείξεως, ΕλλΔνη 2016. 665, Μ. Μαρκουλάκης, «Λήψη ένορκης βεβαίωσης στο πλαίσιο δίκης ήδη εκκρεμούς την 01.01.2016 – Σκέψεις δικονομικού διαχρονικού δικαίου με αφορμή την ΜΠρΑΘ 1106/2016 ΕΕργΔ 2016. 635), το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι άπτεται του υποστατού του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 580/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1103/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), από τις ομολογίες των διαδίκων που διαλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρο 352 του Κ,Πολ.Δ.) και από όλη εν γένει την διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγομένη είναι ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, η οποία εδρεύει στην πόλη των ……… του νομού ……… και στα πλαίσια της επαγγελματικής δραστηριότητας διατηρεί κατάστημα επισιτιστικού ενδιαφέροντος – εστιατόριο ταυλανδέζικης κουζίνας. Την 15η Ιανουαρίου του έτους 2014 η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης για να παρέχει την εργασία της σε αυτή με την ειδικότητα του μάγειρα Β’. Ειδικότερα, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα παρέχει την εργασία της στο εστιατόριο που διατηρεί η εναγομένη στην ………., επί της οδού ………………., ότι θα απασχολείται τέσσερις (04) ημέρες κάθε εβδομάδα, από Πέμπτη έως Κυριακή και συνολικά είκοσι τέσσερις (24) ώρες εβδομαδιαίως, ότι το ωράριο εργασίας της θα είναι από 19:00 έως 01:00, με διακοπή μεταξύ 22:00 έως 22:15 για διάλειμμα, ότι το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο θα ανέρχεται στο ποσό των 23,56 ευρώ (ωρομίσθιο 3,93 ευρώ) και ότι αποδοχές της θα καταβάλλονται στο τέλος κάθε μήνα (βλ. σχετ. αντίγραφο της από 15.01.2014 ατομικής σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης και αναγγελία πρόσληψης). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί συμφωνίας για καταβολή του ποσού των 1.250 ευρώ μηνιαίως καθαρά δεν αποδείχθηκε βάσιμος, δοθέντος ότι στην ατομική σύμβασης εργασίας, που φέρει την υπογραφή της ενάγουσας και στο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης που η ίδια προσκόμισε και των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε αναφέρεται ως ημερομίσθιο 23,56 ευρώ, ενώ δεν διαλαμβάνεται, ούτε προέκυψε ουδεμία άλλη συμφωνία περί των αποδοχών της. Η ενάγουσα, ως αλλοδαπή υπήκοος, διέθετε νομιμοποιητικά έγγραφα (βλ. σχετ. προσκομιζόμενο αντίγραφο αναγγελίας πρόσληψης), αλλά δεν διέθετε κατά το χρόνο της πρόσληψης της πιστοποιητικό υγείας, το οποίο είναι υποχρεωτικό σύμφωνα με το άρθρο 1 της υπουργικής απόφασης Υ1γ/Γ.Π/οικ 35797/04.04.2012 (ΦΕΚ 1199Β711.04.2012), με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 14 παρ. 1 της υπουργικής Α1β/8577/1983 εκδοθείσης κατ’ εξουσιοδότηση του αναγκαστικού νόμου 2520/1940 και ήδη καταργηθείσης από την 24.10.2012 με το άρθρο 19παρ. 1 της υπουργικής απόφασης Υ1γ/ΓΠ/οικ.96967/2012, λόγω της απασχόλησης της με την παρασκευή, προετοιμασία και συσκευασία τροφίμων και ποτών για τη διάθεσή τους στη κατανάλωση, ώστε υπάρχει ο κίνδυνος να μεταδοθούν στο τελευταίο τα νοσήματα από τα οποία αυτοί τυχόν πάσχουν ή τα μικρόβια, οι ιοί ή τα παράσιτα, των οποίων είναι τυχόν φορείς. Παρά ταύτα, η ενάγουσα εξέδωσε το απαιτούμενο εκ του νόμου πιστοποιητικό υγείας λίγες ημέρες μετά την πρόσληψη της και συγκεκριμένα την 23η Ιανουαρίου του έτους 2014 (βλ. σχετ. το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό υγείας που υπογράφεται από τον συμβεβλημένο στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατρό Κωνσταντίνο Σκούταρη), οπότε υπήρξε σιωπηρή επικύρωση της αρχικά άκυρης λόγω της προαναφερόμενης έλλειψης συμβάσεως της (ΑΠ 1113/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 439/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 709/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 434/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, καθόσον η ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας αποβλέπει στη προστασία της δημόσιας υγείας (ΑΠ 771/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1719/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 904/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στην εναγομένη με υπευθυνότητα και συνέπεια, επιδεικνύοντας ζήλο κα εργατικότητα και συμμορφούμενη στις εκάστοτε οδηγίες και υποδείξεις των προϊσταμένων της. Ειδικότερα, στο χρονικό διάστημα που η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στο ανωτέρω εστιατόριο, εκμετάλλευσης της εναγόμενης, ήταν υπεύθυνη για την κατάρτιση του μενού του εστιατορίου και την παρασκευή των μαγειρευτών φαγητών, των σαλτσών, καθώς και των κρύων πιάτων και γλυκών, που το απάρτιζαν, ήταν υπεύθυνη για τον έλεγχο των προμηθειών, την πραγματοποίηση παραγγελιών, την παραλαβή των πρώτων υλών από τους προμηθευτές, την αξιολόγηση της ποιότητας των παραλαμβανόμενων τροφίμων, το ζύγισμα και την τοποθέτησή τους στις αποθήκες και στα ψυγεία καθώς επίσης το συντονισμό – επίβλεψη του λοιπού προσωπικού της κουζίνας (βοηθών μάγειρα, λαντζέρη), τα οποία απασχολούνταν κυρίως σε βοηθητικές εργασίες μέσα στην κουζίνα. Η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με το ακριβές αντικείμενο εργασιακής απασχόλησης της ενάγουσας ενισχύεται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αυτής, οι οποίο έχουν άμεση και ιδία αντίληψη και οι οποίοι ρητά ανέφεραν : «……έκανε την προετοιμασία της κουζίνας, παραλαβές, κανόνιζε τα πιάτα, έβαζε το μενού, εμείς αυτή ακούγαμε ουσιαστικά, δηλαδή αυτή μας καθοδηγούσε όσον αφορά τα πιάτα και τα μενού…… έφτιαχνε ασχολούνταν αποκλειστικά με το μενού του μαγαζιού…… έκανε έλεγχο των αποθεμάτων, καταμέτρηση παραλαβές κρεάτων…..» (βλ. πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου) και ότι : «…Για τους μήνες που δούλεψα στο ……….. μπορώ να βεβαιώσω πως η συναδέλφισσα έφτιαχνε το μενού και έκανε μόνη της κουμάντο σε όλη την κουζίνα. Συγκεκριμένα, έφτιαχνε όλα τα μαγειρευτά, τις σάλτσες, τα κρύα πιάτα και τα γλυκά του μενού, με βάση όσα είχε μάθει στα άλλα ταϊλανδέζικα που είχε δουλέψει, ενώ συνήθιζε συχνά να αυτοσχεδιάζει. Το αφεντικό εκτιμούσε τη δουλειά, τις γνώσεις, την εμπειρία της και την ταχύτητά της, που έκαναν το μαγαζί του να ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα ταϊλανδέζικα της Αθήνας. Βεβαιώνω ότι η ……. έκανε τις παραλαβές από τους προμηθευτές, τσέκαρε αν ήταν καλά τα προϊόντα που έφερναν, τα ζύγιζε, τα τακτοποιούσε στις αποθήκες και τα ψυγεία και έκανε πάντα τον έλεγχο του στοκ του μαγαζιού για να κάνει τις καινούργιες παραγγελίες. Στην κουζίνα μαζί με τη ……. δούλευαν ο ………… (δεν θυμάμαι το επώνυμό του), που ήταν βοηθός της και ο …………, που ήταν λαντζέρης και, απ’ ό,τι είχα δει, και οι δύο ήταν υπό τις εντολές της…….» (βλ. σχετ. ένορκη βεβαίωση). Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε αποκλειστικά ως βοηθός μάγειρα, διότι στην επιχείρηση εργαζόταν ως μάγειρας Α’ η ……………. μέχρι το έτος 2014, οπότε και αποχώρησε και ότι καθήκοντα μαγείρου ασκούσε και ο νόμιμος εκπρόσωπός της, δεν κρίνεται βάσιμος και πειστικός, διότι από τον προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου ΠΠ…………… πίνακα προσωπικού της επιχείρησης, που αφορά στην χρονική περίοδο από τον Μάρτιο του έτους 2014 έως και την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2020 είναι εμφανές αφενός ότι η ανωτέρω ……………. αποχώρησε από την εναγομένη δύο περίπου μήνες μετά την πρόσληψη της ενάγουσας και αφετέρου ότι στην εναγομένη απασχολούνταν στην κουζίνα με την ειδικότητα του βοηθού μάγειρα η ενάγουσα και οι ……………. και …………., από κανένα δε στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι οι ανωτέρω δύο εργαζόμενοι ή ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας είχαν τις απαιτούμενες γνώσεις και εξειδίκευση για την προετοιμασία των ταιλανδέζικων πιάτων που προσέφερε η εναγόμενη στους πελάτες της και ότι απασχολήθηκαν με το εργασιακό αυτό αντικείμενο. Από τα προαναφερόμενα προέκυψε ότι η ενάγουσα ανέπτυξε κατά την παροχή των υπηρεσιών της δράση πολυσχιδή και πολυσύνθετη (παρασκεύαζε διάφορα και ποικίλα εδέσματα της ταιλανδέζικης κουζίνας, επόπτευε το προσωπικό της κουζίνας, προέβαινε στον καταμερισμό της εργασίας των προαναφερομένων προσώπων) και ως εκ τούτου στην εργασία της προείχε το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού και αυτός είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του απλού μαγείρου-εργάτη (ΑΠ 1479/1995 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), δοθέντος ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 2655/1953, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 7 του νόμου 4558/1930, που είχε τροποποιήσει και συμπληρώσει το άρθρο 10 του νόμου 3514/1928 σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 2 του β.δ. της 16/18.7.1920, τα στοιχεία τα οποία διακρίνουν τον ιδιωτικό υπάλληλο από τον απλό εργάτη (που η παροχή της εργασίας του συνιστάται στην καταβολή σωματικής ενεργείας) είναι η εξειδιασμένη εμπειρία, η θεωρητική μόρφωση και ιδία η επίδειξη πρωτοβουλίας και η ανάληψη ευθύνης στην εκτέλεση της εργασίας, εκ της αναπτύξεως των οποίων προκύπτει ότι το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού στην εργασία (ΟλΑΠ 295/1969 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1437/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1185/1999 ΔΕΝ 56.26, ΑΠ 1481/1995 ΕΕργΔ 56.307, ΑΠ 314/1998 ΔΕΝ 55.776, ΑΠ 1479/1995 ΕΕργ Δ 56.368). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη σε όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης υπήρξε ασυνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και δη στην τακτική καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών και στην πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτών, σύμφωνα με όσα θα αναφερθούν αναλυτικά κατωτέρω. Συνεπεία τούτου, η ενάγουσα διαμαρτύρονταν συστηματικά και κατ’ επανάληψη για την ασυνέπεια της εναγομένης – εργοδότριας στην καταβολή των αποδοχών της, με αποτέλεσμα λόγω του αρνητικού κλίματος που διαμορφώθηκε και των τεταμένων σχέσεων, που κατέστησαν δυσχερή την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, η εναγομένη να προβεί την 16η Νοεμβρίου του έτους 2015 σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Η καταγγελία από την εργοδότρια έλαβε χώρα προφορικά και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ως εκ τούτου τυγχάνει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, άκυρη. Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα προσέφυγε την 2α Δεκεμβρίου του έτους 2015 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και κατέθεσε αίτηση με αντικείμενο την διενέργεια εργατικής διαφοράς. Η εναγομένη προσκλήθηκε αυθημερόν στην συζήτηση της αίτησης, που ορίσθηκε αρχικά για την 8η Ιανουαρίου του έτους 2016, η δε συζήτηση της αίτησης πραγματοποιήθηκε τελικά την 26η Ιουνίου του έτους 2016, πλην όμως δεν επιτεύχθηκε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 4η Δεκεμβρίου του έτους 2015 και περί ώρα 12:40 επιδόθηκε στην ενάγουσα την από εξώδικη δήλωση-πρόσκληση της εναγομένης με το ακόλουθο περιεχόμενο : «………Όπως γνωρίζετε, με την από 15/01/2014 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου έχετε προσληφθεί και εργάζεσθε ως μάγειρας στην επιχείρησή μας. Ωστόσο, από 19/11/2015 απέχετε από τα καθήκοντα σας χωρίς να μας έχετε ενημερώσει για την αιτία της αποχής αυτής, ούτε για τη διάρκειά της, ούτε για το χρόνο επανόδου στα καθήκοντα σας. Επειδή η ως άνω αδικαιολόγητη αποχή από την εργασία σας συνιστά παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά, η οποία επιπρόσθετός προκαλεί οργανωτικές δυσχέρειες στη λειτουργία της επιχειρήσεως, σας προσκαλούμε, εντός προθεσμίας τριών ημερών από την επίδοση της παρούσης, να επιστρέψετε στη θέση σας ή να μας γνωστοποιήσετε την αιτία και τη διάρκεια της απουσίας σας, προσκομίζοντας και τα ανάλογα δικαιολογητικά, άλλως σας δηλώνουμε ότι η συμπεριφορά σας θα θεωρηθεί ως οικειοθελής αποχώρηση και θα επέλθει η λύση της μεταξύ μας εργασιακής συμβάσεως» (βλ. σχετ. αντίγραφο εξώδικης δήλωσης- πρόσκλησης και της επ’ αυτής σημείωσης περί επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Σοφίας Ανδρ. Αχόλου). Από τα προαναφερόμενα εναργώς συνάγεται ότι η ανωτέρω εξώδικη δήλωση επιδόθηκε στην ενάγουσα μετά την προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, στην οποία ανέφερε περί της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της λόγω μη τήρηση του εγγράφου τύπου και σύγχρονης καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας δεν επιρρωνύεται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας και ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Συνεπεία των ανωτέρω, η εναγομένη όφειλε κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας να καταβάλλει σε αυτή για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 1.374,34 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (23,56 ευρώ ημερομίσθιο X 25 ημέρες = 589 ευρώ + 98,17 ευρώ [αναλογία 1/6 για τα επιδόματα εορτών και αδείας] = 687,17 ευρώ X 2 μήνες [ποσό αποζημίωσης για εργαζόμενους – υπαλλήλους με συμπληρωμένα 1-4 έτη στον ίδιο εργοδότη — βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», έκδοση 2014, σελ. 143] = 1.374,34 ευρώ). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η εναγομένη υπήρξε ασυνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και οφείλει στην ενάγουσα : α) για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 141,36 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (23,56 ευρώ συμφωνηθέν ημερομίσθιο X 6 ημέρες = 141,36 ευρώ, β) για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα το ποσό των 257,88 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (23,56 ευρώ ημερομίσθιο [τα δώρα εορτών υπολογίζονται επί των τακτικών καταβαλλόμενων αποδοχών, χωρίς προσαύξηση του επιδόματος αδείας, αφού στην προκείμενη περίπτωση δεν καταβλήθηκε – βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, ό.π., 663-664 και 668] X 25 ημέρες = 589 ευρώ Χ ½ = 294,50 ευρώ : 15 = 19,64 X 13,13 [1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού για κάθε οκταήμερο διάστημα της εργασιακής σχέσης από την 15.01.2014 έως την 30.04.2014] = 257,88 ευρώ), γ) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2014 το ποσό των 589 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (23,56 ευρώ ημερομίσθιο X 25 ημέρες = 589 ευρώ), δ) για επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2015 το ποσό των 294,50 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (23,56 ευρώ ημερομίσθιο X 25 ημέρες = 589 ευρώ X ½ = 294,50 ευρώ), ε) για αναλογία επιδόματος εορτών του έτους 2015 το ποσό των ήτοι αναλυτικά : (23,56 ευρώ ημερομίσθιο X 25 ημέρες = 589 ευρώ : 25 = 23,56 X 2 = 47,12 X 10,53 [2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε δεκαεννεαήμερο διάστημα της εργασιακής σχέσης από την έως την 16.11.2015] = 496,18 ευρώ), στ) για αποδοχές δέκα (10) ημερών αδείας που δεν χορηγήθηκε στην ενάγουσα το έτος 2014 το ποσό των 235,60 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (23,56 ευρώ συμφωνηθέν ημερομίσθιο X 6 ημέρες – 235,60 ευρώ), ζ) για αστική ποινή λόγω μη χορήγηση των ανωτέρω ημερών άδειας, την οποίοι ζήτησε η ενάγουσα κατ’ επανάληψη και η εναγομένη δεν την χορήγησε (ΑΠ’ 434/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 455/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), το ποσό των 235,60 ευρώ (προσαύξηση σε ποσοστό 100% – άρθρο 3 του νομοθετικού διατάγματος 3755/1957 – ΑΠ 1683/2012 ΔΕΝ 2013.233, ΑΠ 1688/2012 ΔΕΝ 2013.807), η) για αποδοχές αδείας του έτους 2015 το ποσό των 518,32 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (23,56 ευρώ ημερομίσθιο X 22 ημερομίσθια [άρθρα 1 παρ. 3 του νόμου 1346/1983 και 1 του νόμου 3302/2004 – βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, ό.π., σελ. 438 επ.] = 518,32 ευρώ) και θ) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 306,28 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (23,56 ευρώ X 13 ημερομίσθια [βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, ό.π., σελ. 461 επ.] – 306,28 ευρώ) και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των ευρώ ήτοι αναλυτικά : (141,36 ευρώ + 257,88 ευρώ + 589 ευρώ + 294,50 ευρώ + 496,18 ευρώ + 235,60 ευρώ + 235,60 ευρώ + 518,32 ευρώ + 306,28 ευρώ = 3.074,72 ευρώ). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η ενάγουσα στο χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην εναγομένη παρείχε την εργασία της όλες τις Κυριακές (εφόσον επιτρέπεται η εργασία την Κυριακή στις επιχειρήσεις επισιτισμού – βλ. σχετ. ΑΠ 413/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), με ωράριο απασχόλησης από 17:00 έως 01:00, πλην όμως η τελευταία παρά το γεγονός ότι είχε νόμιμη υποχρέωση προς τούτο, δεν κατέβαλε σε αυτή την νόμιμη προσαύξηση 75% (η προσαύξηση υπολογίζεται επί του νομίμου ημερομισθίου, δηλαδή του προβλεπόμενου από την οικεία συλλογική σύμβαση και όχι επί του καταβαλλόμενου ημερομισθίου – βλ. σχετ. ΑΠ 32/2013 ΔΕΝ 2013.801, ΑΠ 1033/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1221/2005 ΔΕΕ 2006.522, Λαναράς Κωνσταντίνος, ό.π., σελ. 585) για το σύνολο των ωρών της απασχόλησης της, που ανέρχονταν στο ποσό των 3.473,28 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (23,44 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο βάσει της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου 6/2012-ΦΕΚ 38Α728.02.2012 [586,08 ευρώ : 25 = 23,44 ευρώ] X 75% προσαύξηση επί του ημερομισθίου = 17,5 ευρώ X 95 Κυριακές που εργάσθηκε του χρονικού διαστήματος από 15.01.2014 έως 16.11.2015 — 1.670,10 ευρώ). Επίσης, η ενάγουσα την χρονική περίοδο που απασχολήθηκε στην εναγομένη παρείχε ημερησίως τρεις (03) ώρες νυχτερινής εργασίας, από 22:00 έως 01:00, πλην όμως η τελευταία δεν κατέβαλε στην αναλογούσε σε αυτή προσαύξηση ποσοστού 25% επί του νομίμου ωρομισθίου (βλ. σχετ. ΑΠ 1485/2007 ΔΕΝ 2008.357, ΑΠ 1385/1994 ΔΕΝ 208.357, Λαναράς Κωνσταντίνος, ό.π., σελ. 585) και της οφείλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 1.518 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (3,52 ευρώ νόμιμο ωρομίσθιο βάσει της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου 6/2012-ΦΕΚ 38Α/28.02.2012 [586,08 ευρώ : 25 = 23,44 ευρώ X 6 = 140,65 : 40 = 3,52 ευρώ] X 75% προσαύξηση επί του ημερομισθίου – 0,88 ευρώ X 1725 ώρες που εργάσθηκε κατά τη διάρκεια της νύκτας του χρονικού διαστήματος από 15.01.2014 έως 16.11.2015 [575 ημέρες εργασίας X 3 ώρες = 1725] = 1.518 ευρώ). Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω επιρρωνύεται αφενός από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος επιβεβαίωσε σε σχετική ερώτηση που ετέθη ότι η ενάγουσα εργαζόταν καθημερινά, πλην Δευτέρας, οπότε το εστιατόριο ήταν κλειστό και με ωράριο από 17:00 έως 01:00, ότι δεν της καταβάλλονταν επιδόματα και προσαυξήσεις και ότι η ενάγουσα δεν αποχώρησε από την εταιρία, αλλά την απέλυσε η εργοδότρια, αφού προηγήθηκε διένεξη μεταξύ αυτών με αφορμή τα ανωτέρω οφειλόμενα ποσά και αφετέρου από το προσκομιζόμενο με αριθμό …../02.12.2012 δελτίο εργατικής διαφοράς του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, σύμφωνα με το οποίο διαπιστώθηκε αναντιστοιχία στις δηλώσεις περί του ωραρίου λειτουργίας του εστιατορίου και των ωρών ημερήσιας απασχόλησης του προσωπικού της σε συνδυασμό και με την επιβληθείσα σε αυτή από 20.10.2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου …………… πράξη επιβολής προστίμου στην εναγομένη, μεταξύ άλλων, για τις οφειλές της στην ενάγουσα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων των ετών 2014 και 2015, επιδομάτων αδείας των ετών 2014 και 2015 και προσαυξήσεων λόγω παροχής εργασίας τις ημέρες της Κυριακής και τις νυκτερινές ώρες για τα ίδια έτη. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, η οποία δεν κρίνεται σαφής και πειστική, διότι ερωτηθείς αναφέρθηκε στο δικό του ωράριο εργασίας ως σερβιτόρου στην εναγομένη, ενώ δεν είχε γνώση περί των αποδοχών της ενάγουσας και περί της ύπαρξης ή μη οφειλών σε αυτή για τις ανωτέρω αιτίες, ούτε από τα αντίγραφα του βιβλίου και τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας που προσκομίσθηκαν από την εναγομένη, διότι αυτά δεν φέρουν θεώρηση από την Επιθεώρηση Εργασίας και υπογραφές από την ενάγουσα στην θέση «Ο Δηλών και λαβών Εργαζόμενος» αντίστοιχα. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ελλείψει πτυχίου μάγειρά ή άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι τις ανωτέρω παροχές δικαιούται η ενάγουσα βάσει του νόμου – ex lege, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, δηλαδή ακόμα και στην περίπτωση απλής σχέσης εργασίας (βλ. σχετ. ως προς την αποζημίωση απόλυσης ΑΠ 24/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 439/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της με αριθμό 25825/1951 αποφάσεως των υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου 28/1944 και με την οποία ερμηνεύτηκαν αυθεντικώς η απόφαση υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 «περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας «και η απόφαση υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 18310/1946» περί διευκρινίσεως των δικαιούμενων οικονομικών ενισχύσεων διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων», προβλέπουν τις προσαυξήσεις των αποδοχών των μισθωτών που εργάζονται κατά τις Κυριακές και τις νύκτες, ορίζουν ότι οι προσαυξήσεις αυτές δεν συμψηφίζονται προς τυχόν καταβαλλόμενες, ανώτερες των ελάχιστων ορίων μισθών και ημερομισθίων, αποδοχές. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνο ο υπό του εργοδότη (μονομερής) συμψηφισμός (ακριβέστερα καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπέρτερων αποδοχών προς οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία τις Κυριακές και τις νύχτες, ενώ αντιθέτως δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη ειδικής συμφωνίας περί συμψηφισμού στις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές και κάθε τυχόν αξιώσεως από τις προσαυξήσεις αυτές. Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 του Α.Κ., εφόσον ο μισθωτός λαμβάνει αυτά που έχουν οριστεί από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, δηλαδή είναι έγκυρη μόνο για το πέραν των ελάχιστων νομίμων αποδοχών μέρος, το αυτό δεν ισχύει για τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, την πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας και την αποζημίωση λόγω απασχολήσεως την Κυριακή και στερήσεως της εβδομαδιαίας αναπαύσεως (ΑΠ 220/2007 ΧρΙΔ 2007656, ΑΠ 1129/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1321/2006 ΕλλΔνη 48.806, ΑΠ 1373/2003 ΕλλΔνη 46.773, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.16, ΑΠ 930/1990 ΔΕΝ 1991.692, ΑΠ 825/1984 ΔΕΝ 1985.375, ΕφΑθ 9298/2003 ΕλλΔνη 45.1481, ΕφΑθ 3548/2003 ΕλλΔνη 44.16555, ΕφΑθ 2708/1998 ΕλλΔνη 39.907, ΕφΑθ 60/1991 ΕλλΔνη 34.146, – ΕφΑθ 11230/1990 ΕλλΔνη 34.146 ΕφΘεσ 2032/1989 ΔΕΝ 1990.25). Αντιθέτως,  συμφωνία περί καταλογισμού δεν επιτρέπεται : α) ως προς τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, διότι κατά το σκοπό του νομοθέτη οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας πρέπει να προκαταβάλλονται στο μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας, ώστε να πραγματοποιείται κατ’ αυτόν τον τρόπο ο κοινωνικός σκοπός των σχετικών διατάξεων, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της οικονομικής δυνατότητας του δικαιούχου να απολαύσει τις διακοπές του (ΑΠ 1129/2007 ΔΕΝ 63.897, ΑΠ 1321/2006 ό.π., ΕφΘεσ 1967/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1064/2006 ΕλλΔνη 48.287, ΕφΑθ 9892/2003 ό.π., ΕφΑθ 60/1991 ό.π. ΕφΘεσ 2032/1989 ό.π., ΕφΑθ 580/1985 ΔΕΝ 1985.1008) και β) κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959 ως προς τις αμοιβές για νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή απασχόληση (ΑΠ 220/2007 ό.π., ΑΠ 1321/2006 ό.π., ΑΠ 1269/2005 ΝοΒ 54.212, ΕφΑθ 9892/2003 ό.π). Στην προκείμενη περίπτωση, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε συμφωνία των διαδίκων είτε για την παροχή εργασίας καθ’ υπέρβαση του πενθημέρου είτε περί καταλογισμού των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας για οφειλόμενες προσαυξήσεις λόγω παροχής εργασίας τις ημέρες της Κυριακής και τις νυχτερινές ώρες στις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης ελέγχεται απορριπτέος. Περαιτέρω, ενόψει της σιωπηρώς συνομολογούμενης κατ’ άρθρα 261, 591, 614 περ.3 και 621επ. του Κ.Πολ.Δ. μη χορήγησης από την εναγομένη του αιτηθέντος κατ’ άρθρο 678 του Α.Κ. από την ενάγουσα πιστοποιητικού εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας της καθώς επίσης και η διαγωγή της, πρέπει η εναγομένη να υποχρεωθεί προς τούτο, απειλούμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής, για εκάστη ημέρα μη συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της παρούσας απόφασης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την κύρια βάση της ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των επτά χιλιάδων εξακοσίων τριάντα επτά ευρώ και δέκα έξι λεπτών (1.374,34 ευρώ + 3.074,72 ευρώ + 1.670,10 ευρώ + 1.518 ευρώ = 7.637,16 ευρώ), με το νόμιμο τόκο : α) για τις αξιώσεις της ενάγουσας που αφορούν σε δεδουλευμένες αποδοχές και προσαυξήσεις λόγω παροχής εργασίας τις ημέρες της Κυριακής και στη διάρκεια της νύχτας από την επόμενη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλια του ανωτέρω επιδικασθέντος ποσού κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση (άρθρο 655 Α.Κ. – βλ. σχετ. ΟλΑΠ 39 – 40/2002 ΕλλΔνη 2003.118, ΑΠ 945/2001 ΕΕργΔ 2002.168, ΕφΙωαν 14/2007 ΕΕργΔ 2007/473 ΑρχΝ 2007.298, ΕφΠειρ 555/2006 ΔΕΕ 2006.1179), β) για τα επιδικασθέντα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους που οφείλονται και για τα επιδικασθέντα επιδόματα Πάσχα από την επόμενη της 30ης Απριλίου εκάστου έτους που οφείλονται, αφού για αυτά έχει ορισθεί (άρθρο 10 της Υ.Α. 19040/1981) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας ο εργοδότης να γίνεται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 του Α.Κ. (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 236/2004 ΧρΙΔ 2004.645, ΑΠ 1682/2000 ΕΕργΔ 2001.456), γ) για τις αποδοχές αδείας του έτους 2014 από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που αφορούν, αφού γι’ αυτές τις εργατικές απαιτήσεις τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478), δ) για τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας του έτους 2015 από την επομένη ημέρα της λύσης της σύμβασης εργασίας, ε) για την αστική ποινή λόγω μη χορήγησης ημερών αδείας από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής, διότι αυτή έχει χαρακτήρα ποινής και προϋποθέτει υπαιτιότητα του εργοδότη δεν τάσσεται δήλη ημέρα καταβολής (ΑΠ 1240/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και στ) για την αποζημίωση απόλυσης από την επόμενη ημέρα της λύσης της σύμβασης εργασίας, ήτοι από την 17.11.2015 (άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 3198/1955), μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και να υποχρεωθεί η εναγομένη να χορηγήσει στην ενάγουσα την ενάγουσα πιστοποιητικού εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας της καθώς και η διαγωγή της, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, γενομένου δεκτού του σχετικού αγωγικού αιτήματος, ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907 και 908 παρ.1 περ. ε’ του Κ,Πολ,Δ.) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι και η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή είναι μισθοσυντήρητη και ότι οι αποδοχές εκ της εργασίας της είναι το μοναδικό εισόδημα αυτής για την κάλυψη των αναγκών και εν γένει εξόδων διαβίωσης της. Τέλος, η εναγομένη, που ηττήθηκε εν μέρει, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος τους ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των επτά χιλιάδων εξακοσίων τριάντα επτά ευρώ και δέκα έξι λεπτών (7.637,16 ευρώ), με το νόμιμο τόκο : α) για τις αξιώσεις της ενάγουσας που αφορούν σε δεδουλευμένες αποδοχές και προσαυξήσεις λόγω παροχής εργασίας τις ημέρες της Κυριακής και στη διάρκεια της νύχτας από την επόμενη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω επιδικασθέντος ποσού κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, β) για τα επιδικασθέντα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους που οφείλονται και για τα επιδικασθέντα επιδόματα Πάσχα από την επόμενη της 30 Απριλίου εκάστου έτους που οφείλονται, γ) για τις αποδοχές αδείας του έτους 2014 από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που αφορούν, δ) για τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας του έτους 2015 από την επομένη ημέρα της λύσης της σύμβασης εργασίας, ε) για την αστική ποινή λόγω μη χορήγησης ημερών αδείας από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και στ) για την αποζημίωση απόλυσης από την επόμενη ημέρα της λύσης της σύμβασης εργασίας, ήτοι από την 17.11.2015 (άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 3198/1955), μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς αμέσως την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και ως το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (3.500 ευρώ).

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας και η διαγωγή της (ενάγουσας).

ΑΠΕΙΛΕΙ σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων ευρώ (500 ευρώ) για την περίπτωση μη συμμόρφωσης στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ (485 ευρώ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 28 Αυγούστου του έτους 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies